Ο ΑΝΤΩΝΗΣ
Θόδωρου Κ. Τρουπή
(Βλέπε προηγούμενη προβολή)
Από το βιβλίο "Τα Παράσημα"
Ήρθε
η σκλαβιά. Ήρθε μ' όλα τα δεινά της.
Έπεσε
πείνα. Τέλειωσαν όλα τα βλαστάρια της γης και τα μαλακά φυλλώματα των άγριων
δέντρων των δασών άρχισαν να βλασταρώνουν για δεύτερη φορά. Τα πρώτα είχαν
καταναλωθεί αξέταστα από τους πεινασμένους κι αδούλωτους της περιοχής.
Σκελετωμένοι
οι γέροντες περιφέρονταν στους χέρσους αγρούς για βολβούς και για κάθε είδους
χορταρικά.
Η
φυματίωση είχε αποδεκατίσει τις φτωχότερες φαμίλιες. Τα μικρά παιδιά
ξεψυχούσαν σκελετωμένα στα άσαρκα άδεια στήθη των μανάδων τους. Τα μεγαλύτερα
αναζητούσαν το κάτι τι στα περιβόλια στ' αμπέλια και στα στανοτόπια, στις
νεροσυρμές και στις ρεματιές καβούρια, σαλιγκάρια με πρόωρα χνούδια στα
πρόσωπα, πρησμένη κοιλιά και χωμένα άσπρα βασιλεμένα μάτια.
Στην
άκρη του χωριού κοντά στη βρυσομάνα είχαν στρατοπεδεύσει οι βάρβαροι. Τα
παιδιά δεν κρύφτηκαν, όπως οι μεγάλοι και οι έφηβοι. Άρχισαν να ξεθαρρεύουν
και να πηγαίνουν προς τους καταυλισμούς και τα καζάνια.
Πλησίαζε
η ώρα του φαγητού. Σήμανε η σάλπιγγα συγκέντρωση και διανομή συσσιτίου. Πάνω
στις κοτρώνες ανεβασμένα τα δασκαλούδια τα νηστικά και τα ορφανεμένα, έβλεπαν
τα μακαρόνια και το τυρί και τη σάλτσα, το αβγό το άσπρο ψωμί με στόμα
στεγνό. Δεν είχαν ούτε σάλιο να το γευτούν.
Κάποιος
μάγειρας σήκωσε το καζάνι το πήγε στη βρυσομάνα να το πλύνει. Μερικά
μακαρόνια άρχισαν να ξεκολλούν από το εσωτερικό του καζανιού και να επιπλέουν
στα νερά της βρυσομάνας, έτοιμα ν' ακολουθήσουν την κατηφόρα του ρυακιού.
Τα
παιδιά έτρεξαν και τα 'χα·ψαν πριν προλάβουν να πέσουν κάτω από του δρόμου το
αυλάκι και πριν χαθούν στις αφροξυλιές, στα βάτα και τις τσουκνίδες. Ο
μάγειρας πικρογέλασε. Έπλυνε το καζάνι. Το τοποθέτησε στη θέση του. Έτρεξε
κάπως βιαστικός και σήκωσε το καπάκι μιας χύτρας κι έδειξε με το δάχτυλο του
στα παιδιά το περιεχόμενο. Εκείνα κατάλαβαν αμέσως. Έτρεξαν προς τα εκεί.
Είδαν μια μερίδα μακαρόνια και κατάλαβαν πως άνηκε στο μάγειρα. Και κείνος
ήταν πρόθυμος να τους την προσφέρει. Τρία ήσαν τα παιδιά. Ο Αντώνης, ο
Γιάννης και ο Δημήτρης.
Όταν
ο πόλεμος έκλεισε τα σχολεία πήγαιναν στην πρώτη τάξη. Κανονικά έπρεπε να
πηγαίνουν στην τρίτη τάξη. Δεν πήγαιναν σε καμία. Το σχολείο ήταν κλειστό κι
ο δάσκαλος με τη δασκάλα στο χωριό τους. Η δασκάλα άρρωστη από την πείνα και
την ελονοσία και το δάσκαλο είπανε πως τον είχανε στη φυλακή... στο Νταχάου ή
στο Αουσβίτς. Δεν ξέρω καλά.
Τα
παιδιά είπαν «ναι» στο νόημα του μάγειρα και κίνησαν καταφατικά τις κεφαλές
με βουλιμία. Ο μάγειρας άδειασε τα μακαρόνια σ' ένα πλυμένο μεγάλο
κονσερβοκούτι και το παράδωσε στα παιδιά. Εκείνα το άρπαξαν όλα μαζί. Έβαλαν
το ένα τους χέρι μέσα κι έκαναν το περιεχόμενο μιάμιση χουφτιά και χαψιά το
καθένα. Ύστερα περνούσαν το δείχτη του χεριού στο άπλυτο δοχείο και το
έγλειφαν. Ο μάγειρας δάκρυσε, κρυφά από τους άλλους εχθρούς κι έκανε νόημα
στα παιδιά να φύγουν στο χωριό και στα σπίτια τους.
Νύχτωσε.
