Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2023

ΚΑΙ ΙΔΟΥ ΙΠΠΟΣ ΧΛΩΡΟΣ - AND BEHOLD A PALE HORSE

 


ΚΑΙ ΙΔΟΥ ΙΠΠΟΣ ΧΛΩΡΟΣ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

[Αποκάλυψις 6:8] 

 

Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ

 

Ένα μυθιστόρημα με πλαίσιο την Κατοχή, φορτισμένο με ηθικές, κοινωνικές και πολιτικές αξίες που έρχονται σε αντιπαράθεση με τη βαρβαρότητα του κατακτητή, δύσκολα γίνεται αισθητικό επίτευγμα χωρίς να παγιδευτεί απ' τη συναισθηματική αμεσότητα του θέματος. O αναγνώστης διαπιστώνει ότι σ' αυτό το μπορεί κανείς ν' αναφέρεται στην Αντίσταση χωρίς να θυμίζει κήρυγμα ή σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Εκείνο που προκύπτει καθαρά και καταγράφεται στο Και ιδού ίππος χλωρός είναι η δοκιμασία των εσωτερικών αντιδράσεων του ατόμου μπροστά σε μια ακραία ανθρώπινη κατάσταση, όπως είναι η ωμή βία. Γιατί ο φόβος και ο κίνδυνος δεν πηγάζουν μόνο απ' την πλευρά του δυνάστη, αλλά κι απ' τα απωθημένα συναισθήματα που ελευθερωμένα απεγκλωβίζονται καθώς το τερατώδες προβάλλει ως η μόνη πραγματικότητα, προκαλώντας τον πανικό. Και τότε, υπό την επήρειά του, οι άνθρωποι στρέφονται είτε κατά του ίδιου του εαυτού, όπως ο αυτόχειρας Άγγελος, είτε, υπακούοντας στο τυφλό ένστικτο αυτοπροστασίας, κάνουν αλυσιδωτά κακό σε άλλα πλάσματα, όπως ο Αλέξανδρος που, μπροστά στη μηδενική επιλογή της επιβίωσης, εκτελεί τα αγαπημένα του σκυλιά. Και μόνον η νεαρή μητέρα Ελένη, ανοιχτή στην αγάπη, γίνεται στόχος που πάνω της δοκιμάζονται οι κρυφές εντάσεις όσων την περιβάλλουν.

Κανένα πρόσωπο δε θέλει να κινηθεί, όλα είναι ζωγραφισμένα πάνω στο σκοτεινό τοπίο της βροχής, ο ουρανός έχει κατεβεί τόσο πολύ, που πνίγεται η ανάσα, και το δάσος βουλιάζει κάτω απ’ το βάρος του. Δεν θέλει να κοιτάξει το δάσος, στο δάσος μέσα είναι κρεμασμένοι, τους κρεμασμένους δεν τους γνωρίζει, όμως θα πέθαινε από τον τρόμο, αν τους έβλεπε εκεί να αιωρούνται…

Η κουκουβάγια την κοιτάζει κατάματα, από κείνη την ώρα που την αντίκρισε μέσα στην τρύπα της, κάτω από τα κόκκινα κεραμίδια της αποθήκης, με καρφωμένα τα γυάλινα, στρογγυλά της μάτια στα δικά της, γνώριζε πως κάτι πρόκειται να συμβεί, αυτό το πουλί όσο κι αν ήταν συνηθισμένη να το ακούει και να το βλέπει, δεν μπορεί να το συνηθίσει. «Γιατί, Ελένη; Δες το τι όμορφο που είναι, έξυπνο και περήφανο. Κάτι ξέρανε οι αρχαίοι μας, που συμβολίζανε μ’ αυτό τη σοφία… Όταν ήμασταν παιδιά, ο Αλέξανδρος είχε μαζέψει τρία ορφανά κουκουβαγάκια, πρέπει να έβλεπες τι ήμερα και χαριτωμένα που ήτανε, τρώγανε μέσα στα χέρια του, κοιμόντουσαν μαζί του, τον παίρναν από πίσω σαν σκυλάκια…».

