Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2024

ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΒΑΣΙΛΗ - ASK SANTA


 

ΡΩΤΗΣΤΕ ΤΟΝ ΑΪ ΒΑΣΙΛΗ

 

 Δημοσιεύτηκε 23 Δεκεμβρίου 2024

«Πώς είναι η γυναίκα σου, Άγιε Βασίλη;» ρωτάει ο 10χρονος Τζουντ τον Αϊ-Βασίλη. «Πόσους ταράνδους έχεις;» συνεχίζει.

«Άγιε Βασίλη, είμαι στη λίστα των άτακτων παιδιών ή των καλών;» Αυτή είναι η απορία του 12χρονου Μπόστον.

Τα δύο παιδιά δεν είναι όμως μαζί. Δεν είναι καν φίλοι. Δεν βρίσκονται καν στην ίδια αμερικανική Πολιτεία. Ο 10χρονος έχει συνδεθεί από το σπίτι του στη Βόρεια Καρολίνα και ο 12χρονος είναι στο Λος Άντζελες. Το μόνο κοινό τους είναι η αγάπη τους για τον Αϊ-Βασίλη, για τις γιορτές και για την τεχνολογία. Απέναντί τους έχουν ένα άντρα με λευκή γενειάδα, στη θαλπωρή του σπιτιού του στο Ροβανιέμι, πρόθυμο να λύσει τις απορίες τους.

«Η γυναίκα μου είναι μια χαρά. Όπως όλοι, είναι πολύ ενθουσιασμένη με τις γιορτές» απαντάει ο Αϊ-Βασίλης στον 10χρονο. «Όσο για τους ταράνδους, έχω τόσο πολλούς, εκτός από τους διάσημους, που δεν μπορώ να τους μετρήσω».

«Λοιπόν, ορίστε ο ωραίος πάπυρός μου, όπου έχω όλα τα παιδιά. Ας ρίξουμε μια ματιά, για να δούμε πού είναι το όνομά σου. Λοιπόν, θα ξεκινήσουμε από τη λίστα των άτακτων παιδιών. Δεν σε βλέπω εκεί. Η λίστα των καλών… Ω, εδώ είσαι! Είμαι πολύ περήφανος για σένα!» είναι η απάντησή του στον 12χρονο.

Μόνο που δεν πρόκειται για ηθοποιό, αλλά για ένα πρόσωπο που δημιουργήθηκε με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης την εποχή της πανδημίας και έκτοτε εξελίχθηκε θεαματικά. Το «Ρωτήστε τον Αϊ-Βασίλη» είναι ένα διασκεδαστικό και διαδραστικό πρόγραμμα τεχνητής νοημοσύνης, που επιτρέπει στα παιδιά να μιλάνε με τον «Αϊ-Βασίλη» ενώ συγκεντρώνουν χρήματα για την έρευνα για τον διαβήτη τύπου 1. Οι δύο πιτσιρικάδες έχουν άλλο ένα κοινό: πάσχουν από τη συγκεκριμένη ασθένεια.

Η μαγεία πίσω από το πρόγραμμα είναι η τεχνολογία συνομιλίας βίντεο του StoryFile. Χρησιμοποιώντας την τεχνητή νοημοσύνη σε συνδυασμό με πολλές ώρες βιντεοσκοπημένου περιεχομένου, δημιουργεί μια αλληλεπίδραση σε πραγματικό χρόνο, που κάνει τα παιδιά να αισθάνονται ότι συνομιλούν πραγματικά με τον Αϊ-Βασίλη – και όλα αυτά σε ένα ασφαλές περιβάλλον.

Με άλλα λόγια, ο Αϊ-Βασίλης μετατρέπεται σε έναν απολαυστικό αφηγητή, έναν παραμυθά, ο οποίος διηγείται στα παιδιά τις ιστορίες που θέλουν να ακούσουν. Τα παιδιά συνδέονται από κάθε σημείο των ΗΠΑ ή του κόσμου και ζουν μια πρωτόγνωρη εμπειρία. Η εισφορά κάθε χρήστη είναι 5 δολάρια.

Και αν ένα άτακτο αγόρι ή κορίτσι χρησιμοποιεί άπρεπα λόγια; Ο Αϊ-Βασίλης κάνει ότι δεν καταλαβαίνει. Θα πει απλώς: «Ρώτα με κάτι άλλο, παιδί μου». Και αφοπλιστικά θα συνεχίσει χαμογελαστός: «Ξέρω ότι ήρθες εδώ για να μάθεις πώς είναι ο Αϊ-Βασίλης. Έχω τόσες ιστορίες να σου πω για τους ταράνδους, τη χριστουγεννιάτικη μαγεία ή τη ζωή στον Βόρειο Πόλο! Βρίσκομαι πολύ μακριά σου και, αν σου φανεί ότι καθυστερούν λίγο οι απαντήσεις μου, μπορεί να έχει πρόβλημα το Wi-Fi της χώρας των θαυμάτων…».

 

 


ASK SANTA CLAUS

 

By Petros Gatzias

 

Rendered by Vassilis C. Militsis

 






“How’s your wife Santa Claus?” asks ten year-old Jude. “How many reindeer have you got?”

 “Am I on the list of the good or the bad boys, Santa?” twelve year-old Boston wonders.

The two children, however, are not together. They aren’t even friends; nor do they live in the same US state. The former has been logged to Santa from home, in North Carolina, and the latter lives in LA. All they have in common is their love for Santa, holidays and technology. They are both looking at a man with a long, white beard, in the coziness of his home at Rovaniemi, prompt to answer their questions.

 

“My wife is fine. As everyone, she’s very excited with the festivities,” Santa Claus replies to the ten year-older. “As for the reindeer, besides the popular ones, I’ve got so many that I can’t even count them.”

“And now, here’s my parchment where I have put down all the kids. Let’s take a look and find out where your name is. Well, at first, let’s start out from the list of naughty kids. I don’t see you there. Now, let me go on with the list of good kids… Oh, there you are! I’m very proud of you!” is Santa’s answer to the twelve year-old boy.

Except Santa is not an actor; he is a person created by AI during the Covid pandemic and it has evolved in a spectacular way ever since. Ask Santa Claus is an entertaining and interactive AI project that enables children to talk to Santa Claus in order to raise money for the research on type 1 diabetes. The two kids have something in common: they both suffer from this specific disease.  

 

 

The magic of the project is based on an AI StoryFile conversational video. The application of AI coupled with a long hour video content creates a real time interaction that makes children feel that they really speak to Santa Claus – and all this in a safe context.

 

In other words, the mock Santa turns out into a delightful story teller, who tells the children tales they wish to hear. Children log in from every point of the USA or the world and live an unprecedented experience. Each user’s contribution is five dollars.

And what if a naughty boy or a girl uses indecent words? Santa Claus pretends not to understand. All he says is: “Ask me something else, dear; and with a disarming smile he will go on: “I know you’ve come here to find out about me. I’ve so many stories to tell you about the reindeer, the magic of Christmas or the life in the North Pole! I’m far away from you and if it seems to you that I am too late to answer, then there must be some problem with the Wi-Fi of the wonderland…”

By the same: See previous post

Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2024

ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΑΜΕΝΗ ΓΑΖΑ - GAZA IN SHAMBLES


 

ΣΕ ΠΟΙΟΝ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΙΛΗΣΩ ΓΙΑ ΤΗ ΣΚΙΑ ΜΟΥ;

 



Πέτρος Γκάτζιας

  

«Είμαστε ο ένας η σοδειά του άλλου», μονολογεί ο Ταρίκ, ένας νέος άντρας από τη Χαν Γιουνίς, στη Λωρίδα της Γάζας. «Πώς θάβεις τους νεκρούς σου, όταν ακόμα τρέχεις για κάλυψη; Πώς σκάβεις μέσα στα χώματα με φθαρμένα σανδάλια και γυμνά χέρια;» Δεν έχει συναντήσει ποτέ του τον Μόσαμπ Αμπού Τόχα, Παλαιστίνιο ποιητή. Δεν έχει διαβάσει τα ποιήματά του. Θα νόμιζε κανείς, όμως, ότι τα λόγια του μοιάζουν με στίχους βγαλμένους μέσα από την απόγνωση: «Τίποτα δεν τελειώνει αν δεν το αφήσεις εσύ να τελειώσει».

Ο Τόχα εγκατέλειψε το σπίτι του εξαιτίας του πολέμου, κουβαλώντας ένα και μόνο βιβλίο, ένα φθαρμένο αντίγραφο της ποιητικής συλλογής του: Things You Might Find Hidden in My Ear: Poems from Gaza. Πρόσφατα, βρέθηκε στην Αθήνα και διάβασε ποιήματά του στο Μέγαρο Μουσικής. Ο Ταρίκ παραμένει εκεί, σε έναν διαλυμένο τόπο. Περπατάει και σκέφτεται πάνω στα ερείπια. Ο Τόχα λέει: «Χρόνια ονειρευόμουν να κοιτάξω έξω από το παράθυρο ενός αεροπλάνου και να δω το σπίτι μου από ψηλά. Δεν έχω δει ποτέ στη ζωή μου ένα πολιτικό αεροσκάφος στον ουρανό πάνω από τη Γάζα. Έχω δει μόνο πολεμικά αεροσκάφη και drones».

Ο Ταρίκ έκανε σπίτι του τα απομεινάρια από το γυμναστήριο που ισοπέδωσαν οι Ισραηλινοί. Όταν το κτίριο βομβαρδίστηκε, τα μηχανήματα γυμναστικής, οι πάγκοι και τα βάρη θάφτηκαν κάτω από τα ερείπια. «Έσκαψα με τα χέρια μου. Με βοήθησαν τα παιδιά μου και φίλοι. Γείτονες και πελάτες. Καταφέραμε να ανακτήσουμε ένα μεγάλο μέρος από τα όργανα. Όσοι απέμειναν πίσω έχουν ανάγκη από εκτόνωση, από ελπίδα. Αυτό τους δίνει το γυμναστήριο», λέει ο Αντλί αλ-Ασάρ, ο ιδιοκτήτης του. Αποφάσισε ότι δεν χρειάζεται πλέον κτίριο – όχι ότι υπάρχει κάτι κατάλληλο. Το άνοιξε λοιπόν ξανά, σε εξωτερικό χώρο. Είναι γεμάτο με μηχανήματα άρσης βαρών που έχουν διασωθεί, πάνω στο χώμα, κάτω από τον ουρανό. Για τους εκτοπισμένους άντρες και τα αγόρια που δεν έχουν άλλη διέξοδο για τον θυμό και τη λύπη τους, είναι κάτι περισσότερο από άθλημα, λέει. «Εκτονώνουμε τον θυμό μας πάνω στα όργανα του γυμναστηρίου», τονίζουν όσοι απέμειναν. «Υπάρχει πολύ μεγάλη προσέλευση και ζήτηση για προπόνηση μεταξύ των μικρών παιδιών, των αθλητών, όλων των ηλικιών, ακόμη και των 70χρονων. Οι άνθρωποι έρχονται εδώ για να απελευθερώσουν την αρνητική τους ενέργεια και να ανακουφίσουν την κακή ψυχολογική κατάσταση όπου βρίσκονται, ζώντας στις σκηνές».

«Κοιτούσα τον ορίζοντα με ένα καινούργιο κιάλι. Μπορούσα να δω τα σύνορα του Ισραήλ από το παράθυρό μας», λέει ο ποιητής μιλώντας για την πατρίδα του. Δύο άγνωστοι που μοιάζουν να κάνουν διάλογο. Ένα ταχύδραμα. Ο ένας στον εφιάλτη της Χαν Γιουνίς και ο άλλος στο μαράζι της εξορίας. Οι Άραβες ποιητές γράφουν πώς οι άνθρωποι αλληλεπιδρούν, αποτυγχάνουν και αγκαλιάζουν τελικά ο ένας τον άλλον.

