Δευτέρα 2 Μαρτίου 2020

ΜΑΚΑΡΙΟΤΗΤΑ - BLISS

Ο ΑΓΙΟΠΕΤΡΙΤΗΣ

Εμμανουήλ Ροΐδης



Αι ιδέαι ημών περί ευτυχίας φαίνονται μεταβαλλόμεναι μετά της ηλικίας. Ο άνθρωπος, τον οποίον κατήντησα κατά το γήρας μου να θεωρώ ως τον ευτυχέστατον των επί της γης θνητών, ουδενός μοι εφάνη άξιος εξαιρετικού μακαρισμού, ότε συνέβη νέος ων να τον συναντήσω. Ενεχαράχθη μεν η εικών αυτού εν τη μνήμη μου ανεξαλείπτως ως περιέργου τύπου του γένους των διπόδων, απτέρων και πλατωνύχων ζώων, ως ωνόμαζεν ο Πλάτων τους ανθρώπους, αλλά μετ' ουδενός συνεδέετο αισθήματος φθόνου της επιγείου τύχης του, την οποίαν δεν ηδυνάμην τότε να φαντασθώ πολύ διαφέρουσαν της των προβάτων και των αροτήρων βοών, ίνα μη είπω των οστρειδίων και των σπόγγων.
    Την άνοιξιν του έτους 1864 σπεύδων να φέρω εις πέρας ικανώς γνωστόν νεανικόν μου πόνημα, το οποίον δεν μοι είναι ευχάριστον να μνημονεύσω, έτυχε να λάβω ανάγκην μεσαιωνικών τινων τόμων, μη υπαρχόντων ούτε εν τη δημοσία ούτε εν ουδεμιά άλλη εν Αθήναις βιβλιοθήκη. Εσκέφθην να κομίσω αυτούς εξ Ευρώπης και ανεδίφησα τους τιμοκαταλόγους των παλαιοπωλών, αλλά τα βιβλία ταύτα ήσαν μάλλον ακριβά. Οικονομικώτερον λοιπόν και βεβαίως διασκεδαστικώτερον μοι εφάνη να εκπηδήσω προς αναζήτησιν αυτών εις την πλησιεστάτην ευρωπαϊκήν βιβλιοθήκην. Τοιαύτη ήτο η της Νεαπόλεως. Εκεί εύρον όσα εζήτουν πλην της απαραιτήτως εις εμέ αναγκαίας ιστορικής πραγματείας του Σπαγχάιμ, του διηγουμένου πράγματα εκπληκτικά και απίστευτα περί του Πάπα Ιωάννου του ογδόου*. «Το σύγγραμμα τούτο δεν έχομεν ημείς, μοι απήντησεν ο βιβλιοφύλαξ, αλλά γνωρίζω ότι υπάρχει αντίτυπον αυτού εν τη ιδιαιτέρα βιβλιοθήκη του Σεμιναρίου του Αγ. Πέτρου. Πολύ όμως αμφιβάλλω αν θα σας επιτραπή να εξετάσητε αυτό».
    Αφού διέπλευσα πέλαγος προς αναζήτησιν της μονογραφίας ταύτης, άδικον θα ήτο να φεισθώ ωρών τινων σιδηροδρομικής πορείας. Την μεθεπιούσαν ευρισκόμην εις μίαν των αυλών του Αγ. Πέτρου αναζητών την είσοδον του Σεμιναρίου, φιλόφρων δέ τις ρασοφόρος ευηρεστήθη να με οδηγήση εις το κατάλυμα του θυρωρού της ιερατικής σχολής. Ούτος ήτο σεβάσμιος πρεσβύτης, φέρων στακτόχρουν εκ χονδρού υφάσματος επενδύτην σχήματος κάπως μεσαιωνικού, εξ ίσου αρχαϊκάς μαλλίνας περικνημίδας και πόρπας εκ χάλυβος εις τα υποδήματα στιλπνάς και μεγάλας, οίας εφόρουν των προπάππων του οι πατέρες. Αλλά πολύ μάλλον της ενδυμασίας είλκυσε την προσοχήν μου η έκφρασις του προσώπου του. Εν αυτή εικονίζετο ποσόν ηρέμου μακαριότητος, όσον