Παρασκευή 30 Ιουλίου 2021

Κουροτρόφος

 


Κουροτρόφος


 

Ελένης Λαδιά

 

Από την αρχή με μάγεψες και παρακολουθούσα ώρες, κυρίως προτού κοιμηθώ, Εσένα και το προσφιλές σου νήπιο να παίζετε, να σε θηλάζει κάθε τόσο, σαν διάλειμμα από τα παιχνίδια του, να είναι τόσο τρυφερό και μικρό, αφού ακόμη περπατούσε χοροπηδηχτά σαν κατσικάκι κι εσύ να το κοιτάζεις με τα συμπονετικά σου μάτια. Στον παραμικρό θόρυβο και κίνδυνο έφτανε φοβισμένο στην αγκαλιά σου κι εσύ το αγκάλιαζες με λαχτάρα. Σας κοίταζα και μονίμως έλεγα: πώς το αγαπάει, πώς το προσέχει, πώς το φιλά και πώς το καθαρίζει. Πώς το παρατηρεί, πώς το θαυμάζει και πόσο το λατρεύει! Πώς μιλά και συμβουλεύει το νήπιο και πώς συνεννοούνται στην δική τους γλώσσα! Εκείνο την κοιτούσε λατρευτικά, ήταν πανέμορφο, είχε κληρονομήσει τα χρώματά της, ανοιχτό καστανό και λαμπερό τρίχωμα. Έβλεπα τα δάχτυλα των χεριών της, τα νύχια που ήταν σαν βαμμένα με το χρώμα της φύσης, μοβ και όχι βερνίκι, όπως κι εμείς κάποτε που μικρά κορίτσια, πιο κοντά στα λουλούδια, βάφαμε τα νύχια μας με τα πέταλα των ροζ ή κόκκινων φύλλων.

Καμιά φορά γύριζες ανάσκελα και λιαζόσουν, το δέρμα πιο άσπρο τώρα και χνουδωτό, το φανταζόμουν τρυφερό και ζεστό, γι’ αυτό αγαπούσε το μικρό σου να χάνεται στην θαλπωρή του. Δεν αισθανόσουν καμιά ντροπή, άνοιγες τα πόδια και φαινόταν η πηγή της γονιμότητάς σου, σε μικρογραφία η πύλη του σύμπαντος. Εκείνο ανέβαινε πάνω σου, χοροπηδούσε κι ύστερα ξάπλωνε ευτυχισμένο πάνω στην μεγάλη σου τρυφερή κοιλιά. Φωτιζόταν κι αυτό από τον ήλιο και τα αυτάκια του μεγάλα, έμοιαζαν σαν κρεμασμένα ροδαυγή τριαντάφυλλα, λεπτό κορμάκι, κάπως στρογγυλό πρόσωπο και το μικρό πέος του ερεθισμένο από τις θερμές ηλιακές ακτίνες, υψωνόταν σαν κόκκινο γλειφιτζούρι.

Σας κοιτούσα παρασυρμένη από το φυσικό περιβάλλον, όπου ζούσατε. Τα βράχια, τα δένδρα, εκεί το μάθαινες να σκαρφαλώνει, κι ύστερα να πηδά από τον βράχο προς την αγκαλιά σου που περίμενε ανοιχτή σαν ουράνιος θόλος, εκείνο φοβόταν να πηδήξει από το κενό και να σε συναντήσει, κι εσύ του έκανες νόημα, είδα ολοκάθαρα το νόημα που του έκανες με την κεφαλή και το βλέμμα των συμπονετικών σου οφθαλμών. Και τότε πέταξαν πέρα σαν άχρηστα σκουπίδια στον άνεμο οι θεωρίες μου, οι συγκρίσεις, η γνώση μου, οι σπουδές μου, όλη μου η ζωή ξετινάχτηκε μπροστά στα συμπονετικά μάτια με την σταματημένη από την φύση ευφυΐα. Και σε μένα που προεκτάθηκε αυτή η ευφυΐα, τι έκανα;

Και τότε βρήκα την τεφροδόχη των δακρύων: έπεσε μέσα ένα αργυρό μου δάκρυ.

Είχες μία τεράστια ανοιχτή αγκαλιά για όλα τα μικρά που σε πλησίαζαν, και μολονότι λάτρευες τον γιο σου, χάιδευες και φιλούσες και τα ξένα, που σε θεωρούσαν δεύτερη μητέρα. Έρχονταν να φωλιάσουν στην ζεστή τριχωτή σου αγκαλιά. Ο δικός σου μικρός συνήθως δεν ζήλευε, αλλά ενίοτε τον έπιανε η αγανάκτηση και προσπαθούσε, αυτός ο μικρότερος από όλα, να τα διώξει από κοντά σου. Κι εσύ με τα συμπονετικά σου μάτια τα παραμέριζες τρυφερά και υπομονετικά, κι έπαιρνες το δικό σου παιδί στην αγκαλιά.

Κι εγώ επαναλάμβανα σαν ηχώ τις φράσεις: πώς το αγαπά, πώς το φιλά και πόσο το προσέχει.

Και κάθε φορά ένα αργυρό μου δάκρυ στην τεφροδόχο.

Δεν χόρταινα να σας κοιτάζω κι ας παρακολουθούσα την ζωή σας καθημερινώς. Ο μικρός σηκωνόταν, τέντωνε το κορμάκι του κι άπλωνε τα χέρια για να αγκαλιάσει το κεφάλι σου. Κι επειδή δεν μπορούσε, σκαρφάλωνε στον ώμο σου και το φιλούσε από εκεί. Όλα ήθελε να τα δοκιμάζει με το στόμα του, μικρά πεταμένα χαρτάκια, φύλλα δένδρων, σίδερα και ό,τι τύχαινε στον δρόμο του. Ξαφνιασμένος γυρνούσε το κεφάλι και σε έψαχνε, έτρεμε μήπως και τον αφήσεις μόνο του τον «γενναίο», έφτανε κοντά σου και άρπαζε την ίδια πάντα θηλή του μαστού σου, την τραβούσε και την έκανε να φαίνεται μεγαλύτερη, υποθέτω πως θα έπινε μία γουλιά γάλα, ίσως για να κατοχυρώσει την θέση του, κι ύστερα ξανάφευγε συνεχίζοντας το παιχνίδι του. Πόση υπομονή είχες με το τοσοδά πλασματάκι που σε όριζε και σε κούραζε ασφαλώς, γιατί καμιά φορά έκλεινες τα μάτια, για να τα ξανανοίξεις αμέσως και να το αναζητήσεις.