Είναι παράδοξο, σκέφτομαι. Μέσα σε τόσο θάνατο και καταστροφή, οι παράλληλες αυτές ιστορίες ξεχωρίζουν και αποκτούν ιδιαίτερη σημασία…

 


English translation follows

 

TO WHOM SHOULD I SPEAK ABOUT MY SHADOW?

 

By Petros Gatzias

Rendered by Vassilis C. Militsis

 

“We’re each other’s harvest,” Tarik, a young man from the Gaza Strip, is rambling to himself. “How can you bury your dead when you’re still running for cover? How can you dig up the soil with worn out sandals and bare hands?” He has never met Mosab Abu Toha,1 the Palestinian poet. He has never read his poems. One could, however, think that his speech sounds like lyrics taken out of despair: “Nothing ends unless you let it end.”

Toha left his home because of the war taking only one book, a worn single copy of his anthology of poems: Things You Might Find in My Ear: Poems from Gaza. He has recently visited Athens and recited his poems at the Athens Concert Hall. Tarik still lives in Gaza, a ruined world. He walks and deliberates upon the debris. He says: “I have been dreaming for years of looking out of an airplane port hole and seeing my house from high above. Never in my life have I seen a passenger plane in the sky over Gaza! All I have seen are only war aircraft and drones.”

Tarik made his home of what remained from the gym leveled by the Israelis. When the building had been shelled, the training equipment, the benches and the dumb bells were buried under the rubble. “I dug up with my own hands, helped by my children and friends as well as neighbors and trainees. We managed to recover a great part of the facilities. Those who have been left behind need some hope and release from their stress. Only the gym can provide them with these,” says Adli al-Ashar, the gym’s proprietor. He ruled that he no more needed a building – not that there is something suitable. He had it reopened outdoors. It has been filled with salvaged weight lifting machines on the bare ground, under the open sky. For those uprooted men and boys, who have no alternative to give vent to their anger and grief, it means more than just exercising. “We discharge our anger on the gym instruments,” those who have remained point out. “There is a very great attendance and demand for training among small children and athletes, of all ages even of those in their late sixties. People come here to release their negative energy and mitigate their bad psychological condition as they live in tents.”

“I was espying the horizon with a new pair of binoculars. I could see the border of Israel through our window,” says the poet talking of his country. Two strangers seem to be talking. A quick drama. One is in the nightmare of Khan Yunis2 and the other, homesick, in exile. The Arab poets write how people interact, fail and finally hug one another.

It is odd, I consider. Amidst so much death and devastation, these parallel stories stand out and gain a special significance…

1Mosab Abu Toha 

2Unimaginable devastation seen inside Khan Younis, the ...



By the same:

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2024

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΗΣ ΘΛΙΜΜΕΝΗΣ ΠΥΛΗΣ - THE CHRISTMAS OF THE DOLEFUL GATE

 



ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΗΣ ΘΛΙΜΜΕΝΗΣ ΠΥΛΗΣ



Ελένη Λιντζαροπούλου

 

 

 Δημοσιεύτηκε 22 Δεκεμβρίου 2024

 

Κάτι δεν πάει καλά ή μήπως απλώς έτσι ήταν πάντα ο κόσμος;

Μάλλον ο τελευταίος ήχος που θα άκουσες ήταν το μονότονο σούρσιμο της πόρτας και το χτύπημα πάνω στο σώμα σου.

Φώναξες; Δεν φώναξες; Δεν άκουσε κανείς;

Άκουσαν και αδιαφόρησαν; Δεν είχαν δύναμη τα μικρά σου πνευμόνια; Σε κατάπιε ο τρόμος του θανάτου ή ο θάνατος σε πήρε αμέσως ευτυχώς;

Εικασίες, πικρές εικασίες για να απαλύνουν τις ενοχές μιας κοινωνίας που κοιτάζει αδιάφορη ένα παιδί να το συνθλίβει μια πόρτα, ένα παιδί να το συντρίβει μια πόρτα.

Πώς σε φώναζαν άραγε; Μυριάδες, χιλιάδες ονόματα.



Αν κάνουν εκταφή τώρα του μικρού κορμιού, τώρα που η οσμή του θανάτου θα το έχει εγκαταλείψει, θα δούμε ότι πάνω στα θλιμμένα κόκαλα δεν θα απλώνεται ένα ακόμη «γιατί;», όχι, αυτά όλα εκφωνήθηκαν ματαίως. Στα θλιμμένα κόκαλά σου πάνω μια άχνα μύρου θα απλώνεται, σαν σύννεφο αγιότητας. Μια σιωπή για να εμβαπτίσουμε τα δάχτυλά μας και να προσευχηθούμε γεμάτοι δάκρυα. Γιατί αγιάζουν όλα εκείνα τα μικρά παιδιά στα φανάρια και τα πνιγμένα άδικα και τα σταυρωμένα με τα μικρά φτεράκια που δεν φάνηκαν ακόμη.

Μα η πύλη στολίστηκε με λαμπάκια κι έλατα, γιατί κάτι δεν πάει καλά από αιώνες.


 

THE CHRISTMAS OF THE DOLEFUL GATE

 

By Eleni Lintzaropoulou

Rendered by Vassilis C. Militsis

 








Is there something wrong or has just the world been always like this?

Perhaps the last sound you might have heard was the dull scraping of the door and the bang on your body.

 


Did you cry out? You didn’t. Did nobody hear?

 

Did they and ignored the cry? Didn’t they have the strength of your little lungs? Did the fright of death swallow you or did Death take you fortunately at once?

Guesswork, bitter speculation so that they can ease the guilt of a coldhearted society that watches a child being crushed by a gate, a child being shattered by a door.

What did they call you? By thousands, by myriads of names.

If they exhume your tiny body now that the smell of death will have left it, one will see that on your wretched bones no more “whys” will be spreading, for all these had been delivered in vain oratory. On your sorrowful bones a scent of myrrh will be spreading, like a cloud of holiness. A silence we may baptize our fingers in and then pray in tears. For they make holy all those little ones at the traffic lights and those that have unjustly drowned as well as the ones with their little half formed wings.

But the gate has been adorned with light bulbs, and so have the fir trees, for something has gone wrong for centuries. 











Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2024

ΟΛΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ - ALL THE CHILDREN OF THE WORLD

 


ΟΛΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

 


 Τάσος Καλούτσας

Τις τελευταίες μέρες ο Λάζαρος ένιωθε το μυαλό του ετοιμόγεννο.

Τι θαυµάσια εµπειρία, σκεφτόταν. Τριγυρνούσε γύρω στο γραφείο του, έσκυβε πάνω στα λευκά χαρτιά του και στύλωνε το βλέµµα του στοχαστικά στο κενό, µε συναίσθηµα ευφορίας. Λες και γύρευε να πιαστεί από κάπου και ν’ αρχίσει να πλέκει µεθοδικά, σαν την αράχνη, τον ιστό του. Το γεγονός ότι είχαν ξεσπάσει πάλι οι εχθροπραξίες στη Μέση Ανατολή κι αυτή τη φορά η βία κλιµακωνόταν µε µανιασµένη αγριότητα στη λωρίδα της Γάζας ήταν σίγουρα ένα επιπλέον κίνητρο. Σε µια τέτοια κατάσταση κυοφορίας και προσµονής κι ακόµα περισσότερο σαστισµένος και ανήσυχος, έγειρε εκείνο το µεσηµέρι στο κρεβάτι του.

Δεν ήξερε πόση ώρα λαγοκοιµόταν, όταν ένιωσε τα µελίγγια του ιδρωµένα κι άκουσε µια εύθυµη, δροσερή φωνή δίπλα του.

«Αχ, τι έπαθα... Θέλω να το ανεβάσω, τραβάω το κορδόνι, κι αντί να το ανεβάσω, το κατεβαίνω πιο πολύ...» Δυο χάντρινα µατάκια τον ατένιζαν µε έκπληξη. «Το κατεβάζω» διόρθωσε ο Λάζαρος, έχοντας µια στυφή γεύση στο στόµα του. «Ναι, το κατεβάζω πιο πολύ» επανέλαβε η φωνή. «Για να δούµε όµως τώρα… θα πάω πάλι να το ανεβάσω· θα µπορέσω ή θα το κατεβάσω ξανά...» Είχε ξετινάξει κάπως τη νάρκη του και άκουγε τη φωνή, που έµοιαζε µε ένα συνεχές τιτίβισµα, να αποµακρύνεται στον διάδροµο. Μετά, έφτασε στ’ αυτιά του ο θόρυβος απ’ το τραβηγµένο στόρι. «Ουφ, τι έπαθα» ξεφύσηξε πάλι «αυτά όλο χαµηλώνονται!...» «Χαµηλώνουν». Ο Λάζαρος ήθελε να τη διορθώσει από µακριά, µα κρατήθηκε.

Σηκώθηκε, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του και κατευθύνθηκε στο γραφείο του, όπου τον περίµενε ο µεσηµεριανός διπλός καφές που του ’χε φτιάξει η γυναίκα του.

Κοίταξε µε απορία την άδεια κούπα του. Συνήθιζε βέβαια εκείνη να τον δοκιµάζει, λίγο προτού φύγει... Η λεπτή φωνούλα του κοριτσιού αντηχούσε σε αδιάκοπη διαµάχη µε τα στόρια. Σώπασε µόλις τον είδε να την πλησιάζει. Της πρότεινε να τον ακολουθήσει στο σαλόνι κι έβαλε στο βίντεο µια ταινία. Μετά γύρισε στο γραφείο και βούλιαξε στην πολυθρόνα του. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί. Ολόισια µπροστά του έβλεπε το µπαλκονάκι  λουσµένο στον κρύο ήλιο του απογεύµατος.

 

***

Δρασκέλισε το κατώφλι της µπαλκονόπορτας και βγήκε έξω. Αυτή την ώρα, λίγο πριν ξεκινήσει για τη δουλειά του, η συναυλία των πουλιών φούντωνε στα γυµνά κλαριά των δέντρων, κάτω από το µπαλκόνι τους. Η πρωινή αύρα γέµισε τα πνευµόνια του µε µια µυρωδιά από καµένο λάστιχο.

Κοίταξε το γαλαχτωµένο ουρανό, ενώ άκουγε τις ευχές που του έστελνε από απέναντι µια γειτόνισσα. Τι ευχές και αηδίες, σκέφτηκε, ανταποδίδοντας έναν άκεφο χαιρετισµό, δεν έβλεπε την κατάσταση; Ακόµα δεν µπήκε η νέα χρονιά κι είχανε γίνει κοµµάτια!... Γύρισε µέσα, ρούφηξε βιαστικά στο πόδι τον χυµό του κι ήταν έτοιµος να του δίνει, όταν ακούστηκαν τ’ απανωτά χτυπήµατα στην πόρτα.

Η γυναίκα που στεκόταν µπροστά του ήταν γνωστή, αλλά µιλούσε τόσο γρήγορα, που δεν καταλάβαινε τι του έλεγε. Φαινόταν πολύ φοβισµένη και το τσουλούφι που έπεφτε άταχτα στο µέτωπό της δεν σταµατούσε να πηγαινοέρχεται καθώς στριφογύριζε µε ταραχή το κεφάλι της.

