|
Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ Τάσος Καλούτσας Συνέβη λίγο πριν τα εννιάμερα του θείου Νικόλα. Η Ναυσικά γύρισε στο σπίτι της ξαφνικά, κατά τις έξι, δεν την περίμεναν. Φιλοξενούσε την κόρη του αδελφού της, την είχε για συντροφιά μετά τον πρόσφατο θάνατο του άντρα της. Η Μελανία έκλεινε τα δεκαεφτά, πήγαινε στο Λύκειο. Ο Σωτηράκης ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερος, πηγαινοερχόταν κι αυτός, όλο και πιο συχνά εκεί μέσα, τον τελευταίο καιρό. Εκείνο το βράδυ, στο ξενύχτισμα, με όλο το σόι σκορπισμένο στα δωμάτια, η Μελανία με τον ξάδερφό της είχαν αράξει παράμερα σε μια γωνιά, κουκουλωμένοι με μια κουβέρτα που κάλυπτε τα κορμιά τους από τη μέση και κάτω. Γύρισε στο σπίτι από
το μαγαζί – που τώρα το δούλευε μονάχη της– και τους τσάκωσε τσίτσιδους στο
κρεβάτι της. Πετάγεται ο Σωτηράκης, αρπάζει το σεντόνι και σκεπάζει το
κορίτσι, λέγοντας Δεν κάναμε τίποτα θεία… σ’ το ορκίζομαι δεν κάναμε…
Η Ναυσικά είχε χάσει το χρώμα της. Μάζεψέ τα και δίνε του,
τσίριξε συγχυσμένη στη Μελανία, εξαφανιστείτε! Το πρώτο που σκέφτηκε
μετά ήταν να ειδοποιήσει τη μάνα της που κατέφθασε σε λίγη ώρα με τα νεύρα
της τσιτωμένα, γιατί η κόρη της τους είχε κάνει και παλιά τέτοια χουνέρια και
της είχε πολλά μαζεμένα. Την έλουζε με βρισιές
η Ναυσικά. Την πήξα τη δείξα… και τι δεν της είπε. Θα τον σκοτώσω! είπε η Κούλα. Να σκοτώσεις την κόρη
σου. Αυτή φταίει! Εκείνος είναι άντρας… Το μαρτύρησε και στη
θεία Ασημίνα, γιατί ήταν κολλητές. Με μικρή διαφορά οι δυο τους στην ηλικία,
με λίγους μήνες διαφορά έχασαν και τους άντρες τους. Δεν το έβαζα εγώ ποτέ
στο σπίτι μου τέτοιο κορσονάκι! είπε η θεία Ασημίνα. Τη μια την
κοπανάει με τους μαντράχαλους και την ψάχνουνε στου διαβόλου τη μάνα, τώρα
και με τον ξάδελφό της… Βρες έναν άντρα, μωρή και μαζέψου. Νοικοκυρέψου… Τι
μουρνταρεύεσαι… Μπα, αυτή έτσι θα ʼναι, να δεις… Θα την μαδάει ο ένας κι ο
άλλος σε όλη της τη ζωή! Θυμήθηκε κι η Ναυσικά
μια ταινία στην τηλεόραση με έναν Αυστραλό που τα ʼχε φτιάξει με μια κοντινή
συγγένισσά του… Θέ μου στο κεφάλι μας
ήρθαν τώρα αυτά τα ρεζιλίκια! Να ʼταν και κάνας ξένος, άντε να πάει στο
διάβολο! Μα με τον πρώτο σου ξάδερφο; Ας ήταν τουλάχιστον δεύτερος… Ούτε πρώτος ούτε
δεύτερος. Με τα ξαδέρφια δεν κάνει, είναι αμαρτία! Τρίτα και παρτίτα, έλεγε η
μάνα μου, την έκοψε η θεία. Μόνο τρίτα κάνει. Άφριζε η δόλια η Κούλα
απ’ το κακό της. Μόνο στον Μηνά μην το
πεις, παρακάλεσε τη Ναυσικά, γιατί θα τη σκοτώσει! Αυτά πριν τα
εννιάμερα. Κι έτσι η Κούλα προφασίστηκε πως δεν μπορούσε να έρθει ούτε να
φτιάξει κόλλυβα και πίτες, όπως το είχε υποσχεθεί. Έμεινε κλεισμένη μέσα,
τάχα ήταν κι η κόρη της άρρωστη, να της κάνει παρέα. Καλά, και τι έπαθε,
υπερκόπωση; Χα!… ειρωνεύτηκε η θεία στη Ναυσικά. Τους είχε τηλεφωνήσει
στο μεταξύ η Φρόσω μια στενή φίλη τους που δούλευε στην Τράπεζα για να τους
πει ότι τον τελευταίο καιρό την επισκεπτόταν συχνά πυκνά ο Σωτηράκης και
σήκωνε λεφτά από τον κοινό λογαριασμό που είχε με τη μάνα του. Μιλούσε για
δανεικά, υπήρχε πρόβλημα, λέει, με μια γνωστή του, αλλά δεν μαρτυρούσε τ’
όνομά της. Απ’ τα μασημένα λόγια του πάντως υποψιαζόταν η Φρόσω πως μάλλον η
κοπέλα ήταν έγκυος. Πρώτος απ’ όλα τ’
αδέρφια το πληροφορήθηκε ο Χριστόφορος. Τον είδα που ήρθε ένα
μεσημέρι, είπε η Ναυσικά κι αυτή τη φορά τον πρόσεξα καλά. Είχα να τον
κοιτάξω έτσι από τότε που έκανε την εγχείρηση. Πήρε κιλά. Τις άλλες φορές που
ερχόταν μιλούσαμε και γελούσαμε ξέγνοιαστα. Τώρα στο πρόσωπό του υπήρχε μια
μεγάλη σκιά. Πάω να σκάσω, αδερφή, της είπε. Το
