Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2025

Ο ΝΕΩΚΟΡΟΣ - Σ. ΜΟΜ - THE VERGER ΒΥ S. MAUGHM - IS LITERACY ALWAYS AN ASSET?


 

Ο ΝΕΩΚΟΡΟΣ


Ουίλιαμ Σόμερσετ Μομ

 

Απόδοση: Βασίλης  Κ. Μηλίτσης

 

Είχαν βαφτίσια εκείνο το απόγευμα στον Ναό του Αγίου Πέτρου, στην Πλατεία Νέβιλ, και ο Άλμπερτ Έντγουορντ Φόρμαν φορούσε ακόμη το ράσο του νεωκόρου. Φύλαγε το καινούργιο του ράσο με τις πλήρεις, άκαμπτες πτυχές, αν και δεν ήταν αλπακάς αλλά ύφασμα με ανεξίτηλο μπρούντζινο χρώμα, για κηδείες και γάμους (ο Άγιος Πέτρος στην Πλατεία Νέβιλ, ήταν μια εκκλησία που ήταν  πολύ της μόδας για τέτοιες τελετές) και τώρα φορούσε μόνο το δεύτερο καλύτερο. Το φορούσε με αυταρέσκεια γιατί ήταν το τιμητικό σύμβολο του αξιώματός του, και χωρίς αυτό (όταν το έβγαζε για να πάει σπίτι του) είχε τη δυσάρεστη αίσθηση ότι κατά κάποιον τρόπο δεν ήταν επαρκώς ντυμένος. Το φρόντιζε επίπονα. Το πρεσάριζε και το σιδέρωνε ο ίδιος. Στα δεκαέξι χρόνια που ήταν νεωκόρος αυτού του ναού, είχε φορέσει μια σειρά από τέτοια ράσα, αλλά δεν μπόρεσε ποτέ να τα πετάξει όταν είχαν πια φθαρεί και ολόκληρη τη σειρά, αμπαλαρισμένη σε μπεζ χαρτί, τη φύλαγε στο κάτω μέρος των συρταριών της ντουλάπας της κρεβατοκάμαράς του.

Ο νεωκόρος ασχολιόταν με το πάσο του, ξαναβάζοντας το ξύλινο καπάκι πάνω στη μαρμάρινη κολυμπήθρα, απομακρύνοντας ένα κάθισμα που είχε φέρει για μια ανήμπορη ηλικιωμένη κυρία, και περίμενε να τελειώσει ο εφημέριος από το σκευοφυλάκιο για να πάει μετά αυτός να το συγυρίσει και να πάει σπίτι του. Την ώρα εκείνη είδε το εφημέριο να μπαίνε στο ιερό, να γονατίζει μπροστά στην αγία τράπεζα και να κατεβαίνει από τον σολέα. Φορούσε, όμως, ακόμη τα άμφιά του.

«Γιατί καθυστερεί εδώ κι εκεί;» αναρωτήθηκε ο νεωκόρος. «Δεν ξέρει πως πρέπει να πάρω το τσάι μου;»

Ο εφημέριος είχε πρόσφατα διοριστεί – ήταν ένας άντρας δυναμικός, με κόκκινο πρόσωπο κοντά στα σαράντα, και του Άλμπερτ Έντγουορντ ακόμη του έλλειπε ο προκάτοχός του, ένας κληρικός της παλιάς σχολής που κήρυττε ράθυμα με μια αργυρόηχη φωνή και συχνότατα έτρωγε έξω με τους πιο αριστοκρατικούς ενορίτες του. Του άρεσαν τα πράγματα της εκκλησίας όπως ακριβώς ήταν και ποτέ δεν ανησυχούσε. Δεν έμοιαζε καθόλου με τον καινούργιο που ήθελε να χώνεται παντού. Όμως ο Άλμπερτ Έντγουορντ έκανε υπομονή. Ο ναός του Αγίου Πέτρου ήταν σε μια καλή συνοικία και οι ενορίτες ανήκαν σε μια σημαντική τάξη. Ο καινούργιος εφημέριος προερχόταν από τα ανατολικά προάστια και δεν ήταν δυνατόν να ταιριάξει αμέσως με τους διακριτικούς τρόπους του αριστοκρατικού εκκλησιάσματός του.

«Πρεμούρα που τον έχει πιάσει,» σκέφτηκε Άλμπερτ Έντγουορντ. «Αλλά με τον καιρό θα μάθει.»

Όταν είχε πλησιάσει αρκετά στο διάδρομο για να μιλήσει στον νεωκόρο χωρίς να υψώσει τη φωνή του περισσότερο απ’ όσο το επέτρεπε ο ιερός χώρος της εκκλησίας στάθηκε απευθυνόμενος στον νεωκόρο.

«Φόρμαν, έρχεσαι μια στιγμή στο σκευοφυλάκιο;»

 «Μάλιστα, αιδεσιμότατε.»

Ο εφημέριος περίμενε να τον πλησιάσει ο άλλος και κατευθύνθηκαν μαζί προς το γραφείο.

«Φρονώ πως ήταν εξαιρετικά βαφτίσια, πάτερ. Περίεργο πως το μωρό σταμάτησε να κλαίει τη στιγμή που το πήρατε στα χέρια σας.»

«Έχω παρατηρήσει πως συχνά σταματούν να κλαίνε,» είπε ο εφημέριος μ’ ένα αδιόρατο χαμόγελο. «Μια κι έχω εξασκηθεί πολύ μαζί τους.»

Ήταν μια αιτία συγκρατημένης περηφάνιας  το γεγονός που μπορούσε σχεδόν αμέσως να καθησυχάσει ένα μωρό που κλαίει με τον τρόπο να το κρατάει στα χέρια του, και δεν παρέβλεπε τον θαυμασμό από τις μητέρες και παραμάνες, οι οποίες τον παρατηρούσαν χαμογελώντας να βάζει το μωρό στο εσωτερικό του ντυμένου με το άμφιό του αγκώνα του. Ο νεωκόρος γνώριζε ότι ο ιερέας χαιρόταν να τον κολακεύουν για το ταλέντο του.

Ο εφημέριος οδήγησε τον Άλμπερτ Έντγουορντ στο σκευοφυλάκιο, που ήταν και γραφείο. Έμεινε κάπως έκπληκτος που βρήκε τους δυο επιτρόπους εκεί. Δεν τους είχε δει να μπαίνουν. Του κούνησαν το κεφάλι τους ευγενικά.

«Καλησπέρα, Μυλόρδε. Καλησπέρα, κύριε,» απευθύνθηκε πρώτα στον έναν και μετά στον άλλο.

Ήταν και οι δυο ηλικιωμένοι και υπηρετούσαν ως επίτροποι σχεδόν όσον καιρό ήταν επίτροπος ο Άλμπερτ Έντγουορντ. Ήταν τώρα καθισμένοι σε ένα κομψό τραπέζι εστίασης  που ο παλιός εφημέριος είχε φέρει πριν πολλά χρόνια από την Ιταλία. Ο εφημέριος κάθισε κι αυτός στην άδεια θέση ανάμεσά τους. Ο Άλμπερτ Έντγουορντ, από την άλλη μεριά της τράπεζας, τους κοίταξε απορώντας και λίγο ανήσυχος για το τι επρόκειτο. Θυμόταν ακόμη την περίπτωση κατά την οποία ο οργανίστας του εκκλησιαστικού αρμονίου είχε μπλέξει σε φασαρίες, πράγμα που όλοι έσπευσαν να αποσιωπήσει. Σε μια εκκλησία σαν του Αγίου Πέτρου, δεν μπορούσαν ν’ ανεχθούν κανένα σκάνδαλο. Στο κόκκινο πρόσωπο του εφημέριου υπήρχε μια έκφραση απόλυτης καλοκαγαθίας. Οι άλλοι, όμως, έδειχναν ελαφρά ενοχλημένοι.

«Τους γκρινιάζει για κάτι, φαίνεται,» σκέφτηκε ο νεωκόρος. «Τους έχει επηρεάσει να κάνουν κάτι που δεν τους αρέσει. Αυτό είναι. Είμαι σίγουρος.»

Όμως, τα καθαρά και εξαίρετα χαρακτηριστικά του προσώπου του Άλμπερτ Έντγουορντ δεν πρόδωσαν τις σκέψεις του. Κρατούσε μια στάση σεβασμού  χωρίς, όμως, να γίνεται δουλοπρεπής. Είχε δουλέψει ως υπηρέτης πριν διοριστεί στο εκκλησιαστικό του αξίωμα, αλλά μόνο σε πολύ καλά σπίτια, και η συμπεριφορά του υπήρξε άψογη. Ξεκινώντας από παιδί για θελήματα στο νοικοκυριό ενός πρίγκιπα εμπόρου, ανήλθε βαθμιαία από την τέταρτη στην πρώτη θέση του λακέ. Για ένα χρόνο υπήρξε ο μοναδικός θαλαμηπόλος μιας χηρευάμενης ευγενούς κυρίας και, μέχρι να αδειάσει η θέση του νεωκόρου στον Άγιο Πέτρο, ήταν στο πόστο του μπάτλερ με δύο βοηθούς υπό τις διαταγές του στο αρχοντικό ενός συνταξιούχου πρεσβευτή. Ήταν ψηλός, αδύνατος, σοβαρός και επιβλητικός. Έδειχνε, αν όχι δούκας, τουλάχιστον ηθοποιός της παλιά σχολής σε ρόλους δούκα. Είχε άψογο χαρακτήρα με λεπτότητα, σταθερότητα και αυτοπεποίθηση.