παρ' ουδενί άλλω ανθρώπω έτυχέ ποτε να θαυμάσω. Παροιμιώδης κατήντησεν η έκφρασις υπερανθρώπου γαλήνης, ην κατώρθωνον οι αρχαίοι γλύπται να μεταδώσωσιν εις των θεών την φυσιογνωμίαν, αλλ' έτι πληρεστέρα μ' εφάνη του γέροντος εκείνου θυρωρού η αποξένωσις από πάσης δυναμένης να ταράξη την ηρεμίαν των θνητών συγκινήσεως. Εκ πρώτης όψεως ηδύνατό τις να μαντεύση, ότι ουδέποτε ο άνθρωπος εκείνος έτυχε να κλαύση ή να γελάση, ουδ' ηδύνατο να εννοήση πώς κατώρθωσεν ο χρόνος να σκάψη επί του μαρμαρίνου προσώπου του ρυτίδας. Ότε εισήλθον, εκράτει επί των γονάτων μικρόν ερίφιον, μετά του οποίου εφαίνετο φιλικώς συνδιαλεγόμενος, αφού δε επληροφορήθη ότι επεθύμουν να εισαχθώ εις το αρχείον του Σεμιναρίου, ηγέρθη βραδέως, απέθεσεν ηρέμα το εύμορφον ζώον επί του τάπητος, αφού ησπάσθη αυτό δις, και είτα δια βραδείας μελωδικής φωνής: «Αναβαίνω, είπε, να ίδω αν ο οσιώτατος αρχειοφύλαξ είναι επάνω. Περιμείνατε, παρακαλώ, ολίγα λεπτά». Το δωμάτιον όπου ευρισκόμην ωμοίαζε κελλίον ασκητού. Μόνον αυτού κόσμημα ήσαν αι επί του τοίχου λιθογραφίαι ενδόξων Παπών και ρήσεις των πατέρων της Εκκλησίας εντός πλαισίων εκ χρυσοχάρτου. Το κελλίον εκοινώνει δι' ανοικτής θύρας προς κήπον, εις τον οποίον μετέβην όπως αναμείνω του θυρωρού την επιστροφήν. Το περιβόλιον τούτο πολύ απείχε της κλασσικής λαμπρότητος των περιωνύμων βατικανείων κήπων και εφαίνετο από πολλού εγκαταλειφθέν υπό των κηπουρών εις μόνης της φύσεως την πρόνοιαν. Ούτε σκιάδας έβλεπέ τις εν αυτώ, ούτε πίδακας, ούτε άγαλμα κανέν, ουδ' άνθη διακρινόμενα δια την χροιάν ή την ευωδίαν, αλλά μόνον αγριάνθεμα, μολόχας, μαργαρίτας, παπαρούνας, φασκόμηλα χόρτον δύο πόδας υψηλόν και πολλάς πορτοκαλέας βριθούσας καρπών, μη αξιουμένων, ως φαίνεται, συλλογής, διότι έστιζε την περί τα δένδρα χλόην πλήθος ερυθροχρύσων σφαιρών. Οι ορίζοντες τον κήπον τοίχοι εκαλύπτοντο μέχρι της κορυφής υπό αιγοκλημάτων και εις γωνίαν τινά αυτού ανέβλυζεν ηρέμα βρύσις σιωπηλή ως η του Σιλωάμ περικυκλουμένη υπό καρδάμων και άλλων φιλύδρων φυτών. Πάντα ταύτα μετέδιδον εις το ακτένιστον εκείνο κηπάριον χροιάν αγροτικήν και ερημικήν εκπλήττουσαν κάπως τον θεατήν, μη αναμένοντα να εύρη γωνίαν Σκήτης ή Θηβαΐδος παρά το πολυθόρυβον ανάκτορον του πολυπράγμονος Πίου του ενάτου.