ʼχω μεγάλη στεναχώρια! Έπαθα έμφραγμα, πέρασα κακουχία αλλά αυτό δεν μπορώ να
το ξεπεράσω. Είναι μεγάλο βάρος! Της μίλησε έξω απ’ τα
δόντια για τον γιο του που έτρεχε ακόμα πίσω από τη Μελανία. Τον είχε δει
μαζί της και πρόσφατα σε μια μπουάτ. Και μη μου λες ψέματα
πως δεν τα έχετε… του φώναξε. Ήξερε ακόμα και σε ποιο ξενοδοχείο σύχναζαν. Τίποτα, μπαμπά,
τίποτα… Όλα ψέματα! Τον τράβηξε από τον
γιακά, κόντεψε να τον πνίξει. Τον είχε σιχαθεί για παιδί του. Καλά μπαμπά, καλά
μπαμπά… Τι καλά και καλάθια,
βρε, τόσο κερατάς είσαι; Τι ρεζιλίκια είν’ αυτά; Εγώ με τον αδερφό μου φάγαμε
ψωμί κι ελιά και δε μαλώσαμε ποτέ και τώρα εσύ θα μας βάλεις να σκοτωθούμε;
Λοιπόν άκου… Το χρέος μου εμένα ήταν μέχρι να σε στείλω φαντάρο. Πήγαινε
βγάλε τα στραβά σου με όποια θες, όχι με την πρώτη σου ξαδέρφη! Κι αν δεν
είσαι εσύ ικανός να βρεις άλλη γυναίκα, να σε βρω εγώ, βρε βλάκα!… Όσες θες
να σε βρω! Κι ήθελε να τα πει ένα
χεράκι και στην ίδια την ανιψιά του, αλλά η Ναυσικά τον συγκράτησε. Γιατί
έμπαινε στη μέση η Κούλα, του εξήγησε, που την θερμοπαρακαλούσε: Όχι,
όχι, μη φύγει… Μη τυχόν της ξαναφύγει, δηλαδή! Ο δε Μηνάς που κάποια
στιγμή το έμαθε κι αυτός, κι έγινε έξαλλος Ασ’ την να φύγει, να
τσακιστεί, να πάει στο διάβολο, φρύαξε.
Μας έχει ξεφτιλίσει όλους η σκρόφα! Και πάνω στα νεύρα του
ο Χριστόφορος δεν άντεξε και πέταξε τη σπόντα στην αδερφή του. Ότι με αυτό το
φέρσιμό του ο γιόκας του θα τον έκανε να πιστέψει πως ήταν αλήθεια οι φήμες
που διέδιδε ο κόσμος τον τελευταίο καιρό για κείνον και τη μάνα του… Τι δηλαδή; τον ρώτησε. Ε να, ξέρω ʼγω ρε
Ναυσικά, σου μιλάω σαν αδερφός, μια μέρα τους βρήκα στο κρεβάτι, κοιμούνταν
μαζί, αγκαλίτσα… Τέσσερις μήνες έμεινε ξάπλα η μάνα του μέχρι να πεθάνει…
Αυτός όμως τι γύρευε στο κρεβάτι της; Η αλήθεια ήταν πως ο
Χριστόφορος είχε εγκαταλείψει το σπίτι του γιατί βρισκόταν στα μαχαίρια με τη
γυναίκα του. Έμαθε πως εκείνη είχε πέσει σε κώμα λίγο πριν πεθάνει, από τα
χείλη του αδερφού του, του Ισίδωρου, που τον επισκέφτηκε στο νοσοκομείο και
του το φανέρωσε με τρόπο, μιας και δεν είχε ακόμα συνέλθει εντελώς από την
εγχείρηση. Στα σαράντα του Θείου
Νικόλα, βαδίζοντας προς την αίθουσα της δεξίωσης για τον καφέ, η Κούλα έλαβε
ένα τηλεφώνημα κι έκανε σαν αλαφιασμένη. Παράτησε τις πίτες και τα κόλλυβα
που είχε φτιάξει αυτή τη φορά, μπήκε στο αμάξι του Μηνά και φύγανε άρον άρον.
Μείναμε όλοι σύξυλοι κι αναρωτιόμασταν τι να τους έχει συμβεί. Η Μελανία την είχε
ειδοποιήσει πως τα είχε πάρει όλα… κι έτσι την προλάβαινε
δεν την προλάβαινε… Πάνω από πενήντα χάπια! Κι αν δεν με προλάβεις,
αντίο! πρόσθεσε. Ερωτική απογοήτευση; σφύριξε σιγανά η
θεία Ασημίνα στο αυτί της Ναυσικάς. Μάλλον καμιά
εγκυμοσύνη… απάντησε εκείνη. Ήταν πράγματι
απόπειρα… Την πρόλαβαν στο τσαφ, είχε χάσει τις αισθήσεις της. Δεν έλειψαν
λοιπόν εκείνοι που συνδυάσανε αμέσως το περιστατικό με το γεγονός ότι ο
Σωτηράκης τραβούσε λεφτά τόσο καιρό από την Τράπεζα. Εγώ πάλι τι θυμήθηκα
ξαφνικά… Γιατί έκλαιγε και οδυρόταν η Μελανία στην κηδεία της Χρυσάνθης, της
γυναίκας του Χριστόφορου; Ήταν εκεί παρούσα μια πρώην φιλενάδα τού Σωτηράκη
και όλη την ώρα χαριεντιζόταν μαζί του. Και ήμουν σίγουρη πως η Μελανία αυτό
δεν μπόρεσε να το χωνέψει (το είχαμε σχολιάσει και με τη Ναυσικά). Μου
καρφώθηκε λοιπόν στο μυαλό πως κάποια σχέση μπορεί να είχε με αυτό που έκανε. Τέλος πάντων, όποιο κι
αν ήταν το μυστικό κρατήθηκε επιμελώς κρυφό και αδιευκρίνιστο. Κι η Φρόσω που
ξεθαρρεύτηκε κάποια στιγμή αργότερα και ρώτησε τον υποτιθέμενο θύτη, Τι έγινε, αλήθεια, με
εκείνη την περίπτωση, θα μου πεις; Α, εντάξει, τίποτα! πήρε την απάντηση.
