Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2025

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΥΦΛΟΣ; - WHAT DOES BLIND MEAN?


 

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΥΦΛΟΣ;

 

 


Παύλος Μεθενίτης 

Σύμφωνα με νόμο που ψηφίστηκε πρόσφατα στη Βρετανία, η οργάνωση «Palestine Αction», που αγωνίζεται για την ελευθερία της Παλαιστίνης καταδικάζοντας τη γενοκτονία που ασκεί στον πληθυσμό της το κράτος του Ισραήλ, είναι μια τρομοκρατική οργάνωση. Έτσι, η «Palestine Action» έχει ενταχθεί σε μια πολύ ενδιαφέρουσα λίστα τρομοκρατικών οργανώσεων, στην οποία συμπεριλαμβάνονται η Αλ Κάιντα και το ISIS... Αυτό σημαίνει πως εάν σηκώσεις πανό ή φωνάξεις συνθήματα υπέρ της Παλαιστίνης στο Ηνωμένο Βασίλειο, η αστυνομία μπορεί να σε μπουζουριάσει ως τρομοκράτη, με όλες τις ευνόητες συνέπειες.

Προ ημερών έγινε μια ακόμα διαδήλωση υπέρ της Παλαιστίνης και της οργάνωσης «Palestine Action» στο κεντρικό Λονδίνο.

Η Μητροπολιτική Αστυνομία επιβεβαίωσε τη σύλληψη 532 ατόμων, μεταξύ των οποίων ήταν και καμιά δωδεκαριά ογδοντάρηδες, ενώ ένας συλληφθείς ήταν κάποιος τυφλός άνδρας σε αναπηρικό αμαξίδιο. Το ξαναλέω για να το εμπεδώσουμε – κυρίως για να το πιστέψω κι εγώ ο ίδιος. Πάνοπλοι Βρετανοί νεαροί στιβαροί αστυνομικοί, άντρες και γυναίκες, συνέλαβαν έναν τυφλό στο καροτσάκι, επειδή υποστήριζε τον αγώνα των Παλαιστινίων για ζωή κι ελευθερία.

Εντάξει, πολλά μπορεί να πει κανείς, αν θέλει, για τη Βρετανία, για την αποικιοκρατία και τον διαχρονικό της ιμπεριαλισμό, για τα ποτάμια του αίματος που έχει χύσει, ώστε να γίνει αυτή Μεγάλη με το χρυσάφι του παγκοσμίου πλούτου, που σφετερίζεται εδώ και αιώνες απ’ όπου και όπως μπορεί.

Πολλά μπορεί κανείς να θυμηθεί, όπως αυτό το κάθαρμα, τον πρώην πρωθυπουργό, τον Τόνι Μπλερ, που, για να νομιμοποιήσει τη δυτική εισβολή στο Ιράκ, και τη συνακόλουθη λεηλασία των πετρελαίων του από δυτικά κονσόρτσιουμ, εξαπάτησε τον κόσμο όλο παρουσιάζοντας τον Σαντάμ σαν τον Αρχοντα του Σκότους, πανέτοιμο να εξαπολύσει ολοκληρωτικό πόλεμο κατά πάντων με όπλα μαζικής καταστροφής, τα οποία όμως ποτέ δεν είχε.

Πολλά μπορεί να καταμαρτυρήσει κανείς για την Αγγλία, πολλά αίσχη, από την κατοχή της Βόρειας Ιρλανδίας μέχρι τη μοναδική στα χρονικά βρετανική εισβολή σε συμμαχική χώρα πριν ακόμη τελειώσει ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, εννοώ φυσικά τα Δεκεμβριανά του 1944, με τις ορδές του στρατηγού Σκόμπι να σκοτώνουν Ελληνες.

Πολλά λοιπόν μπορεί να καταλογίσει κανείς στην Αγγλία, αλλά αυτή η ντροπή, αυτό το όνειδος, αυτό το κολοσσιαίο αίσχος να συλλαμβάνει το βρετανικό κράτος έναν ανάπηρο, αόμματο άνθρωπο επειδή έχει την ευψυχία να καταδικάζει μια γενοκτονία, υποστηρίζοντας έναν μαρτυρικό λαό, ομολογώ πως δεν το περίμενα, ούτε καν κι από τους Εγγλέζους.

Για να δούμε τώρα αυτόν τον σατανικό ανάπηρο τρομοκράτη, από ετυμολογικής απόψεως.

Τυφλός, σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, είναι κυριολεκτικά ο αόμματος, ο στραβός, αυτός που δεν βλέπει, που δεν έχει όραση ή που έχασε την όρασή του. Η λέξη παράγεται από το αρχαίο ρήμα «τύφω», που σημαίνει «σχηματίζω καπνό, καπνίζω» – το επίθετο «τυφλός» δήλωνε αυτόν που έχει θολή όραση, που βρίσκεται στο σκοτάδι.

Τυφλός, μεταφορικά, είναι κι ο αδιέξοδος, αυτός που δεν έχει αντίκρισμα κι ο παράφορος, είναι ο απόλυτος κι ο απεριόριστος, ο υπερβολικός, αλλά κι ο άβουλος.

Σε καμιά περίπτωση όμως «τυφλός» δεν σημαίνει τρομοκράτης, εκτός βέβαια κι αν μιλάμε για το ξεφτιλισμένο το βρετανικό κράτος, που συλλαμβάνει γέρους ογδοντάρηδες με μπαστούνι ή τυφλούς στο αναπηρικό καροτσάκι, τιμώντας έτσι τις ανθρωπιστικές αξίες της πολιτισμένης, δημοκρατικής Δύσης και ιδιαίτερα αυτές της Μεγάλης Βρετανίας.

 

ΠΗΓΗ:

ΝΗΣΙΔΕΣ18.10.25 17:00 ΕΦΣΥΝ

 

By the same:

WHAT DOES BLIND MEAN?

 

By Pavlos Methenitis

Rendered by Vassilis C. Militsis

 

 

According to a law passed recently in Great Britain, Palestine Action, an organization campaigning for the freedom of Palestine and condemning the genocide perpetrated on its people by the State of Israel, is a terrorist group. Therefore, Palestine Action has been entered into a highly interesting terrorist list, which includes Al Qaida and ISIS. This means if you lift a banner or voice pro-Palestinian slogans in the UK, its police can book you in as a terrorist, with all the obvious consequences.

 

 

 

 

Recently in London, there was a pro-Palestinian demonstration with the participation of Palestine Action.

 

The Metropolitan Police confirmed the arrest of 532 people, among which there were a dozen of eighty-year olds and a blind man in a wheelchair. It is truly hard to believe it. Fully armed, young and sturdy policemen and policewomen arrested a blind man in a wheelchair because he supported the Palestinian cause for life and freedom.

 

 

Well, a great deal can be said about Britain – her colonialism, the historical imperialism, about the streams of blood she has shed to become Great and the global wealth she has been usurping through the centuries to that effect.

 

A great deal can be remembered of her glorious scions, like that scum, the former PM, Tony Blair, who, in order to legalize the invasion to Iraq and the consequent plundering of the oil reserves by the western consortiums, deceived the whole world picturing Saddam Hussein as the Lord of Darkness, fully prepared to wage a total war against all with mass destruction weapons, which, however, he had never had.

 

 

A great deal can be testified against England – a host of outrages; beginning from the occupation of North Ireland and ending to the unique on record British invasion to an allied country before even the end of WWII, during the 1944 December events in Greece, when the hordes of General Scobie were killing Greek citizens.

Finally, a host of iniquities can be blamed on England, but this outrage, this disgrace, this colossal shame of the British State to arrest an invalid, an eyeless man because he has had the courage to condemn a genocide by supporting a tormented people, one cannot expect it even by the English.

