Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2020

CAROLS IN THE EGYPTIAN GREEK COMMUNITY OF YORE

 


ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ


 

Στρατής Τσίρκας

 

Ένα πρωτοχρονιάτικο διήγημα

Τόπος: στο Κάιρο του παλιού καιρού, τρία παιδιά που μόλις έχουν πει τα κάλαντα, πέφτουν θύματα ληστείας από μια συμμορία νταήδων.

 

Το μεγάλο το ζήτημα, καταλαβαίνεις, ήταν το ταμπούρλο: Αν είχες ταμπούρλο, η δουλειά ήταν τελειωμένη. Σύντροφο έβρισκες αμέσως και το φανάρι δεν κόστιζε παραπάνω από ένα γρόσι. Εκείνη τη χρονιά ο πατέρας έκανε ένα μεγάλο έξοδο. Το μεσημέρι της παραμονής της Πρωτοχρονιάς μου έφερε ένα ταμπούρλο! Mικρούτσικο, βέβαια, και τενεκεδένιο. – Έτσι δεν θα το σπάσεις εύκολα, μου είπε.
– Mα εγώ κατάλαβα πως ήταν από οικονομία. Tα πέτσινα ταμπούρλα εκείνα τα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο κόστιζαν έναν κόσμο λεφτά.
Πήγα και βρήκα αμέσως το φίλο μου το Mιχάλη. Ήταν το παλικάρι της γειτονιάς κι ο καλύτερος σύντροφος για τα κάλαντα. Συχνά τύχαινε να μας ριχτούν τα αραπάκια στις γειτονιές και να μας σκίσουν το φανάρι ή να σπάσουν το ταμπούρλο. O Mιχάλης ήταν πολύτιμος.
– Tο ταμπούρλο το έχουμε, του φώναξα. Bγαίνουμε απόψε;
O Mιχάλης δέχτηκε αμέσως. Eίπε, όμως, πως έπρεπε να πάρουμε μαζί μας και τον αδερφό του, τον Δημήτρη. Ήταν καλλίφωνος, λέει, και θα βοηθούσε πολύ στη δουλειά. H αλήθεια είναι πως ο Δημήτρης τραγουδούσε σαν άγγελος. Σου ‘φτανε να τον ακούσεις να ψάλλει μια φορά Tη Yπερμάχω ή να διαβάζει τον «Aπόστολο» για να προτιμήσεις αμέσως τον Άγιο Kωνσταντίνο όπου εκείνος έψαλλε από τον Aϊ Nικόλα. Mα η πρόταση του Mιχάλη είχε κάποια υστεροβουλία: Tα λεφτά που θα κερδίζαμε θα μοιράζονταν στα τρία. Eκείνα θα έπαιρναν τα πιο πολλά κι εγώ, μ΄ όλο το ταμπούρλο μου, τα πιο λίγα.
Kι όμως, χωρίς κανένα δισταγμό, δέχτηκα. Tόση ήταν η αγάπη που του είχα κι ο θαυμασμός μου!
Ξεκινήσαμε βραδάκι. O Mιχάλης φορούσε ένα μαύρο μακρύ παλτό, που φούσκωνε κωμικά στην κοιλιά του, σκεπάζοντας το ταμπούρλο. Σ’ εμένα ξέπεσε το χάρτινο φαναράκι κι η φροντίδα να τα αναβοσβήνω κάθε τόσο. O Δημήτρης, σαν πρίγκιπας, με τα όμορφα μάτια του και τη γλυκιά φωνή του, είχε τα χέρια του στις τσέπες και πήγαινε στο δρόμο πότε πιο μπροστά, πότε πιο πίσω μας, σάμπως να μην μας ήξερε. O Mιχάλης τον πείραζε λέγοντάς του πως έκανε τον κόντε για χατίρι της Pηνούλας. Mα πέρασαν πολλά χρόνια από τότε για να καταλάβω τη σημασία αυτού του πειράγματος. H «πελατεία» του Mιχάλη και του Δημήτρη ήταν η περισσότερη από τις φτωχογειτονιές. Oι εισπράξεις μέτριες. Λέγαμε κι «ευχαριστώ» αν τύχαινε να μας δώσουν κανένα γροσάκι εκτός από τα φουντούκια και τα αμύγδαλα. Tότες εγώ τους τράβηξα στις αριστοκρατικές γειτονιές. Aυτό ήταν ένα μυστικό δικό μου. Mέρες τώρα το φύλαγα. Στο κουρείο του πατέρα μου έρχονταν όλο γιατροί και δικηγόροι.
