|
THE STORY OF AN HOUR Kate Chopin (1894) Knowing that Mrs. Mallard was afflicted with a heart trouble, great care was taken to break to her as gently as possible the news of her husband's death. It was her sister Josephine who told her, in broken sentences; veiled hints that revealed in half concealing. Her husband's friend Richards was there, too, near her. It was he who had been in the newspaper office when intelligence of the railroad disaster was received, with Brently Mallard's name leading the list of "killed." He had only taken the time to assure himself of its truth by a second telegram, and had hastened to forestall any less careful, less tender friend in bearing the sad message. She did not hear the story as many women have heard the same, with a paralyzed inability to accept its significance. She wept at once, with sudden, wild abandonment, in her sister's arms. When the storm of grief had spent itself she went away to her room alone. She would have no one follow her. There stood, facing the open window, a comfortable, roomy armchair. Into this she sank, pressed down by a physical exhaustion that haunted her body and seemed to reach into her soul. She could see in the open square before her house the tops of trees that were all aquiver with the new spring life. The delicious breath of rain was in the air. In the street below a peddler was crying his wares. The notes of a distant song which some one was singing reached her faintly, and countless sparrows were twittering in the eaves. There were patches of blue sky showing here and there through the clouds that had met and piled one above the other in the west facing her window. She sat with her head thrown back upon the cushion of the chair, quite motionless, except when a sob came up into her throat and shook her, as a child who has cried itself to sleep continues to sob in its dreams. She was young, with a fair, calm face, whose lines bespoke repression and even a certain strength. But now there was a dull stare in her eyes, whose gaze was fixed away off yonder on one of those patches of blue sky. It was not a glance of reflection, but rather indicated a suspension of intelligent thought. There was something coming to her and she was waiting for it, fearfully. What was it? She did not know; it was too subtle and elusive to name. But she felt it, creeping out of the sky, reaching toward her through the sounds, the scents, the color that filled the air. Now her bosom rose and fell tumultuously. She was beginning to recognize this thing that was approaching to possess her, and she was striving to beat it back with her will--as powerless as her two white slender hands would have been. When she abandoned herself a little whispered word escaped her slightly parted lips. She said it over and over under hte breath: "free, free, free!" The vacant stare and the look of terror that had followed it went from her eyes. They stayed keen and bright. Her pulses beat fast, and the coursing blood warmed and relaxed every inch of her body. She did not stop to ask if it were or were not a monstrous joy that held her. A clear and exalted perception enabled her to dismiss the suggestion as trivial. She knew that she would weep again when she saw the kind, tender hands folded in death; the face that had never looked save with love upon her, fixed and gray and dead. But she saw beyond that bitter moment a long procession of years to come that would belong to her absolutely. And she opened and spread her arms out to them in welcome. There would be no one to live for during those coming years; she would live for herself. There would be no powerful will bending hers in that blind persistence with which men and women believe they have a right to impose a private will upon a fellow-creature. A kind intention or a cruel intention made the act seem no less a crime as she looked upon it in that brief moment of illumination. And yet she had loved him--sometimes. Often she had not. What did it matter! What could love, the unsolved mystery, count for in the face of this possession of self-assertion which she suddenly recognized as the strongest impulse of her being! "Free! Body and soul free!" she kept whispering. Josephine was kneeling before the closed door with her lips to the keyhold, imploring for admission. "Louise, open the door! I beg; open the door--you will make yourself ill. What are you doing, Louise? For heaven's sake open the door." "Go away. I am not making myself ill." No; she was drinking in a very elixir of life through that open window. Her fancy was running riot along those days ahead of her. Spring days, and summer days, and all sorts of days that would be her own. She breathed a quick prayer that life might be long. It was only yesterday she had thought with a shudder that life might be long. She arose at length and opened the door to her sister's importunities. There was a feverish triumph in her eyes, and she carried herself unwittingly like a goddess of Victory. She clasped her sister's waist, and together they descended the stairs. Richards stood waiting for them at the bottom. Some one was opening the front door with a latchkey. It was Brently Mallard who entered, a little travel-stained, composedly carrying his grip-sack and umbrella. He had been far from the scene of the accident, and did not even know there had been one. He stood amazed at Josephine's piercing cry; at Richards' quick motion to screen him from the view of his wife. When the doctors came they said she had died of heart disease--of the joy that kills. Βερίνα Χωρεάνθηγεννήθηκε στον Πειραιά και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Αγγλική Γλώσσα και Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάστηκε για πολλά χρόνια στο χώρο της λογοτεχνικής μετάφρασης σε συνεργασία με μεγάλους εκδοτικούς οίκους. Αρθρογραφεί σε έντυπα και διαδικτυακά περιοδικά με κριτικές και παρουσιάσεις βιβλίων, μουσικής και κινηματογράφου, καθώς και μεταφράσεις, χρονογραφήματα, ρεπορτάζ και πρωτότυπα λογοτεχνικά κείμενα. Ασχολείται με τη συγγραφή, τη φωτογραφία, τα πολυμέσα, τη δημιουργία βίντεο και το blogging.