Ο εφημέριος πήρε τον λόγο μιλώντας ζωηρά: «Φόρμαν, έχουμε κάτι μάλλον σοβαρό να σου πούμε. Είσαι στην υπηρεσία μας πολλά χρόνια και θεωρώ ότι τόσο Μυλόρδος και όσο στρατηγός συμφωνούν μαζί μου στο ότι έχεις εκπληρώσει τα καθήκοντά του αξιώματός σου προς ικανοποίηση όλων των ενδιαφερομένων.»

Οι δύο επίτροποι ένευσαν επιδοκιμαστικά.

«Πλην όμως, ένα άκρως ασυνήθιστο στοιχείο έφτασε στ’ αυτιά μου τις προάλλες και θεώρησα καθήκον μου να το ανακοινώσω στους επιτρόπους. Προς μεγάλη μου έκπληξη ανακάλυψα πως δεν ξέρεις ούτε να γράφεις κι ούτε να διαβάζεις.»

Το πρόσωπο του νεωκόρου δεν έδειξε κανένα ίχνος αμηχανίας.

«Ο πρώην εφημέριος το γνώριζε, κύριε,» απάντησε. «Έλεγε πως αυτό δεν είχε καμιά σημασία. Πάντοτε ισχυριζόταν πως το περίσσιο χαλάει το ίσιο.»

«Αυτό είναι το πιο απίστευτο πράγμα που έχω ακούσει,» αναφώνησε ο στρατηγός. «Θέλεις να πεις ότι είσαι ο νεωκόρος αυτού του ναού δεκάξι χρόνια και ποτέ δεν έμαθες γραφή κι ανάγνωση;»

«Άρχισα να δουλεύω σε σπίτια από τα δώδεκά μου, κύριε. Ο μάγειρας ήταν ο πρώτος που προσπάθησε να μου διδάξει μια φορά, αλλά φαίνεται ότι δεν τα έπαιρνα τα γράμματα. Κι άλλωστε, λίγο με το ένα ή με το άλλο δεν εύρισκα τον χρόνο. Κι έπειτα, δεν ένιωθα και την ανάγκη. Θεωρώ πως πολλοί από αυτούς τους νεαρούς σπαταλούν τον χρόνο τους διαβάζοντας αντί να κάνουν κάτι χρήσιμο.»

«Αλλά δεν θέλεις να διαβάζεις τις ειδήσεις;» ρώτησε ο άλλος επίτροπος. «Δεν θέλεις πότε να γράψεις ένα γράμμα;»

«Όχι, Μυλόρδε. Τα καταφέρνω μια χαρά και χωρίς. Άλλωστε, τώρα που τα τελευταία χρόνια υπάρχουν όλες αυτές οι φωτογραφίες στις εφημερίδες, μπορώ και καταλαβαίνω αρκετά καλά τι συμβαίνει στον κόσμο. Η κυρά μου, πάλι, ξέρει επαρκώς ανάγνωση και γραφή κι αν θελήσω να γράψω γράμμα, μου το γράφει η ίδια. Δεν χρειάζεται να τζογάρω σε κάποιον άλλο».

Οι δυο επίτροποι κοίταξαν ανήσυχοι τον εφημέριο και κατόπιν κατέβασαν το βλέμμα τους.

«Λοιπόν, Φόρμαν, συζήτησα το θέμα με τους κυρίους αποδώ και συμφωνούν απολύτως μαζί μου ότι η κατάσταση είναι απαράδεκτη. Σε μια εκκλησία σαν του Αγίου Πέτρου της Πλατείας Νέβιλ, δεν μπορούμε να έχουμε έναν νεωκόρο που να μην ξέρει γραφή κι ανάγνωση».

Το αδύνατο πρόσωπο του Άλμπερτ Έντγουορντ κοκκίνισε κι ένιωσε άβολα, αλλά δεν απάντησε.

«Θέλω να με καταλάβεις, Φόρμαν. Δεν έχω κανένα παράπονο μ’ εσένα. Κάνεις τη δουλειά σου πολύ ικανοποιητικά. Εκτιμώ παρά πολύ τον χαρακτήρα σου και την ικανότητά σου, αλλά δεν έχουμε το δικαίωμα να διακινδυνέψουμε σε περίπτωση κάποιου ατυχήματος που θα μπορούσε να συμβεί εξαιτίας της θλιβερής σου άρνησης. Είναι θέμα πρόνοιας όσο και αρχής».

«Μήπως να προσπαθούσες να μάθεις, Φόρμαν;» ρώτησε ο στρατηγός.

«Όχι, κύριε. Δυστυχώς δεν είναι δυνατόν – όχι τώρα. Βλέπετε δεν είμαι πια νέος και εάν δεν μπόρεσα να μάθω γράμματα όταν ήμουν πιτσιρικάς, δεν νομίζω πως έχω πολλές πιθανότητες τώρα».

«Δε θέλουμε να γίνουμε σκληροί μαζί σου, Φόρμαν», είπε ο ιερέας. «Αλλά οι επίτροποι κι εγώ έχουμε πάρει την απόφασή μας. Θα σου δώσουμε τρεις μήνες διορία και εάν μέχρι το τέλος αυτού του χρονικού διαστήματος δεν θα μπορέσεις να μάθεις ανάγνωση και γραφή, δυστυχώς θα πρέπει να φύγεις».

 Άλμπερτ Έντγουορντ ποτέ δεν συμπάθησε τον καινούργιο εφημέριο. Είχε πει από την αρχή ότι είχαν κάνει λάθος όταν τον διόρισαν στον Άγιο Πέτρο. Δεν ήταν ο τύπος του ανθρώπου που να ήταν κατάλληλος σε μια τέτοια αριστοκρατική εκκλησία. Και τώρα ύψωσε λίγο το ανάστημά του. Πίστευε στην αξία του και δεν επρόκειτο να επιτρέψει να του επιβληθούν».

«Λυπάμαι πολύ, κύριε. Φοβάμαι πως είναι μάταιο. Παραείμαι μεγάλος για νέες συνήθειες. Έχω ζήσει πολλά χρόνια χωρίς να ξέρω γράμματα, και χωρίς να περιαυτολογήσω, ένας αυτοέπαινος δεν είναι προτέρημα, αλλά πρέπει να πω πως έπραξα το καθήκον μου στη φάση της ζωής μου στην οποία με τοποθέτησε η Θεία Πρόνοια, και εάν μπορούσα να μάθω τώρα, δεν ξέρω αν θέλω».

«Εν τοιαύτη περιπτώσει, Φόρμαν, δυστυχώς πρέπει να φύγεις».

«Μάλιστα, κύριε. Σας καταλαβαίνω απολύτως. Ευχαρίστως θα υποβάλω την παραίτησή μου μόλις βρεθεί αντικαταστάτης». 

Αλλά όταν ο Άλμπερτ Έντγουορντ με τη συνήθη ευγένεια έκλεισε την πόρτα πίσω από τον ιερέα και τους επιτρόπους, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει την ήρεμη αλλά πληγωμένη αξιοπρέπειά του και τα χείλη του άρχισαν να τρέμουν. Κατευθύνθηκε με αργά βήματα πίσω στο σκευοφυλάκιο και κρέμασε στη σωστή κρεμάστρα το ράσο του νεωκόρου. Αναστέναξε αναπολώντας όλες τις μεγαλοπρεπείς κηδείες και τους λαμπερούς γάμους που είχε δει. Τακτοποίησε το κάθε τι, φόρεσε το σακάκι του, και με το καπέλο στο χέρι, διέσχισε το διάδρομο του ναού. Κλείδωσε την πόρτα του ναού πίσω του. Διέσχισε την πλατεία, αλλά βυθισμένος σε στενάχωρες σκέψεις δεν πήρε τον δρόμο για το σπίτι του, όπου τον περίμενε ένα φλιτζάνι δυνατό τσάι. Τα βήματά του ήταν αργά και η καρδιά του βαριά. Δεν ήξερε τι να κάνει με τον εαυτό του. Δεν του άρεσε η ιδέα να ασχοληθεί ξανά με οικιακές υπηρεσίες. Μετά από τόσα χρόνια όντας κύριος του εαυτού του – άσε τον παπά και τους επιτρόπους να λένε ό, τι θέλουν, ήταν αυτός που έκανε κουμάντο στην Εκκλησία του Αγίου Πέτρου, της Πλατείας Νέβιλ – δεν θα μπορούσε να πέσει χαμηλά και να δεχθεί μια τέτοια θέση. Είχε αποταμιεύσει ένα σημαντικό ποσό, αλλά όχι αρκετό για να ζει χωρίς να κάνει κάτι, και το κόστος της ζωής ν’ αυξάνει χρόνο με τον χρόνο. Δεν είχε ποτέ μέχρι τώρα ασχοληθεί με τέτοια προβλήματα.