Αυτό που έβγαινε από µέσα της έµοιαζε µε σπασµωδικό κλάµα και τον σάστισε. «Σας παρακαλώ, σώστε τα παιδιά µου!» κατέληξε. Στράφηκε πίσω του και διέκρινε το αγουροξυπνηµένο πρόσωπο της γυναίκας του, που στο µεταξύ είχε πεταχτεί κι εκείνη από το κρεβάτι, να τους κοιτάζει µε απορία. Μετά παράτησε χάµω τη φουσκωµένη τσάντα του και την ακολούθησε.

Η γυναίκα τον οδήγησε στον πάνω όροφο, στο διαµερισµατάκι της κυρα-Πιπίνας. Από µέσα έφταναν πνιχτές φωνές. Ξαφνικά µια στριγκλιά της Πιπίνας που επικαλούνταν τον µεγαλοδύναµο Θεό. Μια βραχνή αντρική φωνή αποκρινόταν συρτά. Με δάκρυα και τρόµο στα µάτια η γυναίκα τον ικέτεψε να κάνει κάτι. Χτύπησε το κουδούνι. Οι φωνές σώπασαν. Παρατεταµένο  κελάηδηµα πουλιού, έργο του κυρ Αλέκου, που ήταν µερακλής και µεγάλος µάστορας.

Ερχόταν κι ο ίδιος καµιά φορά να του ζητήσει κάποιο χρειαζούµενο εργαλείο. Τώρα η γυναίκα δίπλα του είχε ξεσπάσει σε σιγανούς λυγµούς. Στη σιωπή που µεσολάβησε, τα κατάφερε να θυµηθεί πως ήταν η ανιψιά του ζευγαριού, τους είχε επισκεφθεί για τις γιορτές από το νησί και να δεις πώς τη λέγανε, Μυρτώ; Η πόρτα άνοιξε µισή πιθαµή και πρόβαλε η θαµπή αξύριστη µορφή του κυρ Αλέκου. «Προσέξτε το µαχαίρι…

Πάρτε το απ’ τα χέρια του!» άκουσε τον ταραγµένο ψίθυρο της γυναίκας. Αυτός του χαµογέλασε, µαχαίρι δεν έβλεπε, δεν φαινόταν όµως και το δεξί χέρι του γέρου που το έκρυβε πίσω απ’ την πόρτα. «Τι θες;» τον ρώτησε ψυχρά, χωρίς να δείξει πως τον αναγνώρισε. Προσπάθησε να του

µιλήσει, µε το χαµόγελο πάντα, άλλωστε τον συµπαθούσε.

Ταυτόχρονα έριχνε κλεφτές µατιές µέσα στο διαµερισµατάκι. Όλο κι όλο τρεις µικροί χώροι, σε παράταξη· µπαίνοντας η κουζινούλα, δεξιά το σαλονάκι, στο βάθος η κρεβατοκάµαρη. «Καλά, αλλά τώρα πήγαινε...» τον έκοψε µε την µπάσα φωνή του «γιατί έχω δουλειά». «Στο βάθος, στο βάθος» έσκουξε η Μυρτώ «τα έχει στην κρεβατοκάµαρη... Αχ, κακόµοιρα παιδάκια µου!». Έσπρωξε να του κλείσει κατάµουτρα την πόρτα, αλλά αυτός είχε προλάβει να σφηνώσει το πανωκόρµι του στο άνοιγµα. Αν και τον εµπόδιζε, µπόρεσε να δει δυο παιδικά κεφαλάκια στο βάθος, που είχαν στραµµένο το έντροµο βλέµµα τους πάνω του.

Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε περισσότερο κι η Πιπίνα ξετρύπωσε το ξεµαλλιάρικο κεφάλι της κάτω απ’ τη µασχάλη του γέρου, σπρώχνοντας τον αγκώνα του. «Άσε µε να δω, άσε µε, λοιπόν, παιδάκι µου!» στρίγκλισε. Το δεξί χέρι του κυρ Αλέκου εµφανίστηκε, δεν κρατούσε µαχαίρι, µα ένα κίτρινο στιλό διαρκείας. Αγωνιζόταν να ξαναµαγκώσει την πόρτα πίσω της. «Καλό µου παιδί» είπε τσιριχτά η Πιπίνα κολλώντας σχεδόν το µούτρο της στο δικό του αφού το γλαύκωµα, προφανώς, δεν της επέτρεπε να ξεχωρίσει παρά µόνο σκιές «εσύ είσαι; Βάλ’ τον, σε παρακαλώ, λίγο µυαλό, γιατί πάει, τo έχασε. Παλάβωσε... Βοήθησέ µας, Χριστέ µου!». Προσπαθώντας να κρατηθεί όρθια, ανεβοκατέβαζε το κουτσό πόδι της· µετεωριζόταν. «Αχ Θεέ µου, ο άντρας µου τρελάθηκε!» επανέλαβε. «Ηρεµήστε, ηρεµήστε» τους είπε ψύχραιµα αυτός. Με µια απαλή, σχεδόν εγκάρδια κίνηση, αποτόλµησε να πιάσει το αριστερό χέρι του γέρου από τον καρπό. «Θα πρέπει να θυµάσαι» του ψιθύρισε τρυφερά στ’ αυτί «που σ’ επισκέφτηκα την περασµένη βδοµάδα και µου ’ψησες καφεδάκι εκεί µέσα» κι έδειξε κατά τη µεριά της κουζινούλας. Ο γέρος πρόσεχε τα χείλη του, λες κι έβγαινε από µέσα τους ο ήχος µαγικής φλογέρας· τα µάτια του ωστόσο δεν έλεγαν να λαγαρίσουν.

Ξαφνικά φωτίστηκαν, µια ελάχιστη λαµπερή αστραπή έσχισε στη µέση τη θαµπάδα τους. «Ε, τι λες, θυµάσαι που τα συζητήσαµε µια χαρά οι δυο µας;» συνέχισε. Στη γέρικη µορφή απλώθηκε άφατη θλίψη. «Είδες τι πάθαµε...» βγήκε µετά σπασµένη η φωνή του. «Είδες τι πάθαµε τώρα...» ψέλλισε ξανά, λες κι απορούσε κι ο ίδιος µε αυτό που του συνέβαινε. «Μην στεναχωριέσαι, δεν είναι τίποτα, θα περάσει. Εσύ είσαι εντάξει άνθρωπος...» τον καθησύχασε. «Να τη βράσω τέτοια καλοσύνη» ούρλιαξε η Πιπίνα, καθώς κρεµόταν γαντζωµένη πάνω του «δεν µας άφησε να κλείσουµε µάτι όλη τη νύχτα, ο δαίµονας! Άσε µε, σου λέω, άσε µε να φύγω!». Ο άντρας της όµως την κρατούσε γερά απ’ το αριστερό της χέρι. «Πού στον διάβολο θες να πας;» φώναξε· «απ’ το σπίτι σου θες να φύγεις;». «Παράτα µε, λοιπόν, µου µαύρισες την ψυχή!» κλαψούρισε εκείνη· «αχ Θεέ µου, λυπήσου µας!». Αγωνιζόταν να του ξεφύγει, καθώς την έσφιγγε πάνω του. «Δεν έχεις να πας πουθενά» βόγκηξε «εδώ είναι το σπίτι σου!». Αλλά η Πιπίνα µ’ ένα απότοµο τράβηγµα κατάφερε να λευτερώσει το χέρι της και τότε ο γέρος έµπηξε µε µίσος το στιλό στο εξωτερικό µέρος της παλάµης της. Η πλαστική µύτη καρφώθηκε σαν στιλέτο στο κρέας και το αίµα τινάχτηκε σαν σιντριβάνι.

Μουγκρίζοντας όρµησε πάνω του, αλλά τελικά o πόνος της την ανάγκασε να µαζευτεί, αφήνοντας σιγανές κραυγές απόγνωσης. Τότε κι αυτός βρήκε την ευκαιρία να αρπάξει τα χέρια του γέρου. Παγιδεύοντάς τα από τους καρπούς, τα έσφιξε δυνατά. «Τα παιδιά µου... Σας παρακαλώ, σώστε τα παιδιά µου!...» υπενθύµιζε πανικόβλητη η φωνή της γυναίκας.

Στεκόταν δίπλα του, στο κλιµακοστάσιο. Σκύβοντας πάνω απ’ τον ώµο του κυρ Αλέκου, τους έγνεψε µε τρόπο, καθώς του κρατούσε ακίνητα τα χέρια. Όµως ο γέρος τον πήρε είδηση: «Σαν πολύ κοιτάς προς τα µέσα, τι σκοπό έχεις;» γρύλισε. Δεν είχε τι να του πει. Τον έσπρωξε ελαφρά, ανοίγοντας όσο µπορούσε τον χώρο πλάι του. Εγκαταλείποντας την κρυψώνα τους τα παιδιά κατευθύνονταν κιόλας µ’ ευκινησία προς την έξοδο. Οι φλέβες φούσκωσαν στον λαιµό του γέρου κι ένα υπόλειµµα δύναµης σπαρτάρισε στα παγιδευµένα χέρια του. Τον ένιωσε να καταβάλλει µια τελευταία προσπάθεια, τόσο αδύναµη που τον λυπήθηκε. Η γυναίκα άρπαξε τα παιδιά της και, µουρµουρίζοντας µέσ’ απ’τα δόντια της ένα ανακουφιστικό «ευχαριστώ», εξαφανίστηκε µαζί τους αµέσως στις σκάλες. «Άσε µε, σε παρακαλώ, είµαι κουρασµένος» είπε ξέπνοα ο γέρος. Όχι µόνο τον άφησε αµέσως, αλλά του ’ρθε να του ζητήσει και συγνώµη. Φαινόταν τόσο ταλαιπω- ρηµένος, τόσο αναστατωµένος. Δεν ήταν καθόλου ο κυρ Αλέκος που γνώριζε. Εκείνος είχε πάντα ένα πράο χαµόγελο και µια ήρεµη έκφραση στο πρόσωπό του· ένα συνεχές σιγανό σφύριγµα έβγαινε από τα χείλη του, όταν έσκυβε και καταγινόταν µε τις δουλειές του: να σφίξει µια βιδούλα, ν’ αλλάξει το φθαρµένο λαστιχάκι της βρύσης, να ψάξει για τα κατάλληλα καρφιά στην εργαλειοθήκη. Κι όταν δεν ασχολούνταν µε κάτι συγκεκριµένο, έπαιρνε την εφηµερίδα του ή κάποιο περιοδικό και τα ξεκοκάλιζε µε τις ώρες. Ακόµα κι όταν τον απόπαιρνε µε βαριές κατάρες η Πιπίνα, παρακαλώντας µε όλη την καρδιά της τον Ύψιστο και τους αγίους να ρίξουν κεραυνούς και να τον κάψουν, στάχτη να τον κάνουν που της είχε µαυρίσει τη ζωή κι η στριγκή φωνή της, απ’ το µπαλκονάκι όπου άπλωνε την µπουγάδα της, αντηχούσε ολόγυρα απειλητική, ακόµη και τότε εκείνος δεν της αντιγύριζε κουβέντα ή το πολύ να κουνούσε το κεφάλι του λέγοντας: «Έλα τώρα, µωρέ Πιπίνα, εντάξει...», γεµάτος κατανόηση για τα βάσανά της που δεν ήταν λίγα, το πόδι, το γλαύκωµα, ή ακόµα και την ατεκνία, και που µε τον καιρό είχαν σµπαραλιάσει τα νεύρα της! Όχι, σίγουρα δεν ήταν ο κυρ Αλέκος ο άνθρωπος αυτός!