Πηγή: «Ιστορία της μιας ώρας»: Ένα διήγημα της Κέιτ Σοπέν | Fractal
|
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΩΡΑΣΚέιτ Σποπέν (1864) Μετάφραση: Βερίνα Χωρεάνθη
Επειδή η κυρία Μάλαρντ είχε σοβαρό πρόβλημα με την καρδιά της, έπρεπε να της το φέρουν με τρόπο ότι ο άντρας της ήταν νεκρός. Η αδερφή της Τζόζεφιν ανέλαβε να της το πει, με μισόλογα που περισσότερο έκρυβαν παρά αποκάλυπταν την αλήθεια. Ο φίλος του άντρα της, ο Ρίτσαρντς, ήταν εκεί, στο πλευρό της. Ήταν αυτός που βρισκόταν στα γραφεία της εφημερίδας όταν ήρθε η αναφορά για το σιδηροδρομικό δυστύχημα, με το όνομα του Μπρέντλυ Μάλαρντ πρώτο – πρώτο στη λίστα των «νεκρών». Και αφού βεβαιώθηκε μ’ ένα δεύτερο τηλεγράφημα, έτρεξε να προλάβει προτού κάποιος άλλος φίλος, λιγότερο προσεκτικός ή πονετικός, της πήγαινε τα κακά μαντάτα. Η αντίδρασή της μόλις άκουσε την ιστορία δεν ήταν η συνηθισμένη, δεν παρέλυσε δίχως να μπορεί να δεχτεί τη σημασία της. Ξέσπασε σε λυγμούς και ρίχτηκε απότομα και βίαια στην αγκαλιά της αδερφής της. Όταν η θύελλα της θλίψης κόπασε, η κυρία Μάλαρντ ανέβηκε μόνη στο δωμάτιό της. Δεν ήθελε κανέναν μαζί της. Απέναντι από το ανοιχτό παράθυρο βρισκόταν μια άνετη και ευρύχωρη πολυθρόνα. Βούλιαξε μέσα της, καθηλωμένη από μια σωματική εξάντληση που στοίχειωνε το κορμί της κι έφτανε σχεδόν ως την ψυχή της. Στην ανοιχτή πλατεία μπροστά στο σπίτι της μπορούσε να δει τις κορυφές των δέντρων που αναρριγούσαν με τη δροσερή πνοή της Άνοιξης. Στον αέρα πλανιόταν η εξαίσια ανάσα της βροχής. Κάτω στο δρόμο ένας πλανόδιος πωλητής διαλαλούσε το εμπόρευμά του. Οι νότες από ένα μακρινό τραγούδι ίσα που έφταναν στ’ αυτιά της και αμέτρητα σπουργίτια κελαηδούσαν στα γείσα των παραθύρων. Κομμάτια γαλανού ουρανού ξεπρόβαλλαν εδώ κι εκεί ανάμεσα στα σύννεφα που είχαν μαζευτεί το ένα πάνω στο άλλο στη δυτική πλευρά του παραθύρου της. Καθόταν με το κεφάλι της ριγμένο πίσω στο μαξιλάρι της πολυθρόνας, σχεδόν ακίνητη αλλά που και που ένας κόμπος ανέβαινε στο λαιμό της και την τράνταζε, όπως ένα παιδί που, αφού έκλαψε ώσπου να κοιμηθεί, συνεχίζει τα αναφιλητά και στο όνειρό του. Ήταν νέα και τα χαρακτηριστικά του ωραίου και ήρεμου προσώπου της πρόδιδαν αυτοσυγκράτηση, ίσως και μια εσωτερική δύναμη. Αλλά τώρα τα μάτια της κοίταζαν απλανώς κάπου μακριά προς μια λωρίδα γαλανού ουρανού. Δεν ήταν βλέμμα στοχασμού, ήταν σαν να της είχε διακοπεί μια βαθιά σκέψη. Κάτι την πλησίαζε και με φόβο το περίμενε. Τί να ήταν άραγε; Δεν ήξερε – ήταν τόσο φευγαλέο και απατηλό