Δευτέρα 30 Ιουνίου 2025

ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ - IN THE MIDDLE OF THE ROAD


 

ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ

Του Μπάμπη Ράλλη

Δίστασε, ωστόσο η απόλυτη ερημιά του δρόμου τον έπεισε για το παράτολμο εγχείρημα να τον διασχίσει. Έκανε το πρώτο βήμα, μετά το δεύτερο, το τρίτο. Κόντευε να φτάσει στη μεσαία διαχωριστική λωρίδα όταν ένιωσε τα πόδια του να μην τον υπακούν, νικημένα από ένα αόρατο βάρος που τα κρατούσε κολλημένα στην άσφαλτο. Κοίταξε αγχωμένος στο βάθος του δρόμου. Διέκρινε μια μικρή κουκκίδα που όλο μεγάλωνε. Χοντρές στάλες ιδρώτα από το πρόσωπό του κύλησαν χάμω. Έκανε μια νέα, απεγνωσμένη προσπάθεια να κινηθεί. Τα πόδια του ζύγιζαν τόνους. Η μικρή κουκκίδα είχε τώρα το σχήμα και τον ήχο μιας νταλίκας που τον πλησίαζε με το γκάζι πατημένο στο τέρμα. Σήκωσε τα χέρια για να τον δει έγκαιρα ο οδηγός και να τον αποφύγει. Κι ας ήξερε ότι δεν θα τον έβλεπε, δεν θα τον απέφευγε, ότι θα τον έκοβε χίλια κομμάτια.

Διαλυμένος πια, καταματωμένος, σηκώθηκε και περπάτησε χωρίς δυσκολία προς την κατεύθυνση της νταλίκας που μίκραινε μετά τη μέγιστη μεγέθυνσή της.

Γιατί έπρεπε να πρωταγωνιστήσει και στον επόμενο εφιάλτη.

Στην αρχή ένας ήχος ανθρώπινων φωνών χωρίς να ξεχωρίζουν λόγια. Έπειτα ένα πλήθος ανθρώπων που βάδιζε αργά προς το μέρος του καλύπτοντας όλο το μήκος του δρόμου. Σύντομα μπόρεσε να ξεχωρίσει τα πολύχρωμα ρούχα τους, τα μακριά μαλλιά τους, τα αδύνατα σώματά τους, τα σηκωμένα ψηλά χέρια τους. Τώρα ξεχώριζε και τα λόγια τους. Δυο συνεχώς επαναλαμβανόμενοι, αντιφατικοί μεταξύ τους στίχοι που τους τραγουδούσαν σε κατάσταση έκστασης αργά, μία μία συλλαβή.

«Μια ζωή αδικημένοι.
Όλα ήταν δικά μας».

Όταν πλησίασαν αρκετά πρόσεξε τα κουρασμένα, κάτασπρα, αδυνατισμένα πρόσωπά τους. Τον έφτασαν και τον προσπέρασαν χωρίς να του δώσουν σημασία, χωρίς να καταλάβει αν τον είχαν δει. «Αυτοί οι άνθρωποι είναι νεκροί», σκέφτηκε τρομαγμένος. Κι ύστερα, μια σπίθα σκέψης. «Εγώ τι είμαι;»


Ο Μπάμπης Ράλλης γεννήθηκε το 1975 στον Πειραιά, όπου εξακολουθεί να ζει και να εργάζεται. Το Σχετικά με τη φύση του φωτός (εκδ. Κέδρος, 2024) είναι το τρίτο μυθιστόρημά του, μετά το Άνθος μιας πλανόδιας ελπίδας (εκδ. Γκοβόστης, 2007) και το Η ανησυχητική πλευρά του ουρανού (αυτοέκδοση σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, 2013). Έχει γράψει επίσης θεατρικά έργα, ενώ ποιήματα και διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορες λογοτεχνικές ιστοσελίδες.

 

 

IN THE MIDDLE OF THE ROAD

By Babis Rallis

Rendered by Vassilis C Militsis


He hesitated, but the total solitude of the road convinced him of the risky venture to cross it.  He took the first step, then the second, the third. He almost reached the dividing white strip in the middle when he felt his legs did not obey him, defeated by an invisible weight that kept them glued on the tarmac. He looked in the distance of road nervously. He espied a small dot, which was gradually growing larger and larger. Beads of sweat rolled down from his face. He made a new, desperate effort to move. His legs weighed tons. The small dot had now taken the shape and the drone of a trailer truck that was approaching him in full speed. He raised his hands to be seen by the driver on time and be dodged even though he knew that the driver would not see and avoid him; he would turn him into a blob.

 

Already crumbling and soaked in blood. He stood up and walked easily to the direction of the truck, which was now dwindling; for he had to play the lead part in the next nightmare.

 

At first he heard human voices without making sense what they were talking about. Then he perceived a crowd of people walking slowly along the entire the extent of the road. He could soon make out the multicolored clothes of the people, their long hair, their slender bodies and their raised, thin arms. Now he could make out what they were saying. They were singing slowly in a state of trance, syllable by syllable, two recurrent but conflicting verses:

“We have been wronged all our lives.

All was ours”

When they drew close enough, he saw their weary, chalky and wasted faces. They reached him and passed by without acknowledging his presence; as if he had not been seen. “These people are dead,” he thought frightened. And then a spark of thought crossed his mind: “What about me?”

 







Babis Rallis was born in Piraeus, Greece, in 1975. He lives and works in Piraeus. With Regard to the Nature of Light (Kedros Publishers, 2024) is his third novel, after The Flower of a Wandering Hope (Govostis Publ. 2007) and The Disconcerting Side of Heaven, 2013. He has also written plays while poems and short stories have been posted on various literary sites.

Παρασκευή 27 Ιουνίου 2025

Ο ΗΛΙΟΣ Ο ΗΛΙΑΤΩΡΑΣ - THE SOVEREIGN SUN


 

Ο ΗΛΙΟΣ ΜΠΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΣΑΛΟΝΙ ΜΟΥ

Δανιήλ, Ανθούλα

Ο Ήλιος μπαίνει στο σαλόνι μου κάθε πρωί στις 11. Σαν να ’χουμε ραντεβού τον περιμένω… Κάθεται όσο θέλει, διαγράφοντας μια πλατιά δέσμη φωτός στο γυαλιστερό πάτωμα, αν είναι καλοκαίρι, ή στο χρωματιστό χαλί, αν είναι χειμώνας, πριν καταλήξει άνετα στον καναπέ· έπειτα φεύγει. Την άλλη μέρα πάλι, πάντα το ίδιο δρομολόγιο, πάντα την ίδια ώρα, πάντα στην ίδια θέση. Μέχρι που μια στιγμή απογευματινή, ανάμεσα 5 με 6, να σου τον να μπαίνει και κάθεται στον καναπέ μου πάλι. Τα ’χασα. Δεν με είχε συνηθίσει σε τέτοιες εκπλήξεις ούτε αυτός, αλλά ούτε και η επιστήμη ακούστηκε ότι με τα σύγχρονα μέσα της εποχής είχε αλλάξει τον προσανατολισμό του διαμερίσματός μου, ούτε ότι είχε αλλάξει πορεία ο Ήλιος. Μα τι συνέβαινε, πώς, απορούσα και βγήκα στο μπαλκόνι να δω τι είχε συμβεί στον ουρανό και μην ο Ήλιος ανέτειλε από τη δύση. Όχι, δεν είχε ανατείλει από τη δύση, αλλά είναι φορές που και ο ποιητής, ο Άγγελος Σικελιανός, αναρωτιέται: «Χαράζει τάχα σύντροφοι, μπροστά μας ή βραδυάζει», αλλά και ο Οδυσσέας Ελύτης επίσης: «ξημερώματα είναι ή σκοτεινιάζει», στου οποίου το όποιο απόφθεγμα πιστεύω όπως και εις ένα Θεό, πατέρα παντοκράτορα. Είναι φορές που τόσο πολύ αυτό που νομίζουμε πως ξέρουμε μας μπερδεύει, επειδή το φως είναι ανάλογο, δύει ή ανατέλλει. Κι εγώ, για να μην πολυλογώ, βγήκα και είδα από πού μπήκε έτσι λάθρα και σε απρόσμενη ώρα.