 

 

Now, let us examine this satanic, invalid and blind terrorist etymologically.

 

The word "blind"* comes from Old English and the Proto-Germanic root *blindaz, possibly with an older sense of "confused" or "murky" derived from the Proto-Indo-European root *bhel" This root may have originally described something "cloudy" or that "deceives," which later developed into the primary meaning of lacking sight. The meaning "lacking sight" became the primary sense over time, but the older meaning of "confused" or "unclear" still exists in figurative uses. The word also has to do with violence, exaggeration but of irresoluteness, as well.

In no case, however, blind, means terrorist, unless, of course, we speak of the despicable British State, which arrests eighty-year olds leaning on walking sticks or blind men in wheelchairs, honoring thus the humanitarian values of the civilized democratic West, and, in particular, those of Great Britain.

 

*In Modern Greek the word for blind is tyflos < Ancient Greek tuphlos, meaning someone who has lost his eyesight. The word derives from the verb tupho, meaning to make smoke; thus tuphlos denoted someone being in dark. Figuratively, a tyflos is one who is impetuous, absolute, exaggerated, unrestricted but also weak-willed.

 

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2025

THE LOTTERY - Η ΛΟΤΑΡΙΑ (ΜΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΘΥΣΙΑ)


 

THE LOTTERY



Shirley Jackson

 

 

 

The morning of June 27th was clear and sunny, with the fresh warmth of a full-summer day; the flowers were blossoming profusely and the grass was richly green. The people of the village began to gather in the square, between the post office and the bank, around ten o’clock; in some towns there were so many people that the lottery took two days and had to be started on June 26th, but in this village, where there were only about three hundred people, the whole lottery took only about two hours, so it could begin at ten o’clock in the morning and still be through in time to allow the villagers to get home for noon dinner.

The children assembled first, of course. School was recently over for the summer, and the feeling of liberty sat uneasily on most of them; they tended to gather together quietly for a while before they broke into boisterous play, and their talk was still of the classroom and the teacher, of books and reprimands. Bobby Martin had already stuffed his pockets full of stones, and the other boys soon followed his example, selecting the smoothest and roundest stones; Bobby and Harry Jones and Dickie Delacroix—the villagers pronounced this name “Dellacroy”—eventually made a great pile of stones in one corner of the square and guarded it against the raids of the other boys. The girls stood aside, talking among themselves, looking over their shoulders at the boys, and the very small children rolled in the dust or clung to the hands of their older brothers or sisters.

Soon the men began to gather, surveying their own children, speaking of planting and rain, tractors and taxes. They stood together, away from the pile of stones in the corner, and their jokes were quiet and they smiled rather than laughed. The women, wearing faded house dresses and sweaters, came shortly after their menfolk. They greeted one another and exchanged bits of gossip as they went to join their husbands. Soon the women, standing by their husbands, began to call to their children, and the children came reluctantly, having to be called four or five times. Bobby Martin ducked under his mother’s grasping hand and ran, laughing, back to the pile of stones. His father spoke up sharply, and Bobby came quickly and took his place between his father and his oldest brother.

 

 

The lottery was conducted—as were the square dances, the teen-age club, the Halloween program—by Mr. Summers, who had time and energy to devote to civic activities. He was a round-faced, jovial man and he ran the coal business, and people were sorry for him, because he had no children and his wife was a scold. When he arrived in the square, carrying the black wooden box, there was a murmur of conversation among the villagers, and he waved and called, “Little late today, folks.” The postmaster, Mr. Graves, followed him, carrying a three-legged stool, and the stool was put in the center of the square and Mr. Summers set the black box down on it. The villagers kept their distance, leaving a space between themselves and the stool, and when Mr. Summers said, “Some of you fellows want to give me a hand?,” there was a hesitation before two men, Mr. Martin and his oldest son, Baxter, came forward to hold the box steady on the stool while Mr. Summers stirred up the papers inside it.

 

 

.

The original paraphernalia for the lottery had been lost long ago, and the black box now resting on the stool had been put into use even before Old Man Warner, the oldest man in town, was born. Mr. Summers spoke frequently to the villagers about making a new box, but no one liked to upset even as much tradition as was represented by the black box. There was a story that the present box had been made with some pieces of the box that had preceded it, the one that had been constructed when the first people settled down to make a village here. Every year, after the lottery, Mr. Summers began talking again about a new box, but every year the subject was allowed to fade off without anything’s being done. The black box grew shabbier each year; by now it was no longer completely black but splintered badly along one side to show the original wood color, and in some places faded or stained.




Mr. Martin and his oldest son, Baxter, held the black box securely on the stool until Mr. Summers had stirred the papers thoroughly with his hand. Because so much of the ritual had been forgotten or discarded, Mr. Summers had been successful in having slips of paper substituted for the chips of wood that had been used for generations. Chips of wood, Mr. Summers had argued, had been all very well when the village was tiny, but now that the population was more than three hundred and likely to keep on growing, it was necessary to use something that would fit more easily into the black box. The night before the lottery, Mr. Summers and Mr. Graves made up the slips of paper and put them into the box, and it was then taken to the safe of Mr. Summers’ coal company and locked up until Mr. Summers was ready to take it to the square next morning. The rest of the year, the box was put away, sometimes one place, sometimes another; it had spent one year in Mr. Graves’ barn and another year underfoot in the post office, and sometimes it was set on a shelf in the Martin grocery and left there.


There was a great deal of fussing to be done before Mr. Summers declared the lottery open. There were the lists to make up—of heads of families, heads of households in each family, members of each household in each family. There was the proper swearing-in of Mr. Summers by the postmaster, as the official of the lottery; at one time, some people remembered, there had been a recital of some sort, performed by the official of the lottery, a perfunctory, tuneless chant that had been rattled off duly each year; some people believed that the official of the lottery used to stand just so when he said or sang it, others believed that he was supposed to walk among the people, but years and years ago this part of the ritual had been allowed to lapse. There had been, also, a ritual salute, which the official of the lottery had had to use in addressing each person who came up to draw from the box, but this also had changed with time, until now it was felt necessary only for the official to speak to each person approaching. Mr. Summers was very good at all this; in his clean white shirt and blue jeans, with one hand resting carelessly on the black box, he seemed very proper and important as he talked interminably to Mr. Graves and the Martins.




Just as Mr. Summers finally left off talking and turned to the assembled villagers, Mrs. Hutchinson came hurriedly along the path to the square, her sweater thrown over her shoulders, and slid into place in the back of the crowd. “Clean forgot what day it was,” she said to Mrs. Delacroix, who stood next to her, and they both laughed softly. “Thought my old man was out back stacking wood,” Mrs. Hutchinson went on, “and then I looked out the window and the kids was gone, and then I remembered it was the twenty-seventh and came a-running.” She dried her hands on her apron, and Mrs. Delacroix said, “You’re in time, though. They’re still talking away up there.”



Mrs. Hutchinson craned her neck to see through the crowd and found her husband and children standing near the front. She tapped Mrs. Delacroix on the arm as a farewell and began to make her way through the crowd. The people separated good-humoredly to let her through; two or three people said, in voices just loud enough to be heard across the crowd, “Here comes your Mrs., Hutchinson,” and “Bill, she made it after all.” Mrs. Hutchinson reached her husband, and Mr. Summers, who had been waiting, said cheerfully, “Thought we were going to have to get on without you, Tessie.” Mrs. Hutchinson said, grinning, “Wouldn’t have me leave m’dishes in the sink, now, would you, Joe?,” and soft laughter ran through the crowd as the people stirred back into position after Mrs. Hutchinson’s arrival.