    Τους ρεμβασμούς τούτους διέκοψεν η επιστροφή του θυρωρού ακολουθουμένου υπό του αχωρίστου αυτού εριφίου, όστις χωρίς να βιάζεται μοι ανήγγειλε δια της αυτής φωνής ιεροψάλτου, ότι ο σεβασμιώτατος αρχειοφύλαξ εξυρίζετο και μόνον μετά ημίσειαν ώραν θα μετέβαινεν εις το αρχείον. «Δύναμαι, ηρώτησα, να περιμείνω εδώ;» ―«Μάλιστα, κύριε», και ταύτα λέγων μοι προσέφερε πορτοκάλιον ξινώτερον λεμονίου. Μη δυνάμενος να επαινέσω την ποιότητα του καρπού συνεχάρην αυτόν δια την ωραιότητα των δασυφύλλων πορτοκαλεών. ―«Τας εφύτευσα, μοι είπεν, εγώ προ πεντήκοντα τεσσάρων ετών, είμαι ο αρχαιότατος 'Αγιοπετρίτης'».
    Η λέξις αύτη είναι αμετάφραστος εις άλλην γλώσσαν. Sampietrini ονομάζονται εν Ρώμη ιδιαιτέρα τις τάξις ανθρώπων, μόνον έργον εχόντων να εξυπηρετώσι, να καθαρίζωσι και να στολίζωσι κατά τας εορτάς τον αχανή ναόν του Αγ. Πέτρου και τα απειράριθμα αυτού θυσιαστήρια. Ούτοι δύνανται να θεωρηθώσιν αποτελούντες ως και τα αγάλματα αναπόσπαστον μέρος του πολυδαιδάλου τούτου εκκλησιαστικού λαβυρίνθου. Πολλοί εξ αυτών έζησαν και απέθαναν χωρίς να εξέλθωσι του ιερού περιβόλου. Τοιούτος ήτο και ο μετ' εμού διαλεγόμενος μακάριος θυρωρός.
    ― Ο πατήρ μoυ, μοι είπεν, ήτο Αγιοπετρίτης, επιμελητής του μεγάλου πoλυελαίoυ, και η μήτηρ μου Αγιοπετρίτισσα σαρώτρια του τάφου του Πάπα Παύλου Βοργέζη. Ο Άγιος Πέτρος είναι ο πατρικός μου οίκος.
    ― Αλλ' υποθέτω ότι εξήλθες ενίοτε εξ αυτού;
    ― Ουδέποτε. Πού θέλετε να υπάγω;
    ― Πώς! Δεν γνωρίζεις την Ρώμην;
    ― Την βλέπω εκ της κορυφής του μεσαίου θόλου. Φαίνεται πολύ καλά, ως και τα περίχωρα της πόλεως. Διατί λοιπόν να μετακινηθώ, αφού έχω εδώ πάντα όσα δύναται η καρδία μου να επιθυμήση; Διάγω βίον Σεραφείμ. Ακούω κατά πάσαν πρωίαν την λειτουργίαν. Βλέπω εξερχομένας όλας τας λιτανείας· παρευρίσκομαι εις μεγαλοπρεπείς τελετάς και λαμπράς κατά την Μεγάλην Εβδομάδα φωτοχυσίας, ακούω περίφημον μουσικήν και παρίσταμαι συχνότατα εις την διάβασιν του Πάπα· ούτος γνωρίζει το όνομά μου, μοι δίδει πάντοτε την ευλογίαν του και ενίοτε δύο ή τρία τάληρα, τα οποία δεν ηξεύρω τί να κάμω, αφού με τρέφει εκ των περισσευμάτων της τραπέζης του και κατά τα Ιωβηλαία μοι δίδει ο άγιος άνθρωπος νέαν ενδυμασίαν.
    ― Και δεν επιθυμείς, ηρώτησα, τίποτε άλλο;
    ― Επιθυμώ ως όλος ο κόσμος να υπάγω εις τον Παράδεισον και ελπίζω ότι θέλει εκπληρωθή ο πόθος μου, αφού ο παναγιώτατος Πάπας με υπεσχέθη να τελέση ο ίδιος λειτουργίαν υπέρ της ψυχής μου κατά την ημέραν του θανάτου μου. Και εις την ανάμνησιν της υποσχέσεως εκείνης υγραίνοντο εξ ευγνωμοσύνης οι οφθαλμοί του και έτι μεγαλητέρα εικονίζετο επί του προσώπου του μακαριότης, ως αν υπό το κράτος ουρανίας εκστάσεως έβλεπε την ψυχήν του πτερυγίζουσαν ήδη προς τας μακαρίους μονάς.