***

Το ασανσέρ σταµάτησε και φάνηκε ένας µουσάτος νοσοκόµος. «Πού είναι ο άρρωστος;» ρώτησε τραχιά, επαγγελµατικά. Στα χέρια του κρατούσε µια κοντή άσπρη µπλούζα. Πλησίασε, άρπαξε το χέρι του γέρου και βάλθηκε να τον τραβολογά. Εκείνος έβαλε µε πείσµα αντίσταση, ρίχνοντας το βάρος του κορµιού του προς τα πίσω και λούζοντάς τον µε βρισιές. Ήταν άξιο απορίας πού έβρισκε το κουράγιο. «Έλα µαζί µου, λοιπόν!» µούγκρισε ο νοσοκόµος, προσπαθώντας να δέσει τα µπράτσα του γύρω στο σώµα του γέρου. Έκανε να του περάσει την µπλούζα, αλλά δεν τα κατάφερε. Ζουρλοµανδύας! σκέφτηκε µε τρόµο αυτός, καθώς τους έβλεπε, αµέτοχος, να παλεύουν µπροστά του! Ώστε, µε αυτό τον τρόπο παρέχονταν οι πρώτες βοήθειες!

Ο νοσοκόµος τον παρακαλούσε τώρα να βάλει ένα χεράκι να ξεκουνήσουν τον γέρο από τη θέση του. «Α όχι, αυτό δεν µπορώ να το κάνω...» του ξεκαθάρισε. Πρόσεξε ότι ο κυρ Αλέκος, -απ’ το πολύ ζόρι το κατωσάγονό του τρεµούλιαζε– είχε καρφωµένα τα θολά µάτια του πάνω του. Μετά τον είδε να γραπώνεται γερά από την πόρτα, µπορούσε ν’ ακούσει ακόµη και τα νύχια του να γρατζουνίζουν απεγνωσµένα την επιφάνειά της. Στο µεταξύ η Πιπίνα είχε ξεγλιστρήσει έξω. «Άντε στα κοµµάτια!» αγανάκτησε ο νοσοκόµος. Τον παράτησε κι ο γέρος βρήκε την ευκαιρία να τρυπώσει αµέσως µέσα, βροντώντας την πόρτα πίσω του. Ο νοσοκόµος µπήκε στο ασανσέρ κι εξαφανίστηκε.

Το κλειδί στριφογύρισε δυο φορές στην κλειδωνιά. Ο σύρτης ακολούθησε κι ακούστηκε ένα πνιχτό ξεφωνητό θριάµβου. Τα µούτρα των γυναικών που εµφανίστηκαν στον διάδροµο, κάτω από το θαµποκίτρινο φως, σφίχτηκαν πανιασµένα, τα µουρµουρητά τους δυνάµωσαν. Σφάλµα, δεν έπρεπε να τον αφήσουν να κλειστεί µέσα, µονάχος...

Όχι τουλάχιστον µέχρι νά ’ρθει η αστυνοµία! Η φωνή του γέρου έφτανε βραχνή µα πιο αποφασιστική, τους πληροφορούσε ότι κρατούσε µαχαίρι κι αλίµονο σε όποιον θα επιχειρούσε να µπει· θα τον καθάριζε· µετά θ’ αυτοκτονούσε, πηδώντας απ’ το µπαλκόνι... Η Πιπίνα πλησίασε –το χέρι της, µπανταρισµένο πρόχειρα µ’ ένα καταµατωµένο µαντίλι– κολλώντας το µάγουλό της στη µανταλωµένη πόρτα κι άρχισε τις κλάψες και τα παρακάλια. Τον ικέτευε, για τελευταία φορά, να λογικευτεί.

***

Θέλοντας να διαµαρτυρηθεί για την αργοπορία της αστυνοµίας κατέβηκε κάτω, στο καφενείο. Στη δουλειά του είχε αργήσει για τα καλά. Οι δυο τρεις πρωινοί θαµώνες τον λοξοκοίταζαν. Με τ’ ακουστικό ακόµα στ’ αυτί, είδε τον αστυνοµικό που µπήκε, κάθισε δίπλα του αφήνοντας ήσυχα το καπέλο στο τραπέζι µπροστά του και, καληµερίζοντας κεφάτα, έκλεισε το µάτι στον καφετζή. Παράτησε το τηλέφωνο και, «Μήπως είστ’ εσείς;» τον ρώτησε. «Αν εννοείς για τον γέρο… ναι, εγώ είµαι» απάντησε ο αστυνοµικός.

Παράγγειλε καφέ, χαµογελώντας µυστήρια. Τον κοίταξε µε µάτια διάπλατα, ξεροκαταπίνοντας. «Μα τι κάνετε εκεί , ο άνθρωπος...» «Ε, άσ’ τον, λοιπόν, να πέσει» τον έκοψε ξερά ο µπάτσος «συγγενής σου είναι;». Δεν µπορούσε να πιστέψει στ’ αυτιά του. «Να ’ταν, τουλάχιστον, νέος... να έλεγα» χαχάνισε ο άλλος κι έκλεισε πάλι το µάτι του στον καφετζή. Συγκράτησε µια χοντρή βλαστήµια, του έριξε µια θανατερή µατιά κι έφυγε αµίλητος.

 ***

Η Δάφνη κοίταξε λοξά το ρολόι της. Η φίλη της τράβηξε άλλη µια ρουφηξιά από τον καφέ της. «Ώστε αυτά, λοιπόν» είπε «µε λίγα λόγια είχατε περιπέτειες χθες...». «Μην το συζητάς, τα νεύρα µου είναι ακόµα τεντωµένα. Γνωστοί άνθρωποι, βλέπεις. Όχι κανένα ιδανικό ζευγάρι, αλλά να, γείτονες, όσο να πεις». Πέρασε τα δάχτυλα στα µαλλιά της. «Αφού σώθηκαν τα παιδιά...» «Τυχερά» είπε η Δάφνη. «Φεύγοντας για το αεροδρόµιο η µάνα τους µου το τόνισε: “Ας είναι καλά ο άντρας σας’’ µου λέει· “ξέρετε τι θα πει να µας κρατάει όλη τη νύχτα καθηλωµένες φυλάγοντας την πόρτα σαν κέρβερος, µε το µαχαίρι;” Είδε κι έπαθε κάποια στιγµή η γυναίκα να το σκάσει και να κατέβει κάτω να ζητήσει βοήθεια. Απειλούσε ότι, αν δεν τον άφηνε η Πιπίνα να της κάνει έρωτα, θα τους έσφαζε όλους!» «Α στον διάβολο!» έκανε η άλλη, µισογελώντας. «Κοίτα, φίλε µου, τι µπορεί να σου τύχει». Το κραγιόν είχε κοκκινίσει το χείλος του φλιτζανιού της. «Βέβαια. Υπέφερε, λέει, χρόνια από τον προστάτη του ο άνθρωπος και ξαφνικά του ανέβηκε η ουρία, κάτι τέτοιο, δεν ξέρω ακριβώς, κι έκανε όσα έκανε. Δεν γινόταν καλά η κυκλοφορία του αίµατος στον εγκέφαλο, να αυτό!» «Αφού ’ναι έτσι, µπορούσε άνετα να τους σκοτώσει ή και να πηδήξει απ’ τον τέταρτο όροφο» συµπέρανε η φίλη της. «Μα φυσικά. Και να δεις, κάτι τέτοιο θα συνέβαινε στο τέλος, αν περιµέναµε από τον µπάτσο... Ας είναι καλά τα παιδιά της Πυροσβεστικής, που τον πήρανε µε το µαλακό και τον κατάφεραν να τραβήξει τον σύρτη. Τ’ άλλα µετά ήταν εύκολη δουλειά – δεν χρειάστηκε να σπάσουν την πόρτα, κατάλαβες; Ο καηµένος πάτησε βέβαια µια φωνή, “αν µπείτε” τους λέει “αυτοκτονώ!” – και πραγµατικά, κρατούσε το µαχαίρι. Αλλά µόλις τους είδε, έκανε ένα βηµατάκι και σωριάστηκε καταγής, σαν άδειο σακί. Έχασε τις αισθήσεις του». «Το φαντάζοµαι». Η φίλη της ίσιωσε την άκρη της σκουρογάλαζης  πλισεδωτής φούστας της. «Συνήλθε καθόλου;» ρώτησε. «Ναι, νωρίς το απόγευµα χθες που πήγα στην κλινική, ήταν καλά. Στο κρεβάτι, αλλά καλά. Το βαρύ εγκεφαλικό ήρθε τα µεσάνυχτα. Δεν τη γλίτωσε». «Ας είναι, ησύχασε... Και πότε φύγαν οι γυναίκες;» «Κοίτα» έκανε η Δάφνη. «Το αεροπλάνο που θα µετέφερε τη σορό στο νησί τους έφευγε το µεσηµέρι, στις δώδεκα ακριβώς. Δεν υπήρχε άλλος συγγενής, εξόν από τις δύο γυναίκες και τα παιδιά για να τη συνοδεύσουν. Για τα εισιτήρια και όλα τ’ άλλα κανόνισε ο Λάζαρος». «Φαντάζοµαι, θα έχει χάσει το κέφι του ο άνθρωπος». «Ε, ναι, λιγάκι». Με τα µάτια της καρφωµένα στο ρολόι, η Δάφνη άρπαξε τις σακούλες της και πετάχτηκε όρθια. «Ξεχάστηκα τελείως. Φεύγω, γιατί θα κάθεται στα βελόνια.

Η µικρή σίγουρα θα του έχει ζαλίσει το κεφάλι».

***

«Σε βλέπω, µπαµπάκα» κελάηδησε η φωνή. Ο Λάζαρος σήκωσε το κεφάλι του. Με τον δείκτη και τον αντίχειρα ενωµένους η µικρή σχηµάτιζε ένα δαχτυλίδι γύρω στο δεξί µάτι της. Έκανε το ίδιο κι αυτός. «Κι εγώ σε βλέπω» της είπε. Θα ’ταν αρκετή ώρα που την άκουγε να φλυαρεί µόνη της στο σαλόνι. Τώρα ήρθε και στάθηκε στην πόρτα. Το σούρουπο γλιστρούσε κιόλας πηχτό απ’ την µπαλκονόπορτα κι η γαλάζια λάµπα του γραφείου του κάπως τον ζέσταινε.

«Σε βλέπω καλύτερα» ξανάπε παιχνιδιάρικα, βάζοντας και τα δυο χέρια στα µάτια της. Αυτός κατέβασε το κιάλι του. «Δες µε πάλι, µπαµπάκα» τον παρακάλεσε.

Ο Λάζαρος δεν µίλησε. Την κοίταζε χαµογελώντας. Ύστερα βάζοντας πάλι τα κιάλια του, είπε: «Σε βλέπω! Ήσουν µακριά κι ήρθες κοντά». Άπλωσε το χέρι του. «Μπορώ να σ’ αγγίξω».

Τέντωσε κι εκείνη το χεράκι της. «Κι εσύ... Ήρθες πολύ κοντά!» Ο Λάζαρος βυθίστηκε ξανά στη σιωπή του. Δεν επρόκειτο ακριβώς για σιωπή, αφού ένα αγαπηµένο µουσικό κοµµάτι είχε κολλήσει επίµονα στο µυαλό του και, φυσικά, το άκουγε τόση ώρα µόνος του. Κυρίως όµως, τον παίδευε το διήγηµα. «Μπαµπάκα, γιατί δεν µου µιλάς; Πότε θα µου φέρεις το δωράκι που µου υποσχέθηκες;» Τώρα που τον βρήκε, δεν εννοούσε να τον αφήσει. «Προσπαθώ να γράψω κάτι...» δικαιολογήθηκε, κάπως αµήχανος. «Γιατί προσπαθείς να γράψεις κάτι;» «Για να το διαβάσεις κάποτε εσύ». Χµ, ευρηµατικό. «Γιατί να το διαβάσω κάποτε εγώ;» «Μα για να µάθεις τι µου είχε συµβεί». Κι αυτό... σπουδαίο επίσης! «Και γιατί να µάθω τι σου είχε συµβεί;»

Σωστά, ποιος ο λόγος να καταγράψει το προσωπικό του βίωµα, ένα ασήµαντο περιστατικό, όπως έκρινε τώρα, µ’ έναν άρρωστο ηλικιωµένο άντρα, τη στιγµή µάλιστα που ο κόσµος γύρω του κόχλαζε και υπήρχε τόση κοινωνική αναταραχή; Το παιδί, µε τον τρόπο του, τα είχε πει όλα.