Κι όλες εκείνες οι υποθέσεις που έκανα με στίχους, μύθους, θρύλους και λόγια μαγικά αποδείχτηκαν τελείως λογικά! Ναι, τα είχε καταφέρει να μπει, όταν, δύοντας σχεδόν, κάτω στη θάλασσα, έστελνε τις τελευταίες αχτίνες του στο απέναντί μου μπαλκόνι, στον υαλοπίνακα του ρετιρέ, κι εκείνες κάνοντας στροφή και λοξή γωνία ήρθαν και ξανακάθισαν εκεί που κάθονταν και το πρωί. Απογευματινές επισκέπτριες, για καφεδάκι, μετά το γεύμα της Κυριακής, γιατί Κυριακή ήταν και μόλις είχαν φύγει τα παιδιά που έκαναν φασαρία στο σαλόνι, και γύριζαν τον τροχό του Ήλιου με τα χρυσαφένια χέρια τους. Όμως ποτέ δεν είχε ξαναγίνει ούτε ξανάγινε κάτι τέτοιο. Εκείνο το απέναντι μπαλκόνι ποτέ δεν άνοιγε κι ούτε ποτέ ως τώρα έκτοτε το ξαναείδα ανοιγμένο. Για μια στιγμή μονάχα, μια φορά άνοιξε, σαν να ’θελε να μ’ ανταμείψει… Σαν να ’θελε να μου θυμίζει τη σκιά της στάμνας στο σπήλαιο του Πλάτωνα ή να μου πει πως και η αναλαμπή ή κι η αντιφεγγιά δεν είναι αμελητέα, ακόμα κι αν ακολουθεί τεθλασμένη τροχιά, δείχνοντας με τον τρόπο της πως όλα δεν έχουν ορθολογιστική απάντηση και δεν ακολουθούν την ευθεία οδό, ή για όλα υπάρχει μια απάντηση ορθολογιστική κι ας μην νομίζουμε εμείς πως είναι ορθολογιστική. Ή… μήπως, σκέφτομαι, η ορθολογιστική απάντηση υπάρχει εκεί για να καμουφλάρει την άλλη, τη μεταφυσική. Ανάμεσα στις συμπληγάδες –και τούτο να πιστέψω και τ’ άλλο να μην παραβλέψω– άφησα το πράγμα ως έχει. Δεν χρειάστηκε πολύ να ζοριστώ για να πειστώ πόσο δίκιο είχα, πόσο ποτέ δεν έπεφτα έξω στους υπολογισμούς μου και ιδού τα πειστήρια. Ο ποιητής μου, που ποτέ δεν με εγκαταλείπει, ήρθε προς επικουρίαν:

«Μερικές φορές… χρειάζεται και κάτι άλλο για να πετύχεις τον στόχο σου· ν’ ακολουθήσεις την τεθλασμένη σαν αυτή, επί παραδείγματι, που σχηματίζεται στον χώρο της δουλειάς μου, από τη λάμψη του μπρούτζου. Που ξεκινάει από τα πόμολα του μικρού γραφείου, αντιχτυπά σ’ ένα παλιό μοναστηριακό ρολόι (χωρίς τζάμι) και καταλήγει στον κορμό μιας λάμπας πετρελαίου διασκευασμένης σε ηλεκτρική. Συμβαίνει, αυτό το ζιγκ ζαγκ σ’ ένα ποίημα ενίοτε, να προσδίδει παρόμοια λάμψη». (Οδυσσέας Ελύτης, Ιδιωτική Οδός, «Πρόσω Ηρέμα» Β’, σελ. 65)

Και τότε παρατήρησα αυτή την τεθλασμένη που έλεγε ο ποιητής. Ερχόταν από την απέναντι τζαμαρία –που ζητάει το θαρραλέο λιθάρι της, αλλά η ριξιά μου δεν φτάνει ως εκεί, στην απέναντι όχθη του δρόμου μου– όπου χτυπούσε ο Ήλιος και εξοστρακιζόταν κατευθείαν στον καναπέ μου, μέσα στο σαλόνι. Δεν σας είπα όμως ότι έπιανε και τον πίνακα στον τοίχο, όπου έλαμπε πάνω σε μια κατάλευκη σαρκοφάγο του Αχιλλέα Δρούγκα, όπου μία τίγρη, θηρίο ελπίδας, όπως λέει ο ποιητής, ο θύλακας του χρόνου, όπως λέει ο ζωγράφος, όπου το θηρίο κρατάει με το πόδι του μία γαλάζια κορδελίτσα, στην άλλη άκρη της οποίας είναι δεμένο ένα ρολόι τσέπης, όπου πλάι στο θηρίο μια μαρμάρινη φρουτιέρα είναι γεμάτη μαρμάρινα φρούτα και όπου στην άλλη άκρη, σ’ έναν μαρμάρινο αμφορέα στέκεται ένας παπαγάλος. Όλα είναι μαρμάρινα, εκτός από την τίγρη, τον παπαγάλο, το ρολόι και την κορδελίτσα. Πλάι στον καναπέ μου, σε μια μικρούλα ροτόντα έχω κι εγώ μια λάμπα πάνω της κι από πάνω της, στον τοίχο, έχω κι εγώ ένα μοναστηριακό ρολόι.

Κρατάω την ανάσα μου, ξεροκαταπίνω και ερωτώ: Όλα αυτά που λάμπουν και είναι εδώ και μέσα στο ποίημα συμπέσαν κατά τύχη;

Ο χρόνος είναι ένα παιδί που παίζει… Πριν λίγο, δύο παιδιά παίζαν εδώ που τώρα παίζει ο Ήλιος o παντοτινός, μέχρι να φύγει κι αυτός…

 

 

 

Η Ανθούλα Δανιήλ είναι δρ Φιλολογίας, συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας, μέλος της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών και μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

 

 

 

THE SUN GETS INTO MY SITTING ROOM

 

By Anthoula Daniil

 Rendered by Vassilis C. Militsis

 

The Sun gets into my sitting room every morning at 11, as though we’ve had an appointment. I’m expecting him… He stays as long as he wants describing a broad beam of light on the glossy floor in summer or on the colorful carpet in winter before he comfortably ends up on the couch. Then he bows out. He assumes the same itinerary again the next day, at the same time, always in the same place. Until one moment in an afternoon between six and seven here he comes in again and sits on the couch. I was puzzled. I was not used to such surprises either by him or by science. No word was heard that the latter had changed the orientation of my apartment by the contemporary means of our times. The Sun had not changed his orbit either. What was going on, then? I wondered and went out into the balcony to find out what was wrong in the sky. Might the Sun have risen in the west? No, he hasn’t; but there are times that the poet Angelos Sikelianos1 is wondering in his poem The Song of the Argonauts where Jason is asking his comrades if it is dawn or dusk; and the poet Odysseas Elytis2, whose maxims are my credo, is also uncertain whether it is daybreak or nightfall [Diary of an Invisible April]. There are times that what we think we know so much perplexes us, for light is commensurate with sunrise and sunset. And to cut a long story short, I got out and saw from where the light snuck in unexpectedly.

 

And all my speculations in verse, myths, legends and magic spells have turned out to be entirely rational! Indeed, the Sun had succeeded in creeping in when, while he was about to dip into the sea in the west, he reflected his slanting rays on the balcony window panes of the penthouse opposite my apartment, and the beams stole into my drawing room assuming their wonted place of the morning. His spokes were visiting for their afternoon cup of coffee after Sunday dinner, for it was Sunday and his noisy kids had just left the drawing room to turn the Sun’s wheel with their golden hands. However, never again had such a thing occurred, and never will. The balcony door of that penthouse had never opened until then and I have never seen it open since. It was at that moment it had only opened once as though it meant to reward me… as if it intended to remind me of the shadow of the urn in Plato’s cave or to say that a flare or a reflection are not negligible things, even if they follow a twisting course, showing in this way that everything has not a rational answer and they do not follow the straight path, nor there is a rational answer for everything even though we think it is rational. Or…perhaps, I meditate, the rational answer is found there to disguise the transcendental one. Navigating treacherous waters – do one thing without neglecting the other – I left the issue well enough alone. I did not need to try hard to convince myself how right I was; I was never falling short in my estimations. My poet, who will never forsake me, has come in my support:

 

 

“Sometimes…you need something in addition in order to achieve your goal; you need to follow the crooked line like, for instance, the one that is formed at the place of my work by the brass gleam; which starts out from the doorknobs of my small study, is reflected upon an old, monastery clock (without glass panes) and ends up onto the bowl of a kerosene lamp turned into an electric one. This zigzag in a poem happens to lend a similar shine.” (Odysseas Elytis, Private Way,‘Slow Speed Ahead’,1990)

 

And then I observed this crooked line mentioned by the poet. It was coming from the opposite plate glass windows – it seeks its enduring stone,* but my pitch does not reach that far, the other side of my road – where the Sun was striking and ricocheting straight onto my couch in my sitting room. And on top of that, it shone fully on the wall painting, which portrayed a pure white Achilles Droungas’3 sarcophagus on which a tiger, a beast of hope, or a pocket of time according to the artist, is holding a blue ribbon at the end of which a pocket watch is hanging; next to the beast there is a marble fruit bowl filled with marble fruit while on the left side of the painting a parrot is perched on an amphora. Everything is marble save the tiger, the parrot, the watch and the ribbon. Next to the couch, on a tiny rotunda table, I have placed a lamp and above it, against the wall I have also propped up a monastery clock.