Εγώ δεν τ’ αγαπάω, δεν τ’ αγαπάω. Τ’ απόγευμα, καθώς την κοιτούσε, ανακάλυψε πως το γνώριζε το βλέμμα του, ήτανε σίγουρη πως το είχε ξαναδεί. Πότε; Πότε; Του Αλέξαντρου τα μάτια γυάλινα, ακίνητα μάτια πεθαμένου κολλημένα απάνω της και στο χέρι του εκείνο το χαρτί, που αναστάτωσε τον κόσμο να το ανακαλύψει, όσο εκείνη θρηνούσε δίπλα στο σώμα του αγαπημένου της... Κι άλλη φορά την κοίταξε έτσι, το βράδυ που σκότωσε τα σκυλιά του. Κρατούσε άδειο το όπλο, γυρισμένο κατά πάνω της. Δε φοβήθηκε το όπλο, μα εκείνα τα μάτια, που ήταν ακίνητα, λαμπερά, τεράστια, ίδια με τα μάτια της κουκουβάγιας, που της αναγγέλλουν κάποια καταστροφή.

Στεκόταν στη βεράντα. Μόλις είχε φύγει η δασκάλα από το σπίτι. Είχαν αποξεχαστεί στην κουβέντα και δεν είδαν πως ήταν η ώρα του λεωφορείου. Έφυγε βιαστικά, για να μη συναντηθεί με τον Αλέξαντρο, που θα γύριζε σε λίγο από την πολιτεία. Το αυτοκίνητο δεν είχε ακόμα ακουστεί. Την παρακολουθεί, που όσο πάει ξεμακραίνει, πάνω στο σταχτί μονοπάτι, κι η μοναξιά της εντείνεται. Η Πελαγία κάνει μάθημα στο παιδί, η Πελαγία είναι ο μόνος της φίλος. Η λεπτή σιλουέτα της γράφεται πάνω στη θάλασσα, είναι στο ύψωμα τώρα, σε λίγο δε θα τη βλέπει πια, μόλις χαθεί θα σβηστούνε τα όρια, πάλι η υδάτινη επιφάνεια θα καλύψει όλο το χώρο. Από τη βεράντα δε φαίνεται το χωριό, μπροστά στο σπίτι τελειώνει το δάσος με τις πανύψηλες κουκουναριές. Ανάμεσα στους κορμούς του θα περνούσε εύκολα η θάλασσα, είναι όμως τεράστιες οι ρίζες των σκίνων και η άμμος λόφους λόφους καλύπτει τον αντικρινό ορίζοντα. Αριστερά, δεκαπέντε μέτρα από τη μάντρα του περιβολιού και σχεδόν απέναντι από τη βεράντα είναι η αποθήκη. Άλλοτε τη χρησιμοποιούσανε για αχούρι, τώρα στοιβάζουνε το σανό. Κάπου διακόσια μέτρα πιο κάτω είναι το πατητήρι. Από κει, στρίβοντας αριστερά, αρχίζει ο δρόμος για το χωριό. Ο άλλος δρόμος είναι εκείνος που πήρε η δασκάλα, ένα μικρό μονοπάτι αμμουδερό, που φαίνεται ότι οδηγεί στη θάλασσα. Η οπτική απάτη, που δημιουργεί, το κρύβει από τα μάτια κάθε ξένου κι οι χωρικοί το παίρνουν συχνά, όταν σταματάει η κυκλοφορία ή θέλουν ν' αποφύγουν κάποιο συναπάντημα. Ακριβώς κάτω από το λοφίσκο, που φαίνεται να είναι το τέρμα του μονοπατιού, αρχίζουν οι καλαμιές. Εκεί, αν δεν ξέρεις καλά τα κατατόπια, χάνεσαι σίγουρα. Πολλές φορές είχαν συμβεί ατυχήματα σε κείνο το μέρος, γιατί από ένα ορισμένο σημείο κι έπειτα η γης μουλιάζει, βυθίζεται, κι ούτε υποπτεύεσαι πως είναι βαλτοτόπι το πράσινο χαρούμενο τοπίο με τις ροδοδάφνες και τις καλαμιές. Εκεί, στο πιο επικίνδυνο σημείο, αφήσανε οι χωρικοί τα τρόφιμα για τους αντάρτες. Η Ελένη, πολλά βράδια, έκανε βάρδια. Περιμένοντας, φορούσε τις ψηλές μπότες του Άγγελου κι ο Μπρακ τη συνόδευε, σιωπηλός συνένοχος των εξόδων της. Όταν γύριζε σπίτι, άφηνε τις μπότες στην αποθήκη κι έμπαινε ξυπόλητη από το πίσω πορτάκι. Ο Αλέξαντρος δεν την υποπτεύτηκε ποτέ, την φανταζότανε κλειδωμένη στο δωμάτιό της κι όταν αποσύρονταν ήξερε πως δε θα τη φώναζε. Ένα βράδυ, που την άκουε, ανησύχησε και σηκώθηκε να δει τι συμβαίνει. Του είπε πως άκουσε θόρυβο στο κοτέτσι και κατέβηκε να δει. Του φάνηκε φυσικό. Όχι, δεν την υποπτευόταν την Ελένη, μόνο εκείνη τη δασκάλα δεν πολυχώνευε, οι ιδέες της του φαινόντουσαν πολύ προοδευτικές... «Λίγα πάρε δώσε με τη δασκάλα. Σε παρακαλώ, Ελένη, πολύ ξεσκολισμένη μου φαίνεται».

