|
THE HOUR OF LETDOWN E. B. White
When the man came in,
carrying the machine, most of us looked up from our drinks, because we had
never seen anything like it before. The man set the thing down on top of the
bar near the beerpulls. It took up an ungodly amount of room and you could
see the bartender didn't like it any too well, having this big, ugly-looking
gadget parked right there.
The man gave no sign of
being the center of attention. He laid a five-dollar bill down on the bar.
Then he drank one of the ryes and chased it with water. He picked up the
other rye, opened a small vent in the machine (it was like an oil cup) and
poured the whiskey in, and then poured the water in. "There's plenty of room
for everyone here," replied the man. "Two
rye-and-water," said the man. |
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΗΧΑΝΑΚΙ (Τίτλος του πρωτοτύπου: The Hour of
Letdown) [December
14, 1951] Έλγουιν Μπρουκς Χουάιτ* Αλέξανδρος
Κοτζιάς
(Εκδόθηκε
στη δίτομη ανθολογία του εκδοτικού οίκου Αυλός του 1960). Μόλις
μπήκε ο άνθρωπος κουβαλώντας το μηχανάκι, οι πιο πολλοί από μας ανασήκωσαν τα
μάτια από τα ποτήρια, γιατί τέτοιο πράγμα δεν τόχαμε ξαναδεί. Ο άνθρωπος
ακούμπησε το μηχανάκι πάνω στο μπαρ, πλάι στην κονσόλα της μπύρας. Έπιασε
όλον τον τόπο και τόβλεπες πως ο μπάρμαν δεν το πήρε από καλό μάτι, νάχει
μπροστά του τούτο το βαρύ και κακομούτσουνο μαραφέτι. -
Δυο
ουίσκι και νερό, είπε ο άνθρωπος. -
Ένα
διπλό; ρώτησε ο μπάρμαν. -
Όχι,
είπε ο άνθρωπος. Δυο ουίσκι και νερό, παρακαλώ. Κοίταξε
τον μπάρμαν κατάματα, όχι ακριβώς εχθρικά, ίσα-ίσα όχι και τόσο απόλυτα
φιλικά. Τόσα
χρόνια συναναστροφής με όλων των λογιών τύπους που μπαινοβγαίνουν στα
καπηλειά, είχαν χαρίσει στον μπάρμαν αρκετή ανοχή. Ωστόσο, δεν έδειξε και
τόση προθυμία με τούτο τον τύπο – ήταν σίγουρο πως δεν του άρεσε καθόλου το
μηχανάκι. Αυτό να λέγεται. Σήκωσε ένα τσιγάρο που σιγόκαιγε στο τεζάκι,
τράβηξε μια ρουφηξιά και το ξανάφησε στη θέση του. Έπειτα γέμισε δυο ποτήρια
με ουίσκι και δυο ποτήρια νερό και τάσπρωξε μπροστά στον άνθρωπο. Εμείς
παρακολουθούσαμε. Όποτε σ’ ένα μπαρ συμβαίνει κάτι και ελάχιστα ασυνήθιστο,
το μυρίζεσαι αμέσως και προσέχεις να το δεις. Ο
άνθρωπος όμως δεν έδειξε κανένα σημάδι πως αποτελούσε το κέντρο της γενικής
προσοχής. Ακούμπησε στο τεζάκι ένα χαρτονόμισμα των πέντε δολαρίων. Έπειτα
ήπιε το ένα ουίσκι αφού το αραίωσε με νερό. Σήκωσε το άλλο ποτήρι, ξεβίδωσε
ένα καπάκι στο μηχανάκι και έχυσε μέσα το ουίσκι. Κατόπιν έχυσε και το νερό. Ο
μπάρμαν τον έβλεπε σκυθρωπός. -
Δεν
γελάω, του είπε με σιγανή φωνή. Ο σύντροφός σου μου πιάνει όλο τον τόπο.