Τον βρήκες σκαρφαλωμένο σε ένα πεζούλι, προφυλαγμένο με σιδερένια, κίτρινα κιγκλιδώματα. Προσπαθούσε να αποκολλήσει ένα κομμάτι, δεν μπόρεσε και άρχισε να το γλείφει. Πήγες κοντά του και φαίνεται πως κάτι του είπες, ίσως και να τον επέπληξες. Κάθε φορά που ήθελε να σου ξεφύγει, εσύ τον άρπαζες εγκαίρως από την κοντή του ουρά. Και σε αυτήν σου έμοιαζε. Γύρισε και σε κοίταξε κάπως ένοχα, που εκμεταλλευόμενος την κόπωσή σου, έφυγε. Τότε κοιτάζοντάς τον με τόση αγάπη και στοργή, τον πήρες στην αγκαλιά σου και κυριολεκτικώς τον έπνιξες στα φιλιά. Κι αυτός ξετρελαμένος από την παραφορά της αγάπης σου, έδειχνε σαν μαγεμένος. Τον φιλούσες παντού, τόσο θαυμάσια, τόσο θερμά και διακριτικά, που εγώ φώναξα «μητέρα μου» και τότε η τεφροδόχη γέμισε με τα αργυρά μου δάκρυα.

Ύστερα, αφού τελείωσες με τα αμέτρητα φιλιά, κι αυτός έμενε σαν μαρμαρωμένος από την έκπληξη, άνοιξες τα δυο σου χέρια και τον κράτησες σφιχτά πάνω στο στήθος, ενώ εγώ έβλεπα αναρίθμητες μορφές σε αυτήν την στάση της Κουροτρόφου.

Κουροτρόφος, Πιθηκίνα, Γυναίκα και Παναγία!

Με μία λέξη: ΜΗΤΕΡΑ.

Η Ελένη Λαδιά είναι πεζογράφος.

Άλλα κείμενα:

 

 

Kourotrophos



(BABE NURSE)

by Eleni Ladia

Rendered by Vassilis C. Militsis

 You have enchanted me from the beginning and I have been for hours watching you and your beloved babe play. Every so often it sought your nipple, as respite from his play, so little and tender, still frisking around like a baby goat and you look at him with your affectionate eyes. At the slightest noise and danger the poor creature scampered into your arms and you hugged him longingly. I would look at you two and I kept saying to myself: “how she loves him, how she cares for him and how she cleans him. How she looks at him, admires and adores him! How she speaks and counsels the baby and how they communicate in their own language! The baby looked at her in adoration, he was very beautiful, and he had inherited her colors – a light brown and shiny coat. I could see her fingers, the nails tinted by nature in its purple color – not varnished as we once in our girlhood used to do with the pink and red petals of the flowers, as we were closer to them.

Sometimes you lay on your back basking in the sun, and your skin then grew whiter and fluffy. I pictured it tender and warm, and for that reason your little one loved to luxuriate in your coziness. You were not ashamed at all, you opened your legs and your spring of fertility was in full view – the gate of the universe in miniature. The little one climbed on you, pranced about and then lay happily upon your large, tender belly. The sun caressed it, too, and its largish ears resembled suspended dawn roses. It had a lanky little body and a roundish face; its tiny penis, aroused by the warm sunrays, stood erect like a red lollypop.

I stood staring at you for I was carried away by the natural habitat you were living in. The rocks and the trees, where you taught him to climb, and then to spring from the rocks into your arms that were wide open like the firmament. He was afraid to take the jump from the open space to meet you, but you beckoned to him – I saw clearly the inviting nod of your head and the look of your affectionate eyes. And then my theories, my comparisons, my learning, my studies were gone with the wind like useless rubbish, and my entire life was shaken up in front of your compassionate eyes with the curtailed by nature intelligence. And what have I achieved with my expanded intelligence?

And then I found the tear ashtray: a silver tear fell in from my eyes.

You had an immense bosom for all the little ones that came close to you, and although you adored your son, you also caressed and kissed the others who considered you their second mother. They came and nestled in your warm, hirsute breast. Your little one was not normally jealous, but sometimes he grew indignant and, though he was the youngest of all, tried to drive them all away from you. And you with your loving eyes brushed them tenderly and patiently aside and lifted your own child in your arms.

And I repeatedly echoed the words: how she loves him, how he kisses and takes care of him.

And each time one of my silver tears fell in the ashtray.

I was avidly looking at you though I watched your life daily. The little one would stand up, stretch his little body and spread his arms to fondle your head. And since he was too short for that, he climbed on your shoulders and kissed it from there. He wanted to taste everything – scraps of paper, tree leaves, bits of metal and all he came across it. Startled, he would turn his little head around looking for you; he dreaded being left alone by you, though he pretended to be brave, and reaching you he grabbed always the same nipple of your breast, pulled at it and made it seem longer. I suppose he would take one sip of milk, perhaps to safeguard his position, and then leave again to go on playing. How patiently you put up with such a minuscule creature that ruled over you and certainly wearied you, for once in a while you closed your eyes and opened them again shortly in order to seek him.

You found him high up on a parapet protected by yellow, iron rails. He was trying to detach a piece and not being able to do it, he began to lick it. You got closer to him and seemed to have told him something, perhaps scolded him for it. Each time he wanted to break free from you, you caught him in time by his short tail, which he inherited from you, too. He turned and looked at you somewhat guiltily, and taking advantage of your weariness he fled. Then regarding him with such love and affection, you ran after him, embraced him and you utterly drowned him in kisses. And he, infatuated and transported by your love, seemed enchanted. You were kissing him all over in such a wonderful, warm and discreet manner that I exclaimed ‘my mother’ and then the ashtray was filled with my silver tears.

Later, after you were through with your innumerable kisses, while he stood astonished, you opened your arms and held him tightly to your bosom, while I could see countless forms of the Babe Nurse in this posture.

 

 

Kourotrophos (Babe Nurse), Female Ape, Woman, Madonna and Child!

See:


In a word: MOTHER

 

Eleni Ladia is a writer. She has studied Archaeology and Theology at the Philosophy and Theology Faculty, respectively, of Athens University. She has been exclusively engaged to this day with literature since her adolescent days. She has written a number of novels, short stories, essays and translations whereas her articles have been published in literary journals and newspapers. She has been honored with the 2nd State Award (1981) for her work Bronze Sleep. She has also received the Ouranis Award of Athens Academy (1991) for her book Horography, which was proposed for the 1993 European Award. In 2006 she was also awarded with The State Award for her book The Woman with the Ship on her Head. She is a member of the National Company of Greek Authors and an honorary member of the Company of Authors.