    Το κατ' εμέ ομολογώ ότι κάπως με συνεκίνησε και έτι μάλλον μ' εξέπληξεν η τελεία αύτη αποξένωσις από πάσης φιλοδοξίας και παντός επιγείου πόθου, εκδηλουμένη τόσον πλησίον της αυλής του Βατικανού, του τεραστίου τούτου λέβητος, όπου κοχλάζουσιν ακοιμήτως τα αγριώτατα ιερατικά πάθη, η ακόρεστος φιλαρχία, ο δόλος, η ραδιουργία και η άσβεστος δίψα προαγωγής, όπου και αυτοί οι κανδηλανάπται βλέπουσι καθ' ύπνους ουχί τον παράδεισον, αλλά μίτραν επισκόπου ή πορφύραν καρδιναλίου. Ολιγώτερον ίσως της ανακαλύψεως απλοϊκής πίστεως και ταπεινής μακαριότητος εν τω περιβόλω του Βατικανού θα με εξέπλησσεν η απροσδόκητος συνάντησις φοίνικος εν Σιβηρία ή χλοεράς εν Αττική κοιλάδος.
    Την συνέντευξιν διέκοψεν η προσέλευσις νεαρού και χαριεστάτου αββά εν ιοχρόω στολή καταβάντος, όπως μοι αναγγείλη ότι ηδυνάμην ήδη ν' ανέλθω εις το αρχείον. Αγνοώ διατί ονομάζεται αρχείον, ενώ πράγματι ουδέν άλλο είναι ή πλουσία αλλ' έρημος κατά την ώραν εκείνην βιβλιοθήκη. Οι δύο οσιώτατοι φύλακες με υπεδέχθησαν μετά του ρωμαϊκού εκείνου μειδιάματος, του οποίου απέβη παροιμιώδης απανταχού της γης η ευπροσηγορία και η γλυκύτης. Αλλ' ότε παρεκάλεσα να μοι επιτραπή να λάβω σημειώσεις εκ της διατριβής του Σπαγχάιμ, συνωφρυώθησαν, αντήλλαξαν ταχύ βλέμμα προς αλλήλους, ο δε νεώτερος, αφού υπεκρίθη ότι ερευνά τον κατάλογον, μοι απήντησε «μετά βαθυτάτης λύπης» ότι η διατριβή αύτη δεν ευρίσκεται ούτε εν τη Βιβλιοθήκη του Σεμιναρίου ούτε εν τη Βατικανείω. Καίτοι εγνώριζον ότι υπάρχει, απρεπές εθεώρησα να φανώ δυσπιστών εις τους λόγους των ευγενεστάτων εκείνων κληρικών, οίτινες άλλως ουδεμίαν είχον υποχρέωσιν να μοι ανακοινώσωσιν όσα δεν εθεώρουν συντελούντα προς αύξησιν της δόξης της Aγίας έδρας. Όπως μη φανώ δυσαρεστηθείς εκ της αρνήσεως, παρέμεινα παρ' αυτοίς επί ημίσειαν ακόμη ώραν, υποκρινόμενος ότι θαυμάζω τας επιδειχθείσας μοι εικόνας προραφαηλιτών ζωγράφων, τας πολύ ομοιαζούσας τας ημετέρας βυζαντινάς μαυρογραφίας.
    Καταβαίνων εκ του αρχείου επανεύρον τον θυρωρόν περιπατούντα βραδέως και μεγαλοπρεπώς εν τω κήπω του, μεθ' όσης ο Αδάμ προ του αμαρτήματος εν τω κήπω της Εδέμ μακαριότητος, συγχρόνως δε απήγγελλε στροφήν του γνωστού λατινοβαρβάρου καλογηρικού χαιρετισμού:
           Fac me vere tecum flere
            Iuxta crucem tecum stare.
            Fac ut portem Christi mortem
            Passionis fac consortem.