Την
άλλη μέρα οι εχθροί φύγανε γι' αλλού. Σε λίγον καιρό νικήθηκαν κι έφυγαν
εντελώς και για πάντα από τ' άγια μας χώματα.
Ο
παππούς του Αντώνη πέθανε από την πείνα και τη φυματίωση. Η γιαγιά του
ταξίδεψε, πριν από τον παππού, από τα νεφρά της και την καρδιά της.
Ο
Γιάννης ήταν ορφανός κι απ' τους δύο γονείς του. Ο πατέρας του χάθηκε στη
μέση ανατολή και η μάνα του πέθανε όταν γέννησε την αδελφούλα του την
Κατερίνα. Το Γιάννη τον πήρε ένας αδελφός της μάνας του στην Αθήνα, αμέσως με
την απελευθέρωση.
Εκεί,
στην Αθήνα ο Γιάννης, δεν πρόσεξε. Πήγε να πιαστεί από κάποιο τραμ να παίξει.
Δεν πρόσεξε κι έχασε τη ζωή του. Πολύ τον έκλαψε η αδελφούλα του η Κατερίνα
που τον είχε προστάτη και παρηγοριά. Το πρώτο παιδί της Κατερίνας το βάφτισαν
Γιαννάκη.
Το
Δημητράκη τον χάσαμε από το χωριό γύρω στα δεκαοκτώ του. Έφυγε στην
Αυστραλία. Παντρεύτηκε γυναίκα από την Κεφαλονιά κι έβγαλε παιδιά με μυαλό.
Σπουδάσανε και γίνανε ξακουστοί δάσκαλοι σε πανεπιστήμια. Εκείνος ζει και τα
χαίρεται. Τους λέει πως κάπου υπάρχει και μια γωνιά της γης που τη λένε:
Ελλάδα. Μα εκείνα δεν ξέρουν και δεν αγαπούν την Ελλάδα του Δημητράκη αλλά
μι' άλλη Ελλάδα ξακουσμένη που την γράφουν τα χαρτιά και τη θαυμάζουν όλοι οι
σοφοί του κόσμου. Κι ο Δημητράκης χαίρεται διπλά... και πικραίνεται διπλά. Το
γιατί... βρείτε το.
Μια
μέρα ο Αντωνάκης βρήκε στο ποτάμι μια χειροβομβίδα. Την πήγε στο σπίτι να την
ιδεί ο πατέρας του. Την κρέμασε κάπου στο σταύλο από τη χαλκάδα της. Μα,
καθώς πήγε να την κατεβάσει, η χειροβομβίδα έσκασε κι ο Αντωνάκης έγινε ένα
ματωμένο λιοπάνι γεμάτο κουρέλια κι αίματα. Έτσι τον πήγαν στο τάφο, με το
λιοπάνι. Έτσι θα μου τον φέρνει η μνήμη μου κάθε φορά που βλέπω παιδιά να
παίζουν πεντόβολα και αμπάριζα στις γειτονιές.
Δεν
άντεχαν να μείνουν για πολύ σ' εκείνο το αιματοβαμμένο σπίτι. Αναζήτησαν
αλλού κατοικία. Βρήκαν κάποιο απόμερο οικοπεδάκι στο κέντρο του χωριού κι
έχτισαν εκεί ένα μικρό σπιτάκι ίσα - ίσα που τους στέγαζε.
Ακούστηκαν
και χαρούμενες φωνές από κείνα τα κλειστά παράθυρα, σαν λευτερωθήκαμε και απ'
το δικόνε μας εμφύλιο ησυχάσαμε... Ήρθανε και οι πρώτοι τουρίστες. Σαν άκουσε
η μάνα του Αντώνη τ' όνομα τους, βγήκε στο μπαλκόνι μαυροντυμένη κι έσυρε
φωνή: « ...Φονιάδες του παιδιού μου. Κακούργοι! Στον τρισκατάρατο! Στα
τσακίδια! να πάτε κι όχι εδώ! Φτάνει πια! Μη μολεύετε άλλο τα χώματα μας!»
Εκείνοι
άκουγαν απορημένοι. Κι όταν η μικρή ξανθιά ξεναγός με τις φακίδες πρόσεξε,
κατάλαβε το νόημα των λεγομένων με λυγμούς, οι χαρούμενοι μέχρι εκείνη τη
στιγμή επισκέπτες μας, έγιναν σκυθρωποί με το αίσθημα της ενοχής και του
φόβου στην έκφραση. Γόργωσαν τα βήματα τους και απομακρύνθηκαν.
Τα
παιδιά που έπαιζαν στη γειτονιά άκουσαν τις φωνές, έριξαν μια ματιά προς τα
μισάνοιχτα παράθυρα. Είδαν τη μητέρα του Αντώνη να καταριέται. Είδαν και τους
βιαστικούς τουρίστες. Κατάλαβαν. «Γερμανοί»... ψιθύρισαν και συνέχισαν τα
παιχνίδια τους.
|
ANTONIS
Thedoros K. Troupis
Rendered by Vassilis C. Militsis
From
the Book The Medals of Honor
Enslavement came with all its evils. Famine
set in. All vegetation ran dry for the winter and the soft foliage of the
forest trees began to shoot buds for the second time. The first sprouts had
been consumed indiscriminately by the starving and free people of the region.