See also:

A SINGULAR HOSPITALITY

SLEEP OF BRONZE or FRAGMENTED TIME

LOVE THY NEIGHBOR - ΑΓΑΠΑ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ ΣΟΥ

ΟΨΕΙΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ - ASPECTS OF REALITY

ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΟΝ ΝΕΙΛΟ - LOVE ON THE NILE

Ο ΔΑΙΜΩΝ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ - THE DEMON OF SADNESS

ΤΑ ΕΝΟΧΛΗΤΙΚΑ ΟΝΕΙΡΑ – The dreambag

 

Τετάρτη 28 Ιουλίου 2021

A. ESCHBACH - DAS LIED DES SCHICKSALS - ΤΟ ΜΟΙΡΑΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

 


 

RAIN SONG


 

Andreas Eschbach

 

Es war vor langer, langer Zeit. Ich war noch wesentlich jünger und schlanker als heute, und ich weilte in Griechenland, in einer beschaulichen kleinen Ferienanlage. Es war Mai, und das Wetter war herrlich.

Die Ferienanlage war in der Tat so klein und beschaulich, dass man mit den anderen Gästen durchaus in Kontakt kam. Wie viel waren es? Ein Dutzend vielleicht, soweit ich mich erinnere. Man saß abends lan- ge auf der Terrasse beisammen, bei Ouzo und Retsina, Mondlicht und Zikadengezirpe, und redete über Gott und die Welt.

Einer war dabei, der eine Gitarre hatte, und er brachte uns eines Abends alle auf die Beine, um gemeinsam zu singen und zu tanzen. Keinen Sirtaki, sondern indianische Tänze. Behauptete er zumindest. Es waren einfache Melodien und einfache Schritte, und es war gut nachvollziehbar, dass man sich damit in so etwas wie eine Trance hineintanzen kann.

Am nächsten Morgen war der Himmel bewölkt. Das sei nicht ungewöhnlich um diese Jahreszeit, meinte der Leiter der Anlage. Irgendjemand meinte scherzhaft, vielleicht habe man am Abend zuvor versehentlich einen Regentanz getanzt und sich damit den Rest des Urlaubs verdorben.

Ich weiß noch, wie sich meine Augen weiteten, als ich das hörte. Was für eine Idee für eine Geschichte!

 

Abergläubische Leute machen mich rasend. Ich meine, man hat uns gewarnt, oder? Und nicht nur einmal. Das Wetter hat schon lange verrückt gespielt, und all die Wissenschaftler, die uns in den Ohren gelegen sind von wegen, dass wir zu viele Treibhausgase in die Luft blasen, zu viele Gifte, zu viel Dampf und so weiter. Man konnte es irgendwann doch nicht mehr hören.

Also: Das Klima stand schon lange dicht davor, umzukippen. Und dann ist es eben umgekippt. Darüber sollten all die Leute mal nach- denken, die jetzt hinter mir her sind.

Ich jedenfalls denke viel über all diese Dinge nach. Als Briefträger habe ich eine Menge Zeit zum Nachdenken, wenn ich die nassen Straßen entlangstapfe, während der Regen meine Hosen durchweicht, meine Brille beschlagen lässt und mir unter dem Regenmantel den Rücken runterläuft. Die Gärten stehen alle unter Wasser. Was einmal gepflegter englischer Rasen war, ist nur noch bleiche, schlammige Masse. Vielen Schlammlöchern kann ich ausweichen, aber oft muss ich durch Wasserströme waten, um zu den Briefkästen zu gelangen. Die Briefe sind oft schon durchweicht, wenn ich sie in die angerosteten Schlitze stopfe. Für Pakete gab es bis vor kurzem Schutzsäcke aus Plastik, aber die sind jetzt aus. Es verschickt außerdem kaum noch jemand Pakete.

In den Straßengräben sammeln sich ertrunkene Mäuse und Ratten. Es ist Juli, aber es ist kalt und nass. Jeder, dem ich begegne, sieht aus, als wollte er jeden Moment in Tränen ausbrechen. Wie der Himmel, der nicht aufhört zu weinen.

Ich sage mir, dass ich trotz allem Glück gehabt habe. Das Haus, das ich bewohne, hat meiner Tante gehört, die zeitlebens Angst hatte, die Deutschen könnten den Krieg neu anfangen, und deswegen erstaunliche Vorräte von allem gehortet hat. Ich kann es mir leisten, ein Zimmer fast durchgehend zu heizen, sodass es nahezu schimmelfrei bleibt. Ich schaffe es oft sogar, meine Kleidung wieder trocken zu kriegen, was heutzutage der größte denkbare Luxus ist. Das sage ich mir, wenn ich abends in meinem Zimmer sitze, die Wäscheleinen vor dem Ofen anstarre und dem wütenden Pladdern auf Fensterscheiben und Vordächer zuhöre. Und dem Geräusch, mit dem all das Wasser die Abflussrohre hinabgurgelt.

Leider wird das Brennholz knapp. Danach bleiben noch fünf große Kanister Heizöl. Am längsten werden die Vorräte reichen. Alles in Dosen, was nicht besonders gesund ist – mir sind schon zwei Zähne ausgefallen –, aber wenn man bedenkt, wie unbezahlbar Nahrungsmittel heute sind, ein Segen. Auf den überfluteten Feldern wächst inzwischen nichts mehr, alles, was es noch gibt, stammt aus ein paar Treibhäusern. Für Nahrungsmittel wird gemordet. Die Regierung gibt Bezugsscheine aus, aber sie hat immer weniger zu verteilen. Und ich bin so ungefähr der Letzte, der sich Hoffnung machen dürfte, einen Bezugsschein zu kriegen.

Natürlich war ich nicht immer Briefträger. In meinen besseren Zeiten, in unser aller besseren Zeiten, als die Welt noch in Ordnung war, bekleidete ich den Posten des A&R-Managers bei einer der ganz großen Schallplattenfirmen: ein aufreibender Job, der zu einem nicht geringen Teil darin bestand, sich die Nächte in Kneipen und In-Lokalen um die Ohren zu schlagen auf der Suche nach Bands und Sängern, die genug drauf hatten für eine professionelle Karriere. Ich bekam eine Menge zweitklassiger Sängerinnen ins Bett, die es auf die Tour schaffen wollten, aber zu einer festen Beziehung hat es nie gelangt. Ich hätte auch nicht gewusst, wie ich eine hätte unterbringen sollen in meinem High-Performance-Lebensstil.

Ich war gut in dem Job. Richtig gut. Wenn ich aufzählen würde, wen ich alles entdeckt und unter Vertrag genommen habe: Sie würden leuchtende Augen kriegen.

Ich selber wurde allerdings ziemlich nachdenklich, als ich in einer meiner wenigen ruhigen Minuten einmal alle Namen auflistete und jeweils dazuschrieb, wie viel Geld meine Company mit ihnen verdient hatte. Und mein Gehalt damit verglich.

So war ich bereit für den Sprung, als ich Don Maddison über den Weg lief. Wir machten einen Vertrag, danach kündigte ich und wurde sein Manager. So riskant, wie das jedem vorkam, war es nicht. Ich kannte die Regeln, und die Regeln sagten, das wir beide eine Menge Geld machen würden. Ich war mir da nicht nur sicher – ich wusste es.

Oder wenigstens dachte ich, dass ich es wüsste.