Οι νεωκόροι του Αγίου Πέτρου, σαν τους Πάπες της Ρώμης, ήταν ισόβιοι. Συχνά ερχόταν στον νου του η ευχάριστη αναφορά που θα έκανε ο ιερέας στον εσπερινό της πρώτης Κυριακής μετά τον θάνατό του για την μακρά και ευσυνείδητη θητεία καθώς και τον υποδειγματικό χαρακτήρα του αείμνηστου νεωκόρου Άλμπερτ Έντγουορντ Φόρμαν. Αναστέναξε βαθιά. Ο Άλμπερτ Έντγουορντ δεν ήταν καπνιστής, ούτε απείχε εντελώς από το τσιγάρο και το ποτό, αλλά έδινε κάποια περιθώρια: δηλαδή του άρεσε να πίνει ένα ποτήρι μπίρα με το φαγητό του, και όταν ήταν κουρασμένος, ν’ απολαμβάνει ένα τσιγάρο. Σκέφτηκε τώρα πως ένα τσιγάρο θα τον παρηγορούσε κάπως και αφού δεν κρατούσε πάνω του, έψαξε να βρει ένα μαγαζί ν’ αγοράσει ένα πακέτο Χρυσές Νιφάδες. Δεν βρήκε κανένα εκεί γύρω και προχώρησε λίγο παρακάτω. Ο δρόμος ήταν μακρύς με κάθε λογής καταστήματα, αλλά δεν υπήρχε ούτε ένα όπου μπορούσε ν’ αγοράσει τσιγάρα.

«Παράξενο», είπε ο Άλμπερτ Έντγουόρντ. Για να το σιγουρέψει περπάτησε όλον τον δρόμο. Όχι, δεν υπήρχε αμφιβολία γι’ αυτό. Στάθηκε και κοίταξε στοχαστικά πάνω κάτω.

«Δεν μπορεί να είμαι ο μοναδικός άνθρωπος που βαδίζει σ’ αυτόν τον δρόμο και να θέλει τσιγάρο», είπε. «Δεν θα μου έκανε εντύπωση αν κάποιος θα έκανε καλή δουλίτσα μ’ ένα μαγαζάκι εδώ. Όπως είδη καπνιστού και ζαχαρωτά».

Του ήρθε μια ξαφνική σκέψη.

«Για δες!», είπε. «Περίεργο πώς έρχονται τα πράγματα εκεί που δεν τα περιμένεις».

Έκανε μεταβολή, πήγε σπίτι και πήρε το τσάι του.

«Δεν μιλάς πολύ σήμερα, Άλμπερτ», παρατήρησε η γυναίκα του.

«Σκέφτομαι», της απάντησε.

Εξέτασε το θέμα από κάθε άποψη και την άλλη μέρα περιδιάβασε ξανά όλον τον δρόμο, και κατά καλή τύχη βρήκε ένα μαγαζάκι προς ενοικίαση, λες και τον περίμενε ακριβώς όπως το ήθελε. Είκοσι τέσσερις ώρες αργότερα το έπιασε και αφού μετά από ένα μήνα εγκατέλειψε τον Άγιο Πέτρου, της Πλατείας Νέβιλ για πάντα, ο Άλμπερτ Εντγουόρντ Φόρμαν άνοιξε καπνοπωλείο και πρακτορείο τύπου. Η γυναίκα του σχολίασε πως είχε πέσει πολύ χαμηλά να γίνει μαγαζάτορας από νεωκόρος σε μια περίοπτη εκκλησία σαν του Αγίου Πέτρου, αλλά αυτός της απάντησε πως έπρεπε να προσαρμοστεί στις καινούργιες συνθήκες. Η εκκλησία δεν ήταν πλέον όπως παλιά, και από τούδε και εξής σκόπευε να αποδώσει τα του Καίσαρος τω Καίσαρι.

Ο Άλμπερτ Έντγουόρντ τα πήγε πολύ καλά. Και μάλιστα τόσο καλά που μέσα περίπου σ’ ένα χρόνο του ήρθε η ιδέα ν’ ανοίξει και δεύτερο μαγαζί και να βάλει κάποιον υπεύθυνο να το κουμαντάρει. Έψαξε σ’ έναν άλλο μεγάλο δρόμο που δεν είχε καπνοπωλεία και βρίσκοντας το κατάλληλο μέρος το έπιασε και το εφοδίασε. Και τούτο πέτυχε. Μετά σκέφτηκε πως αφού μπορούσε να διαχειρίζεται δύο καταστήματα, θα μπορούσε να διαχειριστεί κι άλλα εφτά με οχτώ. Έτσι άρχισε πάλι να τριγυρνάει στο Λονδίνου, και όπου έβρισκε έναν πολυσύχναστο δρόμο χωρίς καπνοπωλείο, έβρισκε το κατάλληλο μαγαζί, αν υπήρχε, και το νοίκιαζε. Στην πορεία μιας δεκαετίας είχε αποκτήσει όχι λιγότερα από δέκα καταστήματα και κέρδιζε λεφτά με τη σέσουλα. Κάθε Δευτέρα έκανε ο ίδιος τον γύρο των καταστημάτων του, εισέπραττε τα κέρδη της εβδομάδας και τα κατέθετε στην τράπεζα.

Ένα πρωινό όταν βρισκόταν εκεί και κατέθετε ένα μάτσο χαρτονομίσματα μαζί με έναν βαρύ σάκο από ασημένια κέρματα, ο ταμίας του είπε πως θα ήθελε να τον δει ο διευθυντής. Τον οδήγησε σ’ ένα γραφείο κι ο διευθυντής τον υποδέχτηκε σφίγγοντάς του το χέρι.

«Κύριε Φόρμαν, θα ήθελα να συζητήσουμε για τα χρήματα που έχετε κατατεθειμένα στην τράπεζά μας. Ξέρετε ακριβώς πόσα είναι;»

«Όχι  ακριβώς, κύριε, αλλά ξέρω πάνω-κάτω.»

«Χώρια από τη σημερινή κατάθεση, το ποσό είναι λίγο πιο πάνω από τριάντα χιλιάδες λίρες.* Ένα πολύ μεγάλο ποσό να βρίσκεται απλά αποταμιευμένο. Νομίζω ότι θα ήταν καλύτερα να το επενδύσετε.»

«Δεν θα ήθελα να το διακινδυνεύσω, κύριε. Στην τράπεζα είναι τα λεφτά μου είναι ασφαλή.»

«Δεν χρειάζεται να αισθάνεστε την παραμικρή ανησυχία. Θα σας ετοιμάσουμε έναν κατάλογο από ομόλογα μεγάλης αξίας. Θα σας αποδώσουν καλύτερο επιτόκιο απ’ όσο η αποταμίευση.»

Ένα ανήσυχο βλέμμα φάνηκε στο αριστοκρατικό πρόσωπο του κυρίου Φόρμαν. «Ποτέ δεν είχα καμιά σχέση με ομόλογα και μετοχές. Θα πρέπει να αφήσω το όλο θέμα στα χέρια σας», είπε.

Ο διευθυντής χαμογέλασε. «Θα κάνουμε τα πάντα. Το μόνο που θα κάνετε εσείς την επόμενη φορά που θα έρθετε είναι απλά να υπογράψτε τις μεταβιβάσεις».

«Θα μπορούσα κάλλιστα να το κάνω», είπε ο Άλμπερτ με αβεβαιότητα. «Αλλά πώς θα ξέρω τι υπογράφω;»

«Υποθέτω πως μπορείτε να διαβάσετε», απάντησε ο διευθυντής κάπως απότομα.

Ο κύριος Φόρμαν του χαμογέλασε αφοπλιστικά.

«Λοιπόν, κύριε, εδώ είναι το πρόβλημα. Δεν μπορώ. Ξέρω πως ακούγεται αστεία, μα αυτή είναι η αλήθεια. Δεν ξέρω ανάγνωση και γραφή, μόνο το όνομά μου να γράφω και τούτο το έμαθα όταν ασχολήθηκα με την επιχείρησή μου.

Ο διευθυντής αναπήδησε από την καρέκλα του κατάπληκτος.

«Τούτο είναι το πιο ασυνήθιστο πράγμα που έχω ποτέ ακούσει».

«Βλέπετε το θέμα έχει ως εξής, κύριε: ποτέ δεν είχα την ευκαιρία μέχρι που ήταν αργά πια και τότε κατά κάποιο τρόπο δεν ήθελα. Είχα πεισμώσει».

Ο διευθυντής τον κοίταξε λες και ήταν κανένα προϊστορικό τέρας.

«Θέλετε να πείτε ότι δημιουργήσατε αυτή την σπουδαία επιχείρησή σας και συσσωρεύσατε μια περιουσία από τριάντα χιλιάδες λίρες χωρίς να ξέρετε ανάγνωση και γραφή; Θεέ και κύριε, τι θα ήσαστε εάν μπορούσατε να γράφετε και να διαβάζετε;»

«Αυτό μπορώ να σας πω με βεβαιότητα, κύριε», είπε ο κύριος Φόρμαν μ’ ένα ελαφρύ χαμόγελο πάνω στην αριστοκρατική του όψη. «Θα ήμουν νεωκόρος του Αγίου Πέτρου της Πλατείας Νέβιλ.»