που δεν μπορούσε να το προσδιορίσει. Το αισθανόταν όμως να έρχεται ύπουλα από τον ουρανό και να την πλησιάζει μέσα από τους ήχους, τα αρώματα και τα χρώματα που γέμιζαν τον αέρα. Τώρα η καρδιά της χτυπούσε πιο γρήγορα. Είχε αρχίσει να προσδιορίζει εκείνο που την πλησίαζε για να την κυριεύσει και επιστράτευε όλη της τη θέληση για να το διώξει – μια θέληση όμως τόσο αδύναμη όσο και τα λευκά, λεπτά της χέρια. Μόλις εγκατέλειψε την προσπάθεια, μια λεξούλα ξέφυγε ψιθυριστά από τα μισάνοιχτα χείλη της. Την είπε ξανά και ξανά από μέσα της: «Ελεύθερη, ελεύθερη, ελεύθερη!» Το κενό βλέμμα και η επακόλουθη έκφραση του τρόμου έφυγαν από τα μάτια της που απέμειναν ζωηρά και λαμπερά. Ο σφυγμός της ήταν γρήγορος και το αίμα κυλούσε ζεστό και ήρεμο σε κάθε γωνιά του κορμιού της. Δεν έπαψε να αναρωτιέται μήπως επρόκειτο για κάποιο φριχτό αστείο. Το μυαλό της, όμως, ξεκάθαρο πια και δυναμωμένο, τη βοήθησε να απορρίψει την απίθανη αυτή εκδοχή. Ήξερε ότι θα έκλαιγε ξανά και ξανά όταν θα έβλεπε τα ευγενικά, τρυφερά χέρια του σταυρωμένα, το πρόσωπό του, που ποτέ δεν είχε πάψει να την κοιτάζει με αγάπη, τώρα ακίνητο, γκρίζο και άψυχο. Αλλά πίσω απ’ αυτήν την πικρή στιγμή έβλεπε την ατέλειωτη παρέλαση των χρόνων που θα έρχονταν και θα της ανήκαν ολοκληρωτικά. Κι εκείνη τα καλοδεχόταν με ανοιχτή αγκαλιά. Δεν θα ζούσε για κανέναν άλλον από ‘δω και στο εξής παρά μόνο για τον εαυτό της. Η δύναμη καμιάς θέλησης δεν θα την λύγιζε πια μ’ εκείνο το τυφλό πείσμα που οι άντρες κι οι γυναίκες πιστεύουν ότι έχουν το δικαίωμα να επιβάλλουν στους συνανθρώπους τους. Η καλή ή η κακή πρόθεση έκανε τις πράξεις να μη φαίνονται πια εγκληματικές καθώς τις έβλεπε τη σύντομη εκείνη στιγμή της φώτισης. Κι όμως, κάποιες φορές τον είχε αγαπήσει. Άλλες πάλι, όχι. Μα τί σημασία είχε; Πόσο μετρούσε η αγάπη, αυτό το άλυτο μυστήριο, μπροστά στην αυτοπεποίθηση που η ίδια κατείχε και που ξαφνικά αναγνώριζε σαν το πιο δυνατό συναίσθημα της ύπαρξής της; «Ελεύθερη! Στην ψυχή και το σώμα μου, ελεύθερη!» συνέχισε να ψιθυρίζει. Η Τζόζεφιν είχε γονατίσει μπροστά στην κλειστή πόρτα με τα χείλη της στην κλειδαρότρυπα και παρακαλούσε την αδερφή της να την αφήσει να μπει. «Λουίζ, άνοιξε την πόρτα, σε ικετεύω, άνοιξε την πόρτα – θα αρρωστήσεις. Τί κάνεις, Λουίζ; Για τ’ όνομα του Θεού, άνοιξε την πόρτα!» «Φύγε, δεν παθαίνω τίποτα!» Όχι, γιατί έπινε το ίδιο το ελιξήριο της ζωής από το ανοιχτό παράθυρο. Η φαντασία της κάλπαζε στις μέρες που την περίμεναν. Μέρες ανοιξιάτικες και μέρες