“Well, now,” Mr. Summers said soberly, “guess we better get started, get this over with, so’s we can go back to work. Anybody ain’t here?”


“Dunbar,” several people said. “Dunbar, Dunbar.”

Mr. Summers consulted his list. “Clyde Dunbar,” he said. “That’s right. He’s broke his leg, hasn’t he? Who’s drawing for him?”


“Me, I guess,” a woman said, and Mr. Summers turned to look at her. “Wife draws for her husband,” Mr. Summers said. “Don’t you have a grown boy to do it for you, Janey?” Although Mr. Summers and everyone else in the village knew the answer perfectly well, it was the business of the official of the lottery to ask such questions formally. Mr. Summers waited with an expression of polite interest while Mrs. Dunbar answered.

“Horace’s not but sixteen yet,” Mrs. Dunbar said regretfully. “Guess I gotta fill in for the old man this year.”


“Right,” Mr. Summers said. He made a note on the list he was holding. Then he asked, “Watson boy drawing this year?”


A tall boy in the crowd raised his hand. “Here,” he said. “I’m drawing for m’mother and me.” He blinked his eyes nervously and ducked his head as several voices in the crowd said things like “Good fellow, Jack,” and “Glad to see your mother’s got a man to do it.”

“Well,” Mr. Summers said, “guess that’s everyone. Old Man Warner make it?”

“Here,” a voice said, and Mr. Summers nodded.

A sudden hush fell on the crowd as Mr. Summers cleared his throat and looked at the list. “All ready?” he called. “Now, I’ll read the names—heads of families first—and the men come up and take a paper out of the box. Keep the paper folded in your hand without looking at it until everyone has had a turn. Everything clear?”



The people had done it so many times that they only half listened to the directions; most of them were quiet, wetting their lips, not looking around. Then Mr. Summers raised one hand high and said, “Adams.” A man disengaged himself from the crowd and came forward. “Hi, Steve,” Mr. Summers said, and Mr. Adams said, “Hi, Joe.” They grinned at one another humorlessly and nervously. Then Mr. Adams reached into the black box and took out a folded paper. He held it firmly by one corner as he turned and went hastily back to his place in the crowd, where he stood a little apart from his family, not looking down at his hand.


“Allen,” Mr. Summers said. “Anderson. . . . Bentham.”

“Seems like there’s no time at all between lotteries any more,” Mrs. Delacroix said to Mrs. Graves in the back row. “Seems like we got through with the last one only last week.”


“Time sure goes fast,” Mrs. Graves said.

“Clark. . . . Delacroix.”

“There goes my old man,” Mrs. Delacroix said. She held her breath while her husband went forward.


“Dunbar,” Mr. Summers said, and Mrs. Dunbar went steadily to the box while one of the women said, “Go on, Janey,” and another said, “There she goes.”

“We’re next,” Mrs. Graves said. She watched while Mr. Graves came around from the side of the box, greeted Mr. Summers gravely, and selected a slip of paper from the box. By now, all through the crowd there were men holding the small folded papers in their large hands, turning them over and over nervously. Mrs. Dunbar and her two sons stood together, Mrs. Dunbar holding the slip of paper.

“Harburt. . . . Hutchinson.”

“Get up there, Bill,” Mrs. Hutchinson said, and the people near her laughed.

“Jones.”

“They do say,” Mr. Adams said to Old Man Warner, who stood next to him, “that over in the north village they’re talking of giving up the lottery.”

Old Man Warner snorted. “Pack of crazy fools,” he said. “Listening to the young folks, nothing’s good enough for them. Next thing you know, they’ll be wanting to go back to living in caves, nobody work any more, live that way for a while. Used to be a saying about ‘Lottery in June, corn be heavy soon.’ First thing you know, we’d all be eating stewed chickweed and acorns. There’s always been a lottery,” he added petulantly. “Bad enough to see young Joe Summers up there joking with everybody.”

“Some places have already quit lotteries,” Mrs. Adams said.

“Nothing but trouble in that,” Old Man Warner said stoutly. “Pack of young fools.”


“Martin.” And Bobby Martin watched his father go forward. “Overdyke. . . . Percy.”

“I wish they’d hurry,” Mrs. Dunbar said to her older son. “I wish they’d hurry.”

“They’re almost through,” her son said.

“You get ready to run tell Dad,” Mrs. Dunbar said.


Mr. Summers called his own name and then stepped forward precisely and selected a slip from the box. Then he called, “Warner.”


“Seventy-seventh year I been in the lottery,” Old Man Warner said as he went through the crowd. “Seventy-seventh time.”

“Watson.” The tall boy came awkwardly through the crowd. Someone said, “Don’t be nervous, Jack,” and Mr. Summers said, “Take your time, son.”

“Zanini.”

After that, there was a long pause, a breathless pause, until Mr. Summers, holding his slip of paper in the air, said, “All right, fellows.” For a minute, no one moved, and then all the slips of paper were opened. Suddenly, all the women began to speak at once, saying, “Who is it?,” “Who’s got it?,” “Is it the Dunbars?,” “Is it the Watsons?” Then the voices began to say, “It’s Hutchinson. It’s Bill,” “Bill Hutchinson’s got it.”


“Go tell your father,” Mrs. Dunbar said to her older son.

People began to look around to see the Hutchinsons. Bill Hutchinson was standing quiet, staring down at the paper in his hand. Suddenly, Tessie Hutchinson shouted to Mr. Summers, “You didn’t give him time enough to take any paper he wanted. I saw you. It wasn’t fair!”


“Be a good sport, Tessie,” Mrs. Delacroix called, and Mrs. Graves said, “All of us took the same chance.”

“Shut up, Tessie,” Bill Hutchinson said.

“Well, everyone,” Mr. Summers said, “that was done pretty fast, and now we’ve got to be hurrying a little more to get done in time.” He consulted his next list. “Bill,” he said, “you draw for the Hutchinson family. You got any other households in the Hutchinsons?”


“There’s Don and Eva,” Mrs. Hutchinson yelled. “Make them take their chance!”

“Daughters draw with their husbands’ families, Tessie,” Mr. Summers said gently. “You know that as well as anyone else.”


“It wasn’t fair,” Tessie said.

“I guess not, Joe,” Bill Hutchinson said regretfully. “My daughter draws with her husband’s family, that’s only fair. And I’ve got no other family except the kids.”

“Then, as far as drawing for families is concerned, it’s you,” Mr. Summers said in explanation, “and as far as drawing for households is concerned, that’s you, too. Right?”

“Right,” Bill Hutchinson said.

“How many kids, Bill?” Mr. Summers asked formally.

“Three,” Bill Hutchinson said. “There’s Bill, Jr., and Nancy, and little Dave. And Tessie and me.”

“All right, then,” Mr. Summers said. “Harry, you got their tickets back?”

Mr. Graves nodded and held up the slips of paper. “Put them in the box, then,” Mr. Summers directed. “Take Bill’s and put it in.”


“I think we ought to start over,” Mrs. Hutchinson said, as quietly as she could. “I tell you it wasn’t fair. You didn’t give him time enough to choose. Everybody saw that.”

Mr. Graves had selected the five slips and put them in the box, and he dropped all the papers but those onto the ground, where the breeze caught them and lifted them off.

“Listen, everybody,” Mrs. Hutchinson was saying to the people around her.

“Ready, Bill?” Mr. Summers asked, and Bill Hutchinson, with one quick glance around at his wife and children, nodded.