*περίπου 2.000.000 σημερινές λίρες.

Του ίδιου:

 Για το αγγλικό πρωτότυπο βλέπε:

   
THE VERGER  

W. Somerset Maugham

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2025

Ο «ΚΟΥΡΕΑΣ ΤΗΣ ΣΕΒΙΛΗΣ» ΚΑΙ Ο «ΔΟΝ ΖΟΥΑΝ» - THE BARBER OF SEVILLE AND DON JUAN



Ο «ΚΟΥΡΕΑΣ ΤΗΣ ΣΕΒΙΛΗΣ» ΚΑΙ Ο «ΔΟΝ ΖΟΥΑΝ»


ΔΑΝΙΗΛ, ΑΝΘΟΥΛΑ

Να που λέω πάλι, κάτι που έχω ξαναπεί και κάθε φορά που μου έρχεται στο νου το λέω ξανά. Μου αρέσει πάρα πολύ η όπερα και η πρώτη που άκουσα αλλά και είδα στη ζωή μου ήταν ο Κουρέας της Σεβίλης του Τζοακίνο Ροσίνι που βασίστηκε σε θεατρικό έργο του Μπομαρσέ και άλλων ακόμη. Ήταν η πρώτη έκπληξη που μου έκανε η «σοβαρά μουσική», όπως χοντρικά ονομάζαμε την κλασική, της οποίας δεν ήξερα τα είδη ―δεν ήξερα λ.χ. τη διαφορά της συμφωνίας από το κοντσέρτο, της όπερας από το ορατόριο ή την όπερα κορτσεντάντε― λεπτές αποχρώσεις που κάνουν τα είδη που μοιάζουν και να διαφέρουν. Την έκπληξη, λοιπόν, μού την έκανε το Τρίτο Πρόγραμμα και με γάντζωσε με το γάντζο του Κάπτεν Χουκ με τον Κουρέα της Σεβίλης, του οποίου η Εισαγωγή με ξετρέλανε, η άρια του Κουρέα, της Ροζίνας, του κόμη Αλμαβίβα και γενικά όλων των ηρώων της. Προπάντων όμως, και με διαφορά, του Κουρέα του Φίγκαρο, όχι εκείνου που του ετοιμάζει Γάμους ο Μότσαρτ, αλλά του άλλου που ξυρίζει, κουρεύει, προξενεύει και μας συστήνεται ποιος είναι και τι κάνει και τι δουλειές αναλαμβάνει, με το απαραίτητο αζημίωτο πάντα ―εννοείται― και μας πληροφορεί πού είναι το κουρείο του και πόσες τσατσάρες και περούκες έχει στη βιτρίνα και άλλα της κομμωτικής εργαλεία. Το κουρείο λοιπόν βρίσκεται:

 

Numero quindici a mano manca,/quattro gradini, facciata bianca,/cinque parrucche nella vetrina,/ sopra un cartello «Pomata fina»,/ mostra in azzurro alla moderna,/ v'è per insegna una lanterna…/ Là senza fallo mi troverà.

 

Κατάλαβα, ακριβώς εκεί. Μπορεί να πάει όποιος θέλει να κουρευτεί, να αγοράσει μια περούκα, μια πομάδα, ή να κανονίσει ένα ερωτικό ραντεβού.

Α, να μην ξεχάσω ότι παίχτηκε για πρώτη φορά στο Θέατρο Αρζεντίνα στη Ρώμη το 1816. Παίχτηκε και στην Ελλάδα, το 1833 στην Κέρκυρα, το 1837 στην Αθήνα και το 1889 στο Φάληρο. Παίχτηκε και στη Σύρο, στο Δημοτικό Θέατρο της Ερμούπολης και στην Εθνική Λυρική Σκηνή το 1942. Εκεί το είδα κι εγώ, κάποτε, στα φοιτητικά μου χρόνια και τον Φίγκαρο έπαιζε ο Κώστας Πασχάλης. Το κοινό του πετούσε από ψηλά, από τα θεωρεία και τους εξώστες γαρύφαλλα. Ω, τι μέρα ήταν εκείνη, βράδυ ήταν δηλαδή, αξέχαστο και αρχή μιας λατρείας που δεν σταμάτησε ποτέ.

Ο Κώστας Ουράνης, κοσμοπολίτης ποιητής, λέει πως στη Σεβίλια «μέσα σ’ ένα πλαίσιο παρελθόντος» ζει και ο Φίγκαρο και ο Δον Ζουάν και ότι το κουρείο του πρώτου είναι ακόμα εκεί στην παλιά και γραφική calle Francos. «Αν θέλετε να συναντήσετε ή τον ένα ή τον άλλο, περάστε την ώρα που βραδιάζει από την παλαιική πλατεία Άλφαρο. Είναι μια πλατεία μικρή και ήσυχη, βουτηγμένη στ’ αρώματα και σ’ ένα φως ονειρωδώς γαλάζιο. Έχει ζεστασιά αγκαλιάς και την ομορφιά διαγράμματος κοχυλιού. Την περιτριγυρίζουν ένα ψηλός τοίχος του Αλκάσαρ, απ’ όπου κυλάνε καταρράχτες γεράνια, τα βαθιά φυλλώματα των κήπων του Μουρίλο, λευκά σπιτάκια μ’ αραβικούς μιραντόρ κι ανθισμένες κλιμακωτές ταράτσες κ’ ένα παλιό σεβιλιάνικο μέγαρο με λεπτοσκαλισμένη ξύλινη πόρτα, με κιγκλιδωτά παράθυρα δουλεμένα σα δαντέλα κι ένα κυκλικό γωνιαίο μπαλκόνι, απ’ όπου κρέμονται αναρίθμητες μοβ γλισίνες. Σε μια γωνιά της πλατείας είναι αναμμένο ένα φαναράκι μπρος σ’ ένα μικρό βωμό Παναγίας. Τι σας λέει; Δεν είναι σκηνικό θεάτρου στην πράξη που ο Δον Ζουάν δίνει ένα πουγκί χρυσάφι στη Δόνα Σολ για να του ανοίξει την πόρτα του μεγάρου της Κυράς της ή που ο Φίγκαρο έρχεται να κάνει μια σερενάτα κάτω από το μπαλκόνι της Ροζίνας;» (Ισπανία, σελ. 155-156).

Προσπερνάω στα γρήγορα το ότι το ίδιο συμβαίνει και μπροστά στο μπαλκόνι της Κάρμεν. Και υπάρχουν τουρίστες που αναζητούν στη Βερόνα το μπαλκόνι της Ιουλιέτας. Στην Βερόνα, πάντως, το σίγουρο είναι πως θα βρει κανείς την Αρένα όπου θα απολαύσει και Κουρέα και Φίγκαρο και Γάμους και Κάρμεν και Δον Ζουάν ….;

Και όπως υπάρχει το μπαλκονάκι της μιας ή της άλλης, έτσι υπάρχει και το κουρείο του Φίγκαρο και έτσι είναι τόσο ζωντανός και ο Δον Ζουάν που οι Σεβιλιάνοι μιλούν γι’ αυτόν σαν να τον έχουν γνωρίσει. Άλλωστε, υπάρχει το μοναστήρι που πέθανε, τα μέγαρα στα οποία έζησε, οι δρόμοι που περπάτησε, το σημείο της αποβάθρας, όπου το χέρι του Διαβόλου τεντώθηκε από την απέναντι όχθη του ποταμού, σαν γέφυρα, για να του ανάψει το τσιγάρο· ο ένας διάβολος του άλλου.

«Ο ο ο ο η Σεξοσπίρεια τούτη Φάρσα…» που λέει και ο Τ.Σ. Έλιοτ. Ω!!!

Παρενθετικά, λέω κι εγώ, ότι το πιστεύω, όπως και ο Μοντένιος που υποστήριζε πως «τα χέρια της φιλίας είναι αρκετά μακριά για να φτάσουν από τη μια άκρη της γης στην άλλη». Επομένως, μια γέφυρα θα εμπόδιζε κοτζάμ Διάβολο;

 


 

Αλλά ας αφήσουμε τις μυθιστορηματικές εκδοχές του, οι οποίες εκκινούν από ένα παλιό χρονικό και περνούν από συγγραφέα σε συγγραφέα. Ο Χοσέ Θορίλια, ο Τίρσο ντε Μολίνα, ο Μολιέρος, ο Shadwell, ο Μπάιρον, ο Γκολντόνι, φυσικά ο Εικόνα: Aleksandar Jakovljevic Golovin: σχέδιο για κοστούμι του «Δον Ζουάν» του ΜολιέρουΜότσαρτ και πολλοί άλλοι ακόμα, όπως μας πληροφορεί ο Ουράνης, τον γνώρισαν από κοντά και μαρτυρούν περί της ακολασίας του. Ο Μότσαρτ ειδικά τον στόλισε, όπως έπρεπε στη δική του εκδοχή ως Ντον Τζιοβάνι… Ο Μολιέρος μας τον παρουσίασε στο Εθνικό ως Δον Ζουάν με τον Λάζαρο Γεωργακόπουλο, όπου, ω, θεοί, πώς μπερδεύτηκε σ’ εκείνο το θεσπέσιο ριντό και έπεσε!!! Και πόσες παρακαλώ ξελόγιασε ο ακατονόμαστος; Όπως λέει ο υπηρέτης του ο Λεπορέλο, που κρατούσε λογαριασμό, ήταν 2065. Δεν είχε παρά μόνο ένα κριτήριο: να φοράει φουστάνι. Να μην ξεχάσω ότι ο Δον Ζουάν ήθελε μόνο τρεις μέρες για κάθε γυναίκα. Την μία να την κατακτήσει, την άλλη να την αποπλανήσει και την τρίτη για να τη λησμονήσει.