Γιατί δεν το ακουμπάς στο μπάγκο δίπλα στην πόρτα που έχει χώρο; -
Χωράμε
όλοι εδώ, είπε ο άνθρωπος. -
Δεν
μου κάνει γούστο, είπε ο μπάρμαν. Βάλε το καταραμένο ρημάδι σου πλάι στην
πόρτα. Κανείς δεν σ’ το αγγίζει. Ο
άνθρωπος χαμογέλασε. -
Έπρεπε
να το δεις το απόγεμα, είπε. ήταν σπουδαίο. Σήμερα ήταν η τρίτη μέρα του
τουρνουά. Φαντάσου τρεις μέρες αδιάκοπης πνευματικής εργασίας; Και με τους
άσσους του κόσμου! Στην αρχή του παιχνιδιού κέρδισε ένα αβαντάζ κι έπειτα δυο
ολόκληρες ώρες το εκμεταλλεύθηκε λαμπρά. Στο τέλος στρίμωξε στη γωνιά τον
βασιλιά του αντιπάλου. Σαρώνει ένα πύργο κι ένα τρελό, και τον ξεμπέρδεψε.
Ξέρεις πόσα κέρδισε στο σκάκι μέσα σε τρεις μέρες; -
Πόσα; -
Πέντε
χιλιάδες δολάρια, είπε ο άνθρωπος. Τώρα θέλει κομμάτι ξεκούραση, να πιει κι
ένα ποτηράκι. Ο
μπάρμαν σφούγγισε μηχανικά με την πετσέτα του το τεζάκι. -
Πήγαινέ
το αλλού, τα πιει εκεί! Είπε αλύγιστος. Μου φτάνουνε οι σκοτούρες μου. Ο
άνθρωπος κούνησε το κεφάλι του και χαμογέλασε. -
Όχι.
Μας αρέσει εδώ. Έδειξε
τ’ άδεια ποτήρια. -
Από
τα ίδια, παρακαλώ. Ο
μπάρμαν αργοσάλεψε το κεφάλι. Έδειχνε μισοζαλισμένος, αλλά είχε σκυλιάσει. -
Τράβα
το ρημάδι πιο κει, φώναξε. Δεν πουλάω ουίσκι σε αγδύρτες. -
Αγύρτες!
Είπε το μηχανάκι. Το σωστό είναι αγύρτες! Λίγο
πιο πέρα κάποιος πελάτης, που βρισκόταν κιόλας στο τρίτο διπλό, ήταν έτοιμος
ν’ ανακατευθεί στη συζήτηση, που την παρακολουθούσε απ’ την αρχή προσεχτικά.
Ήταν μεσόκοπος. Η γραβάτα του τραβηγμένη από το κολάρο, και το κολάρο
ξεκούμπωτο. Ό, τι είχε ρουφήξει το τρίτο ποτήρι και το σπίρτο τον έκανε
πρόθυμο να υποστηρίξει τους καταπιεσμένους και διψασμένους. -
Αφού
το μηχανάκι θέλει να πιει, γιατί δε του δίνεις; Είπε στον μπάρμαν. Παράτα τις
γκρίνιες. Ο
άνθρωπος με το μηχανάκι γύρισε στον καινούργιο του φίλο και τον χαιρέτησε
πρόσχαρα και ευγνώμονα, σηκώνοντας το χέρι ως το κούτελο. Η επόμενη κουβέντα
του προωριζόταν γι’ αυτόν, λες κι επίτηδες παραγνώριζε την ύπαρξη του
μπάρμαν. -
Καταλαβαίνεις,
τώρα, πώς είναι να κουραστείς διανοητικά. Πώς το τραβάς ένα ποτηράκι; -
Πώς
δεν καταλαβαίνω; Είπε ο φίλος. Το φυσικότερο πράγμα στο κόσμο. Σηκώθηκε
σαματάς στο μπαρ. Άλλοι ταχθήκανε με τον μπάρμαν, άλλοι πάλι με το μηχανάκι.
Κάποιος ψηλός, κατσούφης που στεκόταν δίπλα μου, μουρμούρισε: -
Άλλο
ένα ουίσκι, Μπιλ, και μπόλικο λεμόνι. -
Ξινό!
