Τρίτη 28 Απριλίου 2020

THE ASPIRING POLITICIAN OF YORE


Ο ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ

Ανδρέας Λασκαράτος


            Ο υποψήφιος τούτος πολύν καιρόν πριν της ψηφοφορίας αρχίζει να χαιρετά, τους μεν εγκαρδίως, τους δε βαθυσεβάστως, όλους όσους έχουνε ψήφο.
             Κάποτε βάνει απάνου κ΄ εφημερίδα, με την οποία κατακρένει αυστηρώς τες πράξες της κυβερνήσεως, ως ασύμφερες δια τον λαόν. Αν ημπορέση και ατομικώς να χτυπήση υπαλλήλους της κυβερνήσεως, θα ήναι μία τύχη δι΄ αυτόν. Αφού εξεσπάθωσε υπέρ του λαού, όσους περισσότερους υπέρ του λαού θανατώση, τόση περισσότερη η αξιοπιστία του.

            Πηαίνει στα χωριά και γλυκομιλεί των χωριάτωνε.

            — Αδερφάκια μου και αϊταράκια μου...!

            Τες ύστερες ημέρες βγάνει και πρόγραμμα.

            Στο πρόγραμμά του υπόσχεται όσα και ο πρωθυπουργός υπόσχεται στον βασιλικόν λόγον· και, εννοείται, με την ίδιαν ιδέαν εχτελέσεως.

            Αν ήναι πλούσιος, ή αν έχη πλούσιους υποστηριχτάς, οι φτωχοί ψηφοφόροι εκείνες τες ημέρες οικονομούνται με 5-10-15 φράνκα ο καθένας δια την ψήφον του. Επειδή ο υποψήφιος αγοράζει, πότε φθηνά, και πότε ακριβά, κατά τους ανθρώπους, και κατά την ώρα.

            Τελειωμένο έτσι και πιτυχημένο το έργον του εις τον τόπον του, φεύγει τότε δια τας Αθήνας. (Ω, Αθήνα μου, βουλευτάδες οπού σου στέλνουμε!...)
Στας Αθήνας, ο εις τον τόπο του μεγαλέμπορος εκλογικών ψήφων παρουσιάζεται μεταπράτης, αλλά θησαυρού μεταπράτης, επειδή φέρνει χιλάδες ψήφους συμπυκνωμένες εις μίαν μόνην αλλά πολύτιμην ψήφον, δυναμένην να συντελέση εις την στερέωσην, ή την φτώσην του Υπουργείου.

            Μία τέτοια ψήφος, ένας τέτοιος πολύτιμος αδάμας, δεν αγοράζεται με 5-10-15 φράνκα· αλλά με δημόσιες θέσες του υιού, του αδελφού, του ξαδέλφου· με μετάθεσες μη ευνοουμένων υπαλλήλων, με παύσες, με διορισμούς, με ρουσφέτια άλλα. Και έτσι, τελειωμένη και τούτη η δεύτερη πράξη, τελειώνει μαζύ της και όλο το βουλευτικό στάδιο του βουλευτή μας.

            Οποίο κατόρθωμα δια τον τόπο, και δια το έθνος!-
             

Ανδρέα Λασκαράτου : Ιδού ο Άνθρωπος, Εκδόσεις Πάπυρος, σειρά Βίπερ, αριθμός σειράς 87, σελίδες 111-112.

THE CANDIDATE
(Running for Deputy)
Andreas Laskaratos

Rendered by Vassilis C. Militsis (Βασίλης Μηλίτσης)


This candidate, long before election time, begins his own canvassing, by appealing to some of his voters cordially, and to others with obsequious respect.


Once in a while he uses the platform of the press whereby he is vituperative of the government contending that its work does not avail the people. If he succeeds in finding fault in some governmental functionaries, he considers it a stroke of luck; for he has unsheathed his sword to vouchsafe the interests of the people, and the more of them he can ruin for the benefit of the common folk, the more his credibility will be.

He visits backwater villages and delivers speeches, rich in suave eloquence, to the peasantry.
“My brothers, my brave lads…!”


Shortly before elections he releases his party plan, whereby he promises what the prime minister himself does in his pre-election speech; and, it goes without saying, in the same lines of execution.


Should he be rich or have rich supporters, his impoverished voters are bribed with half a score of francs each for their votes. A candidate, according to the habit of the populace and the opportune time, sometimes buys his vote dearly, and other times cheaply.