Μα ποιος είναι αυτός ο ισχυρός που μπορεί να στήνει και να ξεστήνει σε τρεις μέρες τέτοιες οικοδομές;;; Δεν το συνεχίζω φοβούμενη την ύβριν. Αυτός, λοιπόν, ο αποπλανητής, προηγουμένως ήταν, λένε, τρομερός ξιφομάχος, δολοφόνος, πάντα «με το χέρι στο σπαθί και την πρόκληση στα χείλια», έτοιμος να σκοτώσει, πατέρες, αδελφούς και συζύγους των γυναικών που αποπλάνησε, «ασύγκριτος σε παλικαριά και άφθαστος σε παράνομα κατορθώματα», κατά τον Τίρσο ντε Μολινά. Όμως ποιος είναι ο πραγματικός; Σύμφωνα με παλιό χρονικό, ο Δον Ζουάν σκότωσε μόνο τον κομεντατόρ Γκονζάλο Ουλόγια και βίασε την κόρη του. Για τις πράξεις του αυτές, τιμωρήθηκε στην Κόλαση και πλακώθηκε από το επιτύμβιο άγαλμα του Ουλόγια. Όμως ο Δον Ζουάν, εξαπατώντας τον δημιουργό του, ξαναπήδησε στη σκηνή της ζωής και όταν ένας άλλος συγγραφέας ο Ουναμούνο τον υποχρέωσε να αυτοκτονήσει αυτός αρνήθηκε: «Εγώ θέλω να ζήσω, σενιόρ Ουναμούνο!» και «για να ξεφύγει από το θάνατο, ο Δον Ζουάν, μεταπήδησε από τη σκηνή του θεάτρου στη σκηνή του Κόσμου», λέει ο Ουράνης (Ισπανία, 344- 346).

 


 

Ερώτημα: Μπορεί ο μυθιστορηματικός ήρωας να επεμβαίνει στην μοίρα του και να αντιστέκεται στην απόφαση του δημιουργού του, να δραπετεύει από τα βιβλία και να κάνει του κεφαλιού του; Βεβαίως υπάρχει λογική ερμηνεία, η οποία με τη συνδρομή της ψυχανάλυσης θα έκανε λόγο για εμμονές του δημιουργού και για παραλλαγές που είχε κρατήσει στη σκέψη του ως πιθανές μεταπλάσεις. Επομένως, γιατί να μην αφήσουμε την τρέλα να κάνει και αυτή παιχνίδι επί σκηνής ή εκτός σκηνής, σε όλον τον κόσμο και όλες τις εποχές; Κάθε καιρός και τα φρούτα του…

 

Και να που ένας άλλος μελετητής και θαυμαστής του μεγάλου εραστή, προσθέτει στοιχεία: «ο Δον Χουάν Τενόριο, ο θρυλικός Δον Ζουάν που όλος ο κόσμος γνωρίζει, είχε σπουδάσει στο παλιό και φημισμένο πανεπιστήμιο της Σαλαμάγκας». Εκεί είχε σπουδάσει και ο Ντε Ουναμούνο… πάλι ο Ουράνης  θα συμβάλει στο κείμενό μας με ένα ποίημά του, με τίτλο «Στη Σαλαμάνκα» και μότο «Ο Δον Ζουάν Τενόριο σπούδασε στη Σαλαμάγκα» και τούτο είναι Ισπανικό ιστόρημα. Και για να ’χουμε καλό ρώτημα: Δηλαδή τι σπούδασε στο άντρο της σοφίας της Σαλαμάνκας; Την υψηλή τέχνη της αποπλάνησης γυναικών; Σε λάθος εποχή γεννήθηκε. Και εκείνο που δεν μπορώ να καταλάβω είναι γιατί πάντα κάποιος θέλει να κατακτήσει όλες τις γυναίκες, όπως ο Μπάιρον, ο Δον Ζουάν και ο Ανδρόνικος του Θεοτοκά, ο οποίος, αφού χάνει το στοίχημα πως δεν μπορεί να του ξεφύγει ούτε θηλυκιά γάτα, χάνει και το θρόνο του, και στ’ άλογο καβάλα καλπάζει ολοταχώς, χωρίς τις έγνοιες του κράτους, να προλάβει όσες μπορεί (Γιώργος Θεοτοκάς, Το παιχνίδι της τρέλας και της φρονιμάδας»). Το έργο του Θεοτοκά έχει πολλά στοιχεία από τον Δον Ζουάν, αλλά αναπνέει ελληνικά και πάνω σε λαϊκά μοτίβα. Ωστόσο η τρέλα, τρέλα. Εδώ ταιριάζει ο γνωστός στοχασμός: Άφρων, άφρων, κι αν όλο τον κόσμο κατακτήσεις τι θα τον κάνεις, τι θα κερδίσεις; Θα τον πάρεις μαζί σου; Όχι, θα τον βάλω σ’ ένα μυθιστόρημα και θα τρέχουν οι γυναίκες πίσω μου ή πίσω του!!! Βλέπετε, οι βλαμμένοι έχουν πέραση! Τι είπατε, δεν άκουσα; Τίποτε, niente niente, perdonate me siniori… (τροποποιημένο απόσπασμα από το βιβλίο Δεκαετίες τερματίζουν όλες μαζί στο νήμα).

 ΧΑΡΤΗΣ 84 {ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2025}

{Μουσική} Τέχνες

by the same:

 ΗΛΙΟΣ Ο ΗΛΙΑΤΩΡΑΣ - THE SOVEREIGN SUN

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΗ ΒΕΑΤΡΙΚΗ - MEETING BEATRICE

ΤΟ ΑΗΔΟΝΙ, ΤΟ ΤΡΙΖΟΝΙ, ΤΟ ΒΙΟΛΙ ΚΑΙ Η ΚΙΝΑ - THE N...

ΧΟΡΕΥΟΥΜΕ - SHALL WE DANCE

THE BARBER OF SEVILLE AND DON JUAN


 By Anthoula Daniil

Litt.D. and literary critic. She is a member of the Writer’s Union and the Greek Musical and Drama Critics Union.

Rendered by Vassilis C. Militsis

 

Here I’m saying something, which I have already said and each time it comes to mind, I’ll say it again. I love opera and the first time in my life I have listened to and watched it is Gioachino Rossini’s The Barber of Seville, based on a play of Beaumarchais and of still others. It was my first surprise made by the ‘serious music’ as we roughly called the classical music, the genres of which I was ignorant of – e.g. I did not know the difference between a concert and an oratorio or an opera concertante – subtle nuances that make the genres sound the same and, at the same time, different. It was the radio that made the surprise and hitched me with Captain Hook’s hook to The Barber of Seville, whose prelude, and the arias of the barber, Rosina, Almaviva and generally of all the heroes had thrilled me. But far above all, I was enchanted by the aria of Figaro as a Barber, not the one whose nuptials Mozart prepares, but the other one who shaves people, clips their hairs, is a matchmaker and tells us who he is, what he does and what tasks he undertakes – naturally always for a fee – and advertizes his shop, the number of his combs, wigs and diverse hairdressing tools in his shop window. His barber’s shop is at:

 

 

 

 

Number fifteen, on the left hand,
four steps, a white front,
five wigs in the window,
upon a signboard, "Fine Pomade "
a show-glass of the latest fashion,
and there is a lantern for my sign…
There, without fail, you will find me.

I got it, exactly there. One can go there get one’s hair cut, buy a wig or arrange a hot date.

I shouldn’t forget that it was firstly performed in Rome, at the Argentina Theater, in 1816. In Greece it was performed in Corfu 1833, in Athens 1837 and at Phaleron 1889. It was also staged at the Ermoupolis Municipal Theater, on the island of Syros as well as at the National Opera House in 1942. I attended it once, too, in my student days when Kostas Paskalis1 impersonated Figaro. The public was tossing carnations on him from the balconies. That was an unforgettable evening for me and the beginning of perennial adoration.

Kostas Ouranis,2 a cosmopolitan poet, saw Seville in a past context where Figaro and Don Juan live, and the former’s barber shop is still at the old and picturesque Calle Francos.