Θέλοντας να βάλει ένα φρένο στον διάλογο, ο Λάζαρος την έστειλε στο δωµάτιό της, να συνεχίσει το παιχνίδι της, µέχρι να ’ρθει η µητέρα της. «Η µαµά µου άργησε» είπε εκείνη µε παράπονο και κοντοστάθηκε. «Να µπαµπάκα, δες το λορόι σου» πρόσθεσε, φέρνοντάς το απ’ το τραπεζάκι. «Δεν άργησε πολύ;» «Μην ανησυχείς...» πρόλαβε µόνο να της πει, όταν ακούστηκε το κλειδί να γυρίζει µε κρότο στην κλειδαριά.

Ο Λάζαρος στέναξε µε ανακούφιση. Σε µια ύστατη προσπάθεια να ξαναβρεί το νήµα των σκέψεών του και να προχωρήσει την ιστορία του, έσκυψε µε λαχτάρα στα χαρτιά του. «Μανούλα µου...» Η µικρή επιχειρούσε µε ορµή έφοδο στον διάδροµο. «Έι, βλέπω το ’µαθες το κόλπο» άκουσε τη φωνή της Δάφνης, «δίνεις ένα σάλτο, φρρτ, κι όποιον πάρει ο Χάρος». Την φίλησε. «Σιγά, παιδάκι µου, θα µε γκρεµίσεις κάτω... Αχ, πάνε οι σακούλες µου!» Εµφανίστηκε µε την πιτσιρίκα κρεµασµένη πάνω της.

Ο χαιρετισµός του Λάζαρου συνοδεύτηκε από ένα σοβαρό, και µάλλον απόµακρο, σάλεµα του κεφαλιού. Βούλιαξαν σε µια πολυθρόνα απέναντί του. «Λοιπόν» ρώτησε εκείνη «πώς τα πήγατε οι δυο σας;» Στράφηκε προς την κόρη της: «Έπαιξες µε τα παιχνιδάκια σου, τον άφησες να δουλέψει τον µπαµπά σου ή...». «Αµέ» την έκοψε «είδα και τηλεόοραση…». Η τελευταία λέξη, σχεδόν τραγουδιστή, λες και αναφερόταν στο πολυτιµότερο αγαθό. Ή το πιο εφιαλτικό... σκεφτόταν ο Λάζαρος, µε τα µάτια καρφωµένα στο κενό. Είχε στον νου του το µεγάλο αδιέξοδο που έδειχναν τα κανάλια στις ειδήσεις: Το Συµβούλιο Ασφαλείας, για µια ακόµη φορά, ανέτοιµο να προλάβει τις εξελίξεις. Σκηνές αλλοφροσύνης στα νοσοκοµεία µε εκατοντάδες τραυµατίες, κυρίως άµαχους. Κι η φαρµακευτική βοήθεια µπλοκαρισµένη στα σύνορα. Κατακραυγές από παντού για γενικευµένη ανθρωπιστική κρίση. Πραγµατικό τέλµα. Ένας πατέρας, τέλος, κρατώντας το άψυχο σώµα του παιδιού του στην αγκαλιά, να λέει µπροστά στον φακό µε µάτια πληµµυρισµένα δάκρυα: «Φτάνει πια!». Κι αυτός να τον αντικρίζει παθητικά από τον καναπέ του, µόνος στο σαλόνι του –η Δάφνη σηκωνόταν τις πιο πολλές φορές κι έφευγε, «Δεν µπορώ πια να τα βλέπω, πιάνεται η ψυχή µου!» έλεγε– και να κόβεται η ανάσα του. «Ναι; Και τι είδες, παρακαλώ;» τη ρώτησε, φιλώντας την πάλι ηχηρά στο µάγουλο.

«Είδα τον Καραγκιόζη» φώναξε, σκάζοντας ένα προκαταβολικό γελάκι· «µανούλα, ξέρεις, ο Καραγκιόζης είχε τρία παιδάκια· ο πρώτος ήτανε καλός µαθητής κι οι άλλοι δυο ήτανε κου-κου-νά-ρια!» Ξέσπασαν οι δυο τους στα γέλια.

Με µια απότοµη κίνηση, σαν να παραιτούνταν οριστικά ή να διαµαρτυρόταν για όλα, ο Λάζαρος πέταξε το µολύβι στο γραφείο του.

***

Η αλήθεια ήταν πως απόφυγε να του το πει έγκαιρα και τώρα πια ήταν αργά. Το έγκληµα είχε διαπραχθεί κι ο δράστης, χωρίς να έχει απολογηθεί, την είχε σκαπουλάρει στους κήπους του ύπνου και των ονείρων. Από τη σκοτεινιά του διαδρόµου, όπου στεκόταν, ο Λάζαρος έστειλε ένα θυμωµένο και µαζί τρυφερό βλέµµα στον ένοχο που κοιµόταν ήρεµα στο κρεβατάκι του. Η συνεργός, που σκόπιµα του είχε αποκρύψει πως ο ένοχος είχε ρουφήξει τον µεσηµεριανό του καφέ, ήταν βουλιαγµένη σε µια πολυθρόνα του σαλονιού και πάνω στο πρόσωπό της κυµάτιζαν οι ανταύγειες της τηλεόρασης. «Ώστε γι’ αυτό, λοιπόν, ήταν όλο το απόγευµα τόσο φλύαρη, τόσο κινητική· γι’ αυτό µε κοίταζε τόσο ένοχα...» συµπέρανε ο Λάζαρος. «Και γιατί δεν µου το ’πες; Το βρίσκεις σωστό να ρουφάει καφέδες πριν καλά καλά κλείσει τα τέσσερα;»

«Νοµίζεις πως δεν τη µάλωσα;» αντέτεινε η Δάφνη· «όµως τι να κάνω, φοβόταν τόσο µην το µάθεις, που της υποσχέθηκα... Τηλεφώνησα ως και στον γιατρό: “Μην ανησυχείτε, κυρία µου” µου λέει “το πολύ να παρουσιάσει καµιά διάρροια ή να µην µπορεί να κοιµηθεί το βράδυ”. Γελούσε...» Κι όπως έβλεπε, τίποτα δεν είχε συµβεί. Ο Λάζαρος αναστέναξε βαθιά. Δεν ήταν βέβαια αυτή η πραγµατική αιτία της δυσθυµίας του. Διέσχισε τον διάδροµο και βγήκε στο µπαλκονάκι, προσπαθώντας να µην σκέφτεται τίποτα, αλλά δεν τα κατάφερνε. Μ’ ένα ελάχιστο σάλεµα του κεφαλιού προς το δωµάτιο που έπαιρνε τον υπνάκο του το παιδί και µετά δεξιά, προς το σαλόνι, µπορούσε να έχει εµπρός του, τυλιγµένο σε κάποιο µαγικό θαµπόφωτο, το πανόραµα της οικογένειας. Λογάκια καταστάλαζαν µέσα του. Και πίσω από τη ράχη του, ένιωθε τον πυκνό, ασυνήθιστα ζεστό για την εποχή, αέρα της νύχτας να ξαγκιστρώνει από τα πλοκάµια των δέντρων τα µπερδεµένα µιλήµατα των ανθρώπων που µπαινόβγαιναν στην ταβέρνα και να τα φέρνει επίσης στ’ αυτιά του.

Έχεις την οικογένεια, σκεφτόταν – αυτό το αµυδρό, αβέβαιο φως… Μα δεν µπορείς να εφησυχάζεις, έτσι; Ξαφνικά του φάνηκε πως η άγρια σκοτεινιά αλυχτούσε πίσω του. Φωνές ανάκατες µε πνιχτές οιµωγές χιµούσαν λυσσασµένες να γκρεµίσουν µια ασταθή αίσθηση πληρότητας. Κάπου–ίσως όχι και τόσο µακριά όσο θα φανταζόταν κανείς– µαινόταν ο πιο ζοφερός, ο πιο σπαραχτικός πόλεµος: βόµβες, ρουκέτες εκατέρωθεν, µανιτάρια φωτιάς, βολές από πυροβόλα όπλα, συµπλοκές σώµα µε σώµα. Ένα τοπίο απόλυτης καταστροφής. Φρίκη και τρόµος! Και ποια λόγια θα βρίσκονταν άραγε, από ανθρώπους που δεν ζούσαν το ίδιο δράµα, να περιγράψουν αυτή τη φρίκη! Το σίγουρο ήταν πως οι οικογένειες εκεί κατέφευγαν στα πιο βαθιά υπόγεια για να προστατευτούν. Γυναίκες, παιδιά µε στραπατσαρισµένα µέλη έστρεφαν το βλέµµα τους προς τον ουρανό – όχι προς αναζήτηση κάποιου ακριβοδίκαιου Θεού, αλλά από τον φόβο των αεροπλάνων. Πες µου τώρα αν ένα τέτοιο βλέµµα τροµοκρατηµένου παιδιού µπορεί να σ’ αφήσει απόψε να κοιµηθείς, µε ειρήνη και ησυχία! Όχι, δεν µπορείς να κάθεσαι ν’ απολαµβάνεις τη νύχτα που φοράει την παραπλανητική της µάσκα, ενώ την ίδια στιγµή ένας σωρός φρέσκο χώµα, ίσως δεκάδες τέτοιοι σωροί, τρίζουν ακόµη πόντο πόντο, πάνω από θλιβερά καταποντισµένα φέρετρα. Να την ανέχεσαι ν’ ανοίγει τη σκοτεινή βεντάλια της πάνω από τυραννισµένες υπάρξεις που υποµένουν τον απεγνωσµένο τους θάνατο, µε φιµωµένες τις κραυγές της οδύνης τους. Ω σήκω, λοιπόν, λιγάκι ψηλότερα, βγες από το καβούκι σου!.. Διώξε µακριά το σαγηνευτικό χάδι της. Όχι µονάχα δεν είναι πειστικό – είναι και βέβηλο! Υπάρχουν οι φωνές, δεν ακούς τις φωνές; Είναι οι φωνές των ανυπεράσπιστων θυµάτων του αδιέξοδου µακελειού. Και είναι εντελώς αταίριαστο να σµίγουν µε αυτό το αλλοπρόσαλλο µουρµουρητό της ευωχίας που ανεβαίνει από την ταβέρνα… Ο Λάζαρος ξαναµπήκε µέσα, προχωρώντας µισοζαλισµένος, σαν ανδρείκελο. Το µουσικό κοµµάτι που δεν έλεγε να ξεκολλήσει απ’ το µυαλό του όλο το απόγευµα και δεν ήταν άλλο από την «Ιστορία του Κεµάλ» –του νεαρού πρίγκιπα της Ανατολής που νόµισε ότι µπορούσε ν’ αλλάξει τον κόσµο, αλλά τον εµπόδισαν οι σκοτεινές ψυχές των ανθρώπων, βρισκόταν τώρα στο φόρτε του. Κάποτε, σκεφτόταν, συνήθιζε να νανουρίζει µ’ αυτό το µελωδικό τραγούδι την κόρη του.