Having thus completed his ‘mission’ successfully in his own constituency, he departs for the Capital (Oh, dear Athens, behold the worthy deputies the people are sending you!)
The local wholesale of votes turns into a retailer in Athens – a retailer of treasure – for he brings along thousands of votes condensed in one, but priceless, vote that could contribute to the stability or the fall of a Ministry.

Such a valuable vote – such a precious diamond – is not only bought with a score of francs, but rather with promises 'of jobs for the boys' such as appointments of sons, brothers, cousins at state posts; or with transfers of disfavored state employees, and various other political grafts. And thus, the second act of the play is concluded along with our elected deputy’s entire political career.

 What a feat for the country and the nation!


Andreas Laskaratos: Behold the Man, Papyrus Publishers, pocket books, serial no 87, pp. 111-112.

Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΤΟΥ ΤΡΟΜΟΥ


H Βίβλος της γοτθικής κουλτούρας

Gavin Baddeley
μετάφραση: Ονούφριος Ντοβλέτης

"Το Gothic δεν είναι απλώς υποκουλτούρα της νεολαίας, μια καταθλιπτική αισθητική ή ένα λογοτεχνικό είδος. Είναι μια φιλοσοφική οπτική - μια θέαση του κόσμου, όπως είπε και ο Ιρλανδός μυθιστοριογράφοs Joseph Sheridan Le Fanu στο In a Glass Darkly. Είναι ο κόσμος σε αρνητικό φωτογραφίας, ανεστραμμένος - εδώ το παράδοξο και το απόκοσμο αποτελούν κοινό τόπο, ενώ κατά κάποιο τρόπο το σύνηθες είναι αλλόκοτο. Εδώ το σκοτεινό και το απειλητικό ασκούν μια ακαταμάχητη έλξη.
Η πόλη της τρομερής νύχτας, δηλαδή η σκιά του σύγχρονου κόσμου μας, δεν περιορίζεται σε κανέναν τόπο ή χρόνο. Είναι το στοιχειωμένο από την ομίχλη Λονδίνο της Βικτωριανής εποχής, που τρέμει υπό την απειλή της λεπίδας του Τζακ του Αντεροβγάλτη. Είναι το Παρίσι των τελών του 19ου αιώνα, μια ένδοξη μποέμ κόλαση. Είναι το Βερολίνο της δεκαετίας του '20 , όπου γλεντζέδες με μάτια κατακόκκινα χορεύουν και πίνουν σε μια απελπισμένη προσπάθεια να καταπνίξουν τον θόρυβο της στρατιωτικής μπάντας που πλησιάζει. Είναι το Λος Άντζελες του 20ού αιώνα, η "πόλη της νύκτας", ένα εργοστάσιο παραγωγής ονείρων εξειδικευμένο στους εφιάλτες. Είναι ένα βασίλειο λυκόφωτος που μου έχει γίνει πολύ οικείο. Σας προτείνω ταπεινά να με ακολουθήσετε σε αυτό μου το ταξίδι μέσα στην καρδιά του σκότους..."

 