“Remember,” Mr. Summers said, “take the slips and keep them folded until each person has taken one. Harry, you help little Dave.” Mr. Graves took the hand of the little boy, who came willingly with him up to the box. “Take a paper out of the box, Davy,” Mr. Summers said. Davy put his hand into the box and laughed. “Take just one paper,” Mr. Summers said. “Harry, you hold it for him.” Mr. Graves took the child’s hand and removed the folded paper from the tight fist and held it while little Dave stood next to him and looked up at him wonderingly.


“Nancy next,” Mr. Summers said. Nancy was twelve, and her school friends breathed heavily as she went forward, switching her skirt, and took a slip daintily from the box. 


“Bill, Jr.,” Mr. Summers said, and Billy, his face red and his feet overlarge, nearly knocked the box over as he got a paper out. “Tessie,” Mr. Summers said. She hesitated for a minute, looking around defiantly, and then set her lips and went up to the box. She snatched a paper out and held it behind her.


“Bill,” Mr. Summers said, and Bill Hutchinson reached into the box and felt around, bringing his hand out at last with the slip of paper in it.

The crowd was quiet. A girl whispered, “I hope it’s not Nancy,” and the sound of the whisper reached the edges of the crowd.

“It’s not the way it used to be,” Old Man Warner said clearly. “People ain’t the way they used to be.”

“All right,” Mr. Summers said. “Open the papers. Harry, you open little Dave’s.”

Mr. Graves opened the slip of paper and there was a general sigh through the crowd as he held it up and everyone could see that it was blank. Nancy and Bill, Jr., opened theirs at the same time, and both beamed and laughed, turning around to the crowd and holding their slips of paper above their heads.

“Tessie,” Mr. Summers said. There was a pause, and then Mr. Summers looked at Bill Hutchinson, and Bill unfolded his paper and showed it. It was blank.

“It’s Tessie,” Mr. Summers said, and his voice was hushed. “Show us her paper, Bill.”


Bill Hutchinson went over to his wife and forced the slip of paper out of her hand. It had a black spot on it, the black spot Mr. Summers had made the night before with the heavy pencil in the coal-company office. Bill Hutchinson held it up, and there was a stir in the crowd.

“All right, folks,” Mr. Summers said. “Let’s finish quickly.”

Although the villagers had forgotten the ritual and lost the original black box, they still remembered to use stones. The pile of stones the boys had made earlier was ready; there were stones on the ground with the blowing scraps of paper that had come out of the box. Mrs. Delacroix selected a stone so large she had to pick it up with both hands and turned to Mrs. Dunbar. “Come on,” she said. “Hurry up.”


Mrs. Dunbar had small stones in both hands, and she said, gasping for breath. “I can’t run at all. You’ll have to go ahead and I’ll catch up with you.”

The children had stones already, and someone gave little Davy Hutchinson a few pebbles.

Tessie Hutchinson was in the center of a cleared space by now, and she held her hands out desperately as the villagers moved in on her. “It isn’t fair,” she said. A stone hit her on the side of the head.


Old Man Warner was saying, “Come on, come on, everyone.” Steve Adams was in the front of the crowd of villagers, with Mrs. Graves beside him.

“It isn’t fair, it isn’t right,” Mrs. Hutchinson screamed, and then they were upon her. ♦

 

Published by The New Yorker in the print edition of the June 26, 1948, issue.

Η ΛΟΤΑΡΙΑ

Σίρλεϊ Τζάκσον

 Μετάφραση: Λένα Κοψαχείλη

 

 

Το πρωινό της 27ης Ιουνίου ήταν ανέφελο και ηλιόλουστο, είχε την καθάρια ζέστη μιας εντελώς καλοκαιριάτικης μέρας· τα λουλούδια ήταν ολάνθιστα και το χορτάρι καταπράσινο. Οι κάτοικοι του χωριού άρχισαν να συγκεντρώνονται στην πλατεία, ανάμεσα στο ταχυδρομείο και την τράπεζα, γύρω στις δέκα· σε ορισμένες πόλεις υπήρχε τόσος κόσμος που η λοταρία κρατούσε δυο μέρες και έπρεπε να αρχίσει στις 26 Ιουνίου, αλλά σε τούτο το χωριό, που είχε μόνο τριακόσιους κατοίκους περίπου, η λοταρία διαρκούσε λιγότερο από δύο ώρες, οπότε μπορούσε να αρχίσει στις δέκα το πρωί και να τελειώσει έγκαιρα ώστε οι χωρικοί να είναι στο σπίτι τους την ώρα του μεσημεριανού.


Πρώτα μαζεύτηκαν, φυσικά, τα παιδιά. Τα σχολεία είχαν κλείσει πρόσφατα για το καλοκαίρι και η αίσθηση της ελευθερίας προκαλούσε ανησυχία στα περισσότερα· προσέρχονταν ήσυχα για λίγο, πριν αφοσιωθούν στο θορυβώδες παιχνίδι τους, και ακόμη μιλούσαν για το μάθημα και τη δασκάλα, για βιβλία και επιπλήξεις. Ο Μπόμπι Μάρτιν είχε ήδη γεμίσει τις τσέπες του με πέτρες και σύντομα ακολούθησαν το παράδειγμά του και τα άλλα αγόρια, διαλέγοντας τις πιο λείες και στρογγυλές πέτρες· στο τέλος ο Μπόμπι και ο Χάρι Τζόουνς και ο Ντίκι Ντελακρουά –οι ντόπιοι πρόφεραν το όνομά του «Ντέλακρο»- έφτιαξαν έναν μεγάλο σωρό από πέτρες στη γωνία της πλατείας και τον προφύλασσαν από τις επιδρομές των άλλων αγοριών. Τα κορίτσια κάθονταν παράμερα, μιλώντας μεταξύ τους, κοιτάζοντας τα αγόρια πάνω από τον ώμο τους, και τα πολύ μικρά παιδιά κυλιόντουσαν στο χώμα ή τα κρατούσαν από το χέρι τα μεγαλύτερα αδέλφια τους.

Σε λίγο άρχισαν να μαζεύονται οι άντρες· έριχναν μια ματιά στα παιδιά τους ή μιλούσαν για το φύτεμα και τη βροχή, για τρακτέρ και φόρους. Στέκονταν μαζεμένοι σε ένα σημείο, μακριά από τον σωρό με τις πέτρες στη γωνία, και τα αστεία τους ήταν ήσυχα, και πιο πολύ χαμογελούσαν παρά γελούσαν. Οι γυναίκες, φορώντας ξεθωριασμένα πρόχειρα φουστάνια και μπλούζες, κατέφθασαν λίγο μετά τους άντρες. Χαιρετούσαν η μία την άλλη και αντάλλασσαν μικροκουτσομπολιά καθώς πήγαιναν να βρουν τον σύζυγό τους. Σε λίγο οι γυναίκες, δίπλα στους συζύγους τους, άρχισαν να φωνάζουν τα παιδιά τους, και τα παιδιά πήγαν απρόθυμα, αφού χρειάστηκε να τα φωνάξουν τέσσερις ή πέντε φορές. Ο Μπόμπι Μάρτιν ξέφυγε από το χέρι της μητέρας του που τον κρατούσε σφιχτά και έτρεξε γελώντας ξανά προς τον σωρό με τις πέτρες. Ο πατέρας του μίλησε δυνατά με απότομο τόνο και ο Μπόμπι πήγε γρήγορα στη θέση του ανάμεσα στον πατέρα του και στον μεγαλύτερο αδελφό του.