Don war eine neue Art Künstler, ein außergewöhnlicher Musiker, ja, ein Phänomen. Dabei war er weit davon entfernt, ein Teenie-Idol zu sein: Er war um die fünfundvierzig Jahre alt, ein Berg von einem Mann mit Händen so groß wie Schaufeln und einer Stimme so tief und voll, dass Johnny Cash oder Leonard Cohen daneben wie Kastraten geklungen hätten. Und diese unglaubliche Stimme war alles, was er brauchte.

Don war sein Leben lang durch die entlegensten Winkel der Welt gezogen, war zu Gast bei Ureinwohnern und aussterbenden Völkern gewesen und hatte sich deren Lieder und Gesänge beibringen lassen. Er beherrschte buchstäblich Zehntausende von Volksliedern, Stammesgesängen und alten Melodien auswendig. Wann immer er Geld brauchte, um weiterzureisen, stellte er sich einfach in irgendeine Ladenpassage und sang zur Gitarre, stundenlang. Dort entdeckte ich ihn auch, inmitten einer Menschenmenge, die sich um ihn versammelt hatte, ihm geradezu andächtig lauschte. Die vorderen Reihen tanzten und sangen sogar mit.

Ich war an dem Morgen verkatert und schlecht drauf, aber sogar in dem Zustand erkannte ich, was hier passierte. Wenn man so viele Sänger gesehen hat wie ich, dann weiß man, ob jemand Bühnenpräsenz besitzt oder nicht, und dieser Mann hatte sie, mehr als jeder andere. Ich starrte ihn eine ganze Weile an wie ein Maulwurf, der zum ersten Mal einen Sonnenaufgang sieht, während in mir eine ganz neue Vision meines Lebens entstand. Dann bahnte ich mir den Weg bis zu ihm, zerrte ihn ins nächste Cafe und nahm ihn unter Vertrag. Und ging ins Büro, um meine Kündigung zu schreiben.

Es lief von Anfang an großartig, genau wie ich es mir gedacht hatte. Die Leute hatten die künstlichen Moden der Popwelt schon lange satt gehabt, die ewig gleichen Mätzchen und infantilen Rituale, die Coverversionen von Coverversionen, und sich nach etwas Echtem, Wirklichem, Wahrhaftigem gesehnt. Don Maddison verkörperte genau das, und das Publikum strömte ihm zu wie einem Propheten.

Don sang nicht für die Leute, er sang mit ihnen. Das war sein Ding. Er machte keine Show, er machte viel mehr als das: Er bezog alle, die da waren, mit ein, machte ein Ereignis daraus, verwandelte die Menschen, die als Zuhörer gekommen waren, in Sänger. Er hat nie einen einzigen eigenen Song geschrieben – was hieß, dass wir keine Einkünfte aus Urheberrechten erzielen würden –, aber er konnte jeden beliebigen Raum auf diesem Planeten betreten – sei es einen Konzertsaal, eine verrauchte Kneipe, ein Geheimtreffen der russischen Mafia oder das Enklave einer Papstwahl –, sich ein Tamburin schnappen, zwei oder drei Zeilen eines Liedes in einer nie zuvor gehörten Sprache sprechen und eine simple Melodie summen – und fünf Minuten später sang und tanzte alles mit ihm, klatschte jeder mit den Händen und sang.

Zugegeben, ich war nie dabei, wenn die Kardinäle einen neuen Papst wählten, und auch meine Kontakte mit der russischen Mafia hielten sich erfreulicherweise in Grenzen – aber ich kann es mir nicht anders vorstellen. Don Maddison war, in einem Satz, der größte Performer, den die Welt jemals gesehen hatte. Oder, wie mehr als ein Kritiker schrieb: Er konnte zaubern.

Nachdem wir das erste Album draußen hatten, gingen wir auf Tour. USA, Europa, England. Je höher das Album in den Charts kletterte, desto größer wurden die Hallen und Clubs, die wir füllten. Irgend- wann reichten Hallen und Clubs nicht mehr. Ich ließ meine Verbindungen spielen und buchte das Wembley Stadion.

Wembley. Queen hatten hier gespielt, U2, Michael Jackson. Live Aid hatte hier stattgefunden. Neunzigtausend Sitzplätze, dazu der Innen- raum. Wir verkauften einhundertvierundvierzigtausend Karten innerhalb von fünf Stunden. Das Fernsehen rückte an, um Don Maddison weltberühmt zu machen. Wir hatten die Sterne berührt. Ich machte mir ein bisschen Sorgen, ob er mit einem derart großen Publikum zurecht- kommen würde, aber selbst wenn nicht, würde er das Stadion als Superstar verlassen. Ein Superstar mit einem Super-Manager.

Eine Stunde vor Beginn der Show war ich noch backstage in meinem Büro und mit diversen Telefonaten beschäftigt, als ein Mann he- reinkam. Er sah aus wie ein Penner, aber ich war mir ziemlich sicher, dass sich kein Penner auch nur das billigste Ticket hätte leisten können, deshalb legte ich die Hand über die Sprechmuschel und fragte höflich, was er wolle.

»Ich muss mit Ihnen reden«, stieß er hervor.

Ich roch Alkohol. Ich versprach, zurückzurufen, legte auf und wählte eine andere Nummer. Eine Notnummer, die zwei Sicherheitsleute in Bewegung setzen würde. »In Ordnung«, sagte ich, um den Eindringling in der Zwischenzeit nicht unnötig aufzuregen. »Darf ich fragen, wer Sie sind?«

»Ich bin Medizinmann White Eagle vom Stamm der Lakota«, erklärte er mit wildem Augenrollen. »Ich bin hier, um zu fragen, ob Mister Maddison heute Abend das Regenlied singen wird.« Er trug tatsächlich etwas um den Hals, das wie eine Art indianisches Lederamulett aussah, wie man es auf Fotos von Schamanen manchmal sieht.

»Der Rain Song ist Don Maddisons größter Hit«, sagte ich. »Natürlich wird er ihn singen.« Der Mann schnaubte. »Er hat kein Recht dazu. Das Lied gehört ihm nicht. Das Lied gehört meinem Volk. Und es ist heilig.«

Ich war nicht in der Stimmung, ihn über das internationale Urheberrecht zu belehren und darüber, dass es weltweit anerkannte Übereinkunft ist, jedes kreative Werk, sei es ein Lied, ein Roman oder sonst etwas, siebzig Jahre nach dem Tod seines Urhebers als Bestandteil des kulturellen Erbes der Menschheit zu betrachten, zur freien Verfügung für jedermann. Ich seufzte nur und erwiderte: »Wie ich gerade gesagt habe, es ist sein größter Hit. Die Leute werden ihn nicht gehen lassen, ehe er ihn gesungen hat. Keine Chance.«

Er kam auf mich zu, kam mir ungemütlich nahe. »Sie dürfen das nicht erlauben. Es ist ein heiliges Lied, und es hat Macht. Seine Worte sind Worte göttlicher Macht. Seine Melodie ist heilig. Sie wissen nicht, was geschehen wird, wenn all diese Leute es gemeinsam singen.«

Wie ich schon erwähnte: Abergläubische Leute machen mich ra- send. »Quatsch«, sagte ich. »Er hat es auf der Tournee schon mit Tausenden von Leuten gesungen. Und nichts ist passiert.« Ich grinste spöttisch und wiederholte betont: »Nichts.«

Etwas in seinem Gesicht veränderte sich. Er sah mich auf eine Wei- se an, die mich fast an alles hätte glauben lassen können. Höchste Zeit, dass die Wachleute kamen.