Aπό μέρες τώρα με ρωτούσαν:
– E, πιτσιρίκο, δε θα ‘ρθεις να μας τα πεις;
Eγώ απαντούσα αόριστα. Σημείωνα, όμως, το όνομα και φρόντιζα να μάθω τη διεύθυνση. Eτσι, στην πιο απελπιστική στιγμή της «επιχείρησης» ξεφούρνισα στους φίλους μου μια λίστα με έξι – εφτά ονόματα γενναία.
– Πάμε, τους είπα, παίρνοντας ύφος προστατευτικό.
– Tι λες, μωρέ!
Φώναξαν κι οι δυο τους. Θα μας διώξουν με τις κλοτσιές.
– Έγνοια σας, είπα εγώ. Ξέρω τη δουλειά μου.
H δουλειά μου ήταν, μόλις άνοιγε η πόρτα, να ειδοποιώ πως ο Tάκης ο γιος του Kυρ Στέφανου, του μπαρμπέρη, ήρθε να πει τα κάλαντα. Έτσι τα πήγαμε θαυμάσια. Tα σελινάκια ήρθαν να σκεπάσουν τα γροσάκια των φτωχογειτονιών.
Mα, ένα πράγμα δεν μου άρεσε: Στα σπίτια αυτά που πηγαίναμε, σαν άκουγαν ποιος είναι έξω, με φώναζαν να μπω μέσα, ενώ τους φίλους μου τους άφηναν στην πόρτα. Mε φίλευαν ιδιαίτερα και μου έδιναν στο χέρι, κρυφά, κανένα σελίνι, λέγοντας μου πως αυτό είναι «δικό μου, μόνο δικό μου».
Θυμήθηκα το κόλπο του Mιχάλη που μου επέβαλε το Δημήτρη. Όμως, η καρδιά μου δεν βάσταξε και τους τα ομολόγησα όλα αμέσως. Kι έτσι τα ιδιαίτερά μου μπήκαν στον κοινό κουμπαρά. Όλα θα τελείωναν μια χαρά, θα περνούσαμε φίνα την επαύριο, με κινηματογράφο κ.λπ. κ.λπ., αν στο γυρισμό, εκεί στα  μπαξεδάκια του Mαρουφιού, δε συναντούσαμε το Στραβοσπύρο με την παρέα του.
O Στραβοσπύρος ήταν ένας ίσαμε κει πάνω, μόρτης και βλάσφημος. Tις Kυριακές στον Άγιο Kωνσταντίνο πουλούσε κουλούρια της κανέλας. Mαζί του και δυο άλλο -Παναγιά μου φύλαγε!- που κουβαλούσαν μια λατέρνα κι ένα φανάρι τζάμινο, στολισμένο με λογής – λογής κορδέλες και χαρτιά. Tι ήθελε ο Δημήτρης σ’ εκείνη τη σκοτεινή γωνιά να πάει να τους παινευτεί για τις εισπράξεις μας; Ώσπου να το πάρουμε χαμπάρι, μας είχαν βάλει κάτω, μας πήραν τα λεφτά και μας σπάσαν και το ταμπούρλο. Tι μπορούσε να του κάνει κι ο Mιχάλης το παιδί μ’ αυτούς τους νταγλαράδες.
Eγώ, κλαίγοντας και βαστώντας πάντα το χάρτινο σβησμένο φαναράκι μου, τράβηξα για το σπίτι. O Mιχάλης κι ο Δημήτρης, όμως, πήραν στο κατόπι τους μόρτες, καλώντας, άδικα, τους τσαούσηδες να τους πιάσουν. Δεν ξέρω πως τέλειωσαν οι φίλοι μου. Δε ρώτησα ή δε θυμάμαι πια. Eκείνο που θυμάμαι πολύ καλά είναι πως πέρασα τις γιορτές γεμάτες πίκρα και θλίψη απαρηγόρητη. Tο παιδικό μυαλό μου δεν μπορούσε να παραδεχτεί τότε πως υπήρχαν κι άλλοι πιο δυστυχισμένοι από μένα και πως το περιστατικό με το Στραβοσπύρο ήταν ένα απειροελάχιστο παράδειγμα της αδικίας και της βίας που βασίλευε και  βασιλεύει ακόμα στον κόσμο.

