Πέμπτη 24 Αυγούστου 2023

ΑΝΕΦΙΚΤΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ - ΤΗΕ IMPRACTICABILITY OF VACATIONS


 

ΤΟ ΑΝΕΦΙΚΤΟ ΤΩΝ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Μίκης Αναστασίου

Ο Μίκης Αναστασίου γεννήθηκε το 1974 στην Αθήνα. Ο Λογιστής είναι το πρώτο του μυθιστόρημα.

 

Πέντε χρόνια είχε να πάει διακοπές, από τότε που τον άφησε η γυναίκα του. Τον πρώτο καιρό δεν είχε όρεξη, μετά δεν είχε λεφτά· αλλά ούτε και παρέα είχε και, ως γνωστόν, οι διακοπές θέλουν παρέα. Μόλις έμπαινε το καλοκαίρι άρχιζαν οι ανελέητες ερωτήσεις –πού θα πας διακοπές;– μολονότι κανείς δεν ενδιαφέρεται πραγματικά πού θα πάει διακοπές ο άλλος – κάπου θα πάει.


Δεν ήταν καλός στα ψέματα, γι’ αυτό προετοίμαζε ένα σενάριο μόνο και μόνο για να απαντάει στις ερωτήσεις χωρίς να κομπιάζει. Άνοιγε έναν Άτλαντα που είχε κρατήσει ενθύμιο από το Δημοτικό, όργωνε με το δάχτυλο τα πελάγη, ξεμπάρκαρε σε ένα νησί με ωραίο όνομα, συνήθως βράδυ και με γυναίκα δίπλα του. Τον έπιανε τότε το παράπονο, θυμόταν τις διακοπές με τη γυναίκα του, κάθε καλοκαίρι σε άλλο νησί. Αυτή τα οργάνωνε όλα, είχε ταλέντο στις διακοπές. Αυτός ακολουθούσε φορτωμένος σαν γαϊδούρι, πανευτυχής και υποταγμένος.

Ένα απόγευμα –έβγαινε ο Ιούλιος– χτύπησε το τηλέφωνό του. Σπάνια τον έπαιρναν τηλέφωνο, ούτε κι αυτός έπαιρνε κανέναν. Ήταν ένας φίλος –σχεδόν φίλος– από το μαγαζί, ο μοναδικός που συμπαθούσε εκεί μέσα. Μαζί ανεβοκατέβαζαν τις κούτες με τα πλακάκια από το υπόγειο στο ισόγειο και πάλι πίσω, κι άλλες κούτες, κι άλλα πλακάκια, μα τα πλακάκια τελειωμό δεν είχαν. Αυτός ήταν ο λόγος που τον άφησε η γυναίκα του. «Όλη σου τη ζωή θα κουβαλάς πλακάκια;» του πέταγε όποτε τσακώνονταν. «Δεν έχεις φιλοδοξίες;» Είχε, αλλά και τι μ’ αυτό; Όλοι έχουν.

«Όλο και κάπου θα πάω», έδωσε μια πρόχειρη απάντηση στη γνωστή ερώτηση. Αλλά ο φίλος είχε σχέδια, δεν ήταν απ’ αυτούς που ρωτάνε για να ρωτήσουν. Πρώτη Αυγούστου, μια βδομάδα στο Αγκίστρι. Ο φίλος, η γυναίκα του φίλου –την είχε γνωρίσει– κι ένα ακόμα ζευγάρι, γαμώ τα παιδιά, όπως τον διαβεβαίωσε.

Το ήξερε το Αγκίστρι από τον Άτλαντα, πήγαινε συχνά με το δάχτυλο, του άρεσε το όνομα. Κάτι σκίρτησε μέσα του, μόνο για μια στιγμή.

«Κι εγώ πού κολλάω;» είπε.

Να τ’ αφήσει αυτά, τον αποπήρε με αγάπη ο φίλος.

«Είμαι λίγο ζορισμένος αυτόν τον καιρό».

Θα τσοντάρει κι ο φίλος, τι φίλος είναι;

Δεν του άρεσε να δανείζεται, αλλά κάτι είχε πιάσει δουλειά μέσα του, κάτι γνωστό από παλιά. Το αναγνώριζε – και δεν αναγνώριζε τον εαυτό του.