“If you want to meet the one or the other, you must walk through the old Alfaro Plaza at dusk. It is a quiet, small square, drowned in fragrances and bathed in an idyllic, blue light. It emanates cuddling warmth and is gifted with the beauty of a seashell outline. It is surrounded by one high wall of Alcázar’s, with cascades of geraniums, the lush foliage  of the Murillo gardens, white cottages with Moorish turrets (miradors) and floral, step terraces, and an old Sevillian mansion installed with a finely carved wooden door and lacelike, grated windows and a circular corner balcony, hung with an abundance of purple wisterias. In a corner of the square burns a small lantern before a shrine of the Madonna. What does it all say to you? Isn’t it a play scene where Don Juan is giving a purse of gold to Doña Sol so that she would open the door of her mistress’s mansion or where Figaro is serenading under Rosina’s balcony?”[Ouranis, Travelogues, Spain]

 

 

I won’t be dwelling long on the fact that the same is happening under Carmen’s balcony. In Verona, too, there are tourists who seek Juliet under her balcony. However, in the city, one will most certainly find the Arena di Verona, where one will enjoy the Barber, Figaro, the Nuptials, Carmen and Don Juan….

And yet there is a little balcony belonging to the one or the other; in the same sense, there is also Figaro’s barber shop, therefore both Figaro and Don Juan are so alive that the Sevillians keep on talking of him as though they were old acquaintances. Besides, there is the monastery where he died, the palazzos he lived in, the streets he walked along, the point of the quay, where the Devil’s hand stretched across the bridge to light his cigarette; one devil to the other.


Εικόνα: Aleksandar Jakovljevic Golovin: σχέδιο για κοστούμι του «Δον Ζουάν» του Μολιέρου

“O, o, o, o that Shakespearean Rag” [The Waste Land, Section II: A Game of Chess, by T. S. Eliot]

En passant, I also say that I believe it, as Montaigne held that "the arms of friendship are long enough to reach from the one end of the world to the other," Therefore, could a bridge be an obstacle to the Devil himself?

But let us not linger on its fictional versions, which originate in an old chronicle, and are handed down from writer to writer. According to Ouranis, José Zorrilla, Tirso de Molina, Molière, Shadwell, Byron, Goldoni, Mozart, naturally, and a host of others, have known him in person and been witnesses of his promiscuouness. Mozart, in particular, ‘adorned’ him duly in his own version as Don Giovanni. Molière introduced him to us as Dom Juan ou le Festin de Pierre at the National Theater. The Greek actor, Lazaros Georgakopoulos messed up with the divine curtain recklessly and caused its fall! And how many times had the unspeakable one been a seducer. According to Leporello, his servant, who kept a list, his master was responsible for 2065 seductions. He had but only one standard: he wore a woman’s dress. It should be noted that Don Juan took only three days to lure a woman: the first to conquer, the second to seduce and the third to forget her.

But who is this lothario who could build and demolish such constructions in three days. I do not wish to persist as I am apprehensive of hubris. This womanizer is said to have been a formidable swordsman, a killer, constantly sword in hand and defiant. He was prepared to kill, fathers, brothers and husbands of women he had seduced. Tirso de Molina portrays him unparalleled in bravery and criminally unscrupulous. But who is the real Don Juan? According to an old chronicle, he only killed Commendatore Gonzalo de Ulloa and raped his daughter. For his deeds he was crushed by Ulloa’s tomb statue dragging him to hell. Despite this, Don Juan tricked his maker and reappeared at the scene of life; when Unamuno, another author forced him to commit suicide, he refused: “I want to live, Señor Unamuno!” and “in order to avoid death, Don Juan switched from the theater stage to the stage of the world.” [Uranis, Travelogues, Spain.]

 

 


 Εικόνα: Γαλλική Σχολή: σχέδιο κουστουμιού για τον «Δον Ζουάν» του Μολιέρου

 

Question: can a fictional hero interfere in his fate and act against his creator’s decision, e.g. escape from the books and be left in his own devices? There is certainly a logical explanation, which aided by psychoanalysis could justify the writer’s obsessions and the versions he had kept in his mind as possible transformations. Therefore, why not let madness play its own game, either on stage or off it, in the entire world and throughout time? Everything has its time and place…

And lo, another researcher and devotee of the great philanderer adds the following particulars: “Don Juan Tenorio, the notorious Don Juan, known all over the world, had studied at the old, famous Salamanca University,” where de Unamuno had also studied. Ouranis again contributes to our work with a poem, under the title At Salamanca and the motto “Don Juan studied at Salamanca.” And regarding this: what exactly did he study at the cradle of wisdom at Salamanca? The high art of seducing women? He was not born in the right times. But what I cannot understand is why must he always want to conquer all the women, like Byron, Don Juan and Theotokas’ King Andronikos? The latter after he had lost his bet that no woman could escape him, he abdicated and rode on horseback at full gallop, unconcerned of the state affairs, to catch up with as many women as he could. [George Theotokas, The Game of Madness and Wisdom.] Theotokas play has borrowed many particulars from Don Juan, but is based on many Greek folkloric motives. However, madness is always madness. And herein the following meditation is appropriate:

You fool, even if you gain the whole world, what will you do with it? What profit will you get? Will you take it to your grave? No, I’ll use it in a novel where women will be chasing me or him! You see, crackpots are in fashion! What did you say? I haven’t heard. Nothing, niente niente, perdonate me Signiori… (Adapted passage from my book: Decades Bring the Thread to an End all together.)

 

 

 

 

1Kostas Paskalis

 

2Kostas Ouranis

 

 

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2025

ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΠΛΗΘΕΙΑ - ALL GOODS GALORE - SCENES FROM THE XMAS LENT IN CONSTANTINOPLE


 

.....ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ ΠΛΗΘΕΙΑ!

 

Νίκη Beales

 

 

 

Τα φανάρια  στους δρόμους ανάβουν πλέον νωρίτερα αφού τα σύννεφα που φορούν τα μουντά τους ρούχα λόγω εποχής, προσθέτουν φερετζέδες στα μάγουλά τους. Το έχουν βάλει πείσμα να μας θυμίζουν πως ο χειμώνας δε θα αργήσει. Μα χρειαζόμαστε υπενθύμιση; Τα πάντα γύρω μας αυτό μας δείχνουν. Τα κιτρινισμένα φύλλα ξεκολλούν από τα δέντρα και χοροπηδούν σαν αφηνιασμένα άλογα που ο αμαξηλάτης δεν μπορεί να τα κάνει ζάφτι, για να πέσουν στο χώμα εξουθενωμένα και πάλι να σηκωθούν για  να αράξουν στις ρίζες των δέντρων μετανιωμένα που σήκωσαν αντάρα. Τα ίδια φύλλα που δεν ξέρουν πια τι κάνουν και στην απελπισία τους, μουσκεμένα και τσαλακωμένα το βάζουν στα πόδια γραμμή  για να σωριαστούν αυτή τη φορά πάνω στους δρόμους και τα πεζοδρόμια δημιουργώντας στρώματα γλίστρας κατάλληλα για πεσίματα, κατάγματα και στραμπουλήγματα, πριν καταθέσουν τα όπλα. Οι χοντρές σταγόνες της βροχής ανακατεύονται σαν κακές πεθερές εκεί που δεν τις πέφτει λόγος  με το χώμα, γεμίζοντας τις λακκούβες με  λασπόνερα, ενώ πρωταγωνιστούν οι ομπρέλες, κόκκινες, κίτρινες, πράσινες, μπλε, που και που καμιά μαύρη για να ταιριάζει με την μουντζούρα της εποχής. Χρειάζεται τίποτα άλλο;

Περνούν οι μέρες και λογιζόμαστε πως  φτάσαμε και πως προσπεράσαμε την γιορτή του Αγίου Φιλίππου; Στις Εικόνες φαίνεται νέος που θυμίζει Άνοιξη αλλά αλλιώτικα μας τα λέει το καλαντάρι που δηλώνει με υπογραφή πως είναι φθινόπωρο και μάλιστα πλησιάζει στην λήξη του. Παρ' όλο το γκρίζο χρώμα που μας τριγυρίζει, κάτι στον αέρα ψιθυρίζει  πως ως εδώ, ως εκεί τα Χριστούγεννα δεν θα αργήσουν. Χαρμόσυνα μαντάτα λοιπόν που φέρνει στις αποσκευές της η  Σαρακοστή που προμηνύει την μεγάλη Γιορτή.  "Άρχεται η νηστεία των Χριστουγέννων" γράφει το ημερολόγιο, "αρχίζει η νηστεία του Αϊ-Φιλίππου" έλεγε η γιαγιά μου απλοποιώντας την καθαρεύουσα, μολονότι συχνά την μεταχειριζόταν, 

«Μητέρα, τι θα ψήσουμε αύριο;» ρωτούσε η θεία μου. «Εύκολο είναι, παιδί μου»,  απαντούσε η γιαγιά  που δεν λάτρευε και τόσο το κρέας εκτός από το κυδωνάτο που ήταν, ας πούμε, και το αγαπημένο της φαγητό και η ειδικότητά της δίπλα στα ζαρζαβατικά στα οποία έδειχνε όλη της την μαεστρία.  Αλλά, αφού η νηστεία αυτή επιτρέπει να τρώμε ψάρι εκτός Τετάρτης και Παρασκευής και ζώντας στα Θεραπειά όπου τα ψάρια αφθονούσαν,  δεν πολυσκοτιζόμασταν και ότι δεν βρίσκαμε στην δική μας παραλία,  κάποιος θα πεταγόταν στο Σαρίγερι, τρία χωριά παρακάτω, και θα το έβρισκε.  Βέβαια ήταν και τα Εισόδια, που όποια μέρα και να είναι <καταλύεται ιχθύς>. Και μεταξύ των ιχθύων, σαν την βασίλισσα στην κυψέλη στα μελίσσια,  στον Βόσπορο βασιλεύει η παλαμίδα. Η Πολίτικη παλαμίς,  στην καθαρεύουσα, που όπως και να μαγειρευτεί μαγεύει και τέρπει λάρυγγα και γεύση. Η γιαγιά μου που δεν ήθελε <ψαρίλες> μέσα στο σπίτι, έβγαζε το μπρούντζινο μαγκάλι στο κατώφλι του σπιτιού της (το εξιστορούσε αργότερα) και την έψηνε στην χόβολη τυλιγμένη σε φύλλα συκιάς που ακόμα φυτοζωούσαν  κρεμάμενα στην γρια μάνα τους που η κακομοίρα προσπαθούσε να τα κρατήσει πάνω της. 