Είπε ανόρεχτα το μηχανάκι. Δεν αγοράζουν λεμόνι σε τούτες τις τρύπες. -
Ε,
φτάνει! Βρόντηξε ο μπάρμαν το χέρι του στο τεζάκι. Θα τραβήξεις πιο πέρα το
ρημάδι ή θα του κοπανίσω μια να γίνει χίλια κομμάτια; Δεν έχω κέφι σου λέω.
Έχω στο κεφάλι μου όλη τη δουλειά και δε θέλω κουβέντες από μηχανικούς εγκεφάλους ή όπως διάβολο
αλλιώτικα λέγεται. Ο
άνθρωπος αγνόησε το τελεσίγραφο. Γύρισε στο φίλο του, που το ποτήρι του ήταν
τώρα άδειο. -
Δεν
είναι μόνο που ξεπατώθηκε παίζοντας σκάκι τρεις μέρες, είπε καλόγνωμα. Ξέρεις
και για τι άλλο θέλει να πιεί; -
Όχι,
είπε ο φίλος. Για τι; -
Έκλεψε!
Είπε ο άνθρωπος. Πάνω
σ’ αυτό το μηχανάκι χαχάνισε πονηρά. Ένας λεβιές σάλεψε ανάλαφρα, κι ένα φως
αναβόσβησε στο καντράν. Ο φίλος κατσούφιασε. Έμοιαζε σαν νάχε θιγεί η
αξιοπρέπειά του, σαν να μην είχαν εκτιμήσει καλά τη νοημοσύνη του. -
Κανείς
δεν μπορεί να κλέψει στο σκάκι, είπε. Αδύνατον. Στο σκάκι είναι όλα ανοιχτά.
Η φύση του παιχνιδιού είναι τέτοια, ώστε αποκλείεται η απάτη. -
Έτσι
νόμιζα κι εγώ, είπε ο άνθρωπος. Αλλά υπάρχει ένας τρόπος. -
Ε,
λοιπόν, δεν μου κάνει εντύπωση, είπε ο μπάρμαν. Απ’ την πρώτη ματιά πούριξα
σ’ αυτό το ρημάδι, κατάλαβα τι λήσταρχος είναι! -
Δυο
ουίσκι με νερό, είπε ο άνθρωπος. -
Δεν
σου δίνω άλλο ουίσκι, είπε ο μπάρμαν. Έριξε
μια ματιά στον μηχανικό εγκέφαλο. -
Και
πού ξέρω γω αν δεν μέθυσε κιόλας; -
Απλούστατο.
Ρώτα τα το κάτι, είπε ο άνθρωπος. Οι
πελάτες ανάδεψαν και κοιτούσαν τον καθρέφτη. Ψοφούσαμε από περιέργεια.
Καρτερούσαμε. Ήταν η σειρά του μπάρμαν να «παίξει». -
Να
ρωτήσω τι; Σαν τι; Είπε ο μπάρμαν. -
Δεν
έχει σημασία. Διάλεξε δυο πολυψήφιους αριθμούς και πες του να τους
πολλαπλασιάσει. Δεν πολλαπλασιάζεις πολυψήφιους αριθμούς σαν είσαι
μεθυσμένος. Έτσι; Το
μηχανάκι ανασάλεψε σαν να ετοιμαζόταν. -
Δέκα
χιλιάδες οκτακόσια εξήντα δύο επί ενενήντα εννέα, είπε με κακία ο μπάρμαν. Θάλεγε
κανείς ότι διάλεξε τα δυο εννιάρια για να το κάνει πιο δύσκολο. Το μηχανάκι
δονήθηκε. Άναψε μια λάμπα κι ένας λεβιές τινάχτηκε απότομα. -