«Καλά, θα δούμε», είπε και τρόμαξε στη σκέψη ότι είχαν κιόλας δει.

 

Την παραμονή αγόρασε ένα εμπριμέ μαγιό, πετσέτα και μερικές ακόμα σαχλαμάρες. Καιρό είχε να πάει για ψώνια και το διασκέδαζε σαν μικρό παιδί. Το μάτι του έπεσε στις μάσκες – πήρε μία, με αναπνευστήρα. Παραλίγο να πάρει και βατραχοπέδιλα. Χάλασε πολλά, μα δεν τον ένοιαζε, θα τσόνταρε κι ο φίλος του. «Πάμε διακοπές, μαλάκα», έλεγε και ξανάλεγε γυρίζοντας σπίτι.

Τον έριξαν στη θάλασσα με μια πέτρα δεμένη στον λαιμό. Δεν αντιστάθηκε – από πείσμα. Καλύτερα να πάει στον πάτο μια ώρα αρχύτερα. Μα η πέτρα δεν βούλιαζε και τον κρατούσε στην επιφάνεια. Αγκάλιασε την πέτρα να τη βουλιάξει αυτός με τα χέρια του. Δεν ήταν πέτρα, αλλά ένα εμπριμέ μπαλόνι. Οι άλλοι στέκονταν στον μόλο, τον έδειχναν και γελούσαν.

Ξύπνησε κακόκεφος. Είδε τη βαλίτσα του δίπλα στην εξώπορτα. Τι ανάγκη είχε να πάει διακοπές με άγνωστους ανθρώπους; Διακοπές από τι; Τίποτα ποτέ δεν διακόπτεται. Αλλά μάλλον ήταν το άγχος της αναχώρησης, θα ξεχνιόταν μόλις έσμιγε με τα παιδιά.

Στο λεωφορείο δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από τον γέρο που καθόταν απέναντί του. Είχε κι αυτός μια βαλίτσα ανάμεσα στα πόδια του. Κάπου τον ήξερε, μα μπορεί να έκανε λάθος.

Τους είδε από μακριά. Τον περίμεναν όρθιοι, είχε αργήσει λίγο. Στάθηκε να κόψει φάτσες, μην πάει απροετοίμαστος. Ο φίλος τού φίλου δεν του άρεσε, μιλούσε ασταμάτητα. Η άλλη έφερνε λίγο στη γυναίκα του, αλλά ήταν νεότερη, όπως ήταν η γυναίκα του όταν τη γνώρισε. Έβγαλε να ανάψει τσιγάρο, τα χέρια του έτρεμαν, δεν τα κατάφερνε. Και φοβήθηκε, φοβήθηκε τους άλλους και πιο πολύ τον εαυτό του. Πίεσε τον εαυτό του να πάρει τα πόδια του και να σμίξει με τους άλλους, μια απόφαση ήταν. Ο εαυτός πείστηκε, μα τα πόδια του δεν πείθονταν με τίποτα, κάτι παραπάνω θα ήξεραν. Και ξαφνικά όλα τού φανερώθηκαν όπως πραγματικά ήταν: Ο ανελέητος ήλιος, το στριμωξίδι στην παραλία, η μυριοκατουρημένη θάλασσα. Και τη νύχτα τα άβολα μαξιλάρια, τα μηχανάκια που ζορίζονται στην ανηφόρα, το μαρτύριο του ύπνου που δεν λέει να έρθει. Και ο μεγαλόψυχος φίλος που θέλει σώνει και καλά να τον χαρτζιλικώσει, λες και δεν κουβαλάνε τα ίδια πλακάκια.

«Γαμώ το καλοκαίρι σας και γαμώ τις διακοπές σας», είπε και γύρισε να πάρει ξανά το λεωφορείο.

Όταν κατέβηκε στη στάση του είχε πιάσει ψύχρα. Και έβρεχε.

Από τις Εκδόσεις Ενύπνιο (2021) κυκλοφορεί το πρώτο βιβλίο του Μ. Αναστασίου, το μυθιστόρημα «Ο λογιστής»

Πηγή:

 efsyn ΝΗΣΙΔΕΣ

19-20/8/23 

THE IMPRACTICABILITY OF VACATIONS

By Mikis Anastasiou

Mikis Anastasiou was born in Athens in 1974. The Accountant is his first novel.