Αδιάφορος… Στην ταβέρνα που
πήγαμε για το μνημόσυνο μετά τον καφέ είχαμε κι ένα επεισόδιο που αφορούσε
γενικά όλο το σόι. Από τη μεριά του θείου Νικόλα είχε εμφανιστεί μονάχα η
Φωτίκα, η μεγαλύτερη αδερφή του. Τα άλλα δυο αδέρφια του άφαντα, έμειναν στο
χωριό με τις οικογένειές τους. Και τώρα τι θα γίνει
με την κληρονομιά; ρώτησε τη θεία Ασημίνα κάποια στιγμή. Ένα από τα τρία σπίτια
του άντρα της, το πιο περιποιημένο και αρχοντικό, βρισκόταν στο χωριό του. Τίποτα… περνάνε όλα σε
μένα, της απάντησε ξερά. Κι άμα φύγεις εσύ; Η θεία μας ήταν
άκληρη. Μια ψυχοκόρη είχε μεγαλώσει κι αυτή ήμουν εγώ! Θα πάνε όλα σ’ εκείνον
που θα με δώσει ένα ποτήρι νερό, συνέχισε στον ίδιο τόνο η θεία. Και
λοξοκοίταγε εμένα… Ήταν όμως πολύ
δύσκολος άνθρωπος! Σκληρή και άκαρδη θα έλεγα απέναντι σε όσους υποτίθεται
πως αγαπούσε και την αγαπούσαν. Απ’ όλους πιο πολύ νομίζω πως ένιωσε στο
πετσί του την ασπλαχνιά της ο θείος Νικόλας, που τον συμπαθούσα και τον
πονούσα ταυτόχρονα, γιατί είχε αθώα παιδική ψυχή. Δεν ξεχνώ μια μέρα που ήρθε
σκασμένος στο σπίτι μας γιατί, όπως μας είπε με δάκρυα στα μάτια, τού είχε
ψήσει το ψάρι στα χείλη και η κατάστασή τους είχε φτάσει πια στο απροχώρητο.
Τους έβλεπα βέβαια που μάλωναν από παλιά όταν ακόμα ζούσα μαζί τους. Εκείνος
πάντα έκανε πίσω. Γιατί ήταν ευγενικός και πληγωμένος. Και ήξερα πού
οφειλόταν κατά κύριο λόγο αυτή η βαθιά πληγή… Αν πήγαινε να κοιταχτεί στον
γιατρό τότε που θέλανε διακαώς να αποκτήσουν παιδί –όπως έκανε εκείνη– ίσως
τα πράγματα να ήταν διαφορετικά. Τον πίεζε αλλά ποτέ δεν δέχτηκε να εξεταστεί
κι από κείνη τη στιγμή της επίμονης άρνησης τού φερνόταν σα να ήταν
κατηγορούμενος και ισόβιος ένοχος! Αλλά ούτε και σε μένα
που έπεσα στα χέρια της από την ηλικία των έντεκα χρονών συμπεριφερόταν
καλύτερα. Πάντα σε απόσταση. Με κουβάλησε απ’ το χωριό ο πατέρας μου, τάχα
για μια καλύτερη τύχη και με χαντάκωσε! Απ’ το σχολειό με σταμάτησε –κορίτσι
είσαι εσύ δεν τα χρειάζεσαι τα γράμματα, έλεγε– και με έσπρωξε πρόωρα στη
δουλειά… Αν τυχόν έβρισκε τα βιβλία που μ’ έφερνε ο θείος, και διάβαζα στα
κρυφά, τα πέταγε στα σκουπίδια. Και καλά που υπήρχε εκείνος, παρόλο που ήταν
ξένο αίμα, και με υπερασπιζόταν λιγάκι σαν παιδί. Δούλευε σαν το σκυλί από τα
χαράματα να κάνει προκοπή με τη βιοτεχνία του και με βοηθούσε τα απογεύματα
και στις δουλειές του σπιτιού. Μαζί μαγειρεύαμε. Εκείνη αρχόντισσα… Μπέισα!