I hold my breath, swallow hard and ask: have all these things in here as well as in the poem occurred accidentally?

Time is a child that plays… a short time ago two children were playing where the eternal Sun is playing now, until he also draws away, too.

1Angelos Sikelianos | The Poetry Foundation

2Odysseas Elytis

3Artist Achilles Droungas

 

*"Psalm and Mosaic for a Spring in Athens" is a poem by Odysseas Elytis published in his collection "The Stepchildren" (Ta Eterothalî) in 1974.

 

Anthoula Daniil is holder of a Litt.D. and literary critic. She is a member of the Writer’s Union and the Greek Musical and Drama Critics Union.

 

Κυριακή 22 Ιουνίου 2025

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ - THE CHILDREN OF OTHERS


 

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ

 

 ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΟΥΧΑΓΙΕΡ

 

Στην αδελφή μου, Ευγενία,

για την ανιδιοτελή και

αγόγγυστη αφοσίωσή της

στην Παιδαγωγία



Φτάνοντας στον Άγιο Κωνσταντίνο άνοιξε τα μάτια της. Της χάιδεψα απαλά τα μαλλιά.
«Καλωσόρισες Φανούλα , όμορφη βασιλοπούλα!» αστειεύτηκα.
Χαμογέλασε θλιμμένα.
«Κυρία, πού βρισκόμαστε;»
«Κοντά στα Καμένα Βούρλα, αγάπη μου! Θέλεις λίγο νεράκι;»
«Όχι, νυστάζω.»
Της φίλησα το μέτωπο.
«Είναι φυσικό, χρυσό μου, με τόση ταλαιπωρία χθες τη νύχτα…»
Με κάρφωσε με τα γαλάζια ματάκια της.
«Κυρία, θα γίνω καλά; Τι σας είπαν οι γιατροί;»
«Ότι είσαι μια χαρά, λίγη ξεκούραση κι έγινες περδίκι! Οι διακοπές που αρχίζουν από αύριο είναι ό,τι πρέπει για σένα. Πού σκοπεύεις να πας;»
«Θα πάμε για το Πάσχα στη Δεσκάτη, στο χωριό του μπαμπά.»
«Θαυμάσια! Κοιμήσου τώρα, γιατί πρέπει να αναπληρώσεις τον ύπνο που έχασες.».

Έκλεισε τα μάτια της. Ένιωθα τα πόδια μου κομμένα από το βάρος του κεφαλιού της, αλλά δεν τολμούσα να πάρω πιο βολική θέση απ’ το φόβο μην την ξυπνήσω. Το πούλμαν τώρα πήγαινε σαν τον κάβουρα, είχαμε πέσει στα έργα που γίνονταν για την εθνική, ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό, πήγαινε να με πνίξει. Τι να έλεγα στους δικούς της; Πώς να τους δώσω το φάκελο με τις εξετάσεις;
Έβλεπα την Εύβοια απέναντι να απλώνει τεμπέλικα το κορμί της, η θάλασσα αστραποβολούσε ένα κομμάτι ατλάζι, μου 'λειπε ο Μανόλης , πώς θα ‘θελα να ήτανε δίπλα μου, το αμάξι ψηλά στο δρόμο κι εμείς πιασμένοι χέρι χέρι να περπατάμε πάνω στην άμμο σιωπηλοί.Έκλεισα τα μάτια...

Μέχρι το Alu Fun Park όλα κυλούσαν ομαλά. Μου πήρανε τα αυτιά βγαίνοντας απ' το μουσείο, κυρία, σας παρακαλούμε, πηγαίνετέ μας στα Goodie’s, κυρία στα Goodie’s, στα Goodie’s, στα Goodie’s ! «Καλά, καλά!» υποχώρησα, στο κάτω κάτω δε θα χανόταν ο κόσμος αν τα πήγαινα στο φασφουντάδικο μια φορά, εξάλλου για να στο ζητάνε με τόση λαχτάρα, αυτό σήμαινε εξοικείωση, άρα γονική έγκριση, κι ύστερα από το κάζο που πάθαμε με την ταβέρνα που μας πήγε ο οδηγός το μεσημέρι, όπου εκτός που δε φάγαμε μας ξύρισαν από πάνω με το λογαριασμό, κι οι ενοχές, δασκάλα εσύ, πηγαίνεις τους μαθητές σου για φαγητό σε τέτοια μέρη, σα δεν ντρέπεσαι !, τράπηκαν σε άτακτη φυγή.
Έτρωγα τη μεσογειακή μου σαλάτα και σκεφτόμουν πόσο άδικοι είμαστε μερικές φορές και προκατειλημμένοι , όταν δεν ξέρουμε. Αφόριζα τα ταχυφαγεία με τη ζέση νεοφώτιστου οικολόγου. Δεν είχα αντιληφθεί τις μεταλλάξεις τους. Οι πανέξυπνοι έμποροι ψυχανεμίζονται τις αλλαγές και προσαρμόζονται απ’ τη μια στιγμή στην άλλη στις απαιτήσεις των καιρών, βλέπουν την αγωνία του κόσμου για τη διατροφή του, τη φρίκη που προκαλούν τα κρεατικά στους άνω των πενήντα, κάνουν λοιπόν μια στροφή γύρω από τον άξονά τους και , ωπ, σαν τον ταχυδακτυλουργό σού αλλάζουν το δίσκο. Στη θέση των πλαστικών κιμάδων να σου τώρα θρονιασμένες σαλάτες φρεσκοκομμένες του μπαξέ να συνομιλούν για τον καιρό με κάποιες μαυρομάτες από τας Καλάμας και αγνές, βιολογικές φετούλες τυριού από τη στάνη του μπαρμπα Γιώργου.

Με φώναξαν πάνω στον καφέ. Συζητούσαμε  τα χάλια μας με τη συνάδελφο Μαρούλα, αγανακτούσαμε ομόφωνα  για τους αχαΐρευτους που μας κυβερνούν, που αφού πρώτα μας χρεοκόπησαν, τώρα όλο λιτότητα είναι και σφίξε λίγο παραπάνω το  το ζωνάρι, ενώ τα μεγάλα αφεντικά και οι ημέτεροι  τρώνε τα φιλέτα από τα ευρωπαϊκά κονδύλια.

Ξαφνικά ένιωσα ένα χέρι να με πιάνει στον ώμο.  
«Κυρία, κυρία, ελάτε γρήγορα, κάτι έπαθε η Φανή!», μου είπε η απουσιολόγος, η Αργυρίου.
Πετάχτηκα σαν ελατήριο.
«Η Φανούλα! Πού είναι το παιδί;»
«Λιποθύμησε. Εκεί μπροστά στο ταμείο!»
Το κορίτσι κοιτόταν φαρδιά πλατιά πάνω στο πάτωμα. Ένας σερβιτόρος ήταν σκυμμένος από πάνω της και της έδινε ελαφριά σκαμπίλια, ενώ η άλλη συνάδελφος,  Παρθενοπούλου , τρομαγμένη  της έτριβε τα χέρια. Κανένα σημάδι ζωής στο κέρινο πρόσωπό της, τα ωραία ματάκια της βασιλεμένα.
«Σταματήστε να τη χτυπάτε, κύριε, είπα στο σερβιτόρο.«Τι συνέβη;» ψέλλισα έντρομη.
“Δεν ξέρουμε. Εκεί που περίμενε για να πληρώσει, σωριάστηκε στο πάτωμα.»
«Λίγο νερό, δώστε της λίγο νερό!» ακούστηκαν φωνές από τα γύρω τραπέζια.