Εκείνη δεν απαντούσε. Έτσι γινότανε πάντα, εκείνος μιλούσε, αυτή σώπαινε.

Η Πελαγία, ο Αλέξαντρος, η κουκουβάγια, οι κρεμασμένοι, ο πληγωμένος όλοι ακίνητοι μέσα στο σκοτάδι την παρακολουθούσαν. Κανένας, κανένας όμως δεν είναι αληθινός, κανένας δε θέλει να της μιλήσει, να τη βοηθήσει...

Έμεινε πολύ ακόμα στη βεράντα, περιμένοντας το λεωφορείο. Φαινότανε πως θα ξεσπάσει μπουρίνι, η θάλασσα όσο πήγαινε κι ανέβαινε. Πάνω από τ’ απέναντι βουνά διακλαδίζονταν οι αστραπές κι έφτανε μουντό, ξεπνοϊσμένο το μπουμπουνητό πάνω από το δάσος. Το δάσος καιροφυλακτούσε. Αυτό ήτανε το πιο σίγουρο σημάδι της μπόρας. Τα δέντρα μουγκά, τα σκίνα αφτιασμένα, η άμμος σαλεύει κυματιστά, κρύφτηκαν μέσα της τα ερπετά κι είναι απ' τις ράχες τους η κίνησή της. Σε λίγο, τελείως ξαφνικά, θ’ αρχίσουν όλα μαζί να σειούνται, να βουίζουν, να θέλουν να ξεκολλήσουν από τη γη. Ξανακοιτάζει την αποθήκη, το πουλί βρίσκεται πάντα στη θέση του, είναι αναπουπουλιασμένο, ανήσυχο, οσμίζεται την καταιγίδα. Τώρα δεν την κοιτάζει πια.

Δυο χοντρές σταγόνες την περονιάζουν, μαζί με το κρώξιμο του πουλιού, τυλίγεται αυτόματα μέσα στα μπράτσα της. «Ανάθεμά σε, καταραμένο, ανάθεμά σε...» Τραβιέται μέσα. Η Πελαγία θα πρόφτασε να γυρίσει σπίτι της. Το λεωφορείο ούτε ακούστηκε ούτε φάνηκε. Κοιτάζει το ρολόι. Θα ’πρεπε να ’χε φτάσει τουλάχιστον πριν μισή ώρα. Βιαστικά αρχίζει να κλείνει τα παντζούρια το ’να ύστερα από τ’ άλλο. Ίσαμε που να τελειώσει έγινε μούσκεμα, η βροχή πέφτει ραβδωτά και με δύναμη, το δάσος ξεσηκώθηκε, όρμησε η θάλασσα, τα μπουμπουνητά κρέμονται πάνω από το σπίτι, κάπου κοντά πρέπει να έπεσε κεραυνός, τυφλώθηκε από το φως του, η βροντή και η δόνηση ήταν ταυτόχρονες σχεδόν. Πλάι της τρέμει το σκυλί, ο Μάνος στριγκλίζει. Τον σηκώνει στην αγκαλιά της, τον ημερεύει: Έλα... Ολόκληρο αγόρι, αντί να μου δίνεις κουράγιο με φοβίζεις. Καταπίνει τα δάκρυά του, κατεβαίνει απ’ την αγκαλιά της, πιάνει τη φούστα της.

- Ήτανε κεραυνός, μαμά;

- Ναι.                                                   - Έπεσε πάλι στον πλάτανο της πλατείας;

- Μπορεί. Πάμε τώρα στο δωμάτιό μας.