Skeletons of old people roamed on fallow fields searching for tubers and all
sorts of herbage.
Tuberculosis had decimated the poorer
families. Little children breathed their last in the scrawny and empty bosoms
of their mothers. Older ones, almost youths with precocious down on their
cheeks, bloated bellies and sunken, vacant eyes, foraged the orchards,
vineyards and grazing places for some herbs, and searched gullies and streams
to catch crabs and snails.
On the fringe of the village by the
springhead the barbarians had camped. The children did not hide from them, as
the grownups and adolescents did. They began to become bolder and head to the
cantonment and the cook house.
It was time for mess. The bugle sounded to
summon the soldiers for the meal. The school kids, hungry and orphaned,
seated on the boulders, watched the pasta and the cheese and the sauce, the
eggs and the white bread. Their mouths could not even water; they had gone
dry of saliva.
A cook lifted a dixie and took it to the
spring to wash it. Some of the pasta began to detach from the inside of the
vessel and float in the water of the spring, ready to follow the downstream
the brook. The kids rushed and gulped it before it could follow the gutter
below the road and vanish among the elderberries, the brambles and the
nettles. The cook smiled ruefully. He washed the dixie and stowed it away.
Then he hurried and lifted the cover of a kettle showing its contents to the
kids with his finger. They understood his signal right away and ran to the
kettle. They saw a portion of pasta in it and realized the meal belonged to
the cook, who was charitable to offer it to the kids. The kids were three
boys: Antonis, Yannis and Dimitris. When schools were closed because of the
war, they were in the first elementary school grade. Normally they should
have been going to the third; the school was closed and both the teachers – a
man and a woman – had gone to their villages. The woman, besides
The cook emptied the pasta into a large
clean can and gave it to the boys. They grabbed it all together. They put one
hand in the can, took each one handful of pasts and downed it in one gulp.
Then they passed their indexes on the inside of the can and licked them with
relish. The cook’s eyes misted, and he took care not to be seen by the other
enemy soldiers; he signed to the boys to leave and return to their homes.
Night fell.
The next day the enemy left for
elsewhere. In time they were defeated and left the holy grounds of our fatherland
forever. Antonis’s grandfather had died of starvation and tuberculosis. His
grandmother had gone to her maker before the grandfather as she suffered from
her bad heart and kidneys.
Yannis had lost both his parents. His
father lost his life in the Middle East; his mother died at childbirth,
giving life to his little sister, Katerina. Yannis was taken to Athens after
the liberation by his mother’s brother. One day he tried to hitch a free ride
behind a street car just for fun. His recklessness cost him his life. He was
deeply mourned by his little sister, Katerina, to whom he was a guardian and
comfort. So Katerina’s first boy was given the name ‘Yannakis’ [diminutive
for Yannis].
Dimitris left the village and migrated to
Australia. He married a woman from Cephalonia and had intelligent children.
They all studied and became famous university professors. He is still in life
and proud of them. Once in a while he tells them there is a niche on the
earth, called Greece. But they do not know, so they do not care about
Dimitris’s Greece, but they do care about another renowned Greece of yore,
written in books and admired by the wise of the world. Dimitris is both happy
and at the same time embittered, and that is why:
One day his old friend Antonis found a
grenade by the river. He carried it home to show it to his father. He hung it
by its ring in the stable; but as he tried to take it down again, the grenade
exploded and reduced Antonis into a bleeding rag. They buried the way they’d
found him, as if he was shrouded in an olive gathering sheet. That is how I
recall him to mind every time I see children playing at jacks or prisoner’s
base in the neighborhoods.
His parents could not stand living in that
blood-stained house. They sought somewhere else to live. They found an
out-of-the-way building site in the center of the village, where they build a
tiny house that barely could shelter them.
Out of those closed windows joyful voices
were also heard when we were delivered from our civil war and found peace.
Then the first tourists came. As soon as
Antonis’s mother heard of their nationality, she went out on the balcony,
black clad, and let out a shrill scream: “Murderers of my boy. Villainous criminals!
Go to hell; not here. Enough is enough! Defile our land no more!”
They stood listening in wonder. But when
the short, blonde freckled girl that was their guide paid closer attention to
what the woman said in sobs, and explained to the group what she was talking
about, their countenances clouded over with guilt and fear. They accelerated their
walk and drew away.
The children that played in the
neighborhood heard the voices and cast a glance at the windows that stood
ajar. They saw Antonis’s mother heaping curses on the hasty tourists. They understood.