Ένα
εκατομμύριο εβδομήντα πέντε χιλιάδες τριακόσια τριάντα οχτώ, είπε το
μηχανάκι. Πνοή
δεν ακουγόταν σ’ όλο το μπαρ. Κοιτάζαμε κακόκεφα στον καθρέφτη. Άλλοι
εξέταζαν τα μούτρα τους, άλλοι λοξοκοιτούσαν τον άνθρωπο και το μηχανάκι. Τέλος,
κάποιος νεαρός με κλίση στα μαθηματικά, έπιασε χαρτί και μολύβι και
αποτραβήχτηκε. -
Σωστά,
είπε έπειτα από κάμποσα λεπτά. Δεν μπορείς να πεις πως είναι μεθυσμένο. Όλοι
κοιτούσαμε τώρα τον μπάρμαν. Απρόθυμος, γέμισε δυο ποτήρια με ουίσκι και δυο
με νερό. Ο άνθρωπος ήπιε το δικό του. Έπειτα έδωσε και στο μηχανάκι. Το φως
στο μηχανάκι σιγόσβησε. Ένας από τους λεβιέδες του κρέμασε σαν ψόφιος. Κάμποσο
μέσα στο μπαρ έμοιαζε όπως σε καράβι που έπεσε σε νηνεμία. Όλοι μας πασχίζαμε
να χωνέψουμε την κατάσταση, με τη βοήθεια του σπίρτου. Μερικά ποτήρια
ξαναγέμισαν. Οι πιο πολλοί μας ζητούσαμε βοήθεια απ’ τον καθρέφτη – την
τελευταία καταφυγή μας. Ο
φίλος με το ξεκούμπωτο κολάρο καθάρισε τη θέση του. Στέριωσε στα πόδια του και στάθηκε ανάμεσα στον
άνθρωπο και το μηχανάκι. Πέρασε το ένα χέρι γύρω από τον άνθρωπο και τ’ άλλο
γύρω στο μηχανάκι. -
Άντε
να φύγουμε από δω. Πάμε κάπου αλλού. -
Εντάξει,
είπε ο άνθρωπος. Ό, τι ήθελα να σ’ το πω. Έχω το αυτοκίνητό μου απ’ έξω. Πλήρωσε
τα ποτά αφήνοντας ένα μικρό φιλοδώρημα. Ήσυχα – ήσυχα, αλλά κάπως αβέβαια,
έβαλε το μηχανάκι παραμάσχαλα και με το φίλο του ξεκίνησαν και βγήκαν στον
δρόμο. Ο
μπάρμαν τους παρακολούθησε ώσπου χάθηκαν κι έπειτα γύρισε στη δουλειά του. -
Έχει
το αυτοκίνητό του απ’ έξω, είπε με σαρκασμό. Πώς σας φαίνεται τούτο; Κάποιος
πελάτης κοντά στην πόρτα παράτησε το ποτήρι, πήγε ως το παράθυρο, σήκωσε το
κουρτινάκι και κοίταξε όξω. Κοίταξε μια στιγμή κι έπειτα γύρισε στη θέση του. -
Πολύ
πιο σπουδαίο αμάξι απ’ ό, τι φαντάζεσαι, είπε στον μπάρμαν. Ολόκληρη
‘Κάντιλακ’! Και ποιος απ’ τους τρεις θαρρείς πως σωφάρει; * Πληροφορίες γέννησης: 11 Ιουλίου
1899, Μάουντ Βέρνον, Νέα Υόρκη, ΗΠΑ Απεβίωσε: 1 Οκτωβρίου 1985, E. B.