Και η λακέρδα; Εκείνες οι κατιφεδένιες ροδοκόκκινες φέτες τυλιγμένες με φροντίδα σε λαδόχαρτο από το Μπάλουκ Παζάρ στο Πέρα που μόνο και να τις θυμάται κανείς ανοίγει η όρεξη. Λίγες σταγόνες λεμόνι και μια φέτα φρέσκο καρβέλι του φούρνου έφτανε να σε κάνουν να αγαπάς αυτήν την νηστεία. Από την άλλη πλευρά ήταν και τα μύδια, τηγανιτά με κουρκούτι από αλεύρι και ντούζικο, ακόμα και με μπύρα, συνοδεία πράσινης σαλάτας ΚΙVIRCIK (σγουρή) και πάλι συνοδεία χοντροκομμένες φέτες φρέσκου ψωμιού και ο ταραμάς, που θέλει καλό δούλεμα για να ασπρίσει, σταγόνα-σταγόνα το λάδι και το λεμόνι, προσεκτικά το μούσκεμα και το στράγγισμα του μπαγιάτικου ψωμιού και χαλάλι οι ώρες του ξεπετσώματος, ευτυχώς που ήταν η λεμονόκουπα δίπλα στην γούρνα για να φύγει η μυρωδιά από τα χέρια.

 Και το μυδοπίλαφο, με κουκουνάρια και σταφίδες που δεν χρειάζεται πιρούνι αφού τα τσόφλια κάνουν καλή δουλειά.  Τώρα να μην σκεφτώ τους λαχανοντολμάδες και να ξεχάσω την σάλτσα από το ροβυδόζουμο χτυπημένο σαν κρέμα με μπόλικο μαϊντανό από πάνω; Γαρίδες και τσαγανοί και αντζούγιες που γέμιζαν το τραπέζι, και "πάντα πλήθεια", όπως  ευχόταν η γιαγιά μου αφού έκανε τον Σταυρό της (και εμείς οι υπόλοιποι) πριν καθίσει στο τραπέζι για να φάμε. Την μισο-πείραζε ο μπαμπάς μου (που δεν ήταν και πολύ της νηστείας, παρ' όλο που όλα αυτά που υπήρχαν αραδιασμένα ήταν  της αρεσκείας του, απλά δεν γούσταρε την λέξη)  ρωτώντας της γιατί τρώμε αυτό και όχι το άλλο. Εκείνη που ήξερε τα πάντα γύρω από τις θρησκευτικές υποδείξεις, αφού καταγινόταν με την Σύνοψη που είχε μόνιμη θέση δίπλα στο προσκεφάλι της, έκανε πως δεν καταλάβαινε το πείραγμα. Παλαιότερα, αν είχε καμιά απορία, για αυτά τα πράγματα, θα πήγαινε κατ' ευθείαν στον Παπά Θανάση,  τον Ιερομόναχο Αθανάσιο Βροντόλαλο που αν δεν κάνω λάθος είχε Χιώτικια καταγωγή και που είχε βαφτίσει, παντρέψει, εξομολογήσει και κηδέψει κόσμο και κοσμάκη. Ήταν αυστηρός ο Παπά-Θανάσης - η ευχή του μαζί μας, όπως το είχαν συνήθειο να λεν- συνάμα σοφός και μέσα σε όλη του την αυστηρότητα, πολύ αγαπητός και μυστικοσύμβουλος της κάθε οικογένειας. Φυσικά, η συμβουλή του ήταν διαταγή. "Έτσι είπε ο παπα-Θανάσης"! 

Ένας άλλος σοφός των Θεραπειών,  σοφότατος και αυτός ήταν ο Ζωγράφος, όχι ζωγράφος με πινέλα και καβαλέτο - μπορεί να είχε και τέτοιο ταλέντο- αλλά ήταν γιατρός. "Ο Ζωγράφος ο Γιατρός" με το όνομα. Αυτός ήταν ο άλλος μυστικοσύμβουλος της κάθε οικογένειας. Δεν τον πρόφτασα, αλλά πρόφτασα την αδελφή του, την κυρία Ευρυδίκη που ήταν η γιαγιά της παιδικής μου φίλης Αλέκας, που ήταν κόρη της καλλίφωνης κυρίας  Ιφιγένειας και του καπετάν Βασίλη- ο οποίος ήταν μαζί με τους άλλους Επιτρόπους στο παγκάρι με τα κεριά- και μικρή αδελφή της Τζούλιας και της Μαρίνας.....

Βέβαια. "Ούτε όλα του γιατρού, ούτε όλα του Πνευματικού" ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων, ο Ζωγράφος ο γιατρός που λέτε και όπως ελέγετο, είπαμε,  υπήρξε πριν την δική μου εποχή, ήταν ένας αρχοντάνθρωπος, που γιατρονομούσε και  γιάτρευε τους πάντες και τα πάντα, τους έχοντες και τους μη έχοντες -δίχως να παίρνει κούρα από τους δεύτερους, όπως επίσης έλεγαν-, και όχι μόνο, αλλά και να αφήνει διακριτικά ένα χαρτζιλίκι, <<για τα παιδιά>> δίπλα στο πιατάκι του καφέ που με ευχαρίστηση έπινε. Σοφός και μάλλον αρχοντογέννητος άνθρωπος.

Το αρχοντικό του γειτόνευε με την Αγία Παρασκευή, το στασίδι της συζύγου του, ήταν αν όχι δίπλα, παραδίπλα στην ταριχευμένη καρδιά του Γεωργίου Ζαρίφη στην Εκκλησία, στην ίδια σειρά με αυτό της μαμάς μου, ακόμα μπορώ και φέρνω στα μάτια μου την μπρούτζινη καλογυαλισμένη ταμπελίτσα με το όνομα της "Όλγα Ζωγράφου" Σε αυτό καθόταν πλέον η νύφη της, η κυρία Ευρυδίκη. 



Παρασύρθηκα κάπως και από τα εδέσματα που μας πρόσφερε η νηστεία του Αγίου Φιλίππου, βρέθηκα να μιλώ για κάποιους ανθρώπους που μόνο ακουστά τους είχα, αλλά έτσι γίνεται με μένα, η μια κουβέντα φέρνει την άλλη και όταν τα Θεραπειά παρελαύνουν  μπροστά στα μάτια μου, η Αγία Παρασκευή με όλα της τα υπάρχοντα κρατά την σημαία.

Γεννημένος στην Γαλιλαία και Ελληνιστής ο Άγιος που με την γιορτή του "άρχεται η νηστεία" και  η προετοιμασία για τις μεγάλες μέρες της Χριστιανοσύνης, άφησε τα επίγεια στην Ιεράπολη, το σημερινό Παμουκ Καλέ, κοντά στο Ντενιζλί, αυτόν τον  βελουδένιο  κατάλευκο σαν βαμβάκι τόπο, με τα ιαματικά νερά,  στην δικιά μας Ανατολή. Παλιά, πολύ παλιά, λέμε για την εποχή των Σταυροφοριών,  υπήρχε Ι. Ναός εκεί και τα ερείπια υπάρχουν ακόμα.  Το 2011,  σκαπάνη αρχαιολόγων ανακάλυψε τάφο που κατά πάσα η πιθανότητα είναι αυτός του Αγίου Φιλίππου. 