Εκείνη τη στιγμή η μικρή άνοιξε τα μάτια. Κάτι πήγε να πει, αλλά φαινοταν εμφανώς ζαλισμένη. 
Τη σηκώσαμε με προσοχή Της δώσαμε λίγο νερό, συνήλθε.
«Βγείτε όλοι έξω, φεύγουμε!». Στο πούλμαν αμέσως σε τριάδες! Μαρούλα πάρ’ τους και ξεκινήστε. Επιστρέφουμε στο ξενοδοχείο.»
«Μα δε φάγαμε ακόμα!» διαμαρτυρήθηκε ο Παρασίδης, το αιώνιο πεινασμένο παιδί.
«Ό,τι φάγατε φάγατε! Δε δέχομαι κουβέντα! Εμπρός φεύγουμε!»
Κινήσαμε να φύγουμε. Το πούλμαν περίμενε με αναμμένη τη μηχανή πέρα στο δρόμο. Υποβάσταζα τη μικρή αλλά έχανε δυνάμεις .Φώναξα την Παρθενοπούλου . Από κάποια στιγμή και πέρα την κουβαλούσαμε σχεδόν, όλο μας γλιστρούσε, σε κάποια στιγμή αποκάμαμε . Δεν είχε νόημα. Χρειαζόταν επειγόντως ιατρική βοήθεια.΄Εβγαλα το κινητό και φώναξα τη Μαρούλα.
«Θα την πάω στο νοσοκομείο. Γυρίστε στο ξενοδοχείο. Πάρε τα παιδιά και φύγετε. Να πέσουν αμέσως για ύπνο. Κάθισε στο διάδρομο και πρόσεχε να μην ξανασυμβούν τα χθεσινά, που τρέχαμε από δωμάτιο σε δωμάτιο να τα μαζέψουμε. Πρώτα όμως παρακάλεσε τους ανθρώπους στο μαγαζί να μας δώσουν μια καρέκλα όσο θα περιμένουμε το ΕΚΑΒ».
Το πούλμαν έφυγε κι εγώ περίμενα το ασθενοφόρο . Είχε πάει έντεκα η ώρα και με είχανε ζώσει τα φίδια. Να τηλεφωνήσω στους δικούς της, να μην τηλεφωνήσω, υπερίσχυσε η δεύτερη σκέψη. Πρώτα να τη δούνε οι γιατροί και μετά βλέπουμε. Το κορίτσι μια άνοιγε τα μάτια, μια βυθιζόταν, ήταν ολοφάνερο πως τα πράγματα δεν ήταν καλά. Με ανακούφιση είδα το νοσοκομειακό να πλησιάζει με τη σειρήνα του στη διαπασών.


Από κει και πέρα όλα κίνησαν με τρομαχτική ταχύτητα, πέσαμε στο μαύρο στόμα του ΕΣΥ, που όλη τη νύχτα μας βασάνιζε στον απύθμενο καταπιώνα του, δεν ξέρω πώς τα καταφέραμε να μας ξεράσει το πρωί και να απαλλαγούμε  από την αφάνταστη ταλαιπωρία. 

Το αυτοκίνητο αρχικά μας μετέφερε έξω από την Ελευσίνα, τέρμα Θεού, η εφημερία βλέπεις είναι εφημερία, δε γίνεται να έχεις στη διάθεσή σου το νοσοκομείο της γειτονιάς σου. Μόνο που ο Θεός δεν έχει και μεγάλη όρεξη να ασχολείται με τα Έκτακτα Περιστατικά σε ελληνικό νοσοκομείο, Σάββατο βράδυ. Τον ενδιαφέρει μόνο η Κυριακή των χριστιανών με τις κονόμες των παγκαριών και οι κάλπικοι από άμβωνος λόγοι περί ανθρωπιάς , αλληλεγγύης, κοινωνικής προσφοράς σε ένα εκκλησίασμα αδιάφορο και ψυχρό προς τον πλησίον.
 

Στην είσοδο πετύχαμε ένα παρατημένο καροτσάκι και έβαλα το παιδί επάνω.Το νοσοκομείο απ’ έξω φαινόταν κούκλα, αλλά μέσα βασίλευε η  πανούκλα, που λέει ο λόγος,  έτσι που έσπρωχνα αγκομαχώντας το καρότσι  προς το πουθενά, μια από δω, μια από κει , κάποιος νοσοκόμος μου έδειξε το θάλαμο με τα επείγοντα, ανοίγοντας την πόρτα τρόμαξα και το παιδί λιποθύμησε ξανά. Φωνές και βογγητά απείρου πόνου, όλο φορεία το ένα δίπλα στ’ άλλο, οι γέροι με τα καρδιακά τους να ψυχορραγούν, οι νέοι με τα τροχαία τους να βογγούν, ένας γιατρός έσκυψε επάνω της , η νοσοκόμα έβαλε τον ορό κι ένα βραχιόλι με το όνομα της, Φανή Λαμπρίδου. Ύστερα με διώξανε.

Πήγα στην αίθουσα αναμονής , όπου παιζόταν το δράμα των αλαφιασμένων συγγενών με τις ρόμπες και τις καρό παντόφλες και των Πακιστανών με τις σαγιονάρες και τ’ αχτένιστα μαλλιά. Όλοι κουτρούσαν από τη νύστα, βλέμματα νικημένα απ’ το μεροκάματο, ζωντάνευαν μόνο κάθε φορά που η τηλεόραση πάνω από τη γραμματεία έδειχνε σκηνές φρίκης από τη Γάζα συνοδευόμενες από  διαφημίσεις, πίτσες , πατατάκια κόλες λάιτ και στοιχηματικές εταιρείες
Έβγαλα το βιβλίο από την τσάντα, μα σε λίγο βαρέθηκα. Τολμηρός στο θέμα του, πώς να το αρνηθώ, ο θεσσαλονικιός συγγραφέας  που "φωτίζει" τις ίντριγκες στον πανεπιστημιακό χώρο όπου τυχαίνει να διδάσκει, αλλά το πολυδιαφημισμένο  νεονουάρ του με απογοήτευσε, αποδείχθηκε κανονική  μπαλαφάρα  και κόντεψα να πάθω κρυοπαγήματα από το  ανυπόφορο σε εξυπνακισμούς χιούμορ του. Έβαλα το βιβλίο στην τσάντα με τη σκέψη ότι είχα πετάξει ξανά τα Ευρουδάκια μου για μια τυπωμένη, να μην πω τι...
 

Λαγοκοιμόμουν όταν άκουσα τις φωνές:

 
«Αίσχος! Σαν δεν ντρέπεστε!» 

«Μας έχετε να περιμένουμε σαν τα ζώα και από πάνω μάς δείχνετε και τσόντες!»
Άνοιξα τα μάτια. Ψηλά στον τοίχο, στο καντράν της τηλεόρασης δυο γυναικείες φιγούρες φιλιόντουσαν περιπαθώς, ενώ από κάτω μια ομάδα νεαρών αθιγγανίδων, με τα βρεφόπουλά τους καρφωμένα στο βυζί, κοντανάσαιναν παρακολουθώντας τα τεκταινόμενα.
«Είναι απαράδεκτοι! Μπουρδέλο καταντήσανε το ΕΣΥ!» είπε ο μαυριδερός γέρος δίπλα μου.
«Τον καραγκιόζη δε θέλατε; Φάτε τον τώρα!» πέταξε χαιρέκακα μια μαυροφορεμένη.
«Γιατρούς δεν έχουμε , νοσοκόμες δεν έχουμε, τα έχουν ξεπατώσει όλα ..» σχολίασε ένας χοντρός με μπανταρισμένο πόδι.

«Ναι, αλλά ο κερατάς αυτός και το μεγάλο αφεντικό του  φροντίζουν   για την ψυχαγωγία μας...», είπε μια κυρία με ένα πελώριο καταματωμένο τσιρότο στο μέτωπο.
«Κλείστε την τηλεόραση, υπάρχουν και παιδιά εδώ μέσα!» ακούστηκαν κι άλλες φωνές.
«Γιατί αυτή η οχλαγωγία;» εμφανίστηκε μια ξερακιανή από την πόρτα της Γραμματείας «…Ενοχλείτε τους γιατρούς!»
«Δεν τους φωνάζετε να πάρουν κι αυτοί μάτι, μπας και ξυπνήσουν και κάνουν τη δουλειά τους πιο γρήγορα;» την προέτρεψε χαχανίζοντας ο μπανταρισμένος δείχνοντας με το μπαστούνι την τηλεόραση, όπου το δίδυμο είχε μετατραπεί σε τρίδυμο με την προσθήκη ενός τσίτσιδου νταγλαρά που έφερε καπούλια ισπανικού ταύρου.
Η υπάλληλος γυρίζοντας το κεφάλι προς το καντράν απολιθώθηκε. Μπήκε σαν σίφουνας μέσα στο καμαράκι,  «Ποιος ηλίθιος  γύρισε την τηλεόραση στη τσόντα, τρελαθήκατε; Θα μας απολύσουν όλους!  Πού είναι το τηλεκοντρόλ, αλλάξτε κανάλι αμέσως!». Βρισκόταν σε κατάσταση υστερίας, της έφυγε και το   νοσοκομειακό  φακιόλι απ΄το κεφάλι, όλο το σκηνικό ήταν για γέλια, αν δεν υπήρχαν οι βόγκοι και τα κλάματα των παρατημένων ασθενών.
 