“Germans..." they whispered and went on playing.
|
Πέμπτη 30 Ιουλίου 2020
TH. TROUPIS - ANTONIS' TRAGIC DEATH
Τρίτη 28 Ιουλίου 2020
Θ. ΤΡΟΥΠΗΣ - ΕΝΑΣ ΚΑΤΑΦΡΟΝΕΜΕΝΟΣ ΦΙΛΟΣ
|
Ο ΧΡΗΣΤΟΣ
Από το περιοδικό ΜΟΡΙΑΣ, τεύχος 56, σσ 37-38
Τον γνώρισα, όταν αποφυλακίστηκε. Έπαιζε καλό σκάκι και ήθελα να με μάθει κι εμένα μερικά από τα τερτίπια του. Κάποια ημέρα τον πέτυχα, τυχαία, στο καφενείο. Δεν έβγαινε ταχτικά στα καφενεία και στις πλατείες. Φοβότανε τους συγγενείς του θύματος του. Κι όταν έβγαινε, καθότανε πάντα με τις πλάτες στον τοίχο και το αυτόματο πιστόλι στο ζωνάρι κρυμμένο. Τον κάλεσα στο σπίτι για σκάκι και για φαγητό. Δεν είχε μάθει καλά τι άνθρωπος είμαι και είχε, στην αρχή, τις επιφυλάξεις του. Σαν έμαθε, από τους δικούς του ανθρώπους, τι άνθρωπος είμαι, δηλαδή πως δεν κινδυνεύει η ζωή του από μένα, ερχότανε και παίζαμε σκάκι στο σπίτι μου κι ένιωθε απόλυτη σιγουριά κοντά μου. Πολλές βραδιές ερχότανε, χωρίς να με προϊδεάσει. Πάντα με τα χέρια γεμάτα. Ή με ψάρια, ή με χέλια ή με αγριοπούλια. Αν και δεν έβλεπε καλά, ήταν καλός κυνηγός. Κάποιο βράδυ, αφού χορτάσαμε σκάκι και τάβλι, πιάσαμε την κουβέντα γύρο από την πολιτική κι από την πολιτική στο... φόνο, που είχε κάνει και που φυλακίστηκε για έξι χρόνια... Κι άρχισε: — Αχ!.. αχ... αχ... Ήτανε μαύρη ώρα! Τη μαύρη ώρα κανένας δεν την ξέρει. Δεν είναι δική του, άλλοι του την καθορίζουνε. Έτσι έγινε και πέσαμε στον εμφύλιο και χάσανε μανούλες τα παιδιά τους και τα κλαίνε ακόμα. Έτσι έγινε και με μένα. Έκανα το κακό, μετάνοιωσα αμέσως... αλλά αυτό δεν λέει τίποτα, όταν δεν μπορείς με τη μετάνοια να θεραπεύσεις το κακό. Ας είναι. Είμαστε αδερφικοί φίλοι με το μακαρίτη. Μαζί κάναμε την αντίσταση, μαζί τα σαμποτάζ, μαζί στις εξορίες. Κάποιον καιρό μας αφήσανε. Εγώ είχα ένα εξώγαμο. Είχα κάνει δικαστήριο και το είχα αναγνωρίσει. Στην Πάτρα αυτή δουλειά. Πήγα τις είδα και τις δύο —μάνα και κόρη. Δεν με ρώτησαν, αν πεινάω. Δεν είχα δεκάρα στην τσέπη. Βγήκα. Φτάνοντας στα Ψηλαλώνια τον αντάμωσα τυχαία. Πού πας — πού πάω... κάπου καθήσαμε. Κάτι τσιμπήσαμε. Είχε κείνος κάτι φράγκα• πληρώσαμε. Βγήκαμε. Τι θα κάνεις — Τι θα κάνω... Του είπα πως θα 'ρχόμουνα στο χωριό να δουλέψω τα χωράφια μου, να βγάλω ψωμί να φάω. Τα ήξερε και τα χωράφια μου και τα λιβάδια μου. Μου ζήτησε να του νοικιάσω τα λιβάδια μέχρι το Μάρτη. Τα συμφωνήσαμε. Μου έδωσε κάτι φράγκα για καπάρο... Ήμουνα της ανάγκης. Τα κράτησα. Κατέβασε τα πρόβατα στα χτήματα μου και στα λιβάδια μου. Ξεχειμώνιασε καλά. Κάθε ημέρα μαζί. Μοιραζόμαστε τη μπουκιά. Φίλος από τους καλούς, σου λέω!