Ο μεγάλος πλάτανος, μισός πεθαμένος, μισός καταπράσινος, λένε πως προστατεύει από τους κεραυνούς το χωριό, από τότε που έπεσε πάνω του και τον έκοψε στη μέση. Το θεόρατο καμένο κούτσουρο μένει πάντα ορθό, κι αυτό τραβάει στα σπλάχνα του και τους άλλους. Μόλις κάποιο βλαστάρι από τον άλλο μισό μεγαλώσει, το κόβουν αλύπητα για να μην προκαλέσει εκείνο τους κεραυνούς και χάσουν ολόκληρο το αγαπημένο τους δέντρο. Σίγουρα πάλι εκεί θα ’πεσε, είχε δίκιο το παιδί.

Του Μωράκ το τρίχωμα τρεμουλιάζει, χώνεται κάτω από το κρεβάτι, φοβάται. Το ρολόι χτυπάει εννιά. Το λεωφορείο δε φάνηκε. Πρώτη φορά έχει τόση καθυστέρηση κι έχει περάσει πια κι η ώρα της κυκλοφορίας. Θα τολμήσουν να έρθουν ή απόμειναν σε κανένα άλλο χωριό, και θα γυρίσουνε το πρωί; Ο Μάνος δεν την αφήνει από κοντά του, τον ταΐζει στο κρεβάτι, και ξαπλώνει δίπλα του, ντυμένη. Ας περιμένει ακόμα, καλού κακού, λίγο ακόμα. Σκέψου να ’ρθουνε και να μην τους ακούσει. Ανοίγει την πόρτα της, εντείνει την προσοχή της. Χτύπησε δέκα, το παιδί αποκοιμήθηκε, η βροχή εξακολουθεί με την ίδια ένταση να μαστιγώνει τα παντζούρια, το δάσος ξεριζώνεται κάθε τόσο, και το σπίτι φωτίζεται ολόκληρο από τις άξαφνες φιδωτές αστραπές. Άδικα περιμένει, δε θα ’ρθουν. Κι όμως...

Ανασηκώνεται, αφουγκράζεται. Της φάνηκε πως άκουσε την πόρτα, τώρα ακούει και τ’ όνομά της. Αδύνατον, θα ’κουγε τ' αυτοκίνητο και μ’ αυτόν τον παλιόκαιρο δεν είναι κανείς τρελός για να κυκλοφορεί. Κι όμως, ακούει το χερούλι της πόρτας. Κάποιος φωνάζει και τ’ όνομά της. Πετιέται ορθή, κατεβάζει όσο πιο πολύ μπορεί το φιτίλι της λάμπας κι ανοίγει την πόρτα της σάλας προσεχτικά.

- Ελένη!... Ελένη!...

Αυτή είναι η φωνή της Πελαγίας.

- Πελαγία, εσύ;

- Άνοιξε γλήγορα, για το Θεό.

«Τι συμβαίνει; Θεέ μου, τι συμβαίνει;» Ευτυχώς που είναι απάνω το παιδί, αλλιώς θα πήγαινε ο νους της στο χειρότερο... «Μήπως ο Αλέξαντρος;»

Ανοίγει, διακρίνει δυο τρεις ανθρώπους, «Ποιοι είναι; γιατί τους άνοιξα;»

Η φωνή της Πελαγίας την ησυχάζει.

- Γρήγορα περάστε μέσα, γρήγορα. Βοήθησέ μας, Ελένη, έχουμε ένα βαριά πληγωμένο μαζί μας.

Τους κάνει χώρο. Τα 'χει χαμένα, το ξέρει καλά η Πελαγία πως το δικό τους σπίτι είναι απαγορευμένος χώρος για τέτοια πράγματα. Πώς δεν σκέφτηκε τον Αλέξαντρο;

- Μη φοβάσαι, Ελένη, δε θα ’ρθει απόψε ο κουνιάδος σου.

- Πώς το ξέρεις;

- Θα σου πω έπειτα.

- Συμβαίνει τίποτα; Έπαθε τίποτα;

- Τίποτα σοβαρό.