Τη λοταρία τη συντόνιζε –όπως και τις καντρίλιες, την εφηβική λέσχη, το πρόγραμμα του Χάλοουιν- ο κύριος Σάμερς, ο οποίος είχε χρόνο και δυνάμεις για να αφιερώσει στις δραστηριότητες της κοινότητας. Ήταν ένας στρογγυλοπρόσωπος, πρόσχαρος άνθρωπος και διηύθυνε την εταιρία κάρβουνου, και ο κόσμος τον λυπόταν επειδή δεν είχε παιδιά και η γυναίκα του ήταν στρίγκλα. Όταν έφτασε στην πλατεία, κουβαλώντας το μαύρο ξύλινο κουτί, ακούστηκε ένα μουρμουρητό ανάμεσα στους χωρικούς, και εκείνος κούνησε το χέρι και φώναξε: «Άργησα λίγο σήμερα, παιδιά». Ο διευθυντής του ταχυδρομείου, ο κύριος Γκρέιβς, τον ακολουθούσε κρατώντας ένα σκαμνί με τρία πόδια, και το σκαμνί τοποθετήθηκε στο κέντρο της πλατείας και ο κύριος Σάμερς τοποθέτησε επάνω το μαύρο κουτί. Οι χωρικοί παρέμειναν σε απόσταση, αφήνοντας χώρο ανάμεσα στους ίδιους και στο σκαμνί, και όταν ο κύριος Σάμερς είπε «Ποιοι θα μου δώσουν ένα χεράκι;», δίστασαν, μέχρι που δύο άντρες, ο κύριος Μάρτιν και ο μεγάλος γιος του, ο Μπάξτερ, πήγαν να κρατήσουν το κουτί σταθερό επάνω στο σκαμνί ενόσω ο κύριος Σάμερς ανακάτευε τα χαρτάκια στο εσωτερικό του.

Τα αρχικά σύνεργα για τη λοταρία είχαν χαθεί πριν από πολύ καιρό και το μαύρο κουτί που βρισκόταν τώρα επάνω στο σκαμνί είχε πρωτοχρησιμοποιηθεί πριν καν γεννηθεί ο γερο-Γουόρνερ, ο γηραιότερος άντρας στην πόλη. Ο κύριος Σάμερς έλεγε συχνά στους χωρικούς να φτιάξουν καινούργιο κουτί, αλλά κανείς δεν ήθελε να ταράξει ούτε καν αυτή την παράδοση που αντιπροσώπευε το μαύρο κουτί. Λεγόταν ότι το παρόν κουτί είχε φτιαχτεί με κάποια κομμάτια του προηγούμενου κουτιού, εκείνου που είχε κατασκευαστεί όταν εγκαταστάθηκαν οι πρώτοι άνθρωποι για να χτίσουν ένα χωριό εδώ. Κάθε χρόνο, μετά τη λοταρία, ο κύριος Σάμερς άρχιζε ξανά τη συζήτηση για το καινούργιο κουτί, αλλά κάθε χρόνο το ζήτημα αφηνόταν να ξεχαστεί χωρίς να γίνει τίποτα. Το μαύρο κουτί φθειρόταν όλο και περισσότερο κάθε χρόνο· τώρα πια δεν ήταν ολόμαυρο, αλλά από τη μια πλευρά είχε σκιστεί πολύ και φαινόταν το χρώμα του ξύλου, και σε ορισμένα σημεία είχε ξεθωριάσει ή είχε λερωθεί.

Ο κύριος Μάρτιν και ο μεγάλος γιος του, ο Μπάξτερ, κράτησαν σταθερό το μαύρο κουτί επάνω στο σκαμνί μέχρι ο κύριος Σάμερς να ανακατέψει καλά τα χαρτάκια με το χέρι του. Καθώς πολλά στοιχεία του τελετουργικού είχαν ξεχαστεί ή είχαν περιπέσει σε αχρησία, ο κύριος Σάμερς είχε καταφέρει να αντικαταστήσει με χαρτάκια τα κομμάτια ξύλου που χρησιμοποιούνταν επί γενεές. Τα κομμάτια ξύλου, αντέτεινε ο κύριος Σάμερς, ήταν ό,τι πρέπει όταν το χωριό ήταν μικρό, αλλά τώρα που οι κάτοικοι ξεπερνούσαν τους τριακόσιους και πιθανότατα θα αυξάνονταν κι άλλο, έπρεπε να χρησιμοποιούν κάτι που θα έμπαινε πιο εύκολα μέσα στο μαύρο κουτί. Το βράδυ πριν από τη λοταρία ο κύριος Σάμερς και ο κύριος Γκρέιβς ετοίμαζαν τα χαρτάκια και τα έβαζαν μέσα στο κουτί, και μετά το έβαζαν στο χρηματοκιβώτιο στην εταιρία κάρβουνου του κυρίου Σάμερς και το κλείδωναν εκεί μέσα ώσπου ο κύριος Σάμερς να είναι έτοιμος να το πάει στην πλατεία το επόμενο πρωί. Τον υπόλοιπο χρόνο το κουτί έμπαινε στην άκρη, πότε σε ένα μέρος, πότε σε άλλο· μια χρονιά είχε μείνει στη σιταποθήκη του κυρίου Γκρέιβς και μια άλλη χρονιά κατάχαμα στο ταχυδρομείο, και μερικές φορές το έβαζαν σε ένα ράφι στο μπακάλικο του Μάρτιν και το άφηναν εκεί.

Ήταν ολόκληρη φασαρία ώσπου να κηρύξει την έναρξη της λοταρίας ο κύριος Σάμερς. Έπρεπε να φτιαχτούν οι λίστες –με τους αρχηγούς των οικογενειών, τους αρχηγούς των νοικοκυριών κάθε οικογένειας, τα μέλη κάθε νοικοκυριού σε κάθε οικογένεια. Έπρεπε να γίνει η επίσημη ορκωμοσία του κυρίου Σάμερς από τον διευθυντή του ταχυδρομείου, ως λειτουργού της λοταρίας· κάποτε, θυμόντουσαν μερικοί, υπήρχε κάτι σαν απαγγελία, που την εκτελούσε ο λειτουργός της λοταρίας, μια τυπική, μονότονη ψαλμωδία που λεγόταν γρήγορα γρήγορα την κατάλληλη στιγμή κάθε χρόνο· ορισμένοι πίστευαν ότι ο λειτουργός της λοταρίας στεκόταν όρθιος όταν απήγελλε ή έψελνε, άλλοι πίστευαν ότι έπρεπε να βαδίζει ανάμεσα στον κόσμο, αλλά εδώ και πολλά πολλά χρόνια αυτό το μέρος της τελετουργίας είχε καταργηθεί. Υπήρχε, επίσης, ένας τυπικός χαιρετισμός, τον οποίο έπρεπε να χρησιμοποιεί ο λειτουργός της λοταρίας απευθυνόμενος σε κάθε έναν που πήγαινε να τραβήξει κλήρο από το κουτί, αλλά και αυτό είχε αλλάξει με τον καιρό, ώσπου τώρα πια θεωρούνταν ότι ο λειτουργός έπρεπε απλώς να μιλήσει σε κάθε έναν που πλησίαζε. Ο κύριος Σάμερς τα κατάφερνε πολύ καλά σ’ όλα αυτά· με το καθαρό λευκό πουκάμισό του και το μπλουτζίν, έχοντας το ένα χέρι ακουμπισμένο ανέμελα επάνω στο μαύρο κουτί, φαινόταν πολύ ευπρεπής και σπουδαίος καθώς μιλούσε ασταμάτητα στον κύριο Γκρέιβς και στους Μάρτιν.