»Nein«, sagte er düster, »weil es nicht der richtige Zeitpunkt war.«

Endlich kamen sie, schnappten ihn bei den Armen und zerrten ihn aus meinem Büro. »Heute Nacht ist Vollmond!«, konnte ich ihn noch schreien hören, während Joe und Bill ihn den Korridor entlang schleppten. »Vollmond…!«

Es stimmte: Ein voller Mond hing an einem klaren blauen Himmel, und der Abend war so warm und sanft, wie ein Sommerabend nur sein konnte, als Don Maddison auf die Bühne trat und die Menge ihm zu- jubelte, als wäre es ein Rockkonzert. Einen Augenblick später war es wieder still – einhundertvierundvierzigtausend Leute, die in absoluter Stille zuhörten. Er hatte sie. Und wieder einen Moment später begannen sie alle miteinander zu singen.

Er begann mit dem Rain Song. Auf meine dringende Bitte hin, denn ich hatte wirklich Sorge, der verrückte Medizinmann könne mit ein paar Polizisten und einer einstweiligen Verfügung wieder auftauchen, noch ehe das Konzert vorüber war.

Ich stand am Bühnenrand und sah zu. Ich will erst gar nicht versuchen zu beschreiben, wie es war oder wie es sich anfühlte, da zu stehen, das ganze Wembley-Stadion singen zu hören und Hunderttausende von Armen wogen zu sehen wie Gras im Wind – was immer ich darüber sagen würde, klänge nur wie ein armseliges, weit entferntes Echo einer überwältigenden Erfahrung. Alles, was ich sagen will, ist, dass ich da stand und zusah, und während ich zusah, bemerkte ich, dass sich der blaue Himmel mit Wolken sprenkelte.

Zarte weiße Wolken, aber ich wurde ein wenig unruhig. Einhundertvierundvierzigtausend Kehlen sangen den Rain Song, und auf einmal wünschte ich mir, ich hätte sie stoppen können. Einhundertvierundvierzigtausend Sänger, die das heilige Lied zum Himmel hinaufschickten. Die die Worte sangen, die Macht hatten.

Es fing zu regnen an, noch ehe das Lied vorüber war.

Das war vor drei Jahren. Seit diesem Tag hat es nie wieder aufgehört zu regnen.

© 2007 Andreas Eschbach

Aus der Sammlung:


Lesen auch:

A TALE FROM A. ESCHBACH'S UNTOUCHED WORLD

HOW TO BUY TIME ... THAT IS WISHFUL THINKING, THOUGH

CARPE DIEM - ANDREAS ESCHBACH

YUMMY ALIENS - ANDREAS ESCHBACH

A PECULIAR WORLD PANDEMIC

HUMANIC PARK

ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΛΑ ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ SCI-FI - ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΠΑΝΔΗΜΙΑ

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

 

Andreas Eschbach*

 

Απόδοση: Βασίλης Κ. Μηλίτσης

 

 

 

 

 

Πέρασε πολύς καιρός από τότε. Ήμουν πολύ πιο νέος και αδύνατος απ’ ό, τι είμαι σήμερα. Βρισκόμουν στην Ελλάδα μένοντας σ’ ένα ήρεμο θέρετρο. Ήταν Μάιος με καιρό υπέροχο.

Το θέρετρο, πράγματι, ήταν τόσο μικρό και γαλήνιο που γνωρίζονταν όλοι οι πελάτες του. Πόσοι άραγε ήμασταν; Μπορεί καμιά δωδεκάδα απ’ όσο μπορώ να θυμηθώ. Τα βράδια καθόμασταν όλοι μαζί στην ταράτσα, με ούζο και ρετσίνα, κάτω από το φεγγαρόφωτο μέσα στη συναυλία των τζιτζικιών, και μιλούσαμε για το Θεό και τον κόσμο.

Είχαμε κάποιον που έπαιζε κιθάρα και μας  κρατούσε ξυπνητούς όλη νύχτα να τραγουδάμε και να χορεύουμε όλοι μαζί. Δεν χορεύαμε συρτάκι, αλλά ινδιάνικους χορούς – ή τουλάχιστον έτσι έλεγε. Ήταν απλοϊκές μελωδίες και εύκολα βήματα που γρήγορα τα μάθαινες και χορεύοντας έμπαινες σε μια κατάσταση έκστασης.

Το επόμενο πρωί ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος, πράγμα όχι ασυνήθιστο γι’ αυτή την εποχή του έτους, κατά τα λεγόμενα του επικεφαλής του θέρετρου. Κάποιος αστειευόμενος είπε πως ίσως κάποιος είχε χορέψει τον χορό της βροχής την προηγούμενη νύχτα πράγμα που χάλασε τις διακοπές μας. Θυμάμαι πως άκουσα το αστείο με μάτια ορθάνοιχτα. Να μια καλή ιδέα για μια ιστοριούλα!

 

 

Πολύ θυμώνω με προληπτικούς ανθρώπους. Θέλω να πω ότι μας είχαν προειδοποιήσει, έτσι δεν είναι; Και όχι μόνο μια φορά. Ο καιρός εδώ και χρόνια έχει τρελαθεί, και ήταν οι επιστήμονες που μας πήραν τ’ αυτιά για τα τόσα αέρια θερμοκηπίου που εκλύουμε στην ατμόσφαιρα – τόσα δηλητήρια, τόσους υδρατμούς και ούτω καθεξής. Φτάσαμε στο σημείο να μην αντέχουμε να τους ακούμε πια.

 

Συμπέρασμα: το κλίμα ήταν στο σημείο κατάρρευσης εδώ και καιρό. Και τελικά κατέρρευσε. Όλοι οι μεταγενέστεροι από μένα καλά θα κάνουν να το σκεφτούν.