Ανέβασαν τον άντρα στη σάλα, τον ξάπλωσαν στου Αλέξαντρου το ντιβάνι, ο γιατρός κι ο Παναγιώτης τον γδύσανε, τη ρωτήσανε αν είχε να τους δώσει στεγνά εσώρουχα και κανένα σεντόνι, να κόψουνε λουρίδες για να κάνουν επίδεσμο. Έφερε πρώτα το σεντόνι, ύστερα άνοιξε το συρτάρι του κομμού κι έβγαλε από μέσα μια αλλαξιά ρούχα του Άγγελου. Καθώς ανατάραξε τα ρούχα στο κλεισμένο συρτάρι, τη μπούχτισε η μυρωδιά της λεβάντας και του μοσκολίβανου. Ένα λίγωμα απότομα την ανατάραξε, - έτσι μύριζε του Άγγελου το κορμί. «Έλα, Θεέ μου, ποτέ δεν είχε πάθει τέτοιο πράγμα». Τους έδωσε τα ρούχα, τους βοήθησε να δέσουν τα τραύματα και τον έντυσε μοναχή της. Στο νοσοκομείο τόσον καιρό, είχε μάθει πια να περιποιείται τραυματίες. Όταν ακούμπησε πάνω στο μαξιλάρι το κεφάλι του, πρόσεξε πόσο ήταν κίτρινο το πρόσωπό του, θα μπορούσε κανείς να τον πάρει για πεθαμένο. Κοίταξε ανήσυχη το γιατρό.

- Δεν πρέπει να κουνηθεί, τουλάχιστον είκοσι τέσσερις ώρες, αλλά ούτε μπορούμε να τον μεταφέρουμε και πολύ μακριά. Μια καινούρια αιμορραγία θα τον σκότωνε.

- Μα αύριο, γιατρέ μου, θα γυρίσει ο κουνιάδος μου, δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να τον βρει εδώ, δεν συμπαθεί καθόλου το κίνημα...

Μίλησε η Πελαγία:

- Μην ανησυχείς, προς το παρόν δεν πρόκειται να έρθει, τον πιάσανε μαζί με τους άλλους.

- Ποιους άλλους, πείτε μου, τέλος πάντων, τι συμβαίνει.

- Τ' απόγευμα στις πέντε σταματήσανε το λεωφορείο, κατεβάσανε όλους τους επιβάτες και τους διατάξανε να θάψουν τους κρεμασμένους, ο κουνιάδος σου αρνήθηκε να εκτελέσει τη διαταγή, τον πήρανε μ' ένα αυτοκίνητο για ανάκριση στην Αθήνα, τους άλλους τους αφήσαν ελεύθερους, γυρίσαν πριν από λίγο.

«Τους κρεμασμένους; Τους κρεμασμένους; Ποιους κρεμασμένους;» Δεν μπορεί να συλλάβει αυτή την εικόνα· η περιπέτεια του Αλέξαντρου δεν την απασχολεί. Η Πελαγία μιλάει ακόμα, την ακούει, μα δεν την παρακολουθεί, η εικόνα των κρεμασμένων είναι πιο δυνατή από κάθε άλλη.

- Πιάσανε ομήρους για το προχθεσινό σαμποτάζ. Τους κρεμάσαν επιτόπου, στη δημοσιά, τα παιδιά κατεβήκαν για να τους ξεκρεμάσουν, εκεί πληγώθηκε ο Δημήτρης.

Δημήτρη τον λένε το νέο αυτόν άντρα, που ανασαίνει δίπλα της. Για δεύτερη φορά την αναστατώνει η μυρωδιά της λεβάντας και τραβιέται σιγά από κοντά του. Ένιωσε την κίνησή της κι ανοίγει αργά τα μάτια του. Προσπαθεί να της χαμογελάσει, του χαμογελάει και κείνη.

- Κοιμήσου, ξεκουράσου, δεν πρόκειται να σ' ενοχλήσει κανείς.

Όλοι τους είναι κατάκοποι, τους στρώνει στο μέσα δωμάτιο, και λέει στην Πελαγία να ξαπλώσει δίπλα στο παιδί. Εκείνη θα μείνει κοντά στον πληγωμένο, δεν έχει ύπνο απόψε, της είναι αδύνατο να κοιμηθεί.