Τη στιγμή που ο κύριος Σάμερς επιτέλους σταμάτησε να μιλάει και στράφηκε προς τους συγκεντρωμένους χωρικούς, η κυρία Χάτσινσον κατέβηκε βιαστικά το μονοπάτι που οδηγούσε στην πλατεία, με την μπλούζα της ριγμένη στους ώμους, και χώθηκε στη θέση της στο πίσω μέρος του πλήθους. «Ξέχασα ολωσδιόλου τι μέρα είναι σήμερα», είπε στην κυρία Ντελακρουά, που στεκόταν δίπλα της, και γέλασαν σιγανά και οι δύο. «Θαρρούσα πως ο άντρας μου ήταν πίσω και στοίβαζε ξύλα», συνέχισε η κυρία Χάτσινσον, «και μετά κοίταξα απ’ το παράθυρο και τα παιδιά είχαν φύγει, και τότε θυμήθηκα ότι έχουμε 27 και ήρθα τρεχάλα». Σκούπισε τα χέρια της στην ποδιά της και η κυρία Ντελακρουά είπε: «Στην ώρα σου ήρθες, πάντως. Ακόμα μιλάνε εκεί πέρα».

Η κυρία Χάτσινσον τέντωσε τον λαιμό της για να δει μες στο πλήθος και βρήκε τον σύζυγό της και τα παιδιά της να στέκονται κοντά στις πρώτες σειρές. Χαιρέτησε την κυρία Ντελακρουά χτυπώντας την ελαφρά στο μπράτσο και άρχισε να προχωράει μέσα στο πλήθος. Ο κόσμος παραμέριζε καλοπροαίρετα για να της κάνει χώρο να περάσει· δυο-τρεις είπαν, αρκετά δυνατά ώστε να ακουστούν, «Χάτσινσον, έρχεται η κυρά σου» και «Μπιλ, πρόλαβε τελικά». Η κυρία Χάτσινσον πλησίασε τον σύζυγό της και ο κύριος Σάμερς, που περίμενε, είπε με πρόσχαρο τόνο: «Τέσι, νομίζαμε ότι θα αναγκαστούμε να ξεκινήσουμε χωρίς εσένα». Η κυρία Χάτσινσον είπε χαμογελώντας αυτάρεσκα: «Θαρρούσες πως θ’ άφηνα τα πιάτα μου στον νεροχύτη, Τζο;» και ένα ελαφρύ γέλιο ακούστηκε από το πλήθος καθώς ο κόσμος επέστρεφε στη θέση του μετά την άφιξη της κυρίας Χάτσινσον.

«Λοιπόν», είπε ο κύριος Σάμερς με σοβαρό τόνο, «ας αρχίσουμε, να ξεμπερδεύουμε, για να γυρίσουμε στις δουλειές μας. Λείπει κανείς;».

«Ο Ντάνμπαρ», είπαν μερικοί. «Ο Ντάνμπαρ, ο Ντάνμπαρ».

Ο κύριος Σάμερς συμβουλεύτηκε τη λίστα του. «Ο Κλάιντ Ντάνμπαρ», είπε. «Εντάξει. Έχει σπάσει το πόδι του, έτσι δεν είναι; Ποιος θα τραβήξει κλήρο για κείνον;».

«Εγώ μάλλον», είπε μια γυναίκα, και ο κύριος Σάμερς στράφηκε και την κοίταξε. «Η σύζυγος τραβάει κλήρο για τον σύζυγό της», είπε ο κύριος Σάμερς. «Δεν έχεις κανένα μεγάλο παιδί για να το κάνει, Τζέινι;». Μολονότι ο κύριος Σάμερς και όλοι οι άλλοι στο χωριό γνώριζαν πολύ καλά την απάντηση, ήταν καθήκον του λειτουργού της λοταρίας να κάνει επισήμως αυτές τις ερωτήσεις. Ο κύριος Σάμερς περίμενε με μια ευγενική έκφραση ενδιαφέροντος ενόσω η κυρία Ντάνμπαρ απαντούσε.

«Ο Όρας είναι μόνο δεκαέξι ακόμη», είπε η κυρία Ντάνμπαρ απολογητικά. «Μάλλον πρέπει να αντικαταστήσω εγώ τον άντρα μου φέτος».

«Εντάξει», είπε ο κύριος Σάμερς. Σημείωσε κάτι στη λίστα που κρατούσε. Έπειτα ρώτησε: «Ο νεαρός Γουάτσον τραβάει κλήρο φέτος;».

Ένα ψηλό παιδί μες στο πλήθος σήκωσε το χέρι του. «Εδώ», είπε. «Τραβάω κλήρο για τη μάνα μου και για μένα». Ανοιγόκλεισε νευρικά τα μάτια του και έσκυψε το κεφάλι, ενώ ακούστηκαν ορισμένοι από το πλήθος να λένε «Μπράβο, Τζακ» ή «Ευτυχώς που η μάνα σου έχει έναν άντρα για να το κάνει εκείνος».

«Λοιπόν», είπε ο κύριος Σάμερς, «νομίζω ότι είναι όλοι εδώ. Ο γερο-Γουόρνερ ήρθε;».

«Εδώ είμαι», είπε μια φωνή, και ο κύριος Σάμερς έγνεψε καταφατικά.

Ξαφνικά έπεσε σιωπή στο πλήθος ενόσω ο κύριος Σάμερς καθάριζε τον λαιμό του και κοιτούσε τη λίστα του. «Είστε όλοι έτοιμοι;» φώναξε. «Τώρα, θα διαβάσω τα ονόματα –των αρχηγών των οικογενειών πρώτα- και οι άντρες θα έρχονται και θα παίρνουν ένα χαρτί από το κουτί. Κρατήστε το χαρτί διπλωμένο στο χέρι σας χωρίς να το κοιτάξετε, μέχρι να πάρουν όλοι. Συνεννοηθήκαμε;».

Το είχαν κάνει τόσο πολλές φορές ώστε απλώς μισοάκουγαν τις οδηγίες· οι περισσότεροι ήταν σιωπηλοί, γλείφοντας τα χείλη τους, χωρίς να κοιτάνε τριγύρω. Έπειτα ο κύριος Σάμερς σήκωσε το ένα χέρι ψηλά και είπε: «Άνταμς». Ένας άντρας ξεχώρισε από το πλήθος και βγήκε μπροστά. «Γεια σου, Στιβ», είπε ο κύριος Σάμερς, και ο κύριος Άνταμς είπε «Γεια σου, Τζο». Χαμογέλασαν συγκρατημένα ο ένας στον άλλον, άκεφα και αμήχανα. Έπειτα ο κύριος Άνταμς άπλωσε το χέρι του μέσα στο μαύρο κουτί και έβγαλε ένα διπλωμένο χαρτί. Κρατώντας το σφιχτά από τη μία άκρη γύρισε και πήγε βιαστικά στη θέση του μέσα στο πλήθος, όπου στάθηκε κάπως παράμερα από την οικογένειά του και δίχως να κοιτάζει κάτω προς το χέρι του.

«Άλεν», είπε ο κύριος Σάμερς. «Άντερσον... Μπένταμ».

«Μου φαίνεται σαν να μην περνάει πια καθόλου χρόνος από τη μία λοταρία ως την άλλη», είπε η κυρία Ντελακρουά στην κυρία Γκρέιβς στην πίσω σειρά. «Θαρρείς και η προηγούμενη έγινε μόλις την περασμένη εβδομάδα».

«Ο καιρός περνάει πολύ γρήγορα», είπε η κυρία Γκρέιβς.

«Κλαρκ... Ντέλακρο».

«Ήρθε κι η σειρά του άντρα μου», είπε η κυρία Ντελακρουά. Κράτησε την αναπνοή της, ενώ ο σύζυγός της πήγαινε μπροστά.

«Ντάνμπαρ», είπε ο κύριος Σάμερς, και η κυρία Ντάνμπαρ πήγε με σταθερό βήμα στο κουτί, ενώ μια γυναίκα είπε «Εμπρός, Τζέινι» και μια άλλη είπε «Να, πάει τώρα».