Δεν ξέρω αν βρίσκεται Εκκλησία αφιερωμένη στην μνήμη του στην Πόλη,  βρίσκεται όμως στην παλιά όμορφη Αθήνα, στο Θησείο, ιστορική, ιστορικότατη θα έλεγα. Σε αυτήν πήγα πολλές φορές περπατώντας από την Πανδρόσου, στο Μοναστηράκι και από εκεί προς το Θησείο. Υπάρχει και ακόμη μια  (θα υπάρχουν και άλλες σε άλλα μέρη), στην Νίκαια, όχι της Βιθυνίας και της Γαλλίας αλλά της Αττικής, Στον γεμάτο πεύκα λόφο, της Δεξαμενής Νικαίας, όπως ανακάλυψα διανύοντας  έναν  αναγνωστικό  περίπατο, σε ένα άρθρο του 2018  στην εφημερίδα <Τα Αθηναϊκά>, πως στις 20 Νοεμβρίου 1947 θεμελιώθηκε   Ιερός Ναός αφιερωμένος στον Αγιο Φίλιππο και στην Αγία Ελισάβετ προς τιμήν του πριγκιπικού (τότε) ζεύγους Ελισάβετ και Φιλίππου. Τα θυρανοίξια έγιναν με κάθε επισημότητα τον Νοέμβριο του 1949. Όταν το ζεύγος ήρθε στην Ελλάδα το 1950, επισκέφθηκε την περιοχή φυσικά και την Εκκλησία και φυτεύτηκαν  δυο κυπαρίσσια εις ανάμνηση του γεγονότος. 

Να τι μαθαίνει κανείς διαβάζοντας...

Περάσαμε τα Εισόδια, μεγάλη Γιορτή στο Πέρα της Πόλης μας, της Αγίας Αικατερίνης σήμερα, του Αγ.  Στυλιανού αύριο και του Αγίου Ανδρέα σε λίγες μέρες.

Σε όσους γιόρτασαν, γιορτάζουν και θα γιορτάζουν, ευχές για ότι καλύτερο

 Σε όσους γιόρτασαν, γιορτάζουν και θα γιορτάζουν, ευχές για ότι καλύτερο

Νίκη  Beales .

Μπάκιγκχαμ, Αγγλία

25 Νοεμβρίου 2025 

 by the same:

ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ...ΑΠΕΛΑΣΕΙΣ - ASPERGES AND...DEPORTAT

  

 

…..AND ALL GOODS GALORE!

 

By Nike Beales

 

Rendered by Vassilis C. Militsis

 

The lamps in the streets are lit already earlier as the clouds put on their dreary garments for the season and they cover their cheeks in yashmaks. They intent to remind us that winter is imminent. But do we need reminding? Everything around us is witness of this. The yellowed leaves detach themselves from the trees and whirl around like recalcitrant horses, which the coachman cannot control, and finally fall on the ground exhausted until they can rise again to huddle by the roots of the trees, regretful for wreaking such havoc. And then, the same leaves in their ignorance and despair, soaked and crumpled, are swept off by the wind and fall in heaps in the streets and sidewalks to form layers of gunk and before laying down their arms, are responsible for falls, sprains, or even fractures. The thick raindrops, wickedly and with no reason at all, meddle in places of the soil forming puddles with mud water. At the same time, umbrellas, red, yellow, green and blue – occasionally interspersed with a black one to match the gloom of the season – are the protagonists. Do we need anything else?

 

 

 

The days go by and we are under the illusion that we have reached and gone past Saint Philip’s feast. The icons portray him as a young man reminding one of Spring though the calendar declares under signature that it is still fall, which, in fact, reaches its end. Despite the grey mood, surrounding us, something in the air whispers here and there that Christmas is not long. Merry tidings Lent carries in its luggage that heralds the Great Holiday. The calendar writes: ‘Inception of Christmas Lent.’ My grandma used to say: ‘It’s the beginning of St Philip’s Fast,’ simplifying the literary style of language, though she often used it.


 "What are we cooking tomorrow, mother?” my aunt would ask. “It’s easy, child,” answered grandma, who did not like meat so much, save cooked with quince, being her favorite meal with vegetables and her specialty which she was an expert on. As this fasting period permitted consuming fish, except on Wednesdays and Fridays, and living at Tarabya, where fish was in abundance, we cared less; and in case we could not find any at our seaside, someone would pop over to Sarigerme, three villages further down the coast, and get some. Then, on the Feast of the Presentation of Mary to the Temple, independently of the day, fish could be consumed. And, like the queen of the beehive, the Bosporus bonito or pelamis is the queen of the fish. No matter how it is cooked, it delights the palate with its bewitching taste. My Grandma, who detested the reek of cooked fish in the house, she would take out on the doorsteps the bronze brazier – which she often mentioned later – and on hot embers she cooked the bonito, wrapped in fig leaves, still barely alive and pending from their old mother, who was struggling to keep them on her. And what about salted bonito, cut up in marigold, red-pink slices, carefully enveloped in greaseproof paper, bought at the Beyoğlu (Peran  balık pazarı) fish market? The appetite is whetted merely at the memory of it. A few drops of lemon with a slice of loaf freshly baked from the baker’s were enough to get you to love this fasting. 

Additionally, there were mussels, fried battered in flour and schnapps, even in beer, with a side fizzy lettuce salad (kıvırcık) together with coarsely cut stale bread chunks and fish roe. The latter needs good preparation to whiten. The oil should be dropped sparingly and lemon added. The soaking and the straining of the bread must be carefully done, and nothing is too good for the hours it takes for scrubbing and debearding the shells – and fortunately the lemon cup next to the sink helps to take the smell off the hands.

 


Next is the mussel pilaf with pinecones and resins. You don’t need a fork to eat since the shells do a good job. Shouldn’t I now mention the cabbage rolls stuffed with rice? Or chickpea (garbanzo) broth whipped into cream with plenty of parsley added? And then I remember the shrimps, crabs and anchovies crowding the table, all goods galore, as granny prayed and crossed herself along with the rest of us, before sitting down at the table. My dad, who was not much of an enthusiast of fasting, a word he simply did not like, though he saw all the food arrayed before him, used to half tease her asking why eat this and not that. Granny, who knew everything about religious matters, as she was constantly studying the Breviary, which took up a permanent position at her headrest, pretended she did not understand his mocking. In former times, if she had a query about such things, she would go straight to Father Thanassis, aka the monk Athanasius, the Stentorian, who if I am not mistaken, came from Chios, and had baptized, married and buried a great deal of people. He was a stern cleric – may his blessing be on us – but wise at the same time. Despite his strictness, he was very dear and a confidant of every family. Naturally, his counsel was a decree. “Thus spake Father Thanassis.”

Another Tarabya savant, most wise, was Zografos (painter in Greek), not a painter with brushes and easel – he may have had the talent, though – but he was a physician. He was known as Zografos, the doctor. He was the second confidant of every family. I did not get to know him, but I got to know his sister, Eurydice, the grandma of my childhood friend, Aleka, daughter of sweet-voiced of Iphigenia and captain Vassilis, and the younger sister of Julia and Marina. Captain Vassilis, together with the other wardens, was in charge of the church offertory desk and the candles.

“Don’t confide everything to your doctor or to your confessor,” as the saying goes. Anyway, Zografos, the doctor had lived before my time; he was a genuine gentleman who nursed and cured everyone – wealthy and poor – charging no fees to the latter; and besides, he would discreetly leave some money by the saucer of his coffee offered, which he relished. “Pocket money for the kids,” he would say. A wise man and of noble birth. His mansion was next to the Church of Saint Paraskevi. His wife’s pew in church was next to the embalmed heart of Saint George Zarifis, in the same row of my mama’s pew. I can still fix my mind’s eyes upon the well-polished, bronze tag of Olga Zografou’s pew. Now it belonged to her daughter-in-law, madam Eurydice.

I apologize for going astray from the meals provided for Saint Philip’s Lent; I have been talking of some people I only knew by hearsay. But that is the way it is when one word leads to another and when Tarabya, and above all Saint Paraskevi with all her possessions, is haunting my imagination.

 


Born in Galilee during the Hellenistic times, Saint Philip, of whose feast the calendar says ‘inception of fasting’ together with the preparations for the great days of Christianity, has departed from his earthly life at Hierapolis, Pamukkale nowadays, close to the city of Denizli. The town is an all-white velvety place, with thermal springs, in Our Levant. In the very old times, namely during the Crusades, there was a church, the ruins of which have still survived. In 2011, archaeologists’ picks have disclosed the tomb, which, in all likelihood, belongs to Saint Philip.

 


I do not know whether a church, dedicated to his memory, is in Constantinople, but there is one in old, beautiful Athens, at Theseion – a most historical church, I would say. I have often visited it walking from Pandrossou Str. to Monastiraki, and thence to Theseion. There is also another one (and maybe more in different places) in Nikaia, Attica. While reading a 2018 newspaper [The Athens News] article, I found out that in November 1947, on the Nikaia pine hill a church was built, dedicated to Saint Philip and Saint Elizabeth, in honor of the then princely couple of Elizabeth and Philip. The inauguration took place, with all due solemnity, in November 1949. When the couple arrived in Greece in 1950, they visited the place and the church, naturally, and two cypresses were planted to honor the event. That’s what one learns through reading…

We have passed the feast of the Presentation of Mary to the Temple, an important holiday at Peran in Constantinople. November 25 is the feast of Saint Catherine, on the 26th the feast of Saint Stylianos and of Saint Andrew on the 30th.

My best wishes to those who celebrate their name days.

Nike Beales,

Buckingham, England,

November 25, 2025