Τέλος πάντων, εγώ τα σκέφτομαι πολύ αυτά τα πράγματα. Σαν ταχυδρόμος που είμαι, έχω πολύ χρόνο για σκέψη καθώς  με κόπο σέρνω τα βήματά μου στους βρεγμένους δρόμους και η βροχή να μουσκεύει το παντελόνι μου, να θολώνει τα γυαλιά μου και το νερό να τρέχει στην πλάτη μου κάτω από το αδιάβροχό μου. Οι κήποι είναι όλοι κάτω από το νερό. Αυτό που κάποτε ήταν το καλοφροντισμένο αγγλικό γκαζόν, δεν είναι τώρα άλλο από μια κιτρινωπή, λασπωμένη μάζα. Αποφεύγω τις πολλές λακκούβες λάσπης αλλά συχνά αναγκάζομαι να τσαλαβουτώ μέσα από χείμαρρους νερού για να φτάσω τα γραμματοκιβώτια. Τα γράμματα είναι συχνά μούσκεμα μέχρι να τα στριμώξω μέσα στις σκουριασμένες σχισμές. Μέχρι πρόσφατα υπήρχαν προστατευτικές πλαστικές σακούλες για δέματα, αλλά δεν είναι πια διαθέσιμες. Εξάλλου, σπάνια στέλνουν δέματα πια.

 

Πνιγμένα ποντίκια και αρουραίοι έχουν μαζευτεί στα χαντάκια. Ιούλιος μήνας, αλλά κάνει κρύο και βρέχει. Όλοι όσους συναντώ δίνουν την εντύπωση ότι θα αναλυθούν σε δάκρυα από στιγμή σε στιγμή. Και σαν τον ουρανό δεν θα σταματήσουν να κλαίνε.

Λέω στον εαυτό μου πως παρ’ όλες τις δυσκολίες, στάθηκα τυχερός. Το σπίτι όπου μένω ήταν της θείας μου, η οποία φοβόταν όλη της την ζωή πως οι Γερμανοί θα ξανάρχιζαν τον πόλεμο και γι’ αυτό συγκέντρωσε ένα εκπληκτικό απόθεμα προμηθειών από καθετί. Μπορώ άνετα να θερμαίνω ένα δωμάτιο σχεδόν ακατάπαυστα για να παραμένει σχεδόν ελεύθερο από μούχλα. Προσέτι, συχνά κατορθώνω να κρατάω τα ρούχα μου στεγνά, πράγμα που είναι η μεγαλύτερη πολυτέλεια που μπορείς να φανταστείς αυτόν τον καιρό. Αυτά λέω στον εαυτό μου καθώς κάθομαι στο δωμάτιό μου τα βράδια, χαζεύοντας τα απλωμένα στο σχοινί ρούχα μπροστά στον φούρνο και ακούγοντας τον αγριεμένο χτύπο της βροχής στα τζάμια και στο σκέπαστρο της βεράντας καθώς και το κελάρυσμα του νερού στα λούκια.

Δυστυχώς τα καυσόξυλα μου τελειώνουν. Έμειναν, όμως, τα πέντε μεγάλα μπιτόνια πετρελαίου θέρμανσης. Οι προμήθειες τροφίμων θα διαρκέσουν το περισσότερο. Όλες σε κονσέρβες, πράγμα όχι ιδιαίτερα υγιεινό – έχω ήδη χάσει δυο δόντια – αλλά είναι πραγματικά ευλογία δεδομένου ότι τα τρόφιμα έχουν γίνει πανάκριβα σήμερα. Τίποτε δεν φυτρώνει πια στα πλημμυρισμένα χωράφια. Ό, τι διατίθεται προέρχεται από λίγα θερμοκήπια. Κάνεις φόνο για το φαγητό. Η κυβέρνηση χορηγεί κουπόνια, αλλά διαθέτει όλο και λιγότερα όσο περνάει ο χρόνος. Κι εγώ είμαι από τους τελευταίους που ελπίζει σ’ ένα δελτίο.

 

Φυσικά, δεν ήμουν πάντα ταχυδρόμος. Στα καλύτερά μου χρόνια – σ’ όλων μας τα καλύτερα χρόνια – όταν ο κόσμος ήταν ακόμη εντάξει, είχα τη θέση του καλλιτεχνικού ατζέντη μιας μεγάλης δισκογραφικής εταιρίας: ήταν μια εξουθενωτική δουλειά που το μεγαλύτερο μέρος της ήταν να περνάω τα βράδια με το να ξεκουφαίνομαι στα νυχτερινά κέντρα αναζητώντας μουσικά συγκροτήματα και τραγουδίστριες με αρκετό ταλέντο για μια επαγγελματική καριέρα. Έπεφτα στο κρεβάτι με κάμποσες απ’ αυτές, δεύτερης διαλογής, που ήθελαν να το κάνουν κατά την περιοδεία  αλλά ποτέ δεν έκανα μόνιμη σχέση. Επίσης, δεν ήξερα πώς να ταιριάξω με μία σύμφωνα με τον πολυάσχολο τρόπο της ζωής μου.

 

 

Ήμουν καλός στη δουλειά μου. Στ’ αλήθεια καλός. Αν επρόκειτο να καταμετρήσω ποιους ανακάλυψα και τους έβαλα να υπογράψουν συμβόλαια, δεν θα πιστεύατε τα μάτια σας.

 

Εγώ ο ίδιος συχνά στοχαζόμουν όταν, στις λίγες στιγμές μου ηρεμίας, αριθμούσα τα ονόματα των καλλιτεχνών και κατέγραφα πόσα χρήματα έβγαζε η εταιρία μου απ’ αυτούς, και τα σύγκρινα με τον μισθό μου.

 

Γι’ αυτό ετοιμάστηκα να βουτήξω στα βαθιά όταν κατά τύχη συνάντησα τον Ντον Μάντισον. Υπογράψαμε συμβόλαιο, παραιτήθηκα και έγινα ατζέντης του. Δεν ρίσκαρα όπως φάνηκε σε μερικούς. Ήμουν γνώστης των κανόνων, και οι κανόνες έλεγαν ότι θα βγάζαμε ένα σωρό λεφτά. Δεν ήμουν απλά σίγουρος – το ήξερα.

Ή τουλάχιστον νόμιζα πως το ήξερα.

 

Ο Ντον ήταν ένα καινούργιο είδος καλλιτέχνη. Ήταν ένας έκτακτος μουσικός – ένα πραγματικό φαινόμενο. Κάθε άλλο παρά ήταν ίνδαλμα για εφήβους. Ήταν περίπου σαρανταπεντάρης, ένας άντρας βουνό, με χέρια μεγάλα σαν φτυάρια και με φωνή τόσο μπάσα και γεμάτη που ο Τζόνι Κας ή ο Λέναρντ Κόεν σε σύγκριση μ’ αυτόν ακούγονταν σαν ευνούχοι. Και εκείνη η απίστευτη φωνή ήταν το μοναδικό τάλαντο που χρειαζόταν.