Ξάφνου, ήρθε και  η σειρά μας. «Βασιλειάδου! Αικατερίνη Βασιλειάδου, στα επείγοντα!» γαύγισε μια  φωνή μέσα από το γκισέ. Μπήκα μέσα σε ένα καμαράκι , όπου με περίμεναν ο γιατρός και μια νοσοκόμα.                                 
«Οι εξετάσεις της μικρής…» είπε ο γιατρός, που  με δυσκολία κρατιόταν στα πόδια του από τη συσσωρευμένη κούραση τόσων εφημεριών.
«Τι έδειξαν, γιατρέ;»
Δίστασε.
«Η μικρή είναι συγγενής σας;»
«Είμαι η δασκάλα της. Ήρθαμε εκδρομή από τη Θεσσαλονίκη και…»
«Εντάξει, κατάλαβα!» με έκοψε απότομα.
«Τι συμβαίνει, τα πράγματα είναι σοβαρά;»
«Τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά, κυρία μου, έχουνε σχέση με το εγκέφαλο, κάτι σαν όγκος, αλλά δεν μπορούμε να αποφανθούμε εκατό τοις εκατό. Πρέπει να μπει επειγόντως σε νοσοκομείο, να κάνει εξειδικευμένες αναλύσεις.»
«Χρειάζεται κάποιο φάρμακο; Σε λίγες ώρες επιστρέφουμε στη Θεσσαλονίκη. Το πούλμαν πηγαίνει πολύ σιγά, θα φτάσουμε σε δέκα ώρες. Αν την ξαναπιάσει κρίση, τι να κάνω;»
«Θα σας γράψω ένα ηρεμιστικό. Το παιδί έχει ανάγκη από ακινησία, δεν πρέπει να είναι καθιστό ούτε να περπατάει, ξαπλώστε το στα πίσω καθίσματα....» είπε κουρασμένα και σωριάστηκε στην καρέκλα του.
Το θέμα ήταν να μας αφήσουν να ξεμπλέξουμε με τα γραφειοκρατικά, υπέγραψα ένα σωρό χαρτιά , αναχωρούσαμε, έλεγαν, με δική μας ευθύνη και τα λοιπά, χώρια που πλήρωσα ένα κάρο λεφτά από την τσέπη μου για τις συμπληρωματικές εξετάσεις.

Γυρίσαμε ξημερώματα στο ξενοδοχείο με ταξί. Διπλό το αγώγι, κόστισε μια περιουσία. Η Μαρούλα άφαντη απ’ το διάδρομο, σημάδι πως όλα έβαιναν καλώς, απ’ τα δωμάτια δεν έβγαινε άχνα. Η Κάτια κοιμήθηκε στο δωμάτιό μου κι εγώ έκανα ένα κρύο μπάνιο, να διώξω την κούραση.
Κατέβηκα στο εστιατόριο. Δεν υπήρχε ψυχή τουρίστα, μόνο εγώ κι οι σερβιτόροι που ετοίμαζαν το πρωινό. Πήρα έναν καφέ και βγήκα στο σαλόνι. Καλά μου το 'λεγε ο Μανόλης , δεν είναι για σένα αυτά τα πράματα, μεγάλη η ευθύνη με τα παιδιά του κόσμου, μια στραβή να γίνει, σε τύλιξαν σε μια κόλα χαρτί και τρέχα να τα βγάλεις πέρα με τους μαινόμενους συγγενείς και τα κανάλια να σε παίρνουν κατά πόδι, δεν τον άκουσα, ηθελέσ' τα και παθέσ' τα...
Κι όμως ως εχθές όλα κυλούσαν ομαλά κι ο Μανόλης διεψεύδετο παταγωδώς στο ρόλο του νέου Τειρεσία . Η Ακρόπολη κι οι αναμνηστικές μας με φόντο την τερατούπολη, το εκπληκτικό Μουσείο της στα ριζά του Ιερού Βράχου, το Ευγενίδειο Ίδρυμα κι η υπέροχη  εικονική πραγματικότητά του, η Πλάκα με τα γραφικά στενάκια της και το Μοναστηράκι με τα νόστιμα «βρομάδικα», με βασιλιά αναμφισβήτητο τον Μπαϊρακτάρη, ή τι να πεις για το υπέροχη  Πινακοθήκης και την Αναδρομική του Ιακωβίδη, ιδιαίτερα αυτή!

Ξοδέψαμε ένα ολόκληρο πρωινό στην Πινακοθήκη, τα 'παιρνα απ’ το χέρι και τα πήγαινα στους πίνακες, τους εξηγούσα τι είναι αυτό, τι είναι το άλλο, και τα παιδιά κοιτούσαν μαγεμένα τις ζωγραφιές ,  περιεργάζονταν ένα κόσμο ήσυχο και μακρινό , θαλασσογραφίες της Σχολής του Μονάχου, τοπία ελληνικά ηλιόλουστα, νησιά με κάτασπρα σπίτια σκαρφαλωμένα στα κακοτράχαλα βουνά ...
Ο ρόλος που έπαιζα με συνεπήρε, σαν την κλώσα και γύρω τα πουλιά της να τσιμπολογούν τους σπόρους, εξηγούσα θεατρικά βάζοντας τη "σάλτσα" στη σωστή της δόση, κι εκείνα άκουγαν με κάτι μάτια να, ρωτούσαν και ξαναρωτούσαν, κυρία τι είναι η Σχολή του Μονάχου, κυρία τι είναι ο χρωστήρας και το καβαλέτο, τι είναι η προοπτική;
Αυτή είναι, Μανολάκη μου, η δουλειά μου, πού να την καταλάβεις εσύ που πνίγεσαι μέσα στα πάθη των ανθρώπων, μηνύσεις, αγωγές κι απάτες, ο ένας συγγενής να ορμά στον άλλο, να ρε για να μάθεις να μην καταπατάς το βιος μου, δε λέω ευαίσθητος κι εν μέρει ιδεαλιστής ακόμη είσαι, αλλά ως πότε;, δε γίνεται να κάνεις ομελέτα χωρίς σπασμένα αβγά κι όπως τα ανακατεύεις όλο και κάποια πιτσιλιά θα σε λερώσει. Ενώ εγώ με τα δωδεκάχρονά μου πετώ σε άλλους ουρανούς, μακριά απ’ το αγριεμένο πλήθος , δεν έχει έρθει η ζωή να τα ρημάξει, οι ψυχούλες τους αμόλυντες από τους λεκέδες των γονιών τους, γιατί όσο κι αν ψάξεις μόνο λερωμένες φωλιές θα βρεις στις οικογενειακές εστίες τους.
Βεβαίως, δεν ισχυρίζομαι ότι όλα είναι  ανάμεσά τους. Κι εδώ θα συναντήσεις τα χαλασμένα, τα στριγγλάκια, στην όψη παιδικότατα αλλά στο μέσα τους αγριεμένα και κακομαθημένα, ξεσηκωμένα από τους τηλεοπτικούς αστέρες, ενώ η εφηβεία, που κατεβαίνει ορμητικά απ’ το λόφο, τους φουσκώνει τα μυαλά με χαλασμένους τρόπους και άσχημες συνήθειες ενηλίκων. Όμως παιδιά είναι ακόμα, έχουν δρόμο πολύ μπροστά τους για να στρώσουν, το δηλητήριο δεν έχει φτάσει στην καρδιά. Είμαι η κυρία Κούλα, η δασκάλα τους, και χαίρομαι να τα καθοδηγώ, κοντά σε μένα αποκτά νόημα η ύπαρξή τους κι εγώ κοντά σ’ αυτά παίρνω χρώμα και κουράγιο. Τρέφομαι σαν το βαμπίρ απ’ τη δροσιά τους, ευφραίνεται η ψυχούλα μου, που την έχουνε μπαφιάσει τα λάθη τα δικά μου και οι μικρότητες των άλλων. Δε μετανιώνω. Αν ξαναγύριζα το χρόνο πίσω, πάλι δασκάλα θα γινόμουν.
Πρόβαλε η Μαρούλα και μου 'δωσε ραπόρτο, όλα εξελίχτηκαν ομαλά, το βράδυ κύλισε δίχως παρατράγουδα. Είχαν τρομάξει με το θέαμα της Φανής και τους κόπηκε η διάθεση για να επαναλάβουν τα προχθεσινά, που γυρνούσαν από δωμάτιο σε δωμάτιο και παίζαν μαξιλαροπόλεμο, αναστατώσανε το ξενοδοχείο, βγαίναν οι τουρίστες αγριεμένοι και φωνάζανε μαζέψτε τα παιδιά σας να μη σας τα μαζέψουμε εμείς, ντραπήκαμε. Της είπα τα καθέκαστα κι έμεινε άναυδη, τι μου λες, πω πω τι συμφορά για τους γονείς της, είναι και μοναχοπαίδι, κρίμα στο αγγελούδι!
«Καλύτερα να μην ερχόμουν, Μαρούλα, το μετάνιωσα. Αν ήταν να πιω αυτό το ποτήρι, καλύτερα να καθόμουν στο σπιτάκι μου.»
«Πού να το ξέρες, συναδέλφισσα, ότι θα συνέβαινε κάτι τέτοιο;»
«Έχεις δίκιο! Πού να το ξέρω;»
«Έκανες όλο το χρόνο τόση δουλειά μ΄αυτά τα παιδιά και να μην έρθεις στην εκδρομή; Θα ‘ταν κρίμα.».
Και πάλι είπε το σωστό. Τη δικαιούμουν αυτήν την εκδρομή. Όλο το χρόνο δούλεψα το Πρόγραμμα της γνωριμίας με τα εικαστικά τόσο σκληρά, που μου βγήκε ο αδόξαστος. Έγινα εξπέρ πάνω στον Ιακωβίδη, τον Ροϊλό, τον Βολανάκη, τον Χαλεπά όλους όσοι έβαλαν τις βάσεις στη νεοελληνική  ζωγραφική και γλυπτική, ούτε διδακτορικό να ήταν. Κι όλα αυτά για να «απογειώσω» την τάξη μου, να τη «μυήσω» στα μυστικά της Τέχνης, να τους μάθω πέντε πράματα που θα τους μείνουν στη ζωή, να έχουνε ένα μπούσουλα κι ένα καταφύγιο, όταν πλακώσουν οι δύσκολες ημέρες, γιατί τι να τα κάνουν τα λεφτά όταν έρθουν οι καταραμένες, δεν αγοράζεις ευτυχία με αυτά, όπως δεν εξαγοράζεις τον έρωτα και τη φιλία.