καλοκαιρινές κι όλων των ειδών οι μέρες θα ήταν δικές της. Είπε με μια ανάσα μια γρήγορη προσευχή για να ζήσει πολλά χρόνια ακόμα. Και μόλις χτες είχε φρίξει στη σκέψη ότι μπορεί και να ζούσε πολλά χρόνια ακόμα. Σηκώθηκε με την ησυχία της και, μπροστά στη φορτικότητα της αδερφής της, άνοιξε την πόρτα. Ένας φλογερός θρίαμβος έλαμπε στα μάτια της καθώς στεκόταν απερίσκεπτη, σαν τη θεά της Νίκης. Αγκάλιασε τη Τζόζεφιν από τη μέση και κατέβηκαν τις σκάλες. Ο Ρίτσαρντς στεκόταν κάτω και τις περίμενε. Κάποιος άνοιγε την πόρτα μ’ ένα αντικλείδι. Ήταν ο Μπρέντλυ Μάλαρντ που έμπαινε, λίγο κουρασμένος απ’ το ταξίδι, κρατώντας ήρεμα το σάκο και την ομπρέλα του. Είχε βρεθεί μακριά απ’ τον τόπο του δυστυχήματος κι ούτε ήξερε καν ότι είχε συμβεί το περιστατικό. Η διαπεραστική κραυγή της Τζόζεφιν του έκοψε την ανάσα καθώς ευθύς ο Ρίτσαρντς μπήκε μπροστά του για να τον κρύψει από τη γυναίκα του. Αλλά ήταν πια πολύ αργά. Όταν ήρθαν οι γιατροί, είπαν ότι η κυρία Μάλαρντ πέθανε από την καρδιά της – από τη χαρά που σκοτώνει. Η Κέιτ Σοπέν (1850-1904) ήταν Αμερικανίδα πεζογράφος και
διηγηματογράφος. Τα διηγήματά της, τα οποία δημοσίευε σε περιοδικά, γίνονταν
συχνά αντικείμενα διαμάχης, εξαιτίας της θεματολογίας αλλά και της
διεκπεραίωσής τους. Κάποια μάλιστα χαρακτηρίστηκαν |
Κυριακή 25 Απριλίου 2021
DYING FROM "JOY" - H "ΧΑΡΑ" ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΝΕΙ
Παρασκευή 23 Απριλίου 2021
SHE SOUGHT IN VAIN - ΜΑΤΑΙΑ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ
Camille Pissarro, Paysanne lying in the grass, 1882
|
CALINE by Kate Chopin
THE sun was just far enough in the west to send inviting shadows. In the centre of a small field, and in the shade of a haystack which was there, a girl lay sleeping. She had slept long and soundly, when something awoke her as suddenly as if it had been a blow. She opened her eyes and stared a moment up in the cloudless sky. She yawned and stretched her long brown legs and arms, lazily. Then she arose, never minding the bits of straw that clung to her black hair, to her red bodice, and the blue cottonade skirt that did not reach her naked ankles. The log cabin in which she dwelt with her parents was just outside the enclosure in which she had been sleeping. Beyond was a small clearing that did duty as a cotton field. All else was dense wood, except the long stretch that curved round the brow of the hill, and in which glittered the steel rails of the Texas and Pacific road.