    Εκ διαλειμμάτων διέκοπτε τον περίπατον και την απαγγελίαν, όπως αποσπάση ξηρά τινα φύλλα στίζοντα δια κιτρίνης κηλίδος την κόμην των πορτοκαλεών. Την ασχολίαν ταύτην εθεώρησα πρέπον να διακόψω, όπως τον ευχαριστήσω και τον αποχαιρετίσω. Ούτος μοι απέδωκεν ευπροσηγόρως το φιλοφρόνημα, αλλ' ουδεμίαν έδειξε προθυμίαν να επαναλάβη την διακοπείσαν συνδιάλεξιν. Εφαίνετο ήδη λησμονήσας με, η δε αλήθεια είναι ότι η επίσκεψίς μου επροξένησεν εις αυτόν πολύ μικροτέραν εντύπωσιν ή κίτρινον στίγμα επί του χλοερού φυλλώματος πορτοκαλέας.
    Η φυσιογνωμία του αγαθού τούτου Αγιοπετρίτου παρέμεινεν, ως είπον, εν τη μνήμη μου ανεξάλειπτος, εφ' όσον δε γηράσκω, τοσούτον μάλλον κλίνω να πιστεύσω ότι ούτος είναι πράγματι ο ευτυχέστατος εξ όσων συνήντησα επί της γης ανθρώπων. Τούτον ουδεμία φαίνεται πληγώσασα εκ των ακανθών, δι' ων ο πανάγαθος Θεός εθεώρησε πρέπον (δεν ηξεύρω διατί) να στρώση την επίγειον ημών πορείαν. Ου μόνον ουδέποτε ησθάνθη ουδ' ήτο επιδεκτικός να αισθανθή οξείαν λύπην,
αλλ' ουδέ δύναται η ευτυχία του να θεωρηθή εγκειμένη εις μόνην την απουσίαν πάσης οδύνης, αφού πιστεύει ακραδάντως ότι κατέχει πάντα όσα είναι επί της γης επιθυμητά, παν δε άλλο πλην τούτων ούτε ποθεί, ούτε γνωρίζει, ουδέ δύναται να φαντασθή. Άδικον δε θα ήτο να ομοιωθή προς τους πολύποδας και τους σπόγγους, αφού έχει πλήρη συνείδησιν της κατακλυζούσης πάσαν ώραν του βίου του ευδαιμονίας. Χάριν αυτού φαίνεται νομίζων ότι ανήγειρεν ο Μιχαήλ Άγγελος εις τετρακοσίων ποδών ύψος τον μεγαλοπρεπέστατον της οικουμένης θόλον, ότι εικόνισεν ο Ραφαήλ τας καλλίστας Παναγίας του και χάριν αυτού ετόνισαν τα γλυκύτατα αυτών μέλη ο Χένδελ και ο Παλεστρίνας. Τα τελειότατα των αριστουργημάτων δύναται να θεωρήση ως αποτελούντα αναπόσπαστον μέρος αυτού, αφού κατά το ιερόν λόγιον «Ταύτα εν αυτώ εισιν και αυτός εν αυτοίς εστιν». Αλλά πλην των υψίστων της τέχνης, ο μακάριος ούτος θυρωρός φαίνεται ικανώτατος να εκτιμήση και άλλας ταπεινοτέρας απολαύσεις, το θάλπος εν ώρα χειμώνος του ρωμαϊκού ηλίου, το κελάρυσμα της βρύσεως, την βλάστησιν των πορτοκαλεών, πιθανώτατα δε και τα καρυκεύματα του παπικού μαγειρείου, αφού μετά τόσον θερμής ευγνωμοσύνης εμνημόνευσεν, ότι ηυδόκει ο άγιος Ποντίφηξ να τρέφη αυτόν εκ των περισσευμάτων της ιδίας τραπέζης. Ουδέ πρέπει να πιστεύση τις ότι αρκεί μόνη η ευσέβεια και η τυφλή πίστις, όπως καταστήση πάντας τους θερμώς αγαπώντας τον Θεόν μακαρίους. Απ' εναντίας εκ των περισωθέντων απομνημονευμάτων των επισημοτάτων αγίων πληροφορούμεθα, ότι σπανίως έτυχεν ούτοι να γευθώσι, δεν λέγομεν αμιγούς ευδαιμονίας, αλλά τουλάχιστον ψυχικής γαλήνης. Την καρδίαν αυτών εσπάρασσεν ο διηνεκής φόβος μη δεν έπραξαν ικανά, όπως αξιωθώσι της ευνοίας ή τύχωσι της συγγνώμης του Θεού. Εθάμβωνε μεν ενίοτε την όρασιν αυτών η οπτασία του παραδείσου, αλλά και πολλάκις περιερρέοντο υπό ψυχρού ιδρώτος αναλογιζόμενοι ότι αιώνια και φοβερά ήσαν και της κολάσεως τα βασανιστήρια. Όσοι δε πλην του Θεού ηγάπων και τον πλησίον, οι φύσει ευαίσθητοι και φιλάνθρωποι, αδύνατον ήτο να αισθανθώσι χαράν αναλογιζόμενοι ότι πολλοί ήσαν περί αυτούς οι πεινώντες, ριγούντες, φθισιώντες, ανάπηροι και λεπροί. Αλλ' ο πράγματι μακάριος εκείνος άνθρωπος ουδέποτε εφαίνετο ταραχθείς υπό τοιούτων σκέψεων. Ενώ ηυφραίνετο εν τη απολαύσει πάντων όσα ενόμιζε κατά τον παρόντα βίον επιθυμητά, ητένιζε μετά θάρρους εις τα μέλλοντα, πιστεύων ότι διακρίνει ευκρινώς εν τω παραδείσω την φωταυγή θέσιν την προωρισμένην αυτώ προς μακαριότητα αιωνίαν. Αλλά και πώς ήτο δυνατόν ν' αμφιβάλλη περί της κατοχής αυτής, αφού αυτός ο επί της γης αντιπρόσωπος του Χριστού υπεσχέθη αυτώ να τελέση ο ίδιος κατά την ημέραν του θανάτου αυτού λειτουργίαν υπέρ της ψυχής του; Πας μετά τοιαύτην υπόσχεσιν δισταγμός θα ήτο εξ ίσου παράλογος, όσον και πάσα περί της πληρωμής ανησυχία κομιστού συναλλάγματος φέροντος του Ρόσχιλδ την υπογραφήν.
(από τα Άπαντα, E΄, Eρμής 1978)