 

 

Ο Ντον είχε περιπλανηθεί μέχρι τις πιο μακρινές γωνιές της γης σ’ όλη του την μέχρι τούδε ζωή του, επισκέφτηκε ιθαγενείς και λαούς υπό εξαφάνιση, και έμαθε τα τραγούδια και τις μελωδίες τους. Κατόρθωσε στην κυριολεξία να απομνημονεύσει χιλιάδες λαϊκά τραγούδια, φυλετικές επωδούς και αρχαίες μελωδίες. Κάθε φορά που χρειαζόταν χρήματα για να ταξιδέψει, έπιανε μια θέση στα εμπορικά συγκροτήματα και τραγουδούσε με την κιθάρα του για ώρες. Εκεί ήταν όταν τον ανακάλυψα, εν μέσω ενός πλήθους που είχε μαζευτεί γύρω του, και τον άκουγαν σχεδόν ευλαβικά.

 

 

 

Είχα πονοκέφαλο μετά από ποτό και ήμουν σε άσχημη διάθεση εκείνο το πρωί, αλλά ακόμη και στην κατάστασή μου διαπίστωσα τι συνέβαινε. Άμα έχεις δει τόσους τραγουδιστές όσους εγώ, ξέρεις εάν κάποιος κάνει καλή παρουσία στη σκηνή, και τούτος ο άντρας έκανε παρουσία καλύτερα από τον καθένα. Τον χάζευα για πολλή ώρα σαν τον τυφλοπόντικα που βλέπει την ανατολή για πρώτη φορά ενώ ένα καινούργιο όραμα για τη ζωή αναδύθηκε από μέσα μου. Αμέσως τον πλησίασα, τον έσυρα στο πλησιέστερο καφέ και τον έβαλα να υπογράψει. Μετά πήγα στο γραφείο και υπέβαλα την παραίτησή μου.

Όλα πήγαν περίφημα από την αρχή, ακριβώς όπως το περίμενα. Ο κόσμος είχε ήδη μπουχτίσει με τις τεχνητές τάσεις του κόσμου της ποπ, τα ίδια και τα ίδια καραγκιοζιλίκια, τις παιδαριώδεις τελετουργίες και τις απανωτές διασκευές, και διψούσαν για καθετί γνήσιο, αληθινό και ειλικρινές. Όλα αυτά ακριβώς τα ενσωμάτωνε ο Ντον Μάντισον, και το κοινό συνέρρεε κοντά του σαν σ’ έναν προφήτη.

Ο Ντον δεν τραγουδούσε για τον κόσμο – τραγουδούσε μαζί του, κι αυτό έκανε τη διαφορά. Δεν έδινε παράσταση – έκανε κάτι πιο πολύ: έκανε τους παρισταμένους να συμμετέχουν όλοι, δημιουργούσε ένα δρώμενο, και μετέτρεπε τον κόσμο από ακροατές σε τραγουδιστές. Ποτέ δεν έγραψε δικά του τραγούδια – ούτε ένα, και τούτο σήμαινε πως δεν είχαμε κανένα έσοδο από πνευματικά δικαιώματα. Αλλά μπορούσε να πάει οπουδήποτε στον πλανήτη: μπορούσε να βρεθεί σε μια λυρική σκηνή, σ’ ένα καφέ γεμάτο καπνούς, σε μια μυστική συνάντηση της ρωσικής μαφίας ή στο κονκλάβιο εκλογής Πάπα – ν’ αδράξει ένα ντέφι, να πει δυο – τρεις στίχους ενός τραγουδιού σε μια γλώσσα που κανείς δεν άκουσε πριν, και να σιγοτραγουδήσει μια απλή μελωδία – και μετά από πέντε λεπτά όλοι να τραγουδούν και να χορεύουν μαζί του χτυπώντας παλαμάκια στο ρυθμό του τραγουδιού.

 

 

Ομολογουμένως, ποτέ δεν βρέθηκα σε κονκλάβιο όταν οι καρδινάλιοι εξέλεγαν καινούργιο Πάπα, και ευτυχώς οι επαφές μου με τη ρωσική μαφία ήταν κι αυτές περιορισμένες – αλλά δεν μπορώ να φανταστώ τίποτε άλλο. Εν ολίγοις, ο Ντον Μάντισον ήταν ο μεγαλύτερος παρουσιαστής που είχε ποτέ γνωρίσει η υφήλιος. Ή, όπως έγραψαν αρκετοί κριτικοί: έκανε μαγικά. Αφού εκδώσαμε το πρώτο λεύκωμα, κάναμε μια περιοδεία – ΗΠΑ, Ευρώπη, Αγγλία. Όσο πιο ψηλά ανέβαινε το άλμπουμ στις λίστες,  τόσο πιο πολύ γέμιζαν οι αίθουσες και τα κλαμπ. Κι από ένα σημείο και μετά, οι αίθουσες και τα κλαμπ δεν επαρκούσαν. Έβαλα να δουλέψουν οι γνωριμίες μου και κλείσαμε το Στάδιο Γουέμπλεϊ.

 

Το Γουέμπλεϊ. Εκεί έπαιξαν οι Κουήν, οι Γιου Του, ο Μάικλ Τζάκσον. Εκεί δόθηκε η συναυλία Λάιβ Έιντ. Ενενήντα χιλιάδες θέσεις, συν το εσωτερικό. Πουλήσαμε εκατόν σαράντα τέσσερις χιλιάδες εισιτήρια σε πέντε ώρες. Ήρθε και η τηλεόραση και κατέστησε τον Ντον Μάντισον γνωστό σ’ όλον τον κόσμο. Αγγίξαμε τα αστέρια. Ανησύχησα λίγο μήπως δεν θα μπορούσε να διαχειριστεί ένα τόσο μεγάλο ακροατήριο, αλλά ακόμη κι αν δεν μπορούσε, θα έφευγε από το στάδιο ένας σούπερ σταρ – ένας σούπερ σταρ με έναν σούπερ ατζέντη.

 

Μια ώρα πριν από την έναρξη της παρουσίασης, ήμουν πίσω στα παρασκήνια στο γραφείο μου και απαντούσα σε διαφορετικά τηλεφωνήματα όταν κάποιος μπήκε μέσα. Φαινόταν αλήτης, αλλά ήμουν πολύ σίγουρος πως κανένας αλήτης δεν μπορούσε να αγοράσει ούτε το φτηνότερο εισιτήριο. Γι’ αυτό κάλυψα το μικρόφωνο με την παλάμη μου και τον ρώτησα ευγενικά τι ήθελε. «Είναι ανάγκη να σας μιλήσω», είπε. Βρωμούσε αλκοόλ. Υποσχέθηκα στον συνομιλητή μου να καλέσω αργότερα, έκλεισα και σχημάτισα έναν άλλο αριθμό: έναν αριθμό επείγουσας ανάγκης που αμέσως θα έθετε σε ετοιμότητα δυο σεκιουριτάδες. «Εντάξει,» απάντησα για να μην αναστατώσω χωρίς λόγο τον παρείσακτο εντωμεταξύ. «Ποιος είστε παρακαλώ;»

«Είμαι ο Μάγος Άσπρος Αϊτός της φυλής Λακότα», είπε με τις κόρες των ματιών του να γυρίζουν άγρια. «Βρίσκομαι εδώ για να ρωτήσω αν ο κύριος Μάντισον θα τραγουδήσει το Τραγούδι της Βροχής απόψε». Γύρω από τον λαιμό του, πράγματι φορούσε, κάτι που έμοιαζε σαν εκείνα τα δερμάτινα φυλακτά που βλέπεις μερικές φορές σε φωτογραφίες των σαμάνων.