Πέρασε κι ο Μάρτης και ο μισός Απρίλης και τα πρόβατα του στα χτήματα μου. Εγώ έπρεπε να βάλω να οργώσω τα χωράφια να φυτέψω. Ο καιρός δούλευε σε βάρος μου και υπέρ του. Του μίλησα αδελφικά να φύγει για τα βουνά, σιγά-σιγά, καιρός ήτανε. Μ' έριχνε από ημέρα σε βδομάδα. Τα χοντρύναμε για πρώτη φορά στη φιλία μας. Είχα οργώσει το ένα χωράφι. Άφηνε τα πρόβατα, χωρίς λόγο, μέσα στο όργωμα. Ήτανε ατρόμητος νταής. Καπνίστηκα. Πήγα κοντά του... διώχνοντας τα πρόβατα... Τρέχει και μου ζυγιάζει μία με τη μαγκούρα του κατακέφαλα. Ζαλίστηκα. Σαν συνήρθα κι είδα και τα αίματα, θόλωσα. Έτρεξα στο καλύβι και πήρα το δίκαννο. Με βλέπει με τα αίματα η νύφη μου, ξαγριώνεται και μου σκούζει: «Σκότωτόνε!.. γιατί θα σκοτώσει!..». Αυτό ήτανε που πάτησε το σκάνταλο κι όχι το δάκτυλο μου. Η μια φωτιά τον πήρε στα στήθια και η άλλη στις πλάτες. Μπαμ! μπαμ! δηλαδή. Αχ! αχ... αχ... Πέταξα το δίκαννο κι ανέβηκα στο βουνό. Τον φορτώσανε σ' ένα κάρο να τον πάνε σε γιατρό. Έζησε κάνα δυο ώρες. Στο δρόμο ξαιμάτωσε. Πάει... Τους έβλεπα από το βουνό... Κατάλαβα πότε ξεψύχησε. Ήρθε ένα καρφί, ένα λαναρόκαρφο ήρθε και νταφ! καρφώθηκε στην καρδιά μου τη στιγμή που βγήκε η ψυχή του. Έκλαψα! Δεν ήξερα τι άλλο να κάνω. Έκλαιγα ούλη τη νύχτα. Ούλα τα τζιτζίκια κιούλα τα μερμήγκια της Γης είχαν στοιβαχτεί στο καύκαλό μου. Βγήκανε οι αρχές και με ψάχνανε. Δε με βρίσκανε ποτέ εκεί που είχα τρουπώσει. Δυο νύχτες δεν έκλεισα μάτι διόλου. Την αυγή της τρίτης ημέρας πήγα μοναχός μου και παρουσιάστηκα, δίχως δικηγόρο, στις αρχές. Φυλακίστηκα. Έγινε δίκη. Δικάστηκα δέκα τέσσερα χρόνια. Πήγα στις αγροτικές. Εργαζόμουνα. Έμαθα τη ραφτική. Έμαθα και γεωπονικά. Πιο πολλά γεωπονικά. Εκεί, στη φυλακή, γνωρίστηκα και με καλούς ανθρώπους. Ένας απ' αυτούς, με λυπήθηκε και μου έδωσε την αδελφή του. Τη στεφάνωσα κι άνοιξα σπίτι... Τ' άλλα... τα ξέρεις». Έκανε ν' αχνογελάσει, μα ένα σύννεφο πίκρας κι ενοχής, πισωγύρισε το αχνόγελο εκείνο. Έφυγα από το χωριό του και χωρίσαμε. Κάποια Κυριακή ήρθε στο σπίτι μου ανειδοποίητα... με φορτωμένο το τρακτέρ του με τα δυο του —μεγαλύτερα— παιδιά, μ' ολάκερο αρνί, σφαγμένο, με γιαούρτι, με κρασί, με ψωμί από φρεσκοσίταρο, αφρατοζυμωμένο, μ' ένα τσουβάλι πατάτες και με σταφύλια. Παραξενεύτηκα. Δεν του είπα τίποτα. Τοιμάστηκε πλούσιο τραπέζι. Φώναξα και κοινούς φίλους. Περάσαμε καλά. Είπαμε πολλά τραγούδια του καημού και της αχαριστίας. Και σαν ανέβασε τα παιδιά στην πλατφόρμα και κάθησε στο τιμόνι, μου έκανε νόημα να πάω κοντά του... Πήγα. Έσβησε τη μηχανή. Έσκυψε στο αφτί μου... και ψιθύρισε. — Έχω και αδέρφια γκαρδιακά, έχω και ξεναδέρφια. Έχω κι αδερφή... Όταν βγήκα από τη φυλακή, δεν μ' έμπασε κανένας στο σπίτι του... Και βρέθηκες... εσύ... ο... πεντάξενος! Άναψε τη μηχανή κι άφησε κάπως απότομα το συμπλέκτη... χωρίς να με καληνυχτίσει. Πέρασαν δυο-τρία χρόνια. Με κάλεσε να υπογράψω μάρτυρας στη διαθήκη του. Υπόγραψα. Χωρίσαμε. Από εκείνο το απόγεμα στο συμβολαιογραφείο δεν τον ξαναείδα. Μετά από μερικούς μήνες αυτοκτόνησε με κείνο το όπλο, που έσερνε πάντα στο ζωνάρι του. Ας πάει στο καλό. Κι ο Θεός ας τον αναπαύσει. Ήταν κι αυτός ένας από τους καταφρονεμένους του ντουνιά. |
CHRISTOS (MY ILL-FATED FRIEND)
Theodoros Troupis
Rendered by Vassilis C. Militsis
Source: Journal MORIAS, issue 56, pp. 37-38.