White House, Brooklin Σύζυγος: Κάθριν
Σαρτζάντ Έιντζελ Γουάιτ (νύμφ. 1929–1977) Βραβεία: Μετάλλιο Ουάιλντερ, Audie Award for
Middle Grade, ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ Παιδιά: Τζόελ Γουάιτ |
Δευτέρα 22 Μαΐου 2023
THE MACHINE IN OUR LIVES - Η ΜΗΧΑΝΗ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ
Παρασκευή 19 Μαΐου 2023
Τετάρτη 10 Μαΐου 2023
ΠΡΟΣΗΛΩΣΗ ΣΤΟ ΚΑΘΗΚΟΝ - DEDICATION TO ONE'S DUTY
|
ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ
ΦΑΝΑΡΙ* Ὅσοι
ταξίδεψαν μὲ τὸ σιδηρόδρομο, θα παρατήρησαν ἴσως, ὅτι κι ἀπὸ τὶς δυὸ μεριὲς
τῶν γραμμῶν εἶναι χτισμένα κάτι μικρὰ παραπήγματα. Τὰ παραπήγματα αὐτὰ
λέγονται φυλάκια. Οἱ
φύλακες, ποὺ ζοῦν μέσα στὰ φυλάκια, ἔχουν γιὰ μόνη τους δουλειὰ νὰ προσέχουν,
ἂν εἶναι ἐν τάξει οἱ γραμμές. ῎Ετσι κάθε μέρα ὁ φύλακας ἐξετάζει τὸ τμῆμα τῆς
σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, ποὺ βρίσκεται ἀνάμεσα στὸ δικό του παράπηγμα καὶ στὸ
παράπηγμα τοῦ ἄλλου φύλακα, ποὺ βρίσκεται σὲ ἀρκετὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὸ δικό του.
Ἄν εὕρη τὴ γραμμὴ ἐν τάξει, τότε τὴν ὥρα ποὺ εἶναι νὰ περάση τὸ τραῖνο,
στέκει μπροστὰ στὸ παράπηγμά του, κρατώντας στὸ χέρι του μιὰ πράσινη σημαία,
ἂν εἶναι μέρα ἢ ἓνα πράσινο φαναράκι, ἂν εἶναι νύχτα. Ἄν ὅμως
βρῆ, πὼς κάπου ἡ γραμμὴ ἔχει κάποια βλάβη, ἂν ἔξαφνα ἔχη σαπίσει καμιὰ δοκὸς
ἢ ἂν ἡ βροχὴ ἔφερε καμιὰ ζημιὰ στὴ γραμμή, τότε σταματᾶ στὸ σημεῖο, ποὺ εἶναι
ἡ βλάβη, τὴ μέρα μὲ κόκκινη σημαία καὶ τὴ νύχτα μὲ κόκκινο φανάρι στὸ χέρι. Μ’ αὐτὸν
τὸν τρόπο ὁ ὁδηγὸς καταλαβαίνει, πὼς ἡ γραμμὴ εἶναι χαλασμένη. Τὰ κόκκινα
σημάδια τοῦ δείχνουν, πὼς ὑπάρχει κίνδυνος κι ἔτσι σταματᾶ τὸ τραῖνο
ἐγκαίρως, γιὰ νὰ μὴ γίνη καταστροφὴ καὶ χαθῆ τόσος κόσμος. Μέσα σ’
ἓνα τέτοιο παράπηγμα ζοῦσε κάποτε ἕνας
φύλακας, ποὺ τὸν
ἔλεγαν Καβούρη. Χρόνια
τώρα ζῆ ὁ καλὸς φύλακας στὴν ἴδια αὐτὴ θέση καὶ
κάνει τὴ δύσκολη ὑπηρεσία του μὲ μεγάλη προσοχὴ κι εὐσυνειδησία. ̓Εκεῖνο τὸ ἀπόγευμα, ἕνα πνιγερὸ ἀπόγευμα
τοῦ ̓Ιουλίου, ὁ οὐρανὸς ἦταν
σκεπασμένος μὲ μαῦρα σύννεφα κι ὅλα τὰ σημεῖα προμηνοῦσαν καταιγίδα. Μόλις
ἄρχισε νὰ πέφτη ἡ νύχτα, σηκώθηκε ἕνας ἄνεμος τρομερὸς, καὶ ξέσπασε μιὰ
φοβερὴ νεροποντή. Σὲ λίγο τὸ σκοτάδι ἔγινε ἀδιαπέραστο κι ὁ ἄγριος ἄνεμος,
ποὺ στὸ πέρασμά του ξερίζωνε δέντρα, ἔριξε τοὺς τηλεγραφικοὺς στύλους καὶ
κομμάτιασε τὸ σύρμα. ̓Εκείνη
τὴ στιγμὴ ὁ
Καβούρης εἶχε τελειώσει
τὴν ἐξέταση τῆς γραμμῆς καὶ γυρνοῦσε μὲ τὸ φανάρι στὸ χέρι. Δὲν ἀπεῖχε
πολὺ ἀπὸ τὸ παράπηγμά του, ὅταν μιὰ φοβερὴ ἀστραπὴ τὸν τύφλωσε. Τὴν ἴδια
στιγμὴ αἰσθάνθηκε τέτοιο κλονισμό,
ποὺ ἔπεσε καταγῆς. Ο κεραυνὸς
εἶχε πέσει ἐπάνω στὶς γραμμὲς καὶ τὶς σκόρπισε κομμάτια γύρω. Τὸ παράπηγμα
τοῦ Καβούρη πῆρε φωτιὰ κι αὐτὸ καὶ καιγόταν σὰ λαμπάδα. -Θεέ μου,