- Παρακολούθησε το σφυγμό του, κυρία Ελένη. Αν τον δεις και αδυνατίζει, ξύπνησέ μας, αν πάει καλά, άφησέ τον να κοιμηθεί, αν θέλεις δώσε μας και το ξυπνητήρι σου, πρέπει να γυρίσουμε πριν τις έξι στα σπίτια μας, δεν ξέρεις τι γίνεται, αν κάνουν κανένα γιουρούσι και δε μας βρουν, μπορεί να μας υποπτευθούν. Αλήθεια, τι ώρα ξημερώνει;

Τους έδωσε το ρολόι κι έφερε στη σάλα το καντήλι, το σκέπασε, δεν κάνει πια καθόλου φως, μένει ακίνητη μέσα στο σκοτάδι με τα δάχτυλά της στο σφυγμό του. Τακ τακ τακ... Όλη της η προσοχή εκεί στραμμένη. Τακ τακ τακ. Τίποτα, κανένα πρόσωπο δεν είναι αληθινό, ζωγραφισμένα είναι όλα. Όχι, όχι, τους κρεμασμένους δε θέλει να τους δει. «Θεέ μου, Θεέ μου, σταμάτησε ο σφυγμός του». Όχι, λάθος έκανε, τον ακούει, τακ τακ τακ, σκύβει περισσότερο για ν' ακούσει την αναπνοή του· η λεβάντα, ζεματισμένη από το σώμα του, μυρίζει σαν στο κατακαλόκαιρο, όταν σπάζει πάνω της ο ήλιος, το μεσημέρι... Όλα αυτά είναι ψέματα, η αλήθεια είναι το καλοκαίρι, ένα καλοκαίρι μενεξελί, με ζεστό ήλιο, και τα παιδιά που της φωνάζουν: Ελένη!... Ελένη!... κι άλλες χρυσόμυγες εδώ! Τρέχα... τρέχα... Ελένη!...

 

 

AND BEHOLD A PALE HORSE

(EXERPT FROM THE NOVEL)

[Revelation 6:8, KJV]



Tatiana Gritsi-Milliex

 

 Rendered by Vassilis C. Militsis

A novel in the context of the Nazi occupation. The reader can easily consider the Greek Resistance purely out of patriotic reasons without referring to the tenets of social realism.

The novel points out the test of the emotional reaction of the individual against extreme human conditions, such as brutal force. Fear and danger do not only spring forth from the oppressor but also from the repressed feelings which when freed can cause panic and project monstrosities as the only reality.

And in the grip of panic, people turn against their own selves, as Angelos did by taking his own life. And Alexander obeying the blind instinct of self-preservation kills his beloved dogs. And even young mother Helen, open to love, becomes the target of recondite forces that lead her to panic.

No face will budge; all are outlined upon the murky rainy landscape. The sky has lowered so low that her breath is stifled and the forest sinks under its own weight. She loathes looking at the forest; in the forest there are the ones that have been hanged. She does not know them, and yet she would have died of horror, had she seen them dangling from the trees there…

The owl has been looking at her straight in the eyes since the moment she had discovered it in its nest under the red roof-tiles of the shed. The bird’s round, glass eyes locked with her own; it knew that something was going to happen. However much she was used to hearing this bird, she could never get accustomed to it. “Why, Helen? Can’t you see how pretty, smart and proud it is? Our ancient ancestors full well knew to identify it with the goddess of wisdom… when we were kids, Alexander had salvaged three orphan little owls; you should have seen them how tame and graceful they were. They used to feed out of his hands, sleep with him and chase him like puppies…”

 I don’t like it at all. In the afternoon, as it was looking at her, she found out that she recognized its stare – she was certain she had seen it before: but when? Alexander’s still eyes, were the vacant eyes of the dead man fixed on hers and that scrap of paper in his hand. She had turned the world upside down to find it while she had been wailing by the dead body of her dearest one… and he looked at her like this in the evening he had killed his dogs. He was holding the empty rifle aiming at her. She had not been afraid of the rifle, but of those eyes that were blank, bright and huge, just like the owl’s eyes, which forebode disaster.