Η Δάφνη τον σταµάτησε. Την κοίταξε που του έσφιγγε απαλά το χέρι, τα χείλη της ανοιγόκλειναν και, πριν ακόµα ακούσει τα λόγια της, φαντάστηκε πως του έλεγε: «Μην δίνεις σηµασία σε τέτοια µικροπράγµατα, αγάπη µου» χαµογελώντας καθησυχαστικά. Στην πραγµατικότητα όµως εκείνη του έλεγε κάτι άλλο: «Λοιπόν, ξέρεις, τον εντυπωσίασε η δύναµή σου… Εσύ, παιδάκι µου, τον καθήλωσες. Αλλά περισσότερο χάρηκε µετά, όταν αρνήθηκες να βοηθήσεις τον νοσοκόµο να τον πάρει. Το επαναλάµβανε συνέχεια… Ήρθε στα σύγκαλά του, κι αυτό θυµήθηκε πρώτο – δεν είναι περίεργο; Σε αγαπούσε πολύ!…». Λόγια που της τα είχαν πει οι γυναίκες πριν φύγουν, πρόσθεσε, και του χαµογέλασε τρυφερά. Για µια ακόµη φορά ο Λάζαρος έπεφτε έξω σχετικά µε το πού µπορούσε να ταξιδεύει η σκέψη του άλλου. Κι οπωσδήποτε τα έβρισκε λίγο ξεκάρφωτα, γιατί ο ίδιος ένιωθε σαν να τον χώριζε ήδη ένας αιώνας από το περιστατικό µε τον «κυρ Αλέκο».

Δίχως να πει τίποτα προχώρησε σαν υπνωτισµένος προς την κρεβατοκάµαρη κι έπεσε µπρούµυτα στο κρεβάτι.

Το µυαλό του δεν είχε λευτερωθεί, αφού οι ωδίνες συνεχίζονταν. Τα θρυµµατισµένα περιστατικά της πραγµατικότητας αναζητούσαν τη δική τους συνοχή στη θαυµατουργή δύναµη της φαντασίας. Έψαχνε τρόπο να υφάνει τον ιστό του κι αισθανόταν την ίδια στιγµή τραγικά παγιδευµένος µέσα του. Ίσως γιατί αυτό που χρειαζόταν, σκέφτηκε, ήταν άλλου είδους δράση… Γεµίζοντας τον άδειο χώρο πλάι του, η Δάφνη τον ανάγκασε να ζαρώσει στη γωνιά του κρεβατιού και να µείνει ακίνητος. Σιωπηλή, έφερνε µαζί της από το σαλόνι τη δηλητηριώδη αύρα των κακών ειδήσεων, συµπέρανε ο Λάζαρος, αφού κανένας διάδροµος ελπίδας δεν φαινόταν να έχει ανοιχτεί κι η εκεχειρία φάνταζε ακόµα µακρινό όνειρο.

Λοιπόν, µπορεί να είχε λείψει απ’ το πρώτο συλλαλητήριο, δεν το είχε πάρει έγκαιρα χαµπάρι, αλλά στο αµέσως επόµενο, που θα γινόταν σε δυο τρεις µέρες, θα φρόντιζε να βρεθεί στην πλατεία από νωρίς. Θα έφευγε απ’ τη δουλειά του, θα στηνόταν εκεί µε τις ώρες, εν ανάγκη µες στη βροχή, δεν τον ένοιαζε. Στη σκέψη αυτή, στυλώνοντας το βλέµµα στο κέντρο του σκοταδιού στον απέναντι τοίχο, ένιωσε τα βλέφαρά του να βαραίνουν κι όταν τα ξανάνοιξε βρισκόταν κιόλας στην αγορά και ψώνιζε. Γέµισε φίσκα τρεις σακούλες, όπως συνήθως – στη µια υπήρχε και το δωράκι που είχε υποσχεθεί στη µικρή– κι έπαιρνε τον δρόµο του γυρισµού. Η µέρα ήταν µουντή αλλά ευτυχώς δεν έβρεχε. Πλησιάζοντας την κεντρική λεωφόρο άκουσε φωνές και συνθήµατα. Ένα πλήθος ανθρώπων περνούσαν αργοβάδιστοι από µπροστά του, µε πανό στα χέρια. Πάλι καθυστερηµένος, δαγκώθηκε ο Λάζαρος, και χώθηκε βιαστικά ανάµεσά τους. Ακολούθησε την πορεία, επαναλαµβάνοντας µηχανικά κάποια συνθήµατα όταν πρόσεξε πως οι διπλανοί του τον έκοβαν λοξά, στην αρχή µε περιέργεια –το βλέµµα τους σταµατούσε στα ψώνια του– µετά, λες και ήταν παρείσακτος, έσκυβαν ο ένας στ’ αυτί του αλλουνού µουρµουρίζοντας κάτι συνωµοτικά και σαν να γελούσαν σε βάρος του. Πριν γίνει δαχτυλοδειχτούµενος εν µέσω καγχασµών, ορθάνοιξε τα µάτια του. Μα τι ήταν πάλι κι αυτό... µε τις σακούλες στη διαδήλωση! Τινάζοντας το φευγαλέο όνειρο από πάνω του ο Λάζαρος συνειδητοποιούσε πόσο προδοτικό ήταν. Υπήρχε, λες, κάποιος µες στο µυαλό του που το ερµήνευε ακαριαία, αποκαλύπτοντας την πικρή αλήθεια: Όσο κι αν ήθελε να δείξει πως νοιαζόταν για το γενικότερο καλό, η έγνοια του για το ατοµικό του συµφέρον δεν κρυβόταν… Ή µήπως ήταν υπερβολικά αυστηρός απέναντι στον εαυτό του; Πώς γινόταν όµως η δήθεν αγωνία του για τους δυστυχισµένους, µεταφρασµένη έστω στη συµβολική γλώσσα του ονείρου, να µην µπορεί να τον απαλλάξει απ’ τη µανία της ιδιωτικής κατανάλωσης; Ένιωσε πραγµατικά αξιολύπητος και δάκρυα µούσκεψαν τα µάγουλά του. Σκεφτόταν πως ακόµα κι αν τα κατάφερνε, τελικά, να παραβρεθεί –διαψεύδοντας το επίβουλο όνειρο– στο συλλαλητήριο, τι άλλο θα µπορούσε να κάνει; Το πολύ να συµµετείχε µε την υπογραφή του σε κάποιο ψήφισµα καταδίκης του πολέµου, να πήγαινε σε καµιά συναυλία για τον ίδιο σκοπό, να έδινε ένα µικρό ποσό σε κάποιον σχετικό έρανο, άντε να πρόσφερε εθελοντικά και µια φιάλη από το αίµα του.

Όλα αυτά περνούσαν απ’ το χέρι του (και φαινόταν αποφασισµένος) να τα κάνει. Θα ήταν ωστόσο αρκετά για ν’ αναχαιτιστεί αµέσως το µαζικό έγκληµα; Κάποτε η αποστολή της ανθρωπιστικής βοήθειας, το ήξερε, θα έφτανε στον προορισµό της, ως τότε όµως εκατοντάδες παιδικά βλέµµατα θα είχαν σβήσει. Ο Λάζαρος ένιωθε το πρόσωπό του να παραµορφώνεται φριχτά µες στο σκοτάδι από µια σύσπαση που έσχιζε στα δυο και την ψυχή του· και παρά την προσπάθειά του να µην προδοθεί, τα ρουθούνια του άρχισαν, αθέλητα, να σφυρίζουν. Δεν ήξερε γιατί του συνέβαινε αυτό, ίσως όµως να έφταιγε η απέραντη µοναξιά που καταλάβαινε πως έκρυβε ο κόσµος γύρω του αλλά και ο ίδιος µέσα του. Η σκληρότητα, το υποκριτικό ενδιαφέρον, αλλά και η ανηµπόρια του.

«Σκέφτεσαι όµως, αλήθεια, τι θα µπορούσε να τους είχε κάνει αν δεν τους βοηθούσες; Εννοώ, έτσι που τους είχε στριµώξει µε το µαχαίρι... Τι θα πάθαιναν τα παιδιά!.. Τι φταίνε τα καηµένα τα παιδιά!...» άκουσε την απόµακρη φωνή της Δάφνης, που µονολογούσε. Ένα σύντοµο κενό σιωπής και µετά πρόσθεσε στενάζοντας: «Όλα τα παιδιά του κόσµου… Τι φταίνε!». Αλλά αυτή τη φορά η παράξενη εµµονή της δεν του φαινόταν καθόλου ξεκάρφωτη. Ήταν ακριβώς τα λόγια που χρειάζονταν αυτή τη στιγµή, που τον έφερναν πίσω στον κόσµο που ήξερε. Στην καθηµερινότητα που µπορούσε ν’ αγγίξει, να επηρεάσει, ν’ αλλάξει...

Έπρεπε, λοιπόν, να τ’ ακούσει από τα χείλη της; Γιατί έψαχνε αλλού, αφού αυτός ήταν ο δικός του κόσµος; Ένα ξαφνικό κύµα αισιοδοξίας τον ανακούφισε. Λίγο πριν τον τυλίξει η αράχνη της νύστας στον ιστό της, ο Λάζαρος καταλάβαινε πως θα έβρισκε το κουράγιο να ξεφύγει. Πιο σίγουρος για τον εαυτό του, πιο αλαφρωµένος γύρισε µαλακά πλευρό και φύσηξε σιγανά τη µύτη του. Ας πούµε ότι ήθελε να δείξει µ’ αυτό ότι απλά ήταν λιγάκι µπουκωµένος. Η πρώτη σκέψη που έκανε αµέσως µετά, µε γλυκιά προσµονή, ήταν πως αύριο θα στρωνόταν οπωσδήποτε να γράψει το διήγηµα.

                                                                         

 

ALL THE CHILDREN OF THE WORLD

 

By Tassos Kaloutsas

Rendered by Vassilis C. Militsis

 




The last few days Lazaros felt his mind full term.

“What a wonderful experience,” he was thinking. He was going about his study, bending over his white sheets of paper, his eyes fixed into the void with a sense of ebullience; as if he were seeking to get hold of somewhere and begin to spin his web methodically like a spider. The fact that hostilities had began again in the Middle East and this time violence had broken out with raging ferocity in Gaza Strip was certainly an additional incentive. In such events of gestation and expectation as well as anxiety, he lay down for his siesta at that midday.

 

He had no idea how long he had been snoozing when he felt sweat on his temples and heard a gay, spirited voice next to him.

“Ouch, what’s wrong with me…? I’m trying to put it up, I’m pulling the cord, and the more I’m putting it up, the more I’m going down…” a pair of cute eyes, like two sparkling beads, had been fixed on him in surprise. “I’m putting it down,” Lazaros corrected, with a sour taste in his mouth. “Right, I’m putting it down,” the voice repeated. “But let me see, now… I’ll try to put it up again; but will I be able to put it up or will it come down again…” he had somehow got rid of his torpor and kept on listening to the voice that sounded like a continuous twitter as it was drawing away into the hall. Then, the noise of a shutter being pulled down reached his ear. “Oh, woe me,” she snorted again: “These things keep on felling…!” “Falling,” Lazaros felt like correcting her from the distance but he held himself.

He stood up, went to the bathroom, rinsed his face and headed to his study, where his midday large cup of coffee, which his wife had brewed, was waiting for him.

He looked at his cup and was puzzled to find it empty. Of course, she was in the habit of tasting some coffee before leaving… the girl’s treble echoed in a ceaseless struggle with the shutters. She stopped talking when she saw him approaching. He told her to follow him to the sitting room, where he inserted a CD into the video. Then he returned to his study and sank into his armchair. He tried to concentrate. Right in front of him, he could see the tiny balcony washed in the sickly sunshine of the afternoon.