«Εμείς είμαστε οι επόμενοι», είπε η κυρία Γκρέιβς. Κοιτούσε ενόσω ο κύριος Γκρέιβς βγήκε μπροστά δίπλα από το κουτί, χαιρέτισε βαρύθυμα τον κύριο Σάμερς και διάλεξε ένα χαρτάκι μέσα από το κουτί. Τώρα σε όλο το πλήθος υπήρχαν άντρες που κρατούσαν τα μικρά διπλωμένα χαρτάκια στα μεγάλα χέρια τους, γυρίζοντάς τα ξανά και ξανά νευρικά. Η κυρία Ντάνμπαρ και οι δυο γιοι της στέκονταν μαζί, η κυρία Ντάμπαρ κρατούσε το χαρτάκι.

«Χάρμπαρτ... Χάτσινσον».

«Άντε, Μπιλ, τράβα», είπε η κυρία Χάτσινσον, και όσοι ήταν κοντά γέλασαν.

«Τζόουνς».

«Λένε», είπε ο κύριος Άνταμς στον γερο-Γουόρνερ, που στεκόταν πλάι του, «ότι πέρα στο βορινό χωριό σκέφτονται να σταματήσουν τη λοταρία».

Ο γερο-Γουόρνερ ρουθούνισε. «Ένα μάτσο μουρλότρελοι», είπε. «Κάθονται κι ακούνε τους νέους, τίποτε δεν αρέσει σε δαύτους. Σε λίγο θα μας πουν ότι θα γυρίσουν ξανά στη ζωή στις σπηλιές, δεν θα δουλεύει κανείς πια, ας ζήσουν έτσι για λίγο καιρό. Κάποτε έλεγαν μια παροιμία: “Τον Ιούνη λοταρία, σύντομα καλή εσοδεία”. Και μετά, θα τρώγαμε όλοι βραστές στελαρίες και βελανίδια. Η λοταρία υπήρχε ανέκαθεν», πρόσθεσε οργισμένα.

«Σε ορισμένα μέρη έχουν ήδη εγκαταλείψει τη λοταρία», είπε η κυρία Άνταμς.

«Μόνο μπελάδες φέρνει αυτό», είπε αποφασιστικά ο γερο-Γουόρνερ. «Ένα μάτσο τρελόπαιδα».

«Μάρτιν». Και ο Μπόμπι Μάρτιν κοιτούσε τον πατέρα του ενώ έβγαινε μπροστά.

«Όβερνταϊκ... Πέρσι».

«Ας κάνουν πιο γρήγορα», είπε η κυρία Ντάνμπαρ στον μεγαλύτερο γιο της. «Ας κάνουν πιο γρήγορα».

«Όπου να ’ναι τελειώνουν», είπε ο γιος της.

«Ετοιμάσου να τρέξεις να το πεις στον μπαμπά», είπε η κυρία Ντάνμπαρ.

Ο κύριος Σάμερς φώναξε το δικό του όνομα και μετά έκανε ένα βήμα ακριβώς μπροστά και πήρε ένα χαρτάκι από το κουτί. Έπειτα φώναξε «Γουόρνερ».

«Εβδομήντα εφτά χρόνια έρχομαι στη λοταρία», είπε ο γερο-Γουόρνερ ενώ περνούσε μέσα από το πλήθος. «Εβδομήντα εφτά χρόνια».

«Γουάτσον». Το ψηλό αγόρι πέρασε αδέξια μέσα από το πλήθος. Κάποιος είπε «Μην έχεις τρακ, Τζακ» και ο κύριος Σάμερς είπε «Με την ησυχία σου, παιδί μου».

«Ζανίνι».

Έπειτα από αυτό έγινε μια μεγάλη παύση, μια εναγώνια παύση, ώσπου ο κύριος Σάμερς κρατώντας το χαρτάκι του στον αέρα είπε «Εντάξει, παιδιά». Για ένα λεπτό κανείς δεν κουνήθηκε, και μετά όλα τα χαρτάκια ανοίχτηκαν. Ξαφνικά οι γυναίκες άρχισαν να μιλάνε όλες μαζί, λέγοντας «Ποιος είναι;» «Ποιος το έχει;», «Είναι οι Ντάνμπαρ;», «Είναι οι Γουάτσον;». Ύστερα οι φωνές άρχισαν να λένε: «Ο Χάτσινσον είναι. Είναι ο Μπιλ», «Ο Μπιλ Χάτσινσον το έχει».

«Πήγαινε να το πεις στον πατέρα σου», είπε η κυρία Ντάνμπαρ στον μεγαλύτερο γιο της.

Ο κόσμος άρχισε να ψάχνει γύρω του να δει τους Χάτσινσον. Ο Μπιλ Χάτσινσον καθόταν ήσυχος, κοιτάζοντας το χαρτί στο χέρι του. Ξαφνικά η Τέσι Χάτσινσον φώναξε στον κύριο Σάμερς: «Δεν του έδωσες αρκετό χρόνο για να διαλέξει χαρτί. Σε είδα. Δεν ήταν δίκαιο».

 

«Μην κάνεις έτσι, Τέσι», φώναξε η κυρία Ντελακρουά, και η κυρία Γκρέιβς είπε: «Την ίδια αντιμετώπιση είχαμε όλοι».

«Πάψε, Τέσι», είπε ο Μπιλ Χάτσινσον.

«Λοιπόν», είπε ο κύριος Σάμερς, «όλα έγιναν πολύ γρήγορα, και τώρα πρέπει να βιαστούμε λίγο περισσότερο για να τελειώσουμε εγκαίρως». Συμβουλεύτηκε την επόμενη λίστα του. «Μπιλ», είπε, «τράβηξες για την οικογένεια Χάτσινσον. Υπάρχουν άλλα νοικοκυριά στην οικογένεια Χάτσινσον;».

«Είναι ο Ντον και η Εύα», κραύγασε η κυρία Χάτσινσον. «Να δοκιμάσουν κι αυτοί την τύχη τους».

«Οι κόρες τραβάνε κλήρο με την οικογένεια του συζύγου τους, Τέσι», είπε ο κύριος Σάμερς μειλίχια. «Το ξέρεις καλά αυτό, όπως το ξέρουν όλοι».

«Δεν ήταν δίκαιο», είπε η Τέσι.

«Μάλλον όχι, Τζο», είπε ο Μπιλ Χάτσινσον περίλυπος. «Η κόρη μου τραβάει κλήρο με την οικογένεια του συζύγου της, έτσι είναι το σωστό. Και δεν έχω άλλη οικογένεια πέρα από τα παιδιά».

«Τότε όσον αφορά τον κλήρο της οικογένειας, πέφτει σ’ εσένα», είπε ο κύριος Σάμερς εξηγώντας, «και όσον αφορά τον κλήρο για τα νοικοκυριά, πάλι πέφτει σ’ εσένα. Σωστά;».

«Σωστά», είπε ο Μπιλ Χάτσινσον.

«Πόσα είναι τα παιδιά, Μπιλ;» ρώτησε με επισημότητα ο κύριος Σάμερς.

«Τρία», είπε ο Μπιλ Χάτσινσον. «Είναι ο Μπιλ Τζούνιορ και η Νάνσι και ο μικρός Ντέιβ. Και η Τέσι κι εγώ».

«Εντάξει, λοιπόν», είπε ο κύριος Σάμερς. «Χάρι, πήρες τα δελτία τους;».