Θεέ μου! Τί θὰ γίνη τὸ τραῖνο! Θὰ χαθῆ τόσος κόσμος! εἶπε ὁ καλὸς φύλακας,
μόλις συνῆλθε κι ἔριξε μιὰ ματιὰ γύρω του. Μάζεψε τὶς
τελευταῖες του δυνάμεις
καὶ σηκώθηκε ὄρθιος. Ἀπὸ μακριὰ
ἀκούστηκε τὸ σφύριγμα τοῦ τραίνου. ̔Ο Καβούρης δὲν κρατοῦσε στὸ χέρι του τὸ
κόκκινο φανάρι. Γυρνώντας ἀπὸ τὴν ἐξέταση της γραμμῆς, κρατοῦσε τὸ ἁπλὸ
φανάρι ποὺ εἶχε κιόλας σβήσει ἀπὸ τὸν ἀέρα. Χωρὶς νὰ χάση καιρό, τὸ ἀνάβει,
ξεσκίζει ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὸ κόκκινο πουκάμισό του, τυλίγει μ’ αὐτὸ τὸ φανάρι,
ἀνεβάζει τὸ φυτίλι του καὶ ὄρθιος ἐπάνω στὴ χαλασμένη γραμμὴ σηκώνει τὸ
φανάρι, ὅσο μπορεῖ πιὸ ψηλά. Δεξιά του
καίγεται τὸ παράπηγμά του καὶ μαζὶ μ’ αὐτὸ ὃλη του ἡ περιουσία. Οἱ φλόγες
βγαίνουν σὰ γλῶσσες ἀπὸ τὴ στέγη κι οἱ σπίθες σκορποῦν στὸν ἀέρα. Ὁ Καβούρης
ὅμως, ἔχοντας καρφωμένη τὴ ματιά του πρὸς τὸ μέρος τοῦ τραίνου,
ἀδιαφορεῖ γιὰ τὴν καταστροφή. Ἀπὸ μέσα
ὅμως ἡ καρδιά του χτυπᾶ δυνατὰ καὶ τὰ μάτια του σκοτεινιάζουν. Ἀπὸ πολὺ
μακριὰ φάνηκαν δυὸ φωτίτσες ̇ εἶναι τὰ φανάρια τῆς μηχανῆς, ποὺ σέρνει τὸ
τραῖνο κι ἔρχεται ὁλοταχῶς. -Νά! τώρα,
ὅπου κι ἄν εἶναι, θὰ ἐκτροχιαστῆ, θὰ γίνη κομμάτια, θὰ σκοτωθῆ τόσος κόσμος,
σκέπτεται μὲ τρόμο ὁ Καβούρης. Καὶ ὅμως
δὲν ἔγινε αὐτὸ ποὺ φοβόταν ὁ καλὸς φύλακας. ̔Ο ὁδηγὸς διέκρινε τὸ κόκκινο
φανάρι κι ἐλάττωσε τὴν ταχύτητα καὶ τὸ τραῖνο σταμάτησε σὲ μικρὴ ἀπόσταση ἀπὸ
τὸ γενναῖο φύλακα. ̓Εκεῖνος ὅμως,
ἐξαντλημένος ἀπὸ τὴν ἀγωνία, ἔπεσε κάτω λιπόθυμος. Μὲ κόπους
πολλοὺς ὁ γιατρός,
ποὺ συνόδευε τὴν ἁμαξοστοιχία, κατόρθωσε νὰ ἐπαναφέρη
τὸν καλὸ φύλακα στὶς αἰσθήσεις του. *Πηγή: ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α. ΜΕΓΑ Κ.Α. ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΤΑΡΤΗ ΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1946 |
THE RED
LANTERN* Rendered by
Vassilis C. Militsis Those who have
traveled on the train might have noticed that on either side of the track
some small wooden makeshift constructions have been built, which are labeled
‘guard posts’. The ‘guards’,
who reside in those cabins, are permanently charged with the duty of making
sure if the track is in order. Thus, each day
the guard examines the section of the railway line between his cabin and the
one that belongs to the next guard, being at a sufficient distance. If he
finds that the line is in order, then, at the approach of the train, he
stands by his cabin holding a green flag during the day and a green lantern
at night. But, if there is something wrong with the track, or if he detects a
rotten sleeper, or if the rain has caused some fault on the line, then he
stands at the damaged point, holding a red flag in daylight and a red lantern
at night. In this way
the engine driver gets the message by the red light that the line is faulty.