 

 

«Το Τραγούδι της Βροχής είναι η μεγαλύτερη επιτυχία του Ντον Μάντισον», είπα. «Φυσικά και θα το τραγουδήσει». Ο άντρας ξεφύσησε. «Δεν έχει το δικαίωμα να το κάνει. Το τραγούδι δεν είναι δικό του. Το τραγούδι ανήκει στον λαό μου. Και είναι ιερό». Δεν είχα καμιά όρεξη να του μάθω τον διεθνή κανονισμό περί πνευματικών δικαιωμάτων, και ότι είναι παγκοσμίως αναγνωρισμένος θεσμός πως κάθε δημιουργία – είτε είναι τραγούδι, μυθιστόρημα ή οτιδήποτε άλλο – εβδομήντα έτη μετά τον θάνατο του δημιουργού θεωρείται μέρος της ανθρώπινης πολιτιστικής κληρονομιάς και είναι ελεύθερα διαθέσιμο σ’ όλους. Απλώς αναστέναξα και του απάντησα: «Όπως σας είπα, το τραγούδι είναι η μεγαλύτερη επιτυχία του. Ο κόσμος δεν θα τον αφήσει να φύγει αν δεν το τραγουδήσει. Αποκλείεται».

Με πλησίασε τόσο κοντά που ένιωσα άβολα. «Δεν πρέπει να το επιτρέψετε. Είναι ιερό τραγούδι και έχει δύναμη. Τα λόγια του είναι λόγια θεϊκής ισχύος. Η μελωδία του είναι ιερή. Δεν ξέρεις τι θα συμβεί αν όλοι αυτοί εκεί έξω το τραγουδήσουν μαζί».

 

Όπως ήδη ανέφερα, οι προληπτικοί με νευριάζουν. «Ανοησίες», είπα. «Το έχει τραγουδήσει με χιλιάδες κόσμο σε περιοδείες, χωρίς να συμβεί τίποτε». Χαμογελώντας ειρωνικά επανέλαβα με έμφαση: «ΤΙΠΟΤΕ».

Κάτι άλλαξε στο πρόσωπό του. Με κοίταξε μ’ έναν τρόπο που μ’ έκανε τα πιστέψω σχεδόν τα πάντα. Ήταν καιρός πια να έρθουν οι φρουροί. «Όχι», είπε μελαγχολικά, «δεν έγινε τίποτε γιατί δεν ήταν ο κατάλληλος χρόνος».

 

 

Τελικά οι φρουροί ήρθαν, τον άρπαξαν απ’ τα χέρια και τον έσυραν έξω από το γραφείο μου. «Απόψε έχουμε πανσέληνο!» τον άκουσα να ουρλιάζει καθώς ο Τζόου και ο Μπιλ το έσερναν κατά μήκος του διαδρόμου. «Πανσέληνο…!»

Πράγματι: ένα ολόγιομο φεγγάρι κρεμόταν σ’ έναν αίθριο, γαλανό ουρανό, και το βράδυ ήταν ζεστό και ήπιο όπως ένα συνηθισμένο καλοκαιρινό βραδινό όταν ο Ντον Μάντισον ανέβηκε στη σκηνή και το πλήθος τον επευφημούσε σαν να επρόκειτο για μια συναυλία ροκ. Μετά από λίγο ησύχασε πάλι – εκατόν σαράντα τέσσερις χιλιάδες άνθρωποι στήνοντας αυτί σε απόλυτη ησυχία. Το είχε. Και ξανά, ένα λεπτό αργότερα άρχισαν όλοι να τραγουδούν μαζί.

 

Άρχισε με το Τραγούδι της Βροχής, κατόπιν άμεσής μου ζήτησης – διότι ανησυχούσα στ’ αλήθεια μήπως ο παλαβός σαμάνος ξανακάνει την εμφάνισή του – με λίγους αστυνομικούς να επιβάλλουν την τάξη μέχρι να τελειώσει η παράσταση.

 

Εγώ στεκόμουν στην άκρη της σκηνής και παρακολουθούσα. Δεν πρόκειται καν να προσπαθήσω να περιγράψω πώς ήταν και τι ένιωθα που στεκόμουν εκεί και άκουγα ολόκληρο το στάδιο Γουέμπλεϊ να τραγουδάει και να βλέπω χιλιάδες χέρια να ταλαντεύονται πέρα δώθε σαν τα χόρτα στον άνεμο. Ό, τι και να έλεγα θα έμοιαζε σαν μια αδύναμη, απόμακρη ηχώ μια κατακλυσμικής εμπειρίας. Το μόνο που θέλω να πω είναι ότι στεκόμουν εκεί και κοιτούσα και καθώς κοιτούσα, παρατήρησα τον καταγάλανο ουρανό να αμαυρώνεται με σύννεφα.

 

Απαλά, άσπρα σύννεφα, αλλά άρχισα να ψιλοαγχώνομαι. Εκατόν σαράντα τέσσερις χιλιάδες στόματα έλεγαν το Τραγούδι της Βροχής, και ξαφνικά ευχήθηκα να μπορούσα να τα σταματήσω. Εκατόν σαράντα τέσσερις χιλιάδες τραγουδιστές και τραγουδίστριες να αναπέμπουν το ιερό τραγούδι προς τον ουρανό. Να τραγουδούν τα λόγια που είχαν δύναμη. Άρχισε να βρέχει πριν τελειώσει το τραγούδι. Όλα αυτά συνέβησαν πριν από τρία χρόνια και δεν σταμάτησε να βρέχει από εκείνη τη μέρα.

 

*Ο Andreas Eschbach είναι Γερμανός συγγραφέας, κυρίως επιστημονικής φαντασίας. Οι ιστορίες του που δεν είναι ξεκάθαρα στο είδος SF συνήθως περιλαμβάνουν στοιχεία του φανταστικού.

Εμφάνιση αρχικής περιγραφής

Πληροφορίες γέννησης: 15 Σεπτεμβρίου 1959 (ηλικία 61 έτη), Ουλμ, Γερμανία

Άλμπουμ: Die Wunder des Universums (Kurzgeschichte),

Βιβλία:

Jesus Video

The Carpet Makers

Lord of All Things

Eine Billion Dollar