THE SPECTRE BRIDE

William Harrison Ainsworth


The castle of Hernswolf, at the close of the year 1655, was the resort of fashion and gaiety. The baron of that name was the most powerful nobleman in Germany, and equally celebrated for the patriotic achievements of his sons, and the beauty of his only daughter. The estate of Hernswolf, which was situated in the centre of the Black Forest, had been given to one of his ancestors by the gratitude of the nation, and descended with other hereditary possessions to the family of the present owner. It was a castellated, gothic mansion, built according to the fashion of the times, in the grandest style of architecture, and consisted principally of dark winding corridors, and vaulted tapestry rooms, magnificent indeed in their size, but ill-suited to private comfort, from the very circumstance of their dreary magnitude. A dark grove of pine and mountain ash encompassed the castle on every side, and threw an aspect of gloom around the scene, which was seldom enlivened by the cheering sunshine of heaven.
The castle bells rang out a merry peal at the approach of a winter twilight, and the warder was stationed with his retinue on the battlements, to announce the arrival of the company who were invited to share the amusements that reigned within the walls. The Lady Clotilda, the baron's only daughter, had but just attained her seventeenth year, and a brilliant assembly was invited to celebrate the birthday. The large vaulted apartments were thrown open for the reception of the numerous guests, and the gaieties of the evening had scarcely commenced when the clock from the dungeon tower was heard to strike with unusual solemnity, and on the instant a tall stranger, arrayed in a deep suit of black, made his appearance in the ballroom. He bowed courteously on every side, but was received by all with the strictest reserve. No one knew who he was or whence he came, but it was evident from his appearance, that he was a nobleman of the first rank, and though his introduction was accepted with distrust, he was treated by all with respect. He addressed himself particularly to the daughter of the baron, and was so intelligent in his remarks, so lively in his sallies, and so fascinating in his address, that he quickly interested the feelings of his young and sensitive auditor. In fine, after some hesitation on the part of the host, who, with the rest of the company, was unable to approach the stranger with indifference, he was requested to remain a few days at the castle, an invitation which was cheerfully accepted.
The dead of the night drew on, and when all had retired to rest, the dull heavy bell was heard swinging to and fro in the grey tower, though there was scarcely a breath to move the forest trees. Many of the guests, when they met the next morning at the breakfast table, averred that there had been sounds as of the most heavenly music, while all persisted in affirming that they had heard awful noises, proceeding, as it seemed, from the apartment which the stranger at that time occupied. He soon, however, made his appearance at the breakfast circle, and when the circumstances of the preceding night were alluded to, a dark smile of unutterable meaning played round his saturnine features, and then relapsed into an expression of the deepest melancholy. He addressed his conversation principally to Clotilda, and when he talked of the different climes he had visited, of the sunny regions of Italy, where the very air breathes the fragrance of flowers, and the summer breeze sighs over a land of sweets; when he spoke to her of those delicious countries, where the smile of the day sinks into the softer beauty of the night, and the loveliness of heaven is never for an instant obscured, he drew tears of regret from the bosom of his fair auditor, and for the first time she regretted that she was yet at home
Days rolled on, and every moment increased the fervor of the inexpressible sentiments with which the stranger had inspired her. He never discoursed of love, but he looked it in his language, in his manner, in the insinuating tones of his voice, and in the slumbering softness of his smile, and when he found that he had succeeded in inspiring her with favourable sentiments, a sneer of the most diabolical meaning spoke for an instant, and died again on his dark featured countenance. When he met her in the company of her parents, he was at once respectful and submissive, and it was only when alone with her, in her ramble through the dark recesses of the forest, that he assumed the guise of the more impassioned admirer.
As he was sitting one evening with the baron in the wainscotted apartment of the library, the conversation happened to turn upon supernatural agency. The stranger remained reserved and mysterious during the discussion, but when the baron in a jocular manner denied the existence of spirits, and satirically mocked their appearance, his eyes glowed with unearthly luster, and his form seemed to dilate to more than its natural dimensions. When the conversation had ceased, a fearful pause of a few seconds and a chorus of celestial harmony was heard pealing through the dark forest glade. All were entranced with delight, but the stranger was disturbed and gloomy; he looked at his noble host with compassion, and something like a tear swam in his dark eye. After the lapse of a few seconds, the music died gently in the distance, and all was hushed as before. The baron soon after quitted the apartment, and was followed almost immediately by the stranger. He had not long been absent, when an awful noise, as of a person in the agonies of death, was heard, and the Baron was discovered stretched dead along the corridors. His countenance was convulsed with pain, and the grip of a human hand was visible on his blackened throat. The alarm was instantly given, the castle searched in every direction, but the stranger was seen no more. The body of the baron, in the meantime, was quietly committed to the earth, and the remembrance of the dreadful transaction, recalled but as a thing that once was.
***
After the departure of the stranger, who had indeed fascinated her very senses, the spirits of the gentle Clotilda evidently declined. She loved to walk early and late in the walks that he had once frequented, to recall his last words; to dwell on his sweet smile; and wander to the spot where she had once discoursed with him of love. She avoided all society, and never seemed to be happy but when left alone in the solitude of her chamber. It was then that she gave vent to her affliction in tears; and the love that the pride of maiden modesty concealed in public, burst forth in the hours of privacy. So beauteous, yet so resigned was the fair mourner that she seemed already an angel freed from the trammels of the world, and prepared to take her flight to heaven.