When Caline emerged from the shadow she saw a long train of passenger coaches standing in view, where they must have stopped abruptly. It was that sudden stopping which had awakened her; for such a thing had not happened before within her recollection, and she looked stupid, at first, with astonishment. There seemed to be something wrong with the engine; and some of the passengers who dismounted went forward to investigate the trouble. Others came strolling along in the direction of the cabin, where Caline stood under an old gnarled mulberry tree, staring. Her father had halted his mule at the end of the cotton row, and stood staring also, leaning upon his plow. There were ladies in the party. They walked awkwardly in their high-heeled boots over the rough, uneven ground, and held up their skirts mincingly. They twirled parasols over their shoulders, and laughed immoderately at the funny things which their masculine companions were saying. They tried to talk to Caline, but could not understand the French patois with which she answered them. One of the men - a pleasant-faced youngster - drew a sketch book from his pocket and began to make a picture of the girl. She stayed motionless, her hands behind her, and her wide eyes fixed earnestly upon him. Before he had finished there was a summons from the train; and all went scampering hurriedly away. The engine screeched, it sent a few lazy puffs into the still air, and in another moment or two had vanished, bearing its human cargo with it. Caline could not feel the same after that. She looked with new and strange interest upon the trains of cars that passed so swiftly back and forth across her vision, each day; and wondered whence these people came, and whither they were going. Her mother and father could not tell her, except to say that they came from loin là bas,* and were going Djieu sait é où.** One day she walked miles down the track to talk with the old flagman, who stayed down there by the big water tank. Yes, he knew. Those people came from the great cities in the north, and were going to the city in the south. He knew all about the city; it was a grand place. He had lived there once. His sister lived there now; and she would be glad enough to have so fine a girl as Caline to help her cook and scrub, and tend the babies. And he thought Caline might earn as much as five dollars a month, in the city. So she went; in a new cottonade, and her Sunday shoes; with a sacredly guarded scrawl that the flagman sent to his sister. The woman lived in a tiny, stuccoed house, with green blinds, and three wooden steps leading down to the banquette. There seemed to be hundreds like it along the street. Over the house tops loomed the tall masts of ships, and the hum of the French market could be heard on a still morning. Caline was at first bewildered. She had to readjust all her preconceptions to fit the reality of it. The flagman's sister was a kind and gentle task-mistress. At the end of a week or two she wanted to know how the girl liked it all. Caline liked it very well, for it was pleasant, on Sunday afternoons, to stroll with the children under the great, solemn sugar sheds; or to sit upon the compressed cotton bales, watching the stately steamers, the graceful boats, and noisy little tugs that plied the waters of the Mississippi. And it filled her with agreeable excitement to go to the French market, where