I made his acquaintance when he was released from prison. He was a masterly chess player and I wished him to teach me some of his gimmickry. One day I came across him at the coffee house. He was rarely seen at coffee houses or at the squares of the town; he was afraid of a vendetta by the victim’s relatives. When he did come out he used to sit always against the wall with his automatic pistol well tucked safely in his sash. I invited him home to lunch and to a game of chess. He had not known about my person and he was reserved at first. When he was informed about me by my own people – that I was not a threat to his life – he visited me freely and we played chess; he felt absolutely safe in my place. Many an evening would he come uninvited, his hands always full: sometimes of fish, or eels, or birds of game. Although he had poor vision, he was a sharpshooter. One evening after we had played chess and backgammon to our heart’s delight, we began to discuss politics and our chat turned to… his homicide that had cost him six years in jail… He began: “Oh! Oh! Oh!.. It was an unfortunate moment! Nobody knows when such an ill-omened moment comes. It is not up to us; other forces define such things. It was thus that we were involved in civil war when ill-fated mothers lost their children and still mourn them. It was like this with me, too. No sooner had I committed the murder than I regretted it right away, but all is in vain when you can’t redress the evil you’ve done. Anyway; we were very close friends – soul mates – with the deceased one. We fought together in the Resistance at sabotaging the enemy and after the civil war we were together deported to different places. Finally we were released. I had a daughter out of wedlock, whose paternity I had legitimately acknowledged. They lived in Patras. I went to see them – mother and daughter. They didn’t even ask me if I needed something to eat. I was broke. I left them. On arriving at Psilalonia, I ran into him. After we exchanged a few words, we sat someplace to take a bite. He had some money and paid. When we got out of the place, he asked me what I was doing. I told him I was going to the village to work my land and make my living. He knew about my fields and meadows and asked me to lease him my meadows till March. We agreed and advanced me some money. I kept it as I needed money badly. He brought his flocks of sheep down to my meadows, where he spent the winter in comfort. We kept company every day; we even shared our meals. He had been a best friend, I’m telling you! ”March and the first two weeks of April passed when his sheep were still grazing on my land. In the meantime, I had to have my fields ploughed and tilled; time worked against me but in his favor. I spoke to him in a brotherly way and pleaded with him to take his flocks and gradually go up to the mountains for the summer. He was taking me in from week to week. For the first time we jeopardized our friendship. I had ploughed a piece of land, but he left his sheep loose on the field with no excuse at all. He ended up being a bully. I saw red and I shooed his flock away… he rushed and struck me right on the head with his crook. I was stunned. When I came to and saw my head bleed, I blew my top. I rushed into the cabin and grabbed the shotgun. When my sister-in-law saw the blood, she screamed in rage: ‘Kill him, or he’ll kill you!’ That was it; it was as if the trigger were pulled on its own, not by my finger. One shot struck him on his chest and another on his back. Bang! Bang! Then, woe to me. I threw the rifle away and fled to the mountain. They loaded him on a cart to take him to the doctor’s. He held out for a couple of hours and bled to death on the way. I could see what was going on from the mountain. I sensed the moment of his death; just a spike went through my heart the moment he gave up his ghost. I wept! What else could I do? I was weeping all night long as though all the vermin of the world had been crammed upon my skull. I was wanted by the authorities but they couldn’t find me where I had wormed my way. I remained hidden for two nights without getting a wink of sleep. At break of the third day I gave myself in without a lawyer. I was arrested, stood trial and sentenced ten years in jail. I served my sentence at rural work camps. I worked hard and was taught tailoring and mostly farming. I met a lot of nice people in prison. One of them kind of took to me and suggested I marry his sister. I married her and settled down. As for the rest, you know.” He attempted a wan smile, but it was soon clouded over by sorrow and guilt. I left his village and I lost touch with him for some time. One Sunday he came to my house without a moment’s notice driving his tractor, which was loaded with a whole slaughtered lamb, yoghurt, wine and crisp bread baked from freshly ground flour, a bag of potatoes and a crate of grapes. He was also accompanied by his two grown up children. I was surprised but said nothing. A rich banquet was prepared where common friends had been invited. We ate, drank and were merry. We sang songs of yearning and ingratitude.
When he loaded his children on the flat wagon and he sat behind the wheel, he signed for me to go towards him. I went. He killed the engine, bent down and whispered in my ear: “I’ve got a lot of kin; blood brothers and cousins. I have a sister, too. When I got out of prison none wanted me in their house… and you, quite a stranger gave me a shelter! He started the engine and released the clutch abruptly; he left without saying good night. After a couple of years he sent for me to sign his will as a witness. We parted. I had never seen him again since that afternoon at the notary’s. After some months he took his life with that pistol he carried in his sash. May God rest his soul! He was one of the most unfortunate and scorned people in the world. |
Σάββατο 25 Ιουλίου 2020
KATE CHOPIN - ENA ΠΟΛΥ ΦΙΝΟ ΒΙΟΛΙ
|
A VERY FINE FIDDLE
WHEN
the half dozen little ones were hungry, old Cléophas would take the fiddle
from its flannel bag and play a tune upon it. Perhaps it was to drown their
cries, or their hunger, or his conscience, or all three. One day Fifine, in a
rage, stamped her small foot and clinched her little hands, and declared:
“It’s
no two way’! I’m goin’ smash it, dat fiddle, some day in a t’ousan’ piece’!”
“You
mus’ n’ do dat, Fifine,” expostulated her father. “Dat fiddle been ol’er ‘an
you an’ me t’ree time’ put togedder. You done yaird me tell often ‘nough
‘bout dat Italien w’at give it to me w’en he die, ‘long yonder befo’
de war. An’ he say, ‘Cléophas, dat fiddle — dat one part my life — w’at goin’
live w’en I be dead — Dieu merci!" You talkin’ too fas’, Fifine.”