As she was one summer evening rambling to the sequestered spot that had been selected as her favourite residence, a slow step advanced towards her. She turned round, and to her infinite surprise discovered the stranger. He stepped gaily to her side, and commenced an animated conversation. 'You left me,' exclaimed the delighted girl; 'and I thought all happiness was fled from me for ever; but you return, and shall we not again be happy?' - 'Happy,' replied the stranger, with a scornful burst of derision, 'Can I ever be happy again - can there; - but excuse the agitation, my love, and impute it to the pleasure I experience at our meeting. Oh! I have many things to tell you; aye! and many kind words to receive; is it not so, sweet one? Come, tell me truly, have you been happy in my absence? No! I see in that sunken eye, in that pallid cheek, that the poor wanderer has at least gained some slight interest in the heart of his beloved. I have roamed to other climes, I have seen other nations; I have met with other females, beautiful and accomplished, but I have met with but one angel, and she is here before me. Accept this simple offering of my affection, dearest,' continued the stranger, plucking a heath-rose from its stem; 'it is beautiful as the wild flowers that deck thy hair, and sweet as is the love I bear thee.' - 'It is sweet, indeed,' replied Clotilda, 'but its sweetness must wither ere night closes around. It is beautiful, but its beauty is short-lived, as the love evinced by man. Let not this, then, be the type of thy attachment; bring me the delicate evergreen, the sweet flower that blossoms throughout the year, and I will say, as I wreathe it in my hair, "The violets have bloomed and died - the roses have flourished and decayed; but the evergreen is still young, and so is the love of heart!" - you will not - cannot desert me. I live but in you; you are my hopes, my thoughts, my existence itself: and if I lose you, I lose my all - I was but a solitary wild flower in the wilderness of nature, until you transplanted me to a more genial soil; and can you now break the fond heart you first taught to glow with passion?' - 'Speak not thus,' returned the stranger, 'it rends my very soul to hear you; leave me - forget me - avoid me for ever - or your eternal ruin must ensue. I am a thing abandoned of God and man - and did you but see the scared heart that scarcely beats within this moving mass of deformity, you would flee me, as you would an adder in your path. Here is my heart, love, feel how cold it is; there is no pulse that betrays its emotion; for all is chilled and dead as the friends I once knew.' - 'You are unhappy, love, and your poor Clotilda shall stay to succor you. Think not I can abandon you in your misfortunes. No! I will wander with thee through the wide world, and be thy servant, thy slave, if thou wilt have it so. I will shield thee from the night winds, that they blow not too roughly on thy unprotected head. I will defend thee from the tempest that howls around; and though the cold world may devote thy name to scorn - though friends may fall off, and associates wither in the grave, there shall be one fond heart who shall love thee better in thy misfortune, and cherish thee, bless thee still.' She ceased, and her blue eyes swam in tears, as she turned it glistening with affection towards the stranger. He averted his head from her gaze, and a scornful sneer of the darkest, the deadliest malice passed over his fine countenance. In an instant, the expression subsided; his fixed glassy eye resumed its unearthly chillness, and he turned once again to his companion. 'It is the hour of sunset,' he exclaimed; 'the soft, the beauteous hour, when the hearts of lovers are happy, and nature smiles in unison with their feelings; but to me it will smile no longer - ere the morrow dawns I shall very far, from the house of my beloved; from the scenes where my heart is enshrined, as in a sepulchre. But must I leave thee, dearest flower of the wilderness, to be the sport of a whirlwind, the prey of the mountain blast?' - 'No, we will not part,' replied the impassioned girl; 'where thou goest, will I go; thy home shall be my home; and thy God shall be my God.' - 'Swear it, swear it,' resumed the stranger, wildly grasping her by the hand; 'swear to the fearful oath I shall dictate.' He then desired her to kneel, and holding his right hand in a menacing attitude towards heaven, and throwing back his dark raven locks, exclaimed in a strain of bitter imprecation with the ghastly smile of an incarnate fiend, 'May the curses of an offended God,' he cried, 'haunt thee, cling to thee for ever in the tempest and in the calm, in the day and in the night, in sickness and in sorrow, in life and in death, shouldst thou swerve from the promise thou hast here made to be mine. May the dark spirits of the damned howl in thine ears the accursed chorus of fiends - may the air rack thy bosom with the quenchless flames of hell! May thy soul be as the lazar-house of corruption, where the ghost of departed pleasure sits enshrined, as in a grave: where the hundred-headed worm never dies where the fire is never extinguished. May a spirit of evil lord it over thy brow, and proclaim, as thou passest by, "THIS IS THE ABANDONED OF GOD AND MAN;" may fearful spectres haunt thee in the night season; may thy dearest friends drop day by day into the grave, and curse thee with their dying breath: may all that is most horrible in human nature, more solemn than language can frame, or lips can utter, may this, and more than this, be thy eternal portion, shouldst thou violate the oath that thou has taken.' He ceased - hardly knowing what she did, the terrified girl acceded to the awful adjuration, and promised eternal fidelity to him who was henceforth to be her lord. 'Spirits of the damned, I thank thee for thine assistance,' shouted the stranger; 'I have wooed my fair bride bravely. She is mine - mine for ever. - Aye, body and soul both mine; mine in life, and mine in death. What in tears, my sweet one, ere yet the honeymoon is past? Why! indeed thou hast cause for weeping: but when next we meet we shall meet to sign the nuptial bond.' He then imprinted a cold salute on the cheek of his young bride, and softening down the unutterable horrors of his countenance, requested her to meet him at eight o'clock on the ensuing evening in the chapel adjoining to the castle of Hernswolf. She turned round to him with a burning sigh, as if to implore protection from himself, but the stranger was gone.