THE SAMPIETRINO

Emmanuel Rhoides 

Rendered by Vassilis C. Militsis

Our beliefs of happiness seem to alter with our age. The man, whom I have ended up at my old age to consider the happiest of the mortals on earth, seemed to me not worthy at all of exceptionally being called as such when I happened to meet him when I was young. His picture was indelibly depicted in my memory as belonging to the species of bipeds, wingless and broad-nailed animals, as Plato labeled human beings; however, I harbored no sentiment of envy of his secular fortune, which I could not imagine very different from that of sheep and laboring on the fields oxen, not to mention the oysters and sponges.
In spring of 1864 being in a hurry to successfully complete a noted piece of writing, which I am rather loath to mention, I happened to be in need of some medieval volumes, not existing either in the public library or in any other library in Athens. I thought of having them brought to me from Europe; therefore I rummaged the pricelists of the old second-hand bookshops, but these books were rather expensive. Thus it appeared to me less expensive to travel to the nearest European library for their quest; and that library was the one of Naples. There I found what I had expected except for the indispensable to me historical treatise by

Friedrich Spanheim, who had related astounding and incredible things about Pope John VIII.* “We do not have this document in our library,” the librarian told me, “but I know there is a copy kept in the special library of St. Peter’s Seminary. However, I very much doubt if you will be allowed to examine it.”

Having crossed the sea in search of this monograph, I deemed it unfair not to spend a few hours of railway journey. Two days later I was at one of the courts seeking entrance into the Seminar; a courteous man of the cloth was willing to escort me to the lodgings of the Seminar’s warder. The latter was a venerable old man, clad in an ash-colored cloak of coarse fabric in medieval fashion, a pair of antiquated leggings and steel-buckled shoes, which used to be worn by his forefathers. But my attention was attracted by the expression of his face rather than by his attire. His countenance emanated such calm beatitude as I had never happened to admire on a man before. The ancient sculptors in chiseling god statues were able to convey a proverbial expression of serenity on the physiognomy of their creations; but the aged warder’s alienation from every human cause capable of upsetting his tranquility seemed to me more complete. On looking at him, one could surmise that that man had never happened to weep or laugh; neither could one realize how time managed to carve wrinkles on that marble face. When I walked into the room, he was holding in his lap a young goat, which he seemed to be petting. On hearing that I wished to visit the Seminar’s archive, he slowly stood up, put the graceful animal upon the carpet after having kissed it twice, and in a slow, melodious voice he addressed me: “I will go up and see if his beatitude, the archivist, is in. Kindly please, wait for a few minutes.” The room I was in resembled a monk’s cell. The only adornments on the wall were some gold framed lithos of glorious popes and maxims of church fathers. The cell communicated through an open door with a garden, where I went to await the warder’s return. That garden was a far cry from the brilliance of the Vatican gardens, and appeared to have been long deserted by the gardeners and left to nature’s providence.

Neither shady arbors, nor fountains, nor statues, nor even perfumed and colorful blooms were seen in it; only wild flowers such as mallows, daisies, poppies, and two foot high sage; there were also a host of laden orange trees, the oranges of which were seemingly unsuitable to gather, as the turf around the trees crawled with red-golden globules. The surrounding walls were covered from top to bottom with honeysuckle and in a corner a spring, encircled by cress and other hydrophilic plants, gushed silently like the pool of Siloam. All these conveyed a deserted, rural color to that untidy, small garden, which in a way astonished the spectator, who did not expect to find a nook of hermitage or Egyptian Thebaid**  near the bustling palace of multifarious Pius XIX.