“Well,
I’m goin’ do some’in’ wid dat fiddle, va!" returned the daughter, only half mollified.
“Mine w’at I say.”
So once
when there were great carryings-on up at the big plantation — no end of
ladies and gentlemen from the city, riding, driving, dancing, and making
music upon all manner of instruments — Fifine, with the fiddle in its flannel
bag, stole away and up to the big house where these festivities were in
progress.
No one
noticed at first the little barefoot girl seated upon a step of the veranda
and watching, lynx-eyed, for her opportunity.
“It’s
one fiddle I got for sell,” she announced, resolutely, to the first who
questioned her.
It was
very funny to have a shabby little girl sitting there wanting to sell a
fiddle, and the child was soon surrounded.
The
lustreless instrument was brought forth and examined, first with amusement,
but soon very seriously, especially by three gentlemen: one with very long
hair that hung down, another with equally long hair that stood up, the third
with no hair worth mentioning.
These
three turned the fiddle upside down and almost inside out. They thumped upon
it, and listened. They scraped upon it, and listened. They walked into the
house with it, and out of the house with it, and into remote corners with it.
All this with much putting of heads together, and talking together in
familiar and unfamiliar languages. And, finally, they sent Fifine away with a
fiddle twice as beautiful as the one she had brought, and a roll of money
besides!
The child
was dumb with astonishment, and away she flew. But when she stopped beneath a
big chinaberry-tree, to further scan the roll of money, her wonder was
redoubled. There was far more than she could count, more than she had ever
dreamed of possessing. Certainly enough to top the old cabin with new
shingles; to put shoes on all the little bare feet and food into the hungry
mouths. Maybe enough — and Fifine’s heart fairly jumped into her throat at
the vision — maybe enough to buy Blanchette and her tiny calf that Unc’
Siméon wanted to sell!
“It’s
jis like you say, Fifine,” murmured old Cléophas, huskily, when he had played
upon the new fiddle that night. “It’s one fine fiddle; an’ like you say, it
shine‘ like satin. But some way or udder, ‘t ain’ de same. Yair, Fifine, take
it — put it ‘side. I b’lieve, me, I ain’ goin’ play de fiddle no mo’.”
|
ΕΝΑ ΠΟΛΥ ΩΡΑΙΟ ΒΙΟΛΙ
Κέιτ Σοπέν
Μετάφραση: Βασίλης
Κ. Μηλίτσης
Όταν πεινούσαν τα μικρά – ήταν μισή ντουζίνα – ο γέρο Κλεόπας
έβγαζε το βιολί από τη φανελένια σακούλα του και έπαιζε ένα σκοπό. Έπαιζε ίσως
να καταπνίξει τις κραυγές τους, την πείνα τους, ή τη συνείδησή του, ή και τα
τρία. Μια μέρα η Φιφίν, πάνω στο θυμό της,
χτύπησε το ποδαράκι της οργισμένα,
έσφιξε τα χεράκια της, και δήλωσε:
«Δε γίνεται αλλιώς! Θα σπάσω αυτό το βιολί και θα το κάνω χίλια
κομμάτια!»
«Μην το κάνεις αυτό, Φιφίν,» διαμαρτυρήθηκε ο πατέρας της. «Το
βιολί τούτο είναι τρεις φορές τα χρόνια τα δικά σου και τα δικά μου χρόνια,
αν τα προσθέσουμε μαζί. Αρκετά συχνά μου λες για εκείνο τον Ιταλό που
μου το δώρισε όταν πέθανε, πολύ πριν τον πόλεμο. Μου είπε ‘Κλεόπα, τούτο το
βιολί, αυτό το μέρος της ζωής μου – θα ζήσει όταν πεθάνω –Dieu merci ! Μιλά πιο
αργά, Φιφίν.»
«Λοιπόν, κάτι θα κάνω μ’ αυτό το βιολί, va!» αποκρίθηκε
η κόρη του, κάπως ησυχασμένη. «Και δώσε βάση στα λόγια μου". Έτσι μια φορά όταν γινόταν μεγάλο ξεφάντωμα στη μεγάλη φυτεία –
ατέλειωτες σειρές από κυρίες και κυρίους από την πόλη, ιππασία, βόλτες με
αμάξια, χοροί και μουσική από ποικίλα όργανα – η Φιφίν, κουβαλώντας το βιολί
μέσα στο φανελένιο του σάκο, ανηφόρησε κρυφά προς το αρχοντικό όπου οι
εορτασμοί βρίσκονταν σε εξέλιξη.
Κανείς δεν πρόσεξε στην αρχή το ξυπόλυτο κοριτσάκι που καθόταν σ’
ένα σκαλί της βεράντας και, με όλες τις αισθήσεις σε επιφυλακή, ήταν έτοιμο
να αδράξει την ευκαιρία.
«Έχω ένα βιολί για πούλημα,» ανακοίνωσε αποφασιστικά στο πρώτο
άτομο που τη ρώτησε τι έκανε εκεί.