the handsome Gascon butchers were eager to present their compliments and little Sunday bouquets to the pretty Acadian girl; and to throw fistfuls of lagniappe*** into her basket. When the woman asked her again after another week if she were still pleased, she was not so sure. And again when she questioned Caline the girl turned away, and went to sit behind the big, yellow cistern, to cry unobserved. For she knew now that it was not the great city and its crowds of people she had so eagerly sought; but the pleasant-faced boy, who had made her picture that day under the mulberry tree. * loin là bas… far away. **Djieu sait é où… God knows where *** lagniappe… small gift given to the customer with the purchase. Caline was featured as The Short Story of the Day on Fri, Feb 24, 2017 Βλέπε επίσης: FROM THE BEST OF AMERICAN LITERATURE - KATE CHOPIN KATE CHOPIN - ENA ΠΟΛΥ ΦΙΝΟ ΒΙΟΛΙ KATE CHOPIN - Η ΓΡΙΟΥΛΑ ΘΕΙΑ ΠΕΓΚΙ |
ΚΑΛΙΝ Κέιτ Σοπέν Μετάφραση: Βασίλης Κ. Μηλίτσης
Ο ήλιος ήταν έτοιμος να βασιλέψει κι ο ίσκιος δεν σε τραβούσε πια. Στο κέντρο ενός μικρού λιβαδιού, και στη σκιά μιας θημωνιάς που βρισκόταν εκεί, ήταν ένα κορίτσι ξαπλωμένο και κοιμόταν. Κοιμόταν βαθιά και πολλή ώρα όταν κάτι την ξύπνησε ξαφνικά σαν να δέχτηκε ένα χτύπημα. Άνοιξε τα μάτια της και κάρφωσε το βλέμμα της στον καθαρό ουρανό. Ούτε ένα συννεφάκι. Χασμουρήθηκε και τέντωσε νωχελικά τα μακριά ηλιοκαμένα πόδια και χέρια της. Μετά σηκώθηκε, αγνοώντας τα άχυρα που είχαν κολλήσει στα μαλλιά της, στο μπούστο και στην τσίτινη φούστα που άφηνε τους γυμνούς της αστραγάλους ακάλυπτους. Η ξύλινη καλύβα που κατοικούσε με τους γονείς της ήταν πολύ κοντά στο λιβαδάκι που κοιμόταν. Πιο πέρα υπήρχε ένα μικρό ξέφωτο που χρησίμευε σαν μια βαμβακοφυτεία. Όλος ο υπόλοιπος τόπος ήταν ένα πυκνό δάσος εκτός της μακράς λουρίδας που καμπύλωνε γύρω από τον λόφο, κι όπου γυάλιζαν οι ατσάλινες σιδηροδρομικές γραμμές που πήγαιναν στο Τέξας και ακολουθούσαν τη γραμμή του Ειρηνικού. Βγαίνοντας η Καλίν από τη σκιά, είδε ένα μακρύ τρένο με επιβατικά βαγόνια να έχει μάλλον σταματήσει απότομα. Ήταν ακριβώς εκείνο το ξαφνικό σταμάτημα που την ξύπνησε, διότι, απ’ όσο θυμόταν, ποτέ δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο πριν. Στην αρχή κοίταζε σαν χαζή, αποσβολωμένη. Μάλλον κάτι πήγε στραβά με τη μηχανή. Μερικοί επιβάτες που κατέβηκαν προχώρησαν προς τα μπρος να δουν τι συμβαίνει. Άλλοι πάλι κατευθύνθηκαν τεμπέλικα προς την καλύβα, όπου στεκόταν η Καλίν κάτω από μια ροζιασμένη μουριά και κοίταζε με γουρλωμένα μάτια. Ο πατέρας της ακινητοποίησε το μουλάρι του στην άκρη μιας σειράς από βαμβακιές και κοίταζε κι αυτός με έκπληξη, ακουμπώντας πάνω στο αλέτρι του. Στην παρέα των επιβατών υπήρχαν και μερικές κυρίες που βάδιζαν αδέξια με τις ψηλοτάκουνες μπότες τους πάνω στο τραχύ, ανώμαλο έδαφος, ανασηκώνοντας επιτηδευμένα τις φούστες τους. Στριφογύριζαν παρασόλια πάνω από τους ώμους τους και χασκογελούσαν αδιάντροπα στ’ αστεία που έλεγαν οι άντρες που τις συντρόφευαν. Προσπάθησαν να μιλήσουν στην Καλίν, αλλά δεν μπορούσαν να καταλάβουν την ιδιόρρυθμη γαλλική ντοπιολαλιά με την οποία απαντούσε. Ένας από τους άντρες – ένας νεαρός με ωραίο πρόσωπο – έβγαλε ένα μπλοκ ζωγραφικής από την τσέπη του και άρχισε να κάνει το πορτρέτο του κοριτσιού. Αυτή στεκόταν ακίνητη με τα χέρια πίσω της και με απονήρευτα, ορθάνοιχτα μάτια καρφωμένα πάνω του. Πριν, όμως, τελειώσει το σκίτσο του, ακούστηκε το σφύριγμα του τρένου και όλοι ‘έφυγαν