She was standing on the verandah. The lady teacher had just left. They were engrossed in their chat and they had not noticed that it was the time for the bus. The teacher left in a hurry so that she would not meet up with Alexander, who would shortly drive back from the city. The car had not been heard yet. She was watching the teacher as she was walking away in the grey path and her loneliness intensified. Pelagia – the teacher – gives private lessons to the kid. Pelagia is her only friend. Her delicate silhouette is outlined against the sea; she is on the hill now, she will no longer be seeing her. As soon as she disappears, her shape will vanish and the watery surface will take up all the view again. You cannot see the village from the verandah, as the forest with the tall pines lies in front of the house. Among the tree trunks the sea could easily rush through if it were not for the huge mastic tree roots as well as the interspersed sand dunes that hide the horizon. On the left, about fifteen yards from the garden fence and just across the verandah there is the shed. In the past it was used as a pigsty; now it is a hay barn. Approximately six hundred feet further on there is the wine press wherefrom taking the left turn one gets on the road to the village. The narrow road is the one picked by the teacher; it is a mere, sandy path that seemingly leads to the sea. An optical illusion that is thus created leads strangers astray and villagers pick this path when the traffic is slack or when they should avoid a bad encounter. Right at the foot of the hillock that seems to mark the end of the path there is a stretch of reeds. There, if you don’t know your way around, you are most certainly get lost. There have often been accidents in that place, as from a certain point on, the soil grows so soggy that one can never suspect that that merry landscape with its oleanders and reeds is in reality a swamp.

It was at that dangerous spot where the villagers had left provisions for the partisans. On several evenings Helen used to patrol. Waiting there she wore Angelos’ high boots and was accompanied by Brack, the dog, a silent accomplice of her exits. On returning home, she left the boots in the shed and barefoot entered the house through the narrow, back door. Alexander never suspected her. He imagined her locked in her room and when she retired, she knew he would never call her. One evening he heard her and was upset; he went to see what was going on. She told him she had heard a noise in the chicken coop and gone down to see. It seemed natural to him. No, he did not suspect Helen; it was only that teacher whom he did not like much, as her ideas were very progressive… “Helen, please, not many dealings with the teacher. She seems to be too cocky.”

She would not react. She would always be silent when he was talking.

Pelagia, Alexander, the owl, the hanged ones, the wounded man – all stock still in the dark were watching her. None, however, was real; none would talk to or help her…

  

She still stayed in the verandah waiting for the bus. It looked like a squall was soon going to break out. The see was growing increasingly choppier. Over the mountains on the far side flashes of lightening furrowed the firmament like branching veins and the faint mutter of distant thunder echoed over the forest. That was the surest sign of the impending storm. The trees stood mute, the mastic bushes were uneasy, the sand rippled in the wind and all creepy creatures hid in it and you could see their backs stirring it. Soon, and all of a sudden, all will be buzzing and shaking striving to get free from the earth. She looks again in the shed. The bird, always in its place, scruffy and uneasy, is sniffing the storm. Now she won’t look at it.

With the bird’s crow two thick raindrops chill her. She automatically wraps herself in her arms. “You damned bird…” She gets in. Pelagia must have returned home on time. But her bus had not appeared; neither had she heart it. She looks at her watch. She must have arrived at least half an hour ago. She hurriedly closes the shutters one by one. When she is through, she is soaking. The rain falls askew and forcefully. The forest is astir, the sea has rushed in, peals of thunder resound above the house; somewhere nearby a thunderbolt must have struck; she was blinded by its flash which occurred almost at the same time with the thunder clap and the tremor. The dog trembles by her side and Manos squeals. She lifts him in her arms and soothes him: “Come now. You’re a big boy; you should give me courage instead of making me scared.” He swallows his tears, climbs down from her arms and grabs her skirt.

 

-          Was that a thunderbolt, mama?

- Yes.

-          Did it strike the plane tree in the square?

-          Possibly. Let’s go to our room now.

The big plane tree of the square, half dead and half lush green, is said to have protected the village from the thunderbolts since the time when a thunderbolt ripped it in half. The huge burned log always stays upright and it pulls the bolts right into its bowels. As soon as a new sprout shoots from the healthy part of the tree, the people cut it off ruthlessly so that it cannot attract thunderbolts and lose the whole tree, so dear to them. The bolt must certainly have struck the tree; the kid is right.

Brack’s furry body is shuddering; he’s hiding under the bed in fright. The clock strikes nine. The bus has not shown up. It is the first time it is delayed so long beyond the curfew. Will they pluck up courage to come or have they been stranded in some village or other and they will be back in the morning? Manos clings to her. She feeds him in bed and lies down next to him in her clothes. She had better wait for a while, just in case. Imagine not becoming aware of them when they come. She opens the door and hearkens. The hour has struck ten, the kid has fallen asleep, but the rain goes on in full sway lashing the shutters; you think the forest trees will soon be blown off their roots by the wind, and the entire house is flooded by the sudden serpentine flashes of lightening. In vain does she expect them; they won’t be coming. And yet…

She sits up and listens. She seems to have heard the door open and then someone call her name. Impossible; she should have heard the noise of the car, and in such foul weather one must be mad to be out. And yet she hears the door handle turn, and someone calls her name again. She jumps up, turns the lamp wick down as low as possible and cautiously opens the hall door.