Rendered by Vassilis C. Militsis

 He had not gone on holidays for five years since his wife had walked out on him. In the early days he did not feel like doing anything, besides being short of money. He felt also lonely, and, as we all know, going on holidays means having some company. As soon as summer set in, the relentless questions began: - where will you go on holidays? – though no one is really interested where one is going – there is always some place to go.

He was not good at lying; that was why he would make up storylines only to answer questions without stumbling. He would open an Atlas he had kept as a souvenir from grammar school, thumb through seas, and disembark, usually in the evening, on a nice sounding island with a woman at his side. And then he recalled the vacations with his wife on a different island every summer and was gripped by grief. It was she who would organize everything – she had the knack of it. He followed loaded like a pack animal, meek but overjoyed.

One afternoon in late July the phone rang. Rarely did he receive phone calls; neither would he call anyone. It was a friend – almost a friend – from work. He was the only one there he really liked. They carried boxes of tiles from the basement to the ground floor and the other way around. There were a host of boxes without end. That was the reason his wife left him. “Are you going to be carrying boxes of tiles all your life like a coolie?” she flung at him each time they had a row. “Have you got no ambitions?” he did have, but what’s got to do with it? Everybody has.

 “I’ll go someplace or another,” he gave a pat answer to the same old stupid question. But his friend had plans; he wasn’t the man who asked questions for the sake of asking. On the first of August, one week in the island of Angistri. His friend with his wife – he had met her – and still another couple, a hell of kids, he assured him.

He knew from the Atlas where Angistri was. He used to visit it with his finger; he liked the name. Something pumped inside him, but only for a moment.

“And where do I fit into it?” he asked.

“Come off it!” His friend remonstrated tenderly.

“I’m a bit short of cash these days.”

“I’ll chip in, or else what sort of a friend am I?”

He hated to borrow, but he sensed something inside him – something familiar from long ago. He recognized it, but he couldn’t recognize himself.

“OK, I’ll think it over,” he said and dreaded at the thought that he had already been seen through.

 

On the day before, he bought a flowery swimsuit, a towel and a few more trifles. He hadn’t gone shopping for a long time and he was enjoying it like a small kid. His eye fell on the masks – he bought one with a snorkel. He almost bought a pair of fins. He spent a lot but he didn’t care – after all his friend was going to contribute, too. “We’ll go on holidays, asshole,” he was going on about it on his return home.

They pushed him into the sea with a stone tied around his neck. He did not resist out of spite. Better go to the bottom an hour earlier. The stone, however, did not founder and made him float on the surface. He put his arms around the stone and tried to get it to sink. It was not a stone, but a colored balloon. The others stood on the pier, pointed at him and laughed.

He woke up in low spirits. He looked at his suitcase by the front door. Need he go on holidays with people he didn’t know? To get away from what? Nothing is interrupted. It might be the anxiety of going away; he would relax as soon as he joined the kids.

On the bus he couldn’t help staring at the old man that sat opposite him. He had also placed a suitcase between his feet. He wondered if he knew him from somewhere, but he might be wrong.

He saw them in the distance. They were standing waiting for him. He was a bit late. He paused for a moment to size them up so that he wouldn’t join them unprepared. He didn’t like his friend’s companion; he talked unceasingly. The woman looked slightly like his wife, but she was younger, the way his wife had been when she met her. He fished out a cigarette and tried to light it with trembling hands, but he didn’t succeed. He was scared of them but he was more scared of himself. He forced himself to move on and join them – it was just a decision. He convinced himself that all was OK but his legs would not be persuaded; they might have known better. And then all of a sudden all was revealed to him as it really was: the sun beating down relentlessly, the jammed beach, the sea being peed by thousands of bathers; and at night the uncomfortable pillows, the motor bikes revving uphill and the torture of not being able to sleep. And his generous friend who by all means is willing to chip in as though they don’t carry the same tiles.

“Screw your summer and your holidays,” he said to himself and turned back to catch the bus home.

When he got off at the bus stop, it was getting chilly and began to rain.