ούτε το δαχτυλάκι της δεν κούναγε. Μόνο διαταγές! Στο μεταξύ ο καιρός
περνούσε, ο Σωτηράκης παντρεύτηκε μια ξενομερίτισσα κι εξαφανίστηκε. Η Μελανία πήρε ένα
ρεμάλι που μπαινόβγαινε στις φυλακές, γι’ αυτό και η Κούλα πέθανε από τον
καημό της. Και τι αποδείχτηκε με το πέρασμα του χρόνου; Ότι η κόρη της ήταν
τρισχειρότερη… Δε λέω μόνο για τους γκόμενους που άλλαζε, το αφήνω στην άκρη
αυτό. Εννοώ τον δύστροπο χαρακτήρα της. Μολονότι είχε φέρει στον κόσμο δυο
ευαίσθητα και φιλότιμα παιδιά, τους φερνόταν σαν τρισάθλια μέγαιρα! Τις
προάλλες βλαστήμαγε ξεδιάντροπα στη μέση της πλατείας το κορίτσι της για
ασήμαντη αφορμή, γιατί η κακομοίρα η μικρή τόλμησε να της πει πως προτιμούσε
τώρα να ζει με τον πατέρα της, που φαινόταν να έχει αλλάξει μυαλά τελευταία,
ενώ το δικό της εκείνη μάλλον το έχει χάσει ολότελα! Τον είχε χωρίσει και
ζούσε με τον δικό της πατέρα (και τον τεμπέλη αδερφό της!) που έγινε
παράξενος μετά το θάνατο της μάνας της, μην πω και διεστραμμένος, με όσα
ξεφτιλίκια άκουσα πως επιχείρησε να κάνει, ακόμα και στις εγγονές του…
Θλιβερή οικογένεια! Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο στα δικά μου τα κορίτσια δεν
ξέρω τι θα μπορούσα να κάνω στον υπαίτιο, όποιος και να ʼταν… Θα του έβγαζα
τα μάτια! Φυσικά εκείνη βγάζει τη μούγκα, για να μπορεί να του μασάει τη
σύνταξη! Τι να πεις… δάσκαλε που δίδασκες! Όσο για τη θεία
Ασημίνα, έφτασε στο σημείο να σιχαθεί όλο της το σόι, την ίδια τη φαμίλια
της. Άχρηστα
τεμπελόσκυλα και χαραμοφάηδες… Με τέτοιες φράσεις
τους στολίζει και τους κατηγορεί μπροστά μου. Πλάσματα χωρίς ηθικές αρχές που
ιερό και όσιο δεν έχουν. Που τρώνε και πίνουν στο σπίτι της καραδοκώντας την
κατάλληλη στιγμή για ν’ αρπάξουν και να καταχραστούν το έχει της. Ήδη ο
Ισίδωρος με το έτσι θέλω πρόλαβε κι έβαλε χέρι στην Alfa Romeo του θείου
Νικόλα που την λιγουρευόταν προηγουμένως και ο Χριστόφορος. Τάχα είχε
στερηθεί προσωρινά το αμάξι του, γιατί χρειαζόταν επισκευή στο συνεργείο. Σε
μια στροφή την έριξε πάνω σε ένα δέντρο, και μετά την επέστρεψε χωρίς ντροπή
στραπατσαρισμένη στη θεία. Ούτε μισή κουβέντα ο αφιλότιμος να πληρώσει τη
ζημιά. Τον φλόμωσε κι εκείνη στις κατάρες. Ακούω τις εκρήξεις της
και δε λέω τίποτα. Καιρός να ανοίξει επιτέλους τα μάτια της, να καταλάβει τι
γίνεται γύρω της. Η αλήθεια είναι πως από κείνη τη μέρα στην ταβέρνα που
έκανε νύξη στη Φωτίκα για την κληρονομιά ένιωσα μια ψύχρα να απλώνεται σε όλο
το συγγενολόι, αρκετές φάτσες ξίνισαν και ξενέρωσαν, αραίωσαν και οι πολλές
επισκέψεις. Συχνά πυκνά όποτε η θεία με καλούσε για παρέα πήγαινα και συνήθως
την έβρισκα μόνη. Όμως δεν ήταν πια η
ίδια κατάσταση μ’ εμένα όπως παλιά, σε κάθε ευκαιρία της τα κοπανούσα. Δεν
είχε αλλάξει ο χαρακτήρας της, παρέμενε το ίδιο αψύς προς όλους και δεν με
ξεγελούσε. Θυμόμουν και μια φοβερή σκηνή που είχε συμβεί σε αυτό το δωμάτιο
όπου άλλοτε κοιμόμουν και τώρα συζητούσαμε ήρεμα, πίνοντας τον καφέ μας. Ήταν
λίγο πριν τα βροντήξω και πάω να μείνω σε άλλο σπίτι, με τον άντρα μου. Με είχε ξυπνήσει βίαια
ένα πρωί από τα χαράματα, με αγριοφωνάρες και βρισιές. Βιαζόταν να με δει και
πάλι, μετά από καιρό, να κάνω καθαριότητα. Ακόμα κοιμάσαι; Έτσι
θα μεγαλώσεις εσύ παιδιά; Ειλικρινά μου ερχόταν
να γελάσω ή να τη χαστουκίσω. Όμως σηκώθηκα και της είπα όσο πιο ψύχραιμα
μπορούσα: Εγώ μια ζωή σηκώνομαι
απ’ τις έξι το πρωί. Γιατί δουλεύω… Δικαιούμαι να χαλαρώσω λίγο… Εσύ τι
έκανες στη ζωή σου, μπορείς να μου πεις; Εγώ μωρή
πουτάνα; μου λέει. Αυτά τα ντουβάρια ποιος τα έφτιαξε; Και δίνει μια γροθιά
στον τοίχο. Εσύ τα έφτιαξες; Άλλος
τα έφτιαξε. Δούλευε από τη μια νύχτα στην άλλη εκείνος ο άνθρωπος… Κι εσύ τι
έκανες; Από την πολυθρόνα στο κρεβάτι κι από το κρεβάτι στην πολυθρόνα. Αυτό
έκανες! Είχα πάρει φόρα. Μια
καλή λέξη απ’ το στόμα της δε θυμόμουν να έχω ακούσει ποτέ. Μόνο βρισίδια και
προσταγές. Σταμάτησα λοιπόν κάποτε κι εγώ να μετρώ και να ζυγίζω τις
κουβέντες που άλλαζα μαζί της. Δεν έχει καμιά σημασία
ποιος τα έφτιαξε. Αυτά τα ντουβάρια είναι δικά μου! Και βροντάει τον τοίχο
με λύσσα αυτή τη φορά. Έχει και παραέχει, της
λέω. Γιατί τον έπρηξες το συκώτι και πέθανε ο άνθρωπος! Θυμόμουν τα όσα είχε
τραβήξει κι ο θείος που πέθαινε στο νοσοκομείο ενώ εκείνη Πάω να χτενιστώ… μας
έλεγε Στην τσίτα το μαλλί
της! Όσο για τα ντουβάρια, μουρμούρισα μέσα από
τα δόντια μου και της γύρισα την πλάτη, βάλ’ τα εκεί που ξέρεις! Αλλά μάλλον δεν μ’
άκουσε γιατί το βούλωσε και δεν έβγαλε άχνα. Με σοφία αλλά και
κουτοπονηριά κρατούσε τους πάντες στην αβεβαιότητα. Τηρώντας αποστάσεις και
σείοντας δελεαστικά το τρόπαιο των τριών ακινήτων που είχε στην κατοχή της!