-          Helen! Helen!

It is Pelagia’s voice.

-          Is it you, Pelagia?

-          Open quick, for God’s sake.

“Christ, what’s going on?” Thank God, the kid is upstairs, or else she would think the worse… “Is it about Alexander, perhaps?”

She opens and makes out two to three people; “Who are these? I shouldn’t have opened.”

Pelagia’s tone puts her at ease.

-          Quick, get in quick. Help us, Helen; there’s someone with us badly wounded.

She makes room to them. She is bewildered; Pelagia full well knows that their house is a forbidden area for such things. How come she hasn’t thought of Alexander?

-          Don’t fret, Helen; your bother-in-law won’t be coming tonight.

-          How do you know?

-          I’ll tell you later.

-          Something’s gone wrong? Something happened to him?

-          Nothing serious.

They ushered the man into the sitting room and laid him on Alexander’s bed. The doctor and Panagiotis took off his clothes and asked her for dry underwear and some sheet or other so that they could rip it in strips and make bandages out of them. First she brought the sheet and then she took out a change of underwear from Angelos’ drawer. As she stirred the clothes in the long closed drawer, she was overcome by the smell of lavender and frankincense. She felt a momentary yearning – that was how Angelos’ body smelt. “Good Heavens, no such thing had happened to her before.” She gave them the articles sought for, helped them to dress the man’s wounds and clothed him herself. Working at the hospital for so long, she had already been adept at nursing the wounded. When the man laid his head on the pillow, she noticed how pallid his face was; he could easily be taken for a dead man. She looked at the doctor anxiously.

-          He must lie still for at least twenty-four hours; besides, we can’t carry him too far from here. A new hemorrhage could easily kill him.

-          But, doctor, tomorrow my brother-in-law is coming back, so in no way should he find him here; he’s absolutely against the resistance movement…

Pelagia cut in:

-          Don’t worry for the time being. He isn’t coming; he’s been arrested along with the others.

-          Which others? Will you please tell me what’s going on?

-          Yesterday afternoon at five, the Nazis stopped the bus and ordered all the passengers to get off and bury those that had been hanged. Your brother-in-law refused to comply and so they took him in a car to Athens to interrogate him. The others were set free.

“Those that had been hanged? Who were they?” She cannot picture this scene; she is not concerned with Alexander’s mishap now. Pelagia is talking away, she is hearing without listening, for the picture of those hanged is more powerful than anything else.

-          They took hostages after the sabotage two days ago. They hanged them on the spot along the motorway; the men attempted to take them down – that’s where Dimitris was wounded.

Dimitris then is the name of this young who is breathing next to her. For the second time she is stirred by the perfume of lavender, and she is slowly drawing away from him. He senses her stir and slowly opens his eyes. He ventures a smile and she smiles back.

-          Rest and sleep; nobody will disturb you.

Everyone is exhausted; she puts them up in the inner room and asks Pelagia to lie next to the kid. She intends to stay by the wounded man. She finds it hard to sleep tonight.

-          Please, watch out for his pulse, Helen. If you find out it gets weaker, wake us up. If it’s regular, let him sleep on. Be kind enough to give us your alarm clock; we’ve got to be at our homes at six. You never know what can happen, if they catch us off guard. They might suspect us. I wonder what time it is daybreak.

She gave them the clock and brought the lamp back to the room and covered it so as it gave no light. She stays standstill in the dark, her fingers on his pulse. Tup, tup, tup; she’s focusing all her attention on it. Tup, tup, tup; a regular beat.

No face is real; all is fictitious. No, no; she won’t look at those hanged. “Oh, my God! I feel no pulse!” But she is wrong. She can still feel it: tup, tup, tup. She bends down to hear his breathing; the scent of lavender on his warm body gives off the fragrance of a midsummer’s day, when the sun beats down on her at noon.

All is false; summer is real – a purple summer under a blazing sun with the kids hollering to her: Helen, Helen!… more mayflies over here! Run, run, Helen!...