Thus, he brings the train to a standstill on time and averts a disaster. Once in such a
cabin a conscientious guard lived, whose name was Kavouris. This good guard
had been working at his post for many years and he performed his difficult
task with the utmost diligence and conscientiousness. On a sultry
July afternoon the sky was overcast with dark clouds, which foreboded a
rainstorm. As soon as night fell, a heavy wind began to blow, which shortly
brought about an awful downpour. Before long thick darkness fell and the wild
wind, which uprooted trees in its wake, blew down the telegraph poles and
tore the wire into pieces. At that moment
Kavouris had finished inspecting the track and was returning, lantern in
hand. He was not far from his cabin when he was blinded by a flash of lightening;
at the same time he felt such a shock that he fell onto the ground. The
thunderbolt had fallen right on the track breaking the rails and scattering chunks
of iron around. Kavouris’ cabin caught fire and was burning like a torch. “Oh my God!
Dear God! What about the train! So many people will perish!” the good guard
was dismayed and looked around stunned after the shock from the flash. He marshaled
his remaining strength and stood up. The whistle of the approaching train was
heard from the distance. Kavouris realized that he was not holding the red
lantern. On coming back from the inspection of the tracks, he had only the
ordinary lantern, which had already been blown out by the wind. Wasting no
time, he lights it again turning up the flame, rips a piece from his red
shirt, wraps it around the lantern, and standing upright on the damaged
track, he raises the lantern as high as he can. On his right, the cabin is
being consumed in flames along with all his property. The tongues of fire
rise up through the roof scattering sparks in the air. However, Kavouris, his
eyes fixed in the direction of the train, ignores fully the catastrophe of
his belongings. His heart is pounding in his chest and his eyes are dimming.
Then two pencils of light are shining from the distance; they are the
headlines of the engine which is speeding ahead. “There! It’s
approaching any moment now; it’ll derail. It’ll break in pieces. So many will
be killed,” Kavouris thinks in horror. And yet,
things did not turn out the way Kavouris was afraid of. The engine driver
made out the red lantern, slowed down and brought the train to a standstill
at a short distance from the brave guard, who, totally exhausted from the
tension, fell down unconscious. The doctor on the train managed to bring the
good guard around after much effort. *From a
Grammar School textbook, Athens, 1946 |
-
Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΠΟΥ ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΑ ΠΑΛΙΑ Τάσος Καλούτσας «Τι κάνει σήμερα η γιαγιά;» ρώτησα την Ιβάνκα, βγαίνοντας στο μπαλκονά...
-
EXORCISM By Vassilis C. Militsis Father Parthenios, abbot of the monastery of Our Beatific Holy Lady, was a 75-year-old man, of...
-
Ο ΔΟΚΗΣΙΣΟΦΟΣ του Ανδρέα Λασκαράτου (1811-1901) Ο δοκησίσοφος έλαβε από τη φύση του το χάρισμα του ...