Μια μέρα του Απρίλη με φώναξε ο Διευθυντής, γελούσαν τα μουστάκια του, κέρασε πάστα του Αγαπητού και καφεδάκι από το κυλικείο, δεν τα συνηθίζει αυτά ο Μητρόπουλος, όλο του πάρε είναι, ποτέ του δώσε.
«Συγχαρητήρια, κυρία Βασιλειάδου, μας κάνατε περήφανους με την επιτυχία σας!»
«Ποια επιτυχία;»
«Πήρατε το πρώτο βραβείο! Ανάμεσα σε εκατόν είκοσι σχολεία απ’ όλη την Ελλάδα, το Πρόγραμμά σας βγήκε πρώτο! Τιμήσατε το σχολείο μας, το κάνατε πανελληνίως γνωστό! Ετοιμαστείτε να κατεβείτε στην Αθήνα.». Πάλι καλά που δεν είπε Στας Αθήνας, ο συνήθως στρυφνός χλεμπονόψυχος, που δεν είχε να πει λόγο καλό για κανένα, μόνο αυτοπαινέματα και κομπασμούς για τη φαντασιακά προσόντα του.
Μού έδωσε το χαρτί με τα αποτελέσματα και χάρηκε η καρδιά μου, πώς να το κρύψω; Δεν είναι μικρό πράμα η πρωτιά συν τρεις μέρες στην Αθήνα με την τάξη μου, όλα πληρωμένα, χώρια η βράβευση στην Παλαιά Βουλή, το είπα στο Μανόλη και με φίλησε διπλά, άντε και στην Ολυμπιάδα Πνεύματος να πάρουμε το χρυσό και έτρεξε στο τηλέφωνο καμαρωτός να το κάνει βούκινο στους δικούς μας.
Το μόνο που τον πείραξε ήτανε το ταξίδι, πού θα πας με τόσα παιδιά στην πλάτη τα παιδιά των άλλων;Μεγάλο το ρίσκο, η συνάδελφός σου η Καβράνη είναι άπειρη και θα τα θαλασσώσει, να πατήσεις πόδι να έρθει κι ο Διευθυντής , γιατί δεν έρχεται ο ευθυνόφοβος; Από ένα σημείο και πέρα το έριξε στην γκρίνια και πώς θα μείνω τρεις μέρες μόνος, όλο του κεφαλιού σου κάνεις, ποτέ δε με ρωτάς, τίποτε εγώ, βράχος , εν τέλει ησύχασε.
 

Άνοιξα τα μάτια, τώρα περνούσαμε τα Τέμπη, η μικρή μολύβι ασήκωτο στα πόδια μου. 

Έσκυψα και τη φίλησα. Κοιμότανε βαθιά, αλλιώς θα μ’ έπιανε στα πράσα, να κλαίω φανερά, δεν μπορούσα πια να κρατηθώ. Φώναξα τη Μαρούλα να με αντικαταστήσει και σηκώθηκα δήθεν για να ξεμουδιάσω. Καλή είναι η σχέση μου με το γιο μου, όπως της κάθε Ελληνίδας μάνας με τον κανακάρη της, όμως εμένα ο πόνος κι ο καημός είναι που δεν έχω ένα κορίτσι, μια θυγατέρα, όχι για να με γηροκομήσει, αυτά είναι χαζομάρες, αλλά να 'χω μια φίλη και μια σύμμαχο, να λέω τον πόνο μου, να με καταλαβαίνει, το φύλο είναι πιο ισχυρό από το δεσμό του αίματος.
Ποτέ μου δε συχώρεσα το Μανόλη για την άρνησή του να κάνουμε δεύτερο παιδί, τη μία και μοναδική φορά που δεν προσέξαμε και ξαναέμεινα έγκυος, πάτησε πόδι, γυναίκα   δε σηκώνουν οι καιροί ακόμα ένα αθώο σφάγιο, και το ένα που κάναμε είναι μεγάλο ρίσκο....

 Ο Μανόλης με τα ρίσκα του κι εγώ με την αγωνία του ενός και τη στέρηση του άλλου. Φαντάσου όμως να 'χα ένα τέτοιο αγγελούδι και να ερχόταν ξαφνικά ο χάρος να μου το διεκδικήσει για δικό του. Ανατρίχιασα…
Είχαμε μπει πια στην εθνική για την Κατερίνη. Τα πιτσιρίκια χαλούσανε τον κόσμο με τα γέλια τους και τα τραγούδια, το πούλμαν ένα καράβι νιάτα έσχιζε αμέριμνο τη θάλασσα του δρόμου, να τα πάει ξανά στην αγκαλιά των δικών τους, που τώρα θα ετοιμάζονταν να φύγουν για το σχολείο, να υποδεχτούν τα βλαστάρια τους, την «ωραία» Βάλια Ορφανίδου, τον υπερκινητικό Αλέξανδρο Μαμουτζίδη, το μελαγχολικό Αλβανάκι Καπλάντ Ταλάκου, την αιθέρια Φανή Λαμπρίδου, το άτυχο κορίτσι μου τη Φανούλα... Με πήρανε πάλι τα δάκρυα και πώς να τα σταματήσω πριν συναντήσει η δεύτερή της μάνα την πραγματική της μάνα;   Πώς να την κοιτάξω στα μάτια;Τι να της πω;

Θεσσαλονίκη, 28/05/2025

Gerontakos.blogspot.com

 

ΖΩΗ ΤΟΙΣ ΜΕΤΡΗΤΟΙΣ - LIFE AT FACE VALUE

 

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΓΕΛΙΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΚΛΑΜΑΤΑ - TRAGICOMICAL...