Δεν ήταν να την εμπιστευτείς. Μπορεί να έλεγε πως είχε σιχαθεί όλη τη φάρα
της ή να είχαν όντως αραιώσει οι πολλές επισκέψεις, εντούτοις εξακολουθούσε
ακόμη να μαζεύει διάφορα άτομα στο σαλόνι της –πέρα από μένα και τη Ναυσικά–,
κυρίως ανιψιές και ανιψιούς, μοιράζοντας συνωμοτικά υποσχέσεις. Ήμασταν
μεγάλο σόι, στο χωριό είχε τέσσερα μεγαλύτερα αδέρφια και στα φανερά
παραπονιόταν πως την γλωσσοτρώγανε. Ένας μάλιστα λεγόταν πως την είχε
περιλάβει κάποτε στα χαστούκια, όταν ήταν νέα, γιατί διανοήθηκε ν’ αφήσει τον
άντρα της και να γυρίσει πίσω στο χωριό, στη μάνα της που την είχε
καλομαθημένη. Κι εκείνα τ’ αδέρφια είχαν τώρα αποκτήσει κλώνους που την
επισκέπτονταν στα κρυφά. Τη μια λοιπόν έταζε, την άλλη στιγμή αναιρούσε αυτό
που είχε υποσχεθεί. Τη μια έγερνε προς τα εδώ την άλλη προς τα εκεί, σαν
ξεκουρντισμένη παλάντζα. Παρ’ όλα αυτά, μπορεί όντως οι κινήσεις της να
φαίνονταν σπασμωδικές, είχαν όμως ένα σταθερό σημείο αναφοράς και ισορροπίας:
εμένα την ίδια! Γιατί σε μένα πάντα γυρνούσε τις δύσκολες ώρες, που ολοένα
πλήθαιναν όσο περνούσε ο καιρός. Και τότε γινόταν τόσο
πιεστική, που ήταν αδύνατο να την αντέξεις. Θα μπορούσε κανείς να γεμίσει τις
σελίδες ενός ολόκληρου βιβλίου περιγράφοντας τα ξεσπάσματα, τις παραξενιές
και τα σκαμπανεβάσματά της. Κάθε φορά που χτυπούσε επίμονα το τηλέφωνο ήξερα
πως ήταν αυτή και θα γύρευε πάλι κάτι από την αφεντιά μου… Ο άντρας μου δεν
κρατήθηκε κάποια στιγμή και της το πέταξε, Καλά ρε θεία, δεν
έχεις άλλες ανιψιές; Τον αποπήρα
άγρια. Άσε, μη μπλέκεσαι… του είπα. Μου φαίνεται τα θες και τα
παθαίνεις! μου απάντησε, αλλά εγώ θεωρούσα πως αυτό ήταν δικό μου
καθήκον. Τι είδους καθήκον άραγε; Κάτι σαν άγραφος νόμος,
ένα συμβόλαιο μαζί της που δεν το είχα υπογράψει –παρ’ όλα αυτά το τηρούσα.
Ήμουν η μόνη ασφαλώς που την είχα ζήσει από πολύ κοντά κι ήξερα όλα τα χούγια
της. Αυτό όμως δεν της έδινε κανένα δικαίωμα να χώνεται κάθε τόσο χωρίς λόγο
στην προσωπική και την οικογενειακή μου ζωή και να την κάνει μαντάρα. Κάποιες φορές
ειλικρινά αναρωτιόμουν αν ήμουν μαζοχίστρια… Ήρθε η στιγμή που
χρειάστηκε να τη βάλω για μερικές μέρες και στο ψυχιατρείο για θεραπεία κι
εξετάσεις, είχανε πειραχτεί τα νεύρα της. Εκεί να δεις! Μάλωνε με τους πάντες
και τους έβριζε. Ακόμη κι εμένα. Απορούσαν και οι νοσοκόμες με τη μανία της
εναντίον μου, γιατί έβλεπαν πόσο την φρόντιζα. Έλεγε πως βρωμούσε
αφόρητα φαρμακίλα ο θάλαμος και δεν μπορούσε να ανεχτεί μιαν άρρωστη στο
απέναντι κρεβάτι, γιατί ήταν τάχα τόσο υστερική και φωνακλού που οι κραυγές
της τρυπούσαν το κρανίο της. Θα της καρφώσω ένα μαχαίρι
στο λαιμό! μου είπε σοβαρά και τότε αναγκάστηκα να παρακαλέσω τη διευθύντρια να
της αλλάξει δωμάτιο, γιατί φοβήθηκα πως ήταν ικανή και να το κάνει. Μέχρι που έφτασε
εκείνη η μέρα που η φωνή της αντήχησε απρόσμενα γλυκά, για πρώτη φορά, στ’
αυτιά μου! Με τον ίδιο ευγενικό τρόπο με κάλεσε στο σπίτι της. Πήρα ένα ταξί
κι έτρεξα γρήγορα κοντά της. Την βρήκα
μισοξαπλωμένη στο κρεβάτι της. Έλα να σε φιλήσω, μου ʼπε. Αυτό που ζούσα δεν το
είχα φανταστεί ποτέ. Κάπως έτσι όμως δεν γίνονται τα θαύματα; Γιατί; ψέλλισα Γιατί θα
πεθάνω… Τράβηξε ένα μικρό
πουγκί από το συρτάρι του κομοδίνου και άδειασε στην παλάμη μου τέσσερις
λίρες. Συνέχισε να μου μιλάει πάντα με την ίδια τρυφερή και μελωμένη φωνή. Εγώ θα φύγω… Και δεν
με νοιάζει τι θ’ απογίνουν τα ντουβάρια και όλα τ’ άλλα! Φύλαξε αυτές τις
λίρες για τα κορίτσια σου, να με θυμούνται. Από τα σπίτια πάρε ό,τι θες,
έπιπλα, συσκευές, τα σεμεδάκια μου… Και όλα τα υπόλοιπα δικά σου είναι, τα
έχω ταχτοποιήσει με τον δικηγόρο μου. Άντε πήγαινε στην οικογένειά σου! Έκλαιγε… έκλαιγα κι
εγώ μαζί της! Με έδιωχνε αλλά δεν
έφυγα αμέσως. Έμεινα λίγο παραπάνω εκείνη τη μέρα, βγήκα μόνο μια στιγμή να
ψωνίσω τα απαραίτητα και γύρισα να της μαγειρέψω το αγαπημένο της φαγητό
– μπουρανί, με αγριόχορτα, φρέσκο κρεμμυδάκι κι όλα τα σχετικά –