My reveries were interrupted by the warder’s return followed by his inseparable kid; in his easy way and in a cantor’s intonation he announced to me that the most reverend archivist had been shaving and only after half an hour would he be going to the archive.
“I wonder if I could stay here,” I asked.
“By all means, sir,” he replied and at the same time he offered me an orange more sour than a lemon. Not being able to appraise the quality of the fruit, I congratulated him on the beauty of the leafy orange trees.
“I planted them myself,” he explained; “I am the oldest Sampietrino.”
This word cannot be translated into another language. Sampietrini are called in Rome a particular class of people who are charged with the sole task of cleaning, serving and adorning the immense Saint Peters basilica and its numerous chapels. These people can be considered, along with the statues, an integral part of this intricate church labyrinth. Many of these lived and died without leaving the holy surroundings of the cathedral. This blissful warder, who was conversing with me, belonged to this class.
“But I suppose you must have come out of this place sometime.” I said.
“Never. Where could I go?” he replied.
“But how? Aren’t you familiar with Rome?” I wondered.
“I can see the city from the top of the middle cupola,” he replied; “the view is excellent as far as its outskirts. So why should I budge out, as I can have here all to my heart’s content? I lead a seraphic life. Each morning I attend the mass. I can see all religious processions, I am present at grand rituals and bright light displays during Passion Week; I can enjoy celebrated musical pieces and I most frequently am present at the passage of the Pope; His Holiness addresses me by name, always gives me His blessing and occasionally hands to me two or three thalers, which I don’t know how to spend, as I am fed by the surplus of Ηis table, and at the Jubilees His Holiness spares me a new attire.”
“And is this all you wish?” I asked.
“All I wish is to go to Paradise, as all the people do, and I hope my wish will be fulfilled, since His Holiness, the Pope, has promised me to conduct a service himself for my soul on the day of my death.” And recalling that promise his eyes became misty in gratitude and his blissfulness grew more evident on his countenance as though under the sway of heavenly ecstasy he could see his soul already fluttering to beatific dwellings.
I must confess that I was touched and rather surprised by his utter alienation from every worldly desire manifested so near the Vatican court, that huge cauldron in which the wildest sacerdotal passions froth and bubble, such as insatiable lust for power, deception, intrigue and the unquenchable thirst for personal ascendancy. Even vergers frequently dream not of heaven but of a bishop’s miter or a cardinal’s purple mantle. I would be less surprised by the unexpected finding of a palm tree in Siberia or a green valley in Attica than by the discovery of pure faith and humble bliss at the Vatican court.
Our chat was interrupted by the arrival of a comely, young abbot dressed in a violet cassock; he had come down to announce that I could now go up to the archive. I do not know why the premises are labeled as archive, whereas in reality they are none other from a well-stocked library, empty of people at that hour. The two most saintly guardians received me with that smile, the sweetness and affability of which succeeded in becoming proverbial all over the world. However, when I asked to be allowed to take some notes of Spanheim’s dissertation, they both exchanged quick, frowning glances, and the younger, pretending to look up the list, answered ‘with deep regret’ that the treatise in question cannot be found either in the Seminar’s or in the Vatican library. Although I knew that the document existed therein, I thought it uncivil to appear distrustful to the words of those most gentle clerics, who had no obligation to disclose to me what they did not consider conducive to the enhancement of the Holy See’s glory. As I did not want to show my displeasure, I stayed on for another half hour feigning admiration of proraphaelite paintings, which closely resemble the maniera greca
style.
Descending from the archive, I found the warder walking leisurely and pompously in the garden with Adam’s bliss, before his original sin committed in Eden, and at the same time he was reciting a stanza from A familiar barbarous Latin monastic greeting:

Fac me vere tecum flere***
Iuxta crucem tecum stare
Fac ut portem Christi mortem
Passionis fac consortem.

Let me sincerely weep with you
To stand beside the cross with you
Grant that I may bear the death of Christ
Grant that I share His Passion.