***

He stepped through the balcony door and went out. At this hour, just before he got busy with his work, the concert of birds was in full sway upon the bare tree branches under the balcony. The morning breeze filled his lungs with a whiff of burned tyre.

He looked at the milky sky while he could hear the season’s greetings sent to him by a neighbor lady from the opposite building. Greetings and wishes were mere crap, he thought as he was returning to her a half-hearted greeting. Couldn’t she see the grim situation? Hardly had the new year set in when all had fallen to pieces!... He went back into his room, sipped his juice hurriedly and was about to leave when a repeated knock at the door was heard.

The woman standing in front of him was familiar, but she was talking so fast that he could not get a word in edgewise. She appeared frightened and a recalcitrant lock of hair on her forehead was oscillating right and left in tandem with the agitated movement of her head.

What she uttered sounded like a convulsive weeping, which perplexed him. “Please, save my children!” she ended up. He turned back and perceived the half-awake face of his wife, who had also jumped out of bed in the mean time and was looking at them in puzzlement. The man put down his bulging bag and followed her.

The woman led him to madam Pipina’s small flat in the upper floor. He could hear muffled voices coming out from it. All of a sudden he heard madam Pipina’s scream invoking Almighty God. A hoarse male drawl responded to it. The woman, tearful and horrified, implored him to do something. He rang the bell. The voices were silenced. All that was heard was a protracted bird’s warble – the work of Mr. Alekos, who was a specialist and great artist. He would often come down himself and ask for a handy tool. Now the woman at his side had burst into low sobs. In the silence that intervened he could remember that she was the niece of the pair, who had visited them from the island for the holidays – what’s her name, Myrto?  The door was opened but held ajar and Alekos’ blurry, unshaven figure appeared. “Watch out for the knife… Take it away from his hands!” he heard the flustered whisper of the woman. The man smiled at him – he could see no knife. The old man’s hand was hidden behind the door, so perhaps it was not visible. “What do you want?” the old man asked him coldly seemingly without a trace of recognition. The man tried to speak to him, his face always smiling; besides he liked the old man.

At the same time, he was taking furtive glances at the small flat. It was comprised in all of three small rooms in succession; on entering there was the tiny kitchen, then the small sitting room and in the background the bedroom. “It’s all right now, but you’d better go;” his baritone voice interrupted him “I’m busy.” “Over there at the back,” squealed Myrto, “he’s keeping them in the bedroom…Oh, my miserable kids!” The old man attempted to push the door shut on his face, but in the nick of time he had wedged himself in the gap. Although the old man’s body was in the way, he managed to see in the background two children’s heads, who had turned their frightened eyes on him.

 

The door was suddenly open wider and Pipina thrust her disheveled hair under the old man’s armpit pushing off his elbow. “Let me see, let me see, I’m telling you!” she screeched. Alekos’ right hand could be seen now; he was not holding a knife, but a yellow ball-point pen. She was striving to hold the door open behind her. “My good boy,” Pipina said shrilly almost sticking her face to his; apparently her glaucoma prevented her from making things out but shadows: “Is it you? Put some sense into him, please. He’s lost his mind. He’s gone insane. Oh Christ, help us!” she was tottering on her lame leg. “Good God, my husband has gone mad!” she repeated. “Take it easy,” he told them cold-headedly. With a gentle and almost heart-felt gesture, he dared to grab the old man’s wrist. “You must remember me,” he whispered tenderly in his ear, “paying you a visit last week and you made me a cup of coffee in there,” pointing at the tiny kitchen. The old man watched the other man’s lips as though he could hear the sound of a magic flute coming out of them. His eyes, however, were still dull.

 

 

 

All of a sudden, they cleared out; a small, bright flash ripped their dullness. “Oh sure, do you remember both of us talking about things, all right?” he went on. An indescribable grief possessed his aged countenance. “See what’s come over us…” he stuttered again as if he wondered himself what was happening to him. “Don’t worry; it’s nothing. It’ll soon be over. You’re a good man…” he reassured him. “To hell such goodness,” screamed Pipina as she had clung to him; “The demon did not let us get a wink of sleep all night! Let me go, I’m telling you!” The man, however, held her left hand tightly. “Where the hell do you want to go?” he shouted; “do you want to leave your home?” “Get off of me; you’ve broken my heart!” she sniveled; “Dear God, have mercy on us!” She was striving to break loose, as he held her fast to him. “You’re going nowhere,” he moaned; “this is your home!” however, Pipina, with a sharp tug, managed to get her hand free and then the old man stuck hatefully the pen in her palm. The pen’s plastic point stabbed the flesh like a dagger and the blood spouted up in a jet.

 

 

With a growl she rushed upon him but the pain forced her to recoil uttering only low cries of despair. At that moment the man took advantage of grabbing the old man’s hands. By trapping his wrists, he squeezed them forcibly. “My kids… Please, save my kids!...” the woman’s panicky voice reminded them of the problem at hand.

 

He was standing next to him on the staircase. Bending over Alekos’ shoulder, he nodded to them meaningfully as he was holding the old man’s hands still. The latter, however, got wind of it: “It’s like looking too much inside; what’s the idea?” he growled. The other was at a loss as to what to say. He pushed him gently to make as more room as he could near him. Coming out of their hiding place, the kids were already running nimbly to the exit. The old man’s veins bulged on his throat and a remnant of strength twitched in his trapped hands. The other man felt him making a last effort, so weak that he pitied him. The woman grabbed the children and mumbling “thank you” through her teeth in relief, vanished with them immediately down the stairs. “Please, let me go; I’m tired,” said the old man faintly. Not only did he let the old man go instantly but he also felt like apologizing to him. He looked so browbeaten and distressed. That man was not the Alekos he knew. Alekos had always a meek smile and a placid expression in his countenance; a continual and low whistle would exit his lips when he bent down to odd jobs: to tightened a small bolt, to change a worn faucet gasket or find the right nails in his tool kit. And when he did not have something specific to do, he would get engrossed in a newspaper or a magazine for hours. Even when Pipina, menacing from the tiny balcony, where she hung her laundry, snapped at him with heavy curses and begging in her shrill voice the Most High and the holy saints to fling thunderbolts and burn him to ashes as he had wreaked havoc on her life, even then he would not talk or the least he could do was nod his head and say: “Come on, Pipina dear, all right…” fully understanding her problems, which were not few, what with her lame leg and her glaucoma or even the fact that she was childless – all this had shattered her nervous system! No, that man was certainly not Alekos himself!

 

  

 

***

The elevator had stopped and a bearded nurse came out. “Where’s the sick one?” he asked in a rough, professional voice. He was carrying a short white jacket in his hands. He approached the old man, grabbed his hand and began to drag him. The latter resisted stubbornly, pulling his weight backwards and flinging profanity at him. It was a wonder where he drew his courage from. “Come along, then!” bellowed the nurse, trying to put his hands around the old man’s body. He was about to pass the white jacket over his head without success. A straightjacket! The other man thought in fright as he was watching them, uninvolved, fighting in front of him. Is this then the way first aid is administered?

The nurse was begging the man to lend a hand to make the old man stir from his place. “Oh no, I can’t do this…” the man was adamant. He noticed that because of too much strain Alekos’ chin was trembling and his dull eyes were fixed on him. Then he saw him cling firmly on the door; he could even hear his nails hopelessly scratching its surface. Meanwhile, Pipina had sneaked out. “The hell with you!” the nurse was indignant. He let the old man go and he got the chance to steal inside immediately slamming the door behind him. The nurse got into the elevator and was gone.

 

The key turned twice in the lock followed by the sound of the bolt. A muffled shout of triumph was heard. The contorted faces of the women that appeared in the corridor, under the dull pale light, turned white and their mumbling grew louder. That was a mistake; they shouldn’t have let him shut himself in all alone… at least not until the police came! The old man’s hoarse voice reached their ears and informed them more determinedly this time that he had a knife and alas to him who attempted to get in; he would do him in and then take his life by falling from the balcony. Pipina – her hand impromptu bandaged with a blood dripping handkerchief – approached and sticking her cheek on the locked door began whimpering and begging. She implored him, for a last time, to show some sense.

 

 

***

Intending to protest for the delay of the police, the nurse had gone down to the café. He was too late to work. A couple of patrons looked askance at him. The blue tooth still in his ear, he noticed the policeman get in; the latter sat by him taking off his cap and quietly leaving it on the table in front of him. He said ‘good morning’ spiritedly and winked to the café owner. The nurse took off his ear phone and asked: “Is it you?” “If you mean about the old man… yes, it’s me,” answered the policeman.

He ordered a cup of coffee with a mysterious smile on his face. The nurse stared at him wide-eyed swallowing hard. “But what are you doing now? The man…” “Well, let him fall,” the cop cut in dryly, “is he family?” The nurse could not believe his ears. “If he were only young, I’d say,” the cop cackled and winked to the café owner again. The nurse restrained himself from flinging a hideous explicit at him; all he did was to cast a virulent look and left without a word.

***

Daphne took a sidelong glance at her watch. Her friend took another sip from her coffee: “So,” she said, “in a few words, there was a lot of fuss yesterday…” “Oh, don’t remind me of it; my nerves are still on edge. Familiar people, you see. You don’t say they’re an ideal couple, but they’re neighbors, none the less.” She ran her fingers through her hair. “As long as the kids are safe…” “They’ve been lucky,” said Daphne. “On the way to the airport, their mother pointed out to me: “Thanks to your husband; you can’t imagine how you feel to be confined all night long by him guarding the door like a Cerberus and holding a knife!” She had freaked having a hard time until she could escape and go down to ask for help. He threatened he would cut everybody’s throat unless Pipina let him make sex to her!” “Oh, the hell!” responded the other woman with a sly smile. “Fancy what may happen to you.” Her lipstick had left a red mark on the cup rim. “It was true, she said, the man had prostate problems and his urea was high, or something like this, I don’t know exactly, which had made him do what he did. His brain did not get enough blood; that’s it!” “If that’s the way things stand, he might as well have killed them all or let himself fall from the fourth floor,” Daphne’s friend concluded. “But certainly; and believe it, something like this would have happened in the end if we expected rescue from the cops. Thanks to the firefighter guys, who took it in his stride and persuaded him to unbolt the door. The rest was an easy matter – they didn’t need to break the door open, you see. The poor man let out a scream, “if you come in, I’ll kill myself” – and he was holding a knife, in fact. But as soon as he saw them, he took a step and collapsed like an empty sack. He passed out.” “I can imagine it.” Her friend straightened the hem of her dark blue pleated skirt. “Has he come around a bit?” she asked. “Yes, when I went to the clinic yesterday early in the afternoon he was OK. In bed but he was OK. However, he suffered a severe stroke at midnight and he didn’t make it.” “Better this way; he found peace at last… And when did the women leave?” “Look,” replied Daphne. “The plane that would transport his body to their island was leaving at midday exactly. There were no other relatives to accompany it except for the two women and the kids. Lazaros had seen to the tickets and all the rest.” “I imagine the man must be in low spirits.” “Well, yes, a bit.”  Her eyes fixed on her watch, Daphne grabbed her shopping bags and leaped to her feet. “I completely lost track of time. I’ve got to be going. My husband must be sitting on pins and needles. Our little daughter must have been a pain in his neck.”

 ***

“I can see you, Daddy,” she chirped. Lazaros lifted his head. Thumb and index joined, the little girl formed a ring around her right eye. He mimicked her. “I can see you, too,” he said. It must have been a long time hearing her chatter away in the sitting room alone. Now she came and stood at the door. The dusk was already creeping deep through the balcony door and the blue desk lamp warmed him in a manner.