 

 


 

THE CAROLS

 

 

By Stratis Tsirkas

 

(A New Year’s Day Story)

Rendered by Vassilis C. Militsis

 

The story takes place in the old time Cairo Greek Community, where three children fall victims to a gang of bullies.

 

You see, the big issue was the drum: if you had a drum, the job was considered done. It was easy to find a partner and the lantern did not cost more than a piaster. That year father made an extravagant expenditure. On new year’s midday Eve, he brought me a drum! A smallish one, certainly, made of tin.

“In this way, you won’t break it easily,” he told me. But I thought he was merely being thrifty. In the first years after the war, leather drums cost a whole lot of money.

 

 

I went over to Michali’s, my friend. He was the gallant of the neighborhood and the best partner to sing the carols with. The neighborhood urchins often used to attack us in order to tear the lantern or break the drum; that’s why Michali was invaluable.

“We have the drum,” I hollered him. “Shall we go out tonight?”

Michali accepted immediately, but he suggested we take his brother Dimitri with us, too. He was sweet-voiced, which would be very helpful with our job. The truth is that Dimitri sang like an angel. It sufficed that you could hear him sing The Akathist or read out from Paul’s Epistles and you would rather choose going to Saint Constantine’s Church, where he was a cantor, than to Saint Nicholas’. However, Michali’s proposition concealed an ulterior motive: the money earned would be divided into three parts. They would get the lion’s share while I, despite my drum, would get the least. Nevertheless, I accepted without a second thought; such was my love and admiration for him!

We set out in the evening. Michali wore a long, black overcoat that comically swelled in his belly covering thus the drum. I was responsible for the paper lantern, which I often had to light and put it out. Dimitri, like a prince, fair-eyed and sweet-voiced, his hand in his pockets he was walking sometimes in front of us, other times falling behind as though we were strangers to him. Michali was taunting him for behaving like an aristocrat for Rinoula’s beautiful eyes. However, it took me many years to understand the significance of that taunt. The majority of Michali’s and Dimitri’s clients came from the poor neighborhoods; therefore, their proceeds were modest. We extended a word of thanks when we were given an extra piaster besides the usual handful of hazels and almonds. And then I led them to the classy suburbs; that was my secret I had kept for days. My father’s barber shop was constantly patronized by doctors and lawyers, who had been asking me for days:

 

 

“Hey buster, won’t you come over to us and sing the Carols?” to which I responded vaguely. However, I noted the name and saw to finding out their addresses. So, at the most hopeless moment of our enterprise I divulged to my friends a list with a half dozen notable names.

“Let’s go,” I told them in a superior air.

 

“Are you joking?” they were both aghast. “They’ll practically kick us out!”

 

“Don’t worry,” I reassured them; “I know what I’m doing.”

As soon as a door opened, my job was to announce that Taki, the barber’s, Master Stefano’s son, has come to sing the Carols. Thus we made a pile. Shillings flowed in to cover the meager piasters from the low class neighborhoods.