που ήταν και η τελευταία της επιθυμία. · ΚΑΤΣΙΚΙ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ -ANIMAL FOR SLAUGHTER · H ΔΟΥΛΕΙΑ ΜΙΑΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΡΙΑΣ - · ΤΝ - ΑΛΗΘΙΝΟ ΠΡΟΣΩΠΟ; - AI - A REAL PERSON? · ΣΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΗΣ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ - THE TIME OF THE PANDEMIC · GREEK GOODREADS - TASSOS KALOUTSAS THE BEST MODERN GREEK SHORT STORIES ΟΛΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ -ALL THE CHILDREN OF THE... |
THE HEIRESS By Tassos Kaloutsas Rendered by
Vassilis C. Militsis It occurred shortly
before late Nicholas’ nine-day commemoration service. Nausica returned home
suddenly around six but she had not been expected. She was hosting her
brother’s daughter and she needed her companionship after her husband’s
recent demise. Melania was just about to turn eighteen and she attended
senior high school. Sotirakis was three years her elder. He used to frequent
in there lately. That evening, during the wake of the deceased, while all the
family was scattered in the rooms, Melania and her cousin had curled up away
in a corner, swaddled in a blanket that covered their bodies from the waist
down. She returned
home from the shop – which she ran by herself now – and took them by surprise
stark naked in her bed. Sotirakis sprang up, grabbed the bed sheet and
covered the girl. “We haven’t done anything, auntie,” he said; “I swear we…” Nausica went
pale. “Pack up now and go,” she raged at Melania. “Get the hell out of here!”
Her first
thoughts were to let her mother know, who had shortly arrived hurriedly, her
nerves on edge, for her daughter had played such tricks before and therefore
she had a lot stored up for her. Nausica was
heaping curses on her. “The easy rider slut…” and a lot more. “I’ll kill him!” said Koula. “You ought to
kill your daughter. She’s to blame! He’s but a man…” She also told
Aunt Asimina, as they were very close. They were just about the same age and
they had both lost their husbands within a few months. “I would never
have such a slut in my house!” exclaimed Aunt Asimina. “Once she had
disappeared with a bunch of big guys and she was being looked for in the
middle of nowhere, and now with her own cousin… Find a right man, you Bimbo,
and settle down. Why are you screwing around? Well, that’s the way she is.
She will be plucked by one and the other all her life!” Nausica
recalled a movie about an Australian chap who had an affair with a close
relative… “Oh, God, we’ve
become the laughing stock of all now! Had he been a stranger, the whole thing
would have been bearable. But it was with your first cousin! If he had at
least been second… but neither first nor second. It’s a sin of incest! It’s
all right with third cousins, my mother used to say,” Aunt cut in. “Only
third.” Poor Koula was
raging venting her wrath. “Don’t tell
Minas, though;” Nausica pleaded, “He’ll kill her!” All that
happened before the nine-day memory service. That’s why Koula came up with
the excuse that she could not go and make the koliva* and the pies
for the dead man’s soul as she had promised. She stayed locked up pretending
to keep her daughter company for her alleged illness. *Koliva“But what’s up
with her? Overwork? Ha!” Aunt taunted Nausica. In the
meantime Frosso, a close friend of theirs, who worked at the bank, had phoned
them to say that recently Sotirakis had frequently been visiting her and he
withdrew money from the joint account he had with her mother. He said he had
borrowed money; there was a problem, he claimed, with some girl he knew, but
he wouldn’t reveal her name. Anyway, Frosso guessed from his mincing way of
speaking that the girl could be pregnant. The first of
the siblings to learn of it was Christoforos. I saw him come
on one day at noon,” said Nausica, “and at that time I scrutinized his face.