On entering the castle, she was observed to be impressed with deepest melancholy. Her relations vainly endeavored to ascertain the cause of her uneasiness; but the tremendous oath she had sworn completely paralysed her faculties, and she was fearful of betraying herself by even the slightest intonation of her voice, or the least variable expression of her countenance. When the evening was concluded, the family retired to rest; but Clotilda, who was unable to take repose, from the restlessness of her disposition, requested to remain alone in the library that adjoined her apartment.
All was now deep midnight; every domestic had long since retired to rest, and the only sound that could be distinguished was the sullen howl of the ban-dog as he bayed, the waning moon Clotilda remained in the library in an attitude of deep meditation. The lamp that burnt on the table, where she sat, was dying away, and the lower end of the apartment was already more than half obscured. The clock from the northern angle of the castle tolled out the hour of twelve, and the sound echoed dismally in the solemn stillness of the night. Sudden the oaken door at the farther end of the room was gently lifted on its latch, and a bloodless figure, apparelled in the habiliments of the grave, advanced slowly up the apartment. No sound heralded its approach, as it moved with noiseless steps to the table where the lady was stationed. She did not at first perceive it, till she felt a death-cold hand fast grasped in her own, and heard a solemn voice whisper in her ear, 'Clotilda.' She looked up, a dark figure was standing beside her; she endeavoured to scream, but her voice was unequal to the exertion; her eye was fixed, as if by magic, on the form which, slowly removed the garb that concealed its countenance, and disclosed the livid eyes and skeleton shape of her father. It seemed to gaze on her with pity, an regret, and mournfully exclaimed - 'Clotilda, the dresses and the servants are ready, the church bell has tolled, and the priest is at the altar, but where is the affianced bride? There is room for her in the grave, and tomorrow shall she be with me.' -
'Tomorrow?' faltered out the distracted girl; 'the spirits of hell shall have registered it, and tomorrow must the bond be cancelled.' The figure ceased - slowly retired, and was soon lost in the obscurity of distance.
The morning - evening - arrived; and already as the hall clock struck eight, Clotilda was on her road to the chapel. It was a dark, gloomy night, thick masses of dun clouds sailed across the firmament, and the roar of the winter wind echoed awfully through the forest trees. She reached the appointed place; a figure was in waiting for her - it advanced - and discovered the features of the stranger. 'Why! this is well, my bride,' he exclaimed, with a sneer; 'and well will I repay thy fondness. Follow me.' They proceeded together in silence through the winding avenues of the chapel, until they reached the adjoining cemetery. Here they paused for an instant; and the stranger, in a softened tone, said, 'But one hour more, and the struggle will be over. And yet this heart of incarnate malice can feel, when it devotes so young, so pure a spirit to the grave. But it must - it must be,' he proceeded, as the memory of her past love rushed on her mind; 'for the fiend whom I obey has so willed it. Poor girl, I am leading thee indeed to our nuptials; but the priest will be death, thy parents the mouldering skeletons that rot in heaps around; and the witnesses to our union, the lazy worms that revel on the carious bones of the dead. Come, my young bride, the priest is impatient for his victim.' As they proceeded, a dim blue light moved swiftly before them, and displayed at the extremity of the churchyard the portals of a vault. It was open, and they entered it in silence. The hollow wind came rushing through the gloomy abode of the dead; and on every side were piled the mouldering remnants of coffins, which dropped piece by piece upon the damp mud. Every step they took was on a dead body; and the bleached bones rattled horribly beneath their feet. In the centre of the vault rose a heap of unburied skeletons, whereon was seated, a figure too awful even for the darkest imagination to conceive. As they approached it, the hollow vault rung with a hellish peal of laughter; and every mouldering corpse seemed endued with unholy life. The stranger paused, and as he grasped his victim in his hand, one sigh burst from his heart - one tear glistened in his eye. It was but for an instant; the figure frowned awfully at his vacillation, and waved his gaunt hand.
The stranger advanced; he made certain mystic circles in the air, uttered unearthly words, and paused in excess of terror. On a sudden he raised his voice and wildly exclaimed - 'Spouse of the spirit of darkness, a few moments are yet thine; that thou may'st know to whom thou hast consigned thyself. I am the undying spirit of the wretch who curst his Saviour on the cross. He looked at me in the closing hour of his existence, and that look hath not yet passed away, for I am curst above all on earth. I am eternally condemned to hell and I must cater for my master's taste till the world is parched as is a scroll, and the heavens and the earth have passed away. I am he of whom thou may'st have read, and of whose feats thou may'st have heard. A million souls has my master condemned me to ensnare, and then my penance is accomplished, and I may know the repose of the grave. Thou art the thousandth soul that I have damned. I saw thee in thine hour of purity, and I marked thee at once for my home. Thy father did I murder for his temerity, and permitted to warn thee of thy fate; and myself have I beguiled for thy simplicity. Ha! the spell works bravely, and thou shall soon see, my sweet one, to whom thou hast linked thine undying fortunes, for as long as the seasons shall move on their course of nature - as long as the lightning shall flash, and the thunders roll, thy penance shall be eternal. Look below! and see to what thou art destined.' She looked, the vault split in a thousand different directions; the earth yawned asunder; and the roar of mighty waters was heard. A living ocean of molten fire glowed in the abyss beneath her, and blending with the shrieks of the damned, and the triumphant shouts of the fiends, rendered horror more horrible than imagination. Ten millions of souls were writhing in the fiery flames, and as the boiling billows dashed them against the blackened rocks of adamant, they cursed with the blasphemies of despair; and each curse echoed in thunder cross the wave. The stranger rushed towards his victim. For an instant he held her over the burning vista, looked fondly in her face and wept as he were a child. This was but the impulse of a moment; again he grasped her in his arms, dashed her from him with fury; and as her last parting glance was cast in kindness on his face, shouted aloud, 'not mine is the crime, but the religion that thou professest; for is it not said that there is a fire of eternity prepared for the souls of the wicked; and hast not thou incurred its torments?' She, poor girl, heard not, heeded not the shouts of the blasphemer. Her delicate form bounded from rock to rock, over billow, and over foam; as she fell, the ocean lashed itself as it were in triumph to receive her soul, and as she sunk deep in the burning pit, ten thousand voices reverberated from the bottomless abyss, 'Spirit of evil! here indeed is an eternity of torments prepared for thee; for here the worm never dies, and the fire is never quenched.'