 

 Ο ΑΧΩΝΕΥΤΟΣ - THE DOGS' BANE

 

A DISASTROUS EXCURSION TO THE SEASIDE - ΣΕ ΜΙΑ ΠΑΡ...

·  ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΠΑΘΗ - A WRITER'S DISTRESS

 

                         Jakobides

OTHER PEOPLE’S CHILDREN

 

By Christos Mouchagier

 

To my sister, Eugenia, a selfless and enduring devotee of education

 

Rendered by Vassilis C. Militsis

 

As soon as we reached the town of Agios Konstantinos, she opened her eyes. I stroked her hair gently.

“Welcome, Fanoula, beautiful princess!” I joked.

She smiled sadly.

“Where are we, ma’am?”

“We’re getting closer to the resort of Kamena Vourla, love! Do you want a drink of water?”

“No, I’m just sleepy.”

I kissed her on the forehead.

“It’s only natural after all last night’s strain…”

She fixed me with her little, blue eyes.

“Will I be all right, ma’am? What did the doctors say?”

“They said you’re going to be fine; after some rest you’ll be fit as a fiddle! Your holidays that start tomorrow are just right for you. Where do you intend to go?”

“We’re going to Deskati, my Dad’s village.”

“Fine! Get some sleep now; you have to make up what you’ve lost of it.”

She closed her eyes. I was feeling her head weighing down on my knees but I did not dare to shift myself to a more comfortable position lest I would wake her up. The coach had desperately slowed down as there were men at work in front of us. I felt a lump in my throat that was nearly choking me. What would I tell her parents? How could I hand them the folder with the medical results? I could see the island of Euboea across stretching its expanse and the sea sparkling like a piece of satin. I missed Manolis; if only he were next to me, his car parked high up on the road and we two hand in hand walking silently on the beach. I closed my eyes…All had been running smoothly until we reached the thematic park. When we got out of the museum, the kids were yelling my ears off; “please, ma’am, take us to the fast food restaurant, please, please!”

“All right, all right,” I yielded. After all, no harm would be done if I took them to a fast food restaurant for once. Besides, the fact that they were so earnest meant that the kids felt at home with you. That was tantamount to parental consent after the fiasco at the tavern proposed by the coach driver for lunch, where besides the meal being bad and inadequate we were skinned paying the bill; let alone the self-accusation: “What kind a teacher are you, taking your students to joints like this? Shame on you!” We fled the place.

I was eating my Mediterranean salad pondering on the fact how unjust and biased we sometimes are in our ignorance. I repudiated fast food places with the zeal of a neophyte ecologist. But I had not noticed their mutations. The brilliant businessmen get wind of the changes and soon adapt to the demands of the times; they realize the anxiety of the people concerning their diet, the horror meat products that cause to those above middle age; therefore, they spin around their axis and, presto, like a conjurer, change the food platter. Instead of plastic ground meats, they offer you enthroned salads, freshly picked from the vegetable garden seasoned with Kalamon black olives, and pure, organic cheese slices on the side, brought directly from Uncle George’s sheepfold.

I was sent for over my coffee. I was discussing our predicament with my colleague, Maroula. We were unanimously indignant with our good-for-nothing rulers, who have firstly bankrupted us and now they have enforced austerity measures that resulted to boring more holes in our belts while the foreign and domestic big chiefs get the lion’s share from the EU funds.

Suddenly I felt a hand touching lightly my shoulder.

“Oh, ma’am, hurry up; something’s wrong with Fanoula!” it was Argyriou, the class prefect.

I sprang up.

“Fanoula! Where’s the child?”

“She passed out. There in front of the cashier’s!”

The girl lay sprawling on the ground. A waiter was bending over her and was slapping her lightly while another colleague, Parthenopoulou, terrified, was rubbing the girl’s hands. No sign of life could be seen on her waxen face and her cute little eyes were closed.

“Stop slapping her, sir!” I said to the waiter. “What happened?” I stuttered fearfully.

“We don’t know. She was about to pay when she collapsed on the floor.”

“Some water, give her some water!” people from around the tables were heard calling.

At that moment the little girl opened her eyes. She tried to say something but obviously she was dizzy.

We carefully set her on her feet. We gave some water and she came to.

“Everybody out; we’re leaving! Get on the coach right away, in threes! Maroula, get them started, we’re off to the hotel.”

“But we haven’t finished out lunch yet!” Parassidis, the perpetually hungry kid protested.

“Enough with your eating! I brook no objection! Come on, off we go!”

We got moving. The coach, its engine on, was waiting over at the highway. I supported the little girl but her strength failed her. I called Parthenopoulou for help. From some moments on the girl was always slipping and finally we grew very weary. It made no sense. She needed medical assistance urgently. I took out my cell phone and called Maroula. “I’m taking her to hospital. Get all the kids and go back to the hotel. Put them to bed immediately. You stay in the corridor and watch out; we don’t want to hurry from room to room to get them together like we did yesterday. But first ask the restaurant people to give us a seat while we’re waiting for the ambulance.”

The coach left and I was waiting for the ambulance. It was already eleven o’clock and my anxiety was killing me. Had I better inform her parents? I decided against it. Let the doctors see her first and then we decide. The girl would open her eyes from time to time before sinking back to unconsciousness; it was obvious that things seemed rather grim. Relieved at last I saw the ambulance approaching, its siren in full blast.

Since then things went off extremely fast; we landed into the black maw of NHS, which had been tormenting us in his bottomless gullet only to spew us up in the morning. It was a wonder how we had managed to get rid of this unbelievable hardship.

Initially the ambulance brought us to a distant hospital, in the middle of nowhere, as the neighboring one was not available for emergency calls. You see, God is loath to get busy with Emergency Calls at Greek hospitals at Saturday night. He is only interested in the Christian Sunday full collection boxes and the phony pulpit sermons to an indifferent and cold congregation to its neighbors about human solidarity and social offer.

At the entrance we stumbled on an unattended wheel chair where I helped the kid to sit. The hospital appeared spic and span on the outside but inside I observed chaos reigned supreme, as I was pushing the wheelchair panting not knowing where to go. Some orderly showed me the outpatients’ department; on opening the door I was horrified and the kid swooned again. I found myself in a hubbub of cries and moans of endless pain, among gurneys crammed together, on which lay old people near death, suffering from heart problems and young people groaning with grave injuries after road accidents. A doctor came and bowed over the girl while a nurse adjusted the serum and a bracelet with the patient’s name – Fani Lambrinou. I was not allowed in.

I went to the waiting hall, where another drama was being played: disheveled frantic relatives still in dressing gowns and flip-flops nodding from drowsiness. Eyes defeated by hard daily work, came alive each time the TV screen on the wall above the reception desk showed horror scenes from Gaza interrupted at intervals by commercials advertising pizzas, chips, light soft drinks and bookmaking agencies.

I fished a book out of my bag but after going through it for a while, I got bored. [The author, who sheds light on the Salonica university campus collusions, where he happens to teach, has disappointed me with his widely publicized neo-noir book. It turned out to be a regular flop. I nearly got frostbites from his unbearable, cold witticisms. I put the book back into my bag regretting wasting my valuable Euros on a piece of printed crap…]


I was dozing off when I heard loud voices:

“That is outrageous! You’ve got to be ashamed of yourselves! You’ve got us here waiting while you’re forcing us to watch dirty films!” I opened my eyes. On the wall above the reception desk the TV screen started broadcasting sleazy scenes; two female figures were engaged in salacious osculations, while a knot of young Roma girls, their nurslings suckling on their tits, were gasping at what they were seeing on the screen.

“You’re disgraceful!” said a swarthy old man, “you’ve turned NHS into a whorehouse!”

“Haven’t you voted a clown for the Health Ministry? Glorify him now!” added maliciously a woman clad in black.

“We’re in shortage of doctors and medics – they’ve screwed everything…” commented a burly man with a bandaged leg.

“But now, that son-of-a bitch and his big boss are seeing to our entertainment…” said a lady with a huge bleeding plaster on her forehead.

“Turn the TV off; there are kids in here, too!” more voices were heard.

“What’s all this commotion about?” a gangly nurse appeared at the reception door… “You’re disturbing the doctors!”

“You’d better call them out here so that they can get a peep; they can finish their work sooner this way!” the man with the bandaged leg prompted her pointing his walking stick at the screen, where the twosome, with the addition of a stark naked hulk, looking like an arena bull, had grown into a threesome. Turning her head on the screen, the employee was petrified. She rushed into the room behind the desk bawling: “What idiot changed channels showing this sordid spectacle? Are you out of your minds? We’ll all be fired! Where’s the damn remote controller? Change channels at once!” She was hysterical; even her cap flew off her head.