“I can see you better,” she repeated playfully, covering her eyes with both hands. He put his thought-up binoculars down. “Look at me again, Daddy,” she asked him.

Lazaros did not speak. He smiled at her. Then putting the binoculars back on his eyes, he said: “I can see you! You were away but now you’ve come closer.” He put out his hand. “I can touch you.”

She also reached out her little hand. “You too… You’ve come real close!” Lazaros dropped back into silence. It was not just silence, as a favorite musical piece had persisted in his mind and was listening to it long himself. Above all, however, he was tormented by the short story at hand. “Oh, Daddy, why aren’t talking to me? When will you get me the present you promised?” Now that she found him handy, she would not leave him. “I’m trying to write something…” he explained himself a little awkwardly. “Why are you trying to write something?” “For you to read it sometime.” Hm, ingenious. “But why shall I read sometime?” “So you can learn what had happened to me.” This is important, too. “And what should I learn what had happened to you?” Right, why should he put down to paper his personal experience – an insignificant incident, as he now deemed, about a sick old man, in fact at the time when the whole world was seething around him in such a social turmoil? In a manner the kid has said it all.

Not wishing to go on with the dialogue, Lazaros sent the kid to her room to keep on playing until her mother came. “Mom is late,” she complained and paused for a moment. “She is, Daddy; there, look at your vatch,” she added as she fetched it from the coffee table. “Watch,” he corrected, “but don’t worry, she isn’t very late…” he had just time to say when the key was heard turning with a grinding sound in the lock.

 

Lazaros sighed in relief. At a last effort to regain the thread of his thoughts and proceed to his story, he bent longingly over his papers. “Mamma, dear…” The little girl rushed into the hall. “Hey, I see you’ve learned the trick,” Lazaros heard Daphne’s voice; “You just spring up and chaos breaks loose.” “Take it easy, kid; you’ll knock me down… Ouch, my sacks have been ruined!” She appeared with the kid hanging on her.

  

Lazaros greeted her with a grave and rather a detached nod of his head. They both sank in an armchair opposite him. “Well, how did you get along you two?” she asked and then turned to her daughter: “Have you played with your toys? Have you let your Dad work or… “Oh, yes,” she cut in;” I watched TiiiViii…” her last word, almost in dulcet tone, referred to the most valuable commodity, or the ghastliest, thought Lazaros, his eyes staring straight at nothing. He recalled the big stalemate of the media news: The Security Council, for once more, unprepared to forestall the political processes; scenes of insanity in hospitals with hundreds of wounded, mostly civilians; medical and pharmaceutical help blocked on the border. Hue and cry from all places about a general humanitarian crisis – literal social quagmire. Finally, a father holding his child’s dead body in his arms, his eyes flooded with tears, shouts in front of the camera: “Enough is enough!” And sitting passively on the couch, alone in the sitting room, he is just watching – Daphne would often stand up and leave; ‘I can’t stand looking at it; my heart breaks,’ she would say – and he would catch his breath.

“Well, what have you seen, please?” she asked the girl planting a smack on her cheek.

 

“I’ve seen The Shadow Play hero Karagizis,*” she shouted cracking a smile in advance; “You know, mummy, Karagiozis had three sons. The first was a good student but the other two were just dim bulbs!” they both burst out laughing.

In a sudden move, as if he were giving up for good or protesting against everything, Lazaros threw his pencil down on his desk.

***

The truth was that he avoided saying it in time but it was too late now. The crime had been committed without the perpetrator pleading – she had got away with it to the dreamland. From the darkness of the corridor, where he was standing, Lazaros sent both an angry and tender look to the culprit who was fast asleep in her cot. Her accomplice, who had intentionally concealed the fact that the culprit had sipped his midday coffee, was sunk in an armchair in the sitting room and on her face the glow of television was streaming. “So, that’s why she was such a chatterbox and so high strung; that’s why she had such guilty looks…” concluded Lazaros. “I wonder why you haven’t told me. Do you think it’s right for her to sip coffee when she’s hardly four?”

 

“Didn’t I tell her off, do you think?” responded Daphne; “But I had no choice because she was afraid you might find out, so I promised… I even phoned the doctor: ‘Don’t worry, madam,’ he had said, ‘she can have some diarrhea or sleeplessness at most.” She was laughing…” And yet, he could see nothing had happened. Lazaros let out a deep sigh. This was not, naturally, the true cause of his sullenness.  

He crossed the hall and stepped out into the balcony trying to empty his mind of all thoughts but without success. Nodding slightly his head towards the room where the kid was napping and then to the right towards the sitting room, he could picture, enveloped in a magical nimbus, the panorama of his family. Sweet words filtered through him. And behind his back he could feel the dense and unusually for the season warm night breeze blow from the tree branches and bring to his ears the confused talk of people, who went in and out of the tavern.

 

You’ve got a family, he was thinking – this faint, uncertain light… But you cannot relax, can you? And suddenly, it seemed to him that feral darkness barked behind him. Chaotic voices and muffled wails flashed in rage to tear down an unsteady sense of stability. Somewhere – not so far as it can be imagined – the most dismal and heartrending war was raging: bombs and rockets on both sides, fire mushrooms, machine gun shots and hand-to-hand combat. Scenery of absolute destruction. Horror and terror! But how will people, who do not live the same tragedy, describe this horror? It was certain that families there resorted to the deepest bunkers to protect themselves. Women and children with mangled members turned their eyes to the sky – not in search for a just God – but for fear of combat aircraft. Can you tell me now if such a look of a frightened child lets you sleep in peace and quiet? No, you can’t sit still and enjoy the night that wears its deceptive veil, while at the same time a heap or scores of heaps of freshly turned earth still settle, inch by inch, upon grievous buried creaking coffins.

Can you stand the night opening her dark fan over tormented beings that endure their desperate death, their agonized cries gagged? Oh, arise a bit higher and come out of your shell! Drive away her seductive caress; for it is not only unconvincing but it is profane as well! There are voices out there – can’t you hear them? They are the voices of the defenseless victims of the endless massacre. And these voices are totally inappropriate to blend with the wayward buzzing ensuing from the tavern… Lazaros walked back into the room, half-dazed, like a manikin. The piece of music that would not get out of his mind all afternoon was none other from Kemal’s Song – the young prince of the Orient who believed he could change the world but was hindered by malevolent people – was in full swing now. He recalled that once he used to lullaby his daughter with the melodious tone of this song.

 

 

 

 

Daphne stopped him. He looked at her as she was gently squeezing his hand, her lips half open, and he guessed what she was going to say before she even began to speak: “Don’t fret about such trivia, darling,” she said with a reassuring smile. In fact, however, she meant something else: “Well, you know, he was impressed by your strength. Oh, man! You had pinned him down. But he beamed with happiness when you had refused to help the nurse take him along. That what he said again and again… He had come to his senses and that was the first thing to remember. Isn’t this funny? He was very fond of you!” The events told to her by the women before they left, she added, and smiled at him tenderly. For once more, Lazaros turned out to be wrong as to where one’s thoughts could travel. And certainly he found her account out of place as he himself felt as though a whole century already separated him from Alekos’ incident.

Without a word he made his way to the bedroom as if in a trance and fell on the bed face down.

His mind had not been cleared because the throes were going on. The fragments of the true events were trying to find their cohesion in the miracle working power of imagination. He was looking for a way to spin his web and at the same time he felt he was tragically trapped within him. “Perhaps, what he needed was called for a different kind of action,” he thought…

Filling the empty space next to him, Daphne forced him to curl up on the other side of bed and lie still. Silent, she would bring along from the sitting room the toxic aura of the bad news, Lazaros concluded, since no channel of hope seemed to have been open and the truce loomed a distant dream.

Well, he may have been missing from the first demonstration – he had not got wind of it on time – but in the very next one, which would take place in a couple of days, he would make sure to be in the square early. He would leave his work, plant himself there waiting for hours, in the rain if necessary – he wouldn’t care. With this in mind, he fixed his glance in the darkness at the opposite wall and felt his eyes heavy; when he opened them again, he was already in the market shopping. As usual, he made three bags stock full – in one there was also the small present he had promised to the little one – and picked his way back home. The day was dreary but fortunately not rainy. Drawing closer to the main street, he heard yelling slogans. A crowd of people marched slowly by him with placards in their hands. Again too late, Lazaros bit his lips and hurriedly mixed with them. He followed the march, automatically repeating some of the slogans when he noticed the ones next to him were looking askance at him, at first curiously – dropping their eyes on his shopping bags – and then, as if he were an intruder, leaning against each other, they murmured something to their ears and seemed to laugh conspiratorially at him. Before being finger-pointed amidst chuckles, he opened his eyes wide. But what was all this?... carrying shopping bags in a demonstration? Shaking off this fleeting dream, Lazaros realized how treacherous it was. It was as if there was someone in his mind who interpreted it instantaneously disclosing the bitter truth: as much as he wanted to convey that he cared for the greater good, his concern for his personal interest gained the upper hand. Or might he be too strict with himself? But how come the alleged anxiety for those wretches, construed even in the symbolic language of his dream, cannot release him from the frenzy of personal consumption? He felt really pitiful and tears wetted his cheeks. He thought that even if he finally managed to turn up at the demonstration – belying the treachery of his dream – what else could he do? In all likelihood, he might sign at some war condemnation resolution, or other; he might attend some concert to that effect, to offer his mite in a collection or even donate a unit of his blood.

 

 

  

All this was in his power (and he was determined) to do it. Would it suffice to avert the massive war crime at once? He certainly knew that some time the mission of humanitarian aid would reach its destination, but by that time hundreds of children’s eyes would be extinguished. Lazaros felt his face horribly contorted in the dark with a convulsion that rent his heart in two; and despite his effort not to show it, his nostrils began involuntarily to whistle. He could not understand why such a thing happened to him, but perhaps he could ascribe it, on the one hand, to the immense loneliness of the world as well as to his own inside him; and on the other, to cruelty, to phony interest and to his own helplessness.

  

“Can you really imagine what he could have done to them had you not helped? I mean the way he was holding the knife…What would have happened to the kids! Poor things!  What was their fault?” he heard Daphne’s distant soliloquy. After a short interval of silence she added with a sigh: “All the children of the world…What is their fault?” But this time her curious obsession did not seem totally irrelevant. They were the exact words he needed, at that moment, which brought him back to his familiar world; to the reality he could touch, influence and change…

  

He had, therefore, to hear them from her mouth. What did he seek elsewhere, since this was his own world? He was relieved by a sudden surge of optimism. Before he was entangled by the spider of drowsiness in its web, Lazaros knew full well the way to find the courage to escape. More self-confident and liberated, he turned on his side gently and silently blew his nose. Allegedly, he wanted in this way to show that he was merely a bit congested. What he first thought with a sweet expectation was that, on the day after, he would at all events set to writing the story.  

 

*

Karagiozis

 

 

 

·Tou idiou

·  ΚΑΤΣΙΚΙ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ -ANIMAL FOR SLAUGHTER

·         H ΔΟΥΛΕΙΑ ΜΙΑΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΡΙΑΣ - ΤΗΕ WORK OF AN IMMIG...

·         ΤΝ - ΑΛΗΘΙΝΟ ΠΡΟΣΩΠΟ; - AI - A REAL PERSON?

·         ΣΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΗΣ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ - THE TIME OF THE PANDEMIC

·         ESCAPE - Η ΑΠΟΔΡΑΣΗ

·         GREEK GOODREADS - TASSOS KALOUTSAS

·         Α SCREAM IN THE NIGHT - ΚΡΑΥΓΗ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ - Τ....

·         ΤΑΣΟΣ ΚΑΛΟΥΤΣΑΣ - THE BEST MODERN GREEK SHORT STORIES