Ο κύριος Γκρέιβς κατένευσε και σήκωσε ψηλά τα χαρτάκια. «Βάλ’ τα μέσα στο κουτί, λοιπόν», έδωσε εντολή ο κύριος Σάμερς. «Πάρε το χαρτί του Μπιλ και βάλ’ το μέσα».

«Εγώ νομίζω ότι πρέπει να το κάνουμε από την αρχή», είπε η κυρία Χάτσινσον όσο πιο ήρεμα μπορούσε. «Σας λέω, δεν ήταν δίκαιο. Δεν του έδωσες αρκετό χρόνο για να διαλέξει. Όλοι το είδαν».

Ο κύριος Γκρέιβς είχε ξεχωρίσει τα πέντε χαρτάκια και τα είχε βάλει στο κουτί, και έριξε όλα τα χαρτιά εκτός από εκείνα στο έδαφος, απ’ όπου τα πήρε το αεράκι και τα σήκωσε ψηλά.

«Ακούστε», έλεγε η κυρία Χάτσινσον στους διπλανούς της.

«Έτοιμος, Μπιλ;», ρώτησε ο κύριος Σάμερς, και ο Μπιλ Χάτσινσον, ρίχνοντας ένα γρήγορο βλέμμα στη γυναίκα και στα παιδιά του, έγνεψε καταφατικά.

«Να θυμάστε», είπε ο κύριος Σάμερς, «θα πάρετε τα χαρτάκια και θα τα κρατήσετε διπλωμένα μέχρι να πάρουν όλοι από ένα. Χάρι, βοήθησε τον μικρό Ντέιβ». Ο κύριος Γκρέιβς πήρε το χέρι του μικρού αγοριού, που πήγε πρόθυμα μαζί του ως το κουτί. «Πάρε ένα χαρτί από το κουτί, Ντέιβι», είπε ο κύριος Σάμερς. Ο Ντέιβι έβαλε το χέρι του μέσα στο κουτί και γέλασε. «Πάρε μόνο ένα χαρτί», είπε ο κύριος Σάμερς. «Χάρι, κράτησέ το εσύ». Ο κύριος Γκρέιβς πήρε το χέρι του παιδιού και έβγαλε το διπλωμένο χαρτί από τη σφιχτά κλεισμένη χούφτα του και το κράτησε, ενώ ο μικρός Ντέιβ στεκόταν δίπλα του και τον κοιτούσε απορημένος.

«Η Νάνσι τώρα», είπε ο κύριος Σάμερς. Η Νάνσι ήταν στα δώδεκα και οι συμμαθητές της ανάσαναν βαριά καθώς βγήκε μπροστά, στρίβοντας τη φούστα της, και πήρε με χάρη ένα χαρτάκι από το κουτί.

«Ο Μπιλ Τζούνιορ», είπε ο κύριος Σάμερς, και ο Μπίλι, με το κατακόκκινο πρόσωπο και τα υπερμεγέθη πόδια, κόντεψε να αναποδογυρίσει το κουτί καθώς έπαιρνε ένα χαρτί. «Η Τέσι», είπε ο κύριος Σάμερς. Εκείνη δίστασε για λίγο, κοιτάζοντας τριγύρω περιφρονητικά, και μετά έσφιξε τα χείλη της και πήγε στο κουτί. Άρπαξε ένα χαρτί και το κράτησε πίσω της.

«Ο Μπιλ», είπε ο κύριος Σάμερς, και ο ο Μπιλ Χάτσινσον έβαλε το χέρι του στο κουτί και ψηλάφησε τριγύρω, βγάζοντας εντέλει έξω το χέρι του με το χαρτάκι.

Το πλήθος ήταν ήσυχο. Ένα κορίτσι ψιθύρισε «Ελπίζω να μην είναι η Νάνσι» και ο ήχος του ψίθυρου έφτασε στις παρυφές του πλήθους.

«Δεν γίνεται πια όπως παλιά», είπε κατηγορηματικά ο γερο-Γουόρνερ. «Ο κόσμος δεν είναι όπως παλιά».

«Εντάξει», είπε ο κύριος Σάμερς. «Ανοίξτε τα χαρτιά. Χάρι, άνοιξε το χαρτί του μικρού Ντέιβ».

Ο κύριος Γκρέιβς άνοιξε το χαρτάκι και ακούστηκε ένας γενικός αναστεναγμός από το πλήθος καθώς το σήκωσε ψηλά και είδαν όλοι ότι ήταν λευκό. Η Νάνσι και ο Μπιλ Τζούνιορ άνοιξαν τα δικά τους συγχρόνως· και οι δύο έλαμπαν και γέλασαν, γυρίζοντας προς το πλήθος και κρατώντας τα χαρτάκια τους πάνω από το κεφάλι τους.

«Τέσι», είπε ο κύριος Σάμερς. Έγινε μια παύση, και μετά ο κύριος Σάμερς κοίταξε τον Μπιλ Χάτσινσον, και ο Μπιλ ξετύλιξε το χαρτί του και το έδειξε. Ήταν λευκό.

«Η Τέσι είναι», είπε ο κύριος Σάμερς και η φωνή του ήταν πνιγμένη. «Δείξε μας το χαρτί της, Μπιλ».

Ο Μπιλ Χάτσινσον πλησίασε τη γυναίκα του και τράβηξε το χαρτάκι από το χέρι της. Είχε ένα μαύρο σημάδι επάνω, το μαύρο σημάδι που είχε φτιάξει ο κύριος Σάμερς το προηγούμενο βράδυ με το χοντρό μολύβι στο γραφείο της εταιρίας κάρβουνου. Ο Μπιλ Χάτσινσον το σήκωσε ψηλά και το πλήθος ανασάλεψε.

«Εντάξει, παιδιά», είπε ο κύριος Σάμερς, «ας τελειώνουμε γρήγορα».

Μολονότι οι χωρικοί είχαν ξεχάσει το τελετουργικό και είχαν χάσει το αρχικό μαύρο κουτί, θυμόντουσαν ακόμη να χρησιμοποιούν τις πέτρες. Ο σωρός από πέτρες που είχαν φτιάξει τα αγόρια νωρίτερα ήταν έτοιμος· υπήρχαν πέτρες στο έδαφος μαζί με τα χαρτάκια μέσα από το κουτί που τα είχε πάρει ο άνεμος. Η κυρία Ντελακρουά διάλεξε μια πέτρα τόσο μεγάλη, που τη σήκωσε και με τα δύο χέρια και στράφηκε στην κυρία Ντάνμπαρ. «Άντε», είπε. «Βιάσου».

Η κυρία Ντάνμπαρ κρατούσε μικρές πέτρες και στα δύο χέρια και είπε λαχανιασμένη: «Δεν μπορώ να τρέξω καθόλου. Πήγαινε εσύ μπροστά και θα σε προφτάσω».

Τα παιδιά κρατούσαν ήδη πέτρες, και κάποιος έδωσε στον μικρό Ντέιβι Χάτσινσον μερικά χαλίκια.

Τώρα πια η Τέσι Χάτσινσον βρισκόταν στη μέση ενός άδειου χώρου και έτεινε τα χέρια της απεγνωσμένα ενώ οι χωρικοί βάδιζαν προς το μέρος της. «Δεν είναι δίκαιο», είπε. Μια πέτρα τη χτύπησε στο κεφάλι, στο πλάι.

Ο γερο-Γουόρνερ έλεγε «Άντε, άντε, όλοι σας». Ο Στιβ Άνταμς ήταν επικεφαλής του πλήθους των χωρικών, με την κυρία Γκρέιβς δίπλα του.

«Δεν είναι δίκαιο, δεν είναι σωστό», ούρλιαξε η κυρία Χάτσινσον, και μετά όρμησαν καταπάνω της.