I had not peered at him that way since he had that surgery. He had gained
weight. When he used to visit me before, we would chat and have fun in a
carefree way. Now his countenance was overcast. “I’m going to
pop, sis,” he said. “I’m worried sick! I have had a heart attack, I have gone
through privations, but this only makes it harder for me to get past
it. It’s too much of a burden!” He spoke out to her straight about his son who had
still been running after Melania. He had lately seen him with her at a night
club. “And don’t you dare to lie to me that you’re not
seeing each other…” He also knew which hotel they hung out. “Nothing, absolutely nothing, dad… they’re all
lies!” He grabbed him by the collar almost choking him. He was sick his son. “All right, dad; all right…” “Don’t ‘dad’ me! Are you such an asshole? You are a
disgrace. We’ve been through a lot but we’ve never quarreled; and now you’re
going to get us at each other's throats! Well, listen up… My parental duty
was until you fulfilled your army obligation. Now you can go and screw
whoever you like, but not your first cousin! And if you are incapable of
finding another woman, let me find you one, you drumhead… I can find you as
many women as you like!” He also wanted to give his niece a good telling off,
but Nausica held him back. She explained to him that Koula was getting in the
way and entreated her: “No, no, she’ll go away, she’ll go away again, that
is!” Some moment or other Minas was also informed about the case and went
berserk: “Let her leave and get the hell out of here,” he was raving, “The
bitch has shamed us all!” And in his outrage, Christoforos couldn’t help
himself insinuating to his sister that by this conduct his son was likely to
convince him that the rumors people had been spreading lately of him and his
mother could be true… “What do you mean?” she asked him. “Well, Nausica, I’m talking to you as a brother to a
sister: one day I found them both in bed cuddling… four months later his
mother took to her bed until her death… But what was he doing in her bed?” The truth was that Christoforos had left home because he was at odds with his wife. He learned that she had fallen into a coma just before she died. His brother, Isidoros, visited him in hospital and, as he had not fully recovered from the operation, he disclosed it gently. At Nicholas’ forty-day commemoration, heading to the reception hall, where the guests were assembled for coffee, Koula had a phone call, which made her frantic. She left the pies and the coliva she had prepared herself this time, got into Minas’ car and drove off in great haste. We all were stunned wondering what the matter with them was. Melania told
her she had taken them all… and so
they could hardly be on time… she had taken more than fifty tablets. “If you
can’t be on time to save me, then farewell!” she added. “A broken heart?”
Aunt Asimina spoke softly to Nausica’s ear. “I’m afraid
she’s pregnant…” she replied. She indeed attempted to take her life… They got there at the nick of time. She was unconscious. And then there were also those who right away linked the incident to the fact that Sotirakis had been drawing money from the bank. And then I suddenly remembered… Why was Melania weeping and screaming at the funeral of Chrysanthi, Christoforos’ wife? An ex-friend of Sotirakis also attended and all the time she was fooling around with him. I was certain that Melania could not stomach it (Nausica and I had commented on it.) It had been imprinted in my mind that the incident had something to do with her attempted suicide. Anyway, whatever the secret was, it was carefully kept concealed and inscrutable. Frosso, too, some moments later plucked up the courage and asked the alleged culprit: “What about
that incident? Are you going to tell me?” “Oh, well, it
was nothing!” he answered. Unconcerned… After the
coffee, we went to a tavern for the memorial dinner, where we witnessed an
incident that concerned the entire family. From late Uncle Nicholas’ kin
side, only Fotika, his elder sister, was present. His other two siblings were
absent; they had stayed at the village with their families. “And now what
about the inheritance?” Aunt Asimina asked at some point. One of her
husband’s three houses, the most presentable and palatial, was at his
village. “No concern of
yours…everything comes down to me,” she replied dryly. “And in case
you pass on, too?” Our aunt was
childless. She only had only me, her foster daughter! “Everything
shall go to who’ll bring me a drink of water,” the aunt went on flatly
looking at me askance… It is true
that she was a very difficult person! I’d say she was cruel and heartless to
those whom she supposedly loved and being loved by them. But I believe it was
Uncle Nicholas that felt well on his skin her ruthlessness; I was fond of him
and at the same felt sorry for him, for he had an innocent soul like a child.
I can’t forget that one day he had come to our house really distraught, and
with tearful eyes he complained that she had made his life hell on earth and
the situation had come to a dead end. I used to see them having rows before
when I lived with them. It was he who would always back out. He was gentle
but hurt; and I knew where his deep wound mainly originated from… had he
consulted a specialist – as she had – at the time when they dearly wanted to
have a child, their life would have probably taken a different course. She
was pressuring him to see a doctor, but he would never agree; from the moment
of his dogged refusal to get examined, he was treated as if he were a
defendant and guilty for life! She did not treat me better, either, when she had fostered me at the age of eleven. She was always holding me at a distance. My father brought me to her from the village for an allegedly better life but in fact he dumped me! She had stopped me going to school – “you’re just a girl, you don’t need more learning,” she said – and she got me prematurely to do the household chores… If she happened to find the books uncle brought me and which I read in secret, she threw them in the garbage can. And it was good for me that he protected me as a child, though I was not his blood. He toiled like a dog from dawn in order to promote his manufacture and in the afternoons he helped me with the household jobs. We cooked together; she was a lady, not deigning to move even her little finger. She was only there to give orders! Meanwhile, time
flew by; Sotirakis got married to an outlander and disappeared. Melania had an
affair with a scoundrel, who was frequently being in and out of jail; that’s
why Koula died from grief. And what was proven eventually? That her daughter
was three times worse…I don’t mean her lovers she changed – I’ll skip that. I
mean her crabby character. Although she had given birth to two sensitive and
honest kids, she treated them as if she were a horrendous witch! The other
day, she shamelessly heaped curses upon the girl in the middle of the street
for a completely trivial matter; the poor little girl dared tell her she
would rather now live with her father, who seemed to have changed his mind
lately while she had lost hers completely! She had divorced him and lived
with her own father (and with her lazybones of a brother!), who became weird
after her mother’s death, let alone a pervert – rumor had it he attempted to do
embarrassing things, even to his granddaughters… A wretched family! Had such
a thing happened to my girls, I don’t know what I could have done to the
perpetrator, whoever that might have been. I would have gouged out his eyes! Naturally,