This incident was likely to cause hilarity had it not been for the groans and moans of the neglected outpatients.

Then our turn came.

“Vasileiadou! Ekaterini Vasileiadou report to the emergency!” barked a voice from the reception counter. I entered a small room where a doctor and a nurse were waiting.

“The girl’s results…” said the doctor, who could barely stand on his feet from accumulated overwork.

“What do they show, doctor?”

He paused.

“Is the girl family?”

“I’m her teacher. We’re on a school trip from Salonica and…”

“All right, I see!” he interrupted me abruptly.

“What’s going on? Is it serious?”

“It’s very serious, madam; it has to do with the brain, some tumor perhaps, but we can’t decide a hundred per cent. She must be hospitalized urgently for specialized examinations.”

“Does she need medication? It’ll take us ten hours to arrive in Salonica as the coach can’t exceed a certain speed limit. What shall I do if she has another fit?”

“I’ll prescribe some tranquilizers. The kid needs complete rest; she must lie down. She mustn’t walk or travel seated. Let her lie down on the back seats…” he said wearily and collapsed on his chair.

Then we had to go through a lot of red tape to be discharged; I had to sign a host of papers as we were leaving at our own risk, let alone I had to pay generously out of my pocket for extra medical checks…

We were back at the hotel in a taxi at dawn. I paid double night rate; it cost me a fortune. Maroula was not in the corridor, which meant all was well. Not a sound from the rooms. Katia slept in my room and I took a cold shower to drive out my stress.

I went down to the restaurant. Not a sign of a tourist – only the waiters who were busy preparing the breakfast. I ordered a cup of coffee and went out to the lobby. Manolis was right when he was telling me: “You are not the right person for these things. You shoulder a great burden of responsibility with the other people’s kids. Once something goes wrong, you’ll be in deep trouble; they’ll sue you and then you’ll have to cope with the raging relatives, let alone the mass media that will be after you...”

And yet, Manolis had been flatly disproved in his role as a new Tiresias until yesterday. The kids visited the Acropolis and we took pictures of it with the monster city of Athens in the background. At the foot of the Sacred Cliff we enjoyed the fascinating virtual reality realms of science and technology at the Eugenides Foundation. We went to Plaka, walked through its picturesque alleys, and then headed to Monastiraki, famous for its junk food spots, the Bairaktaris restaurant dominating them all. And what about the Art Gallery where the George Jakobides* paintings were especially displayed!

We spent an entire morning in the Gallery; I would lead the kids by the hand from painting to painting, explaining to them what this and that was. The children were enchanted by the pictures; they were probing a quiet and distant world, the Munich School seascapes, sunny Greek sceneries of islands with snow-white houses perched on rugged hills…

I was completely engrossed by the part I was acting and I felt like a brooding hen with her chicks around her picking at seeds; I was acting out to them what they were seeing putting a bit of extra mustard at the right spots. They were listening to me fascinated; they were repeatedly asking: “What is the Munich School, ma’am? What is a palette and an easel, what does perspective mean?”

This is my job, my vocation, Manolis dear. But how can you understand me? As long as you are engrossed in the passions of people – lawsuits by them against their fraudulent kin [this will teach you not to squat upon my property]. I admit you are still sensitive and partly an idealist. But how long will you stay this way? You can’t make an omelet without breaking the eggs, and as you scramble them, a splotch will inevitably smear you. On the other hand, my pre-teenage students and I are over the moon, far from the madding crowd. Life has not yet ruined them; their souls are spotless from their parents’ stains, for hard as you seek, you can’t find an untainted hearth. Of course, I don’t claim that all in the garden are rosy. Even among them you are apt to meet the spoiled and the shrewish ones despite their angelic faces; however, deep inside them they are aggressive and wild, affected by their stardom idols in their pre-puberty that rushes down and holds sway over them with the marred ways and bad habits of the grownups. But they are still children, they have a long way to go and the venom has not reached their hearts yet. I am ma’am Koula, their teacher, and I am happy to be their coach. Their existence makes sense thanks to me and in turn I gain color and courage from them. Like a vampire I feed on their youthfulness, and my soul is joyful, for it has had enough of my own faults as well as the meanness of the people. I do not regret. If I had to go back in time, I would still become a teacher.

Maroula was in time to report to me that the entire night rolled on uneventfully.

The kids were scared stiff with Fanoula’s incident and in no way did they feel like repeating what they had done the night before when they went from room to room engaging in pillow scuffle. They had upset the whole hotel; furious guests would come out and threaten: “Mind your kids before we take charge of them!” We were so embarrassed. I told her about Fanoula: “Oh, my! What are you saying? What a tragedy to her parents; and she’s an only child. Pity on the little angel!”

“I wish I had never come, Maroula. I really regret it now. I’d better have stayed home.”

 

“How could you ever know that such a thing would have happened, dear?”

“You’re right. How could I indeed?”

“It would have been a shame not to come on this trip after working so much with these kids.”

She was right. I was entitled to this trip. All last year I had been eaten the crap out of me working on the project Introduction to Visual Arts. I had become an expert on Jakobides, Roilos, Volanakis and Halepas* – all those painters that laid the foundations of the Modern Greek painting and sculpture. My work can be likened to a doctorate thesis. And I did all this in order to lift off my class, initiate them into the secrets of Art, teach them some rudiments they can follow in their lives and have a compass and a resort on hard days, for when they happen to come, money does not buy happiness, love or friendship. Art will be their sole comfort.

* * *

One day in April, Mr Mitropoulos, the headmaster, called me to his office, ordered pastry and coffee for me from the school canteen and beaming at me announced:

“Congratulations, Ms Vassiliadou; you’ve made us very proud of your success!”

“Which success?”

“You’ve been awarded the first prize! Your project has come out on top among the hundred and twenty schools from all over Greece! You’ve honored our school making it known nationwide! Get ready to travel down to Athens.” Thank God he did not use his wonted highbrow lingo: “To glorious Athens.” He was usually a cantankerous, sallow-faced man, who spared no good word for anyone; he was always bragging and praising himself about his non-existing qualities. He handed me the results and I really couldn’t help showing my delight. The first prize was a great thing; all costs included plus the prize awarding at the Old Parliament Hall. I told Manolis who kissed me twice and wished me to get the gold prize at the Intellectual Olympics. Then he strutted off and picked the phone to broadcast my success to our friends and relatives.

All he was concerned about was the fact that I had to shoulder the burden of chaperoning other people’s children. “You’re taking a great risk,” he said, “Karvani, your colleague, is still inexperienced and is liable to mess it up. You ought to be adamant and insist on your headmaster coming, too. Why shouldn’t he take the risk, either?” then after a certain point he began grumbling: “I’ll be all alone for three days in a row; you never ask me, you’re always having a mind of your own.” However, I stood my point and he finally yielded.

* * *

I bent and kissed her. She was fast asleep, or else she would have caught me in the act. I couldn’t have helped crying openly. I asked Maroula to replace me and I stood up pretending to stretch my legs. My son and I are in excellent parental terms, as every Greek mother is with her pet son. However, I have always been longing for a daughter, not to lay down my head somewhere in my old age – this is nonsense – but to have an understanding friend and confidante I could pour my heart out to, for sex is more dominant than the bond of blood. I have never forgiven Manolis for refusing to have a second child. And the only time we had been careless and got pregnant again, he was adamant: “Listen, dear, circumstances do not allow another innocent sacrificial offering to our cruel world. We have already taken a great risk for the one we already have…”

Manolis with his risks and I with the care of our only child and the lack of another. But I dread having such an angel claimed suddenly by the Grim Reaper. I shivered…

The coach had already entered the turnpike to Katerini. The kids were making a din with their laughter and singing. The bus, a boatful of youthfulness, sailed carefree the sea of the road. Their parents were looking forward to receiving their offspring to their bosoms, especially now when they’re leaving school. Those kids were: Pretty Valia Orphanidou, hyperactive Alexander Mamoutzidis, Kaplad Talaku, the wistful Albanian boy, and Fanoula, my poor, unlucky girl… I was moved to tears again and I was wondering how I could curb my emotion, before she met her real mother. How could I look her straight in her eyes? What could I tell her?

Thessaloniki, May 28, 2025

 Gerontakos.blogspot.com

 

*Georgios Jakobides

Georgios Roilos 

Konstantinos Volanakis        

Yannoulis Chalepas