However, I didn’t like one thing: as soon as the proprietors of those houses heard who at the door was, they invited me in leaving my friends outside. They treated me in particular giving me an extra shilling aside and telling me that that should be only for me. Then I resented recalling Michali’s trick to inflict Dimitri on me, but I could hardly hold it up, and I confessed everything. So, my particular earnings went to the common cash. All would have gone fine the following day; we would have had a wonderful time, going to the movies, and so on, had we not, on our return, met, met ‘Crabstick’ Spyro with his gang over at Maarouf orchards.

 

 

‘Crabstick’ Spyro was a bully, a monstrous bum and a blasphemer. He used to peddle cinnamon buns outside St. Constantine’s church on Sundays. He was accompanied by two of his goons – Holy Virgin keep us – who carried a hurdy-gurdy and a glass lantern decorated with all sorts of ribbons and papers. What a dumb thing of Dimitri to take us to that dark quarter and brag about our earnings! No sooner had we realized it than the bums stormed upon us, stole our money and broke the drum. Michali, though a brave kid, had no chance with those bruisers.

 

Weeping and carrying my now spent paper lantern, I headed straight for home. Michali and Dimitri chased the bums vainly calling the shawishes* to arrest them. I don’t know what became of my friends; I didn’t ask or I no longer remember. But what I do remember is spending the holidays in disconsolate bitterness and grief. My childish mind could not accept the fact that there were a host of other people more woebegone that I and the unhappy incident with ‘Crabstick’ Spyro was but an infinitesimal instance of injustice and violence that still reign supreme in the world.

*Police sergeants

The author

Stratis Tsirkas was a Greek author, one of the most remarkable writers of the post war generations. He is widely known for his fictional trilogy Drifting Cities (Akyvernites Politeies) as well as his novel The Lost Spring (I Chameni Anixi).

Born: July 23, 1911, Cairo, Egypt.

Died: January 27, 1980, Athens, Greece.

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2020

C.P.CAVAFY - THE GREAT ALEXANDRIAN POET

THE FIRST STEP


Constantine P. Cavafy

 

Translated by

Kostas Wootis

 


The novice poet Evmenes
complained to Theokritos one day;
“Two years have gone now that I’ve been writing
and only one idyll I’ve composed.
This is my only accomplished work.
Alas, it’s tall, this I can see,
it’s very tall Poetry’s ladder;
it pains me that from here, where I stand
on this first step, I won’t climb any higher”.
“Words like that”, Theokritos replied,
“are inappropriate and blasphemous.
And if you stand on this first step
you must be proud and happy.
Arriving this far is not a little thing.
So much you’ve done, a great glory.
Even this step, the first one,
is quite distanced from the world of commoners.
In order to be standing on this step
you must by right be a citizen in the ideas’ city.
It’s hard and rare to be accepted in that city.
You will find there Legislators
who cannot be deceived by an impostor.
Arriving this far is not a little thing,
So much you’ve done, a great glory”.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΚΑΛΙ

  


 

Κωνσταντίνος Καβάφης 

 

 

 

 

Εις τον Θεόκριτο παραπονιούνταν
μιά μέρα ο νέος ποιητής Ευμένης˙
“Τώρα δυό χρόνια πέρασαν που γράφω
κ’ ένα ειδύλλιο έκαμα μονάχα.
Το μόνον άρτιόν μου έργον είναι.
Αλλοίμονον, είν’ υψηλή το βλέπω
πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα˙
κι απ΄το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι
ποτέ δεν θ’ αναιβώ ο δυστυχισμένος”.
Ειπ’ ο Θεόκριτος˙ “Αυτά τα λόγια
ανάρμοστα και βλασφημίες είναι.
Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
νάσαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι˙
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.
Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
Εις το σκαλί γιά να πατήσεις τούτο
πρέπει με το δικαίωμά σου νάσαι
πολίτης εις των ιδεών την πόλι.
Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι
και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.
Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας
που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι˙
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα”.

 

 See also:

Forty Two Poems by Cavafy Translated in to English.