Ήταν πολύ αστείο το να βλέπει κανείς ένα ρακένδυτο κοριτσάκι να
κάθεται εκεί και να προσφέρεται να πουλήσει ένα βιολί. Σε λίγο το παιδί
περιστοιχίστηκε από κόσμο.
Το ξεθωριασμένο όργανο βγήκε από τη θήκη του και εξετάστηκε,
πρώτα με ιλαρότητα, αλλά γρήγορα με πολλή σοβαρότητα, ιδίως από τρεις
κυρίους: ο ένας είχε πολύ μακριά μαλλιά που έπεφταν προς τα κάτω, ο άλλος ήταν
κι αυτός μακρυμάλλης, αλλά ο τρίτος σχεδόν φαλακρός.
Αυτοί οι τρεις γύρισαν το βιολί πάνω – κάτω, κι αν μπορούσαν, θα
το γύριζαν το μέσα έξω. Το έξυσαν και το αφουγκράστηκαν. Το πήραν μαζί τους μέσα
στο σπίτι, το έβγαλαν έξω από το σπίτι, το πήγαν σε απομακρυσμένες γωνίες. Όλα
αυτά τα έκαναν συμβουλευόμενοι ο ένας τον άλλο και μιλώντας σε γνώριμες και
άγνωστες γλώσσες. Και τελικά εξαπέστειλαν τη Φιφίν μ’ ένα άλλο βιολί, δυο
φορές ομορφότερο από αυτό που τους είχε φέρει, και επιπλέον μ’ ένα μάτσο
λεφτά!
Το παιδί έμεινε άφωνο από κατάπληξη και έφυγε τρέχοντας. Αλλά όταν
στάθηκε κάτω από μια αγριοπασχαλιά για να εξετάσει περαιτέρω το μάτσο με τα
λεφτά, η απορία της μεγάλωσε. Τα λεφτά ήταν πολύ περισσότερα απ’ ό,τι η ίδια μπορούσε να μετρήσει και απ’ όσα είχε
ποτέ ονειρευτεί ν’ αποκτήσει. Ήταν ασφαλώς αρκετά για να βάλουν καινούργια
πέταυρα στη σκεπή της καλύβας τους. Να βάλουν παπούτσια όλα τα μικρά στα
γυμνά τους πόδια και φαγητό στα πεινασμένα τους στόματα. Κι ίσως ακόμη – και η
καρδιά της Φιφίν αναγάλλιασε στη σκέψη – ίσως να μπορούσε ν’ αγοράσει την
Μπλανσέτ και το μοσχαράκι της που ήθελε να πουλήσει ο μπάρμπα Σιμεών!
«Είναι όπως τα λες, μπάρμπα Σιμεών,» μουρμούρισε με βραχνή φωνή ο
γέρο Κλεόπας όταν είχε παίξει το καινούργιο του βιολί εκείνη τη νύχτα. «Είναι
ένα φίνο βιολί και όπως λες γυαλίζει λες και είναι από σατέν. Όμως, κατά
κάποιο τρόπο δεν είναι το ίδιο. Ει, Φιφίν, έλα και πάρτο – βάλτο στην άκρη. Πιστεύω
πως δεν πρόκειται να ξαναπαίξω βιολί πια.
Κέιτ Σοπέν (Kate Chopin), (1850-1904) Τὸ πραγματικό της ὄνομα ἦταν Katherine O’ Flaherty. Ἀμερικανίδα συγγραφέας γαλλοκαναδικῆς καὶ ἰρλανδικῆς καταγωγῆς. Ἔγραψε διηγήματα γιὰ παιδιὰ καὶ ἐνηλίκους. Σημαντικότερα ἔργα της θεωροῦνται οἱ συλλογὲς διηγημάτων της Bayou Folk (1894) καὶ A night in Acadie (1897) καθὼς καὶ τὸ μυθιστόρημα The Awakening (1899) – μεταφρασμένο καὶ στὰ ἑλληνικά. Θεωρεῖται ἀπὸ κάποιους πρόδρομος τῶν φεμινιστριῶν συγγραφέων τοῦ 20οῦ αἰώνα. Γενικότερα στὸ ἔργο της δίνει ἔμφαση στὴ ζωὴ τῶν γυναικῶν καὶ στὸν διαρκῆ ἀγώνα τους νὰ δημιουργήσουν τὴ δική τους ταυτότητα στὴν κοινωνία τοῦ Νότου τῶν ΗΠΑ στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰώνα. |
-
Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΠΟΥ ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΑ ΠΑΛΙΑ Τάσος Καλούτσας «Τι κάνει σήμερα η γιαγιά;» ρώτησα την Ιβάνκα, βγαίνοντας στο μπαλκονά...
-
EXORCISM By Vassilis C. Militsis Father Parthenios, abbot of the monastery of Our Beatific Holy Lady, was a 75-year-old man, of...
-
Ο ΔΟΚΗΣΙΣΟΦΟΣ του Ανδρέα Λασκαράτου (1811-1901) Ο δοκησίσοφος έλαβε από τη φύση του το χάρισμα του ...