she shuts up, so that she can chew his pension checks! What can I say? The
pot calling the kettle black! Even Aunt Asimina found herself hating her entire kin – her own family. Useless curs and deadbeat bums… She uses such expressions to swear and blame them. They are human beings without moral principles, holding nothing sacred. They eat and drink at her home waiting at the right moment to grab and seize her property. Isidoros has already been the first to possess just like that Uncle Nichola’s Alfa Romeo, which Christoforos also eyed. He pretended that he had no car at the time as his own had needed repairing at the garage. While he was driving he veered off the road at a bend and hit a tree. Then he brought it back all battered to his aunt. Not even a word did the rogue say about paying for the damage. She heaped a host of curses upon him. She’s exploding but I don’t react. It’s high time she opened her eyes and saw what’s going on around her. The truth is that since that day at the tavern when she hinted to Fotika about the inheritance, I felt a chill spreading among the entire kin; several guests pulled a long face and were put off. Consequently, the frequent visits diminished. Oftentimes, when Aunt called me to keep her company, I usually found her alone. However, I was not the same as before. At every chance I got, I would tell her off. Her character had not changed – her behavior remained sharp to all, I was sure of it. I recalled a violent scene in this room, where I used to sleep before and now we were chatting calmly drinking coffee. It was just before I packed up and went to live in another house with my husband. She had roused me violently one day before dawn shouting and swearing. She was in hurry to see me get busy with the cleaning. “Are you still
idling in bed? Is that the way you’re going to bring up children?” Candidly, I
was wondering what to do: laugh or slap her. And yet, I got up as composed as
I could be. “All my life
so far I get up at six, because I work. I deserve some relaxation. But, what
have you done in your life? Can you
tell me?” I said. “You dirty
whore;” she retaliated, “who has built these walls?” And gives the
wall a punch. “Have you really built them? Someone else
has. That man was constantly working from night to night… And you? From the
armchair to bed. That’s what you were always doing!” I couldn’t
stop myself. I don’t remember having heard a good word from her – only orders
and swearing. Therefore, one time or other I stopped weighing the words I
exchanged with her. “The fact about who’s made these walls is of no importance, as long as they’re mine!” and this time she strikes the wall in rage. “It’s of great
importance, because you’d tormented him to such an extent that the poor man
finally died.” I remember
what my uncle had suffered while he was dying in hospital while she would say
“I’ve got to have my hair done!” Her hair was always coiffed! “You can shove
the crappy walls up your ass,” I muttered between my teeth. But she couldn’t
have heard because she shut up without making a sound. Being both sagacious and sly she kept everyone in suspense. Steering clear of people and enticing them with the trophy of the three houses she had in her possession, you could not trust her! She might be saying she has had enough with her kin or the frequent visitors might have thinned out, she still kept on inviting various guests to her sitting room – besides me and Nausica – mainly nieces and nephews, giving promises in secret. We were a big family; she had four elder brothers in the village and she overtly complained they were envious of her. One, in fact, was said to have laid hand on her giving her a good thrashing when she was young because she dared to leave her husband and go back to the village, to her mother’s, who had spoiled her. However, the offspring of those siblings visited her covertly now. Now she would promise and then she would go back on her word. One moment she tilted to one side and then canted to the opposite side like a pair of faulty scales. Her ways might
have seemed erratic, yet they had a fixed reference point and balance: Me! For she always took refuge to me
whenever she had to face difficulties, which were always mounting as time
passed. And then she
grew so oppressive that you could no longer stand her. You could fill an
entire book describing her tantrums, her peculiarities and her fickleness.
Every time the phone rang, I knew it was she, who demanded something from yours truly. Once my husband could
not help throwing it at her: “Well, aunt, haven’t you got other nieces but my wife?” “Stay out of this.” I snapped at him. “I think it
serves you right!” he answered back, but I thought it wasn’t his business. It
was my own duty; but what kind of duty?
Something like an unwritten rule, an unsigned contract I entered in with her
– which, nonetheless, I held to. Certainly, I was the only one I have lived
very close to her and I knew her habits. However, she had no right to intervene
every so often unduly into my personal and marital life wreaking havoc on it. Frankly, there were times when I wondered whether I was a masochist. Once I had to
have her examined and treated in a psychiatric clinic; she had a nervous
breakdown. You should have seen her there! She was arguing with everybody and
cursing them, including me. Even the nurses would wonder with her rage at me,
because they could see much I cared for her. She complained
that the room reeked of medicines; she could neither tolerate a patient
in the opposite bed, as she was allegedly so hysterical and bawling all the time that her screams
bored into her brain. “I’ll get a knife and cut her throat!” she told me she really meant it, and then I had to beg the hospital chief to have her moved to another room as I was afraid she could have done it Then the day
came when her voice resonated into my ears unexpectedly sweet, for the first
time! She kindly invited me to her house. I took a taxi and sped to her. I found her
half-reclined in her bed. “Come over; I want to give you a kiss,” she said. I could never
have fancied what I was experiencing. “Why?” I
stuttered. “Because I’m
going to die…” She pulled a
small purse out of the bedside table drawer and emptied four gold pounds into
my palm. She went on speaking in the same tender and sweet voice: “I shall
leave…and little do I care what’ll become to the ‘walls’ and all else! Keep
these pounds for your daughters so that they will remember me. You can have
whatever you want from the houses: furniture, appliances, my doilies… And all
the rest are yours; I’ve settled it with my lawyer. Go to your family now!” She began to
cry; I was weeping with her, too! She urged me
to leave but I did not go right away. I stayed a little longer that day. I
only went out for a while to do some shopping and came back to cook her favorite
meal – burani with sorrel, fresh
onions and all the relevant ingredients – which was her dying wish. |
Τετάρτη 21 Μαΐου 2025
ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ - MODERN GREEK WRITERS - TASSOS KALOUTSAS
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
-
Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΠΟΥ ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΑ ΠΑΛΙΑ Τάσος Καλούτσας «Τι κάνει σήμερα η γιαγιά;» ρώτησα την Ιβάνκα, βγαίνοντας στο μπαλκονά...
-
EXORCISM By Vassilis C. Militsis Father Parthenios, abbot of the monastery of Our Beatific Holy Lady, was a 75-year-old man, of...
-
Ο ΔΟΚΗΣΙΣΟΦΟΣ του Ανδρέα Λασκαράτου (1811-1901) Ο δοκησίσοφος έλαβε από τη φύση του το χάρισμα του ...

%20(1).jpg)