βιαστικά. Η μηχανή τσίριξε, στέλνοντας νωχελικές τουλίπες καπνού στη σιγαλιά του χώρου, και μετά από λίγο ξεκίνησε σέρνοντας το ανθρώπινο φορτίο μαζί της. Η Καλίν ένιωθε πλέον διαφορετική μετά από εκείνο το συμβάν. Κοίταζε με ένα πρωτοφανές και παράξενο ενδιαφέρον τα τρένα που περνούσαν τόσο γρήγορα μπροστά από τα μάτια της κάθε μέρα, και αναρωτιόταν από ερχόταν και πού πήγαινε όλος εκείνος ο κόσμος. Οι γονείς της δεν μπορούσαν να της απαντήσουν και το μόνο που της έλεγαν πως ερχόταν από loin là bas* και πήγαινε Djieu sait é où.* Μια μέρα ακολούθησε τις γραμμές περπατώντας μίλια για να μιλήσει με τον σηματωρό που έμενε εκεί κάτω δίπλα στη δεξαμενή. Μάλιστα, αυτός ήξερε. Όλος εκείνος ο κόσμος ερχόταν από τις μεγαλουπόλεις στο βορρά και πήγαινε στην πόλη που βρισκόταν στον νότο. Κι ήξερε τα πάντα γι’ αυτήν την πόλη. Ήταν ένα σπουδαίο μέρος. Είχε ζήσει κάποτε εκεί. Η αδερφή του ζούσε εκεί τώρα και θα χαιρόταν πολύ να έχει ένα τόσο θαυμάσιο κορίτσι σαν την Καλίν να τη βοηθάει με το μαγείρεμα και την καθαριότητα, και να φροντίζει τα μωρά. Και σκέφτηκε πως η Καλίν θα μπορούσε να κερδίζει μέχρι και πέντε δολάρια τον μήνα στην πόλη. Κι έτσι η Καλίν πήγε, φορώντας την τσίτινη φούστα και τα καλά της παπούτσια. Η γυναίκα ζούσε σ’ ένα μικροσκοπικό, γύψινο σπίτι, με πράσινα παντζούρια, και τρία ξύλινα σκαλάκια που οδηγούσαν κάτω στην αποβάθρα. Φαινόταν ότι υπήρχαν εκατοντάδες σπίτια σαν κι αυτό στο μάκρος του δρόμου. Πάνω από τις οροφές των σπιτιών φάνταζαν τα ψηλά κατάρτια των πλοίων και στο ήσυχο πρωινό ακουγόταν η οχλοβοή της γαλλικής αγοράς. Στην αρχή η Καλίν ήταν σαν χαμένη. Έπρεπε να αναπροσαρμόσει όλες της τις προκαθορισμένες της αντιλήψεις για να ταιριάξει στην καινούργια πραγματικότητα. Η αδερφή του σηματωρού ήταν μια καλοσυνάτη και ήρεμη αφεντικίνα. Μετά από μια ή δυο βδομάδες ρώτησε την Καλίν της άρεσε εκεί. Της Καλίν της άρεσε πάρα πολύ, γιατί ήταν ευχάριστο να βγαίνει βόλτα τα Κυριακάτικα απογεύματα με τα παιδιά κάτω από τις πλατιές και υποβλητικές αποθήκες ζάχαρης ή να κάθεται πάνω στα πεπιεσμένα δεμάτια με βαμβάκι, να χαζεύει τα εντυπωσιακά ατμόπλοια, τις κομψές βαρκούλες, τα θορυβώδη μικρά ρυμουλκά που όργωναν τα νερά του Μισισιπή. Και γεμάτη με ευχάριστη έξαψη πήγαινε στη γαλλική αγορά, όπου ένα σωρό χασάπηδες με το όνομα Γκασκόν παραήταν πρόθυμοι να κάνουν κομπλιμέντα, να προσφέρουν κυριακάτικα μπουκετάκια στο όμορφο γαλλόφωνο κορίτσι και να ρίχνουν ένα σωρό δωράκια στο καλαθάκι της με τις αγορές της. Όταν η κυρία της την ξαναρώτησε μετά από μια βδομάδα αν ήταν ακόμη ευχαριστημένη, η Καλίν δεν ήταν και τόσο σίγουρη. Και πάλι όταν την ρώτησε, η Καλίν έτρεξε και πήγε να κρυφτεί πίσω από τη μεγάλη, κίτρινη στέρνα για να κλάψει χωρίς να την βλέπουν. Γιατί τώρα ήξερε ότι δεν ήταν η μεγάλη πόλη με την πολυκοσμία της που με τόση λαχτάρα αναζητούσε, αλλά το αγόρι με το ωραίο πρόσωπο που είχε κάνει το σκίτσο της εκείνη τη μέρα κάτω από τη μουριά.
* loin là bas… far away. **Djieu sait é où… God knows where
|
-
Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΠΟΥ ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΑ ΠΑΛΙΑ Τάσος Καλούτσας «Τι κάνει σήμερα η γιαγιά;» ρώτησα την Ιβάνκα, βγαίνοντας στο μπαλκονά...
-
EXORCISM By Vassilis C. Militsis Father Parthenios, abbot of the monastery of Our Beatific Holy Lady, was a 75-year-old man, of...
-
Ο ΔΟΚΗΣΙΣΟΦΟΣ του Ανδρέα Λασκαράτου (1811-1901) Ο δοκησίσοφος έλαβε από τη φύση του το χάρισμα του ...