He occasionally interrupted his walk and the recital in order to pick some dry leaves that tinted with yellow patches the top of the orange trees. I took the liberty to break off his task in order to bid him farewell. He reciprocated my greeting affably, but he was reluctant to resume our previous discussion. He seemed to have already forgotten me, and indeed my visit had impressed him far less than the yellow spots on the foliage of the orange trees.
The physiognomy of this good Sampietrino, as I said, has remained indelible in my mind. The more I advance in age, the more I tend to believe that in truth he is the happiest of people on earth I have ever met. He seems to have been pricked by no thorns, which our merciful God deemed it meet (I do not know why) to strew in our path. Not only has he felt no profound grief but he is also insusceptible to it; nor can his happiness be attributed to the absence of all sorts of pain, for he staunchly believes that he possesses all he wishes on earth, and he does not wish or can imagine more. However, it is unfair to compare him to polypods or sponges, as he is fully conscious of his happiness that floods his life every moment. I think that thanks to him Michelangelo erected the four hundred feet high, grandest cupola in the world, and Raphael painted the most beautiful Madonnas, and thanks to him Handel and Palestrina composed the sweetest melodies. The most perfect masterpieces can be considered his integral part, since according to the holy dictum “These are in him and he is in them.” Apart from those well versed in art, this blissful warder seems most competent to appreciate other more humble pleasures, as well, such the warm Roman sun in winter, the murmur of the water in the fountain, the verdure of the orange trees, and in all likelihood, the condiments of the Pope’s kitchens, for he has so gratefully admitted that the Pontiff has deigned to feed him from the surplus of His very table. Neither should we believe that people who love God with all their hearts are rendered happy only by piety and blind faith. On the contrary, from the existing writings of noted holy men, we are informed that they have rarely happened to experience, not to say full felicity, at least a modicum of inner serenity. Their hearts were torn to pieces by perpetual fear lest they had not fulfilled their fill of duty in their lives so as to be worthy of God’s mercy. Their vision was occasionally bedimmed by an entrancing glimpse of Heavenly Eden, but most frequently were soaked by cold sweat when they reflected upon the eternal and horrible tortures in Hell. Those who apart from God love their neighbors cannot but feel joy, contemplating that around them many are the thirsty, the cold, the sick, the cripple and the lepers. But that blissful creature seemed never to have been disturbed by such speculations. While rejoicing in what he thought he possessed, he was bravely looking forward to the hereafter being certain that he clearly discerned the eternal bliss prepared for him. How could he doubt about that as long as Christ’s deputy himself on earth has promised to conduct his burial service for the repose of his soul? After such a promise every misgiving would be preposterous as would every anxiety by a bearer of a payable document that has been signed by Rothschild.

**

CATHOLIC ENCYCLOPEDIA: Thebaid - New Advent

***

Stabat Mater - Wikipedia


(From The Complete Works, Vol. V, Hermes Publications, 1978)


 



Σημείωση: Σύμφωνα με το θρύλο της Πάπισσας Ιωάννας, μία γυναίκα με το όνομα Ιωάννης ανέβηκε στον παπικό θρόνο με το όνομα Ιωάννης Η΄ νωρίτερα κατά τον 9ο αιώνα. Ο θρύλος λέει ότι το όνομα αυτό διαγράφηκε από τα αρχεία όταν αποκαλύφτηκε η ταυτότητά της. 
Ο Εμμανουήλ Ροΐδης αφορμώμενος από αυτόν τον θρύλο έγραψε το περίφημο βιβλίο του "Η Πάπισσα Ιωάννα" . Η αναζήτηση του σπάνιου βιβλίου στην   παπική βιβλιοθήκη και η προφανής άρνηση των βιβλιοφυλάκων να τον εξυπηρετήσουν, δείχνει ότι το σύγγραμμα του Σπανχάιμ ανήκε στα απαγορευμένα βιβλία της Καθολικής Εκκλησίας (Δείτε :

gerontakos


Note: According to the legend of Pope Joan, a woman by the name John ascended the papal throne as Pope John VIII early in the 9th century. The legend says that the name has been deleted from the archive when her identity was disclosed.
Spurred on by this legend, Emmanuel Roidis wrote his celebrated book Pope Joan* (Papissa Ioanna). The search of the rare book in the Vatican library and the obvious refusal of its librarians to help show that Spanheim’s treatise belonged to the prohibited book of the Catholic Church.
(See: Index Librorum Prohibitorum)

Pope Joan (novel) – Wikipedia) and

Pope Joan: Translated & Adapted from the Greek by ...