Ουίλιαμ Χάρισον Εϊνσγουόρθ (1805 - 1882). Άγγλος συγγραφέας, ειδικός στο ιστορικό μυθιστόρημα. Γεννημένος στο Μάντσεστερ, σπούδασε δικηγόρος αλλά το επάγγελμά του δεν τον είλκυε. Ο Εϊνσγουόρθ εισήχθη από τον Τζον Έμπερς, του οποίου την κόρη παντρεύτηκε, σε κύκλους της λογοτεχνίας και του θεάτρου. Δούλεψε σαν εκδότης και αργότερα σαν δημοσιογράφος και συγγραφέας. Η πρώτη του επιτυχία ήρθε το 1834 με το έργο του «Ρούκγουντ» παρουσιάζοντας ως κεντρικό ήρωα τον Ντικ Τέρπιν. Μέχρι το 1881 ακολούθησαν 39 μυθιστορήματα.

Επικρίνεται για το ανακάτεμα γεγονότων και φανταστικού στα έργα του με αποτέλεσμα φανταστικοί ήρωες να θεωρούνται πραγματικά πρόσωπα, όπως ο Ντικ Τέρπιν. Οι δίκες των μαγισσών του Λανκασάιρ το 1612 κατά παρόμοιο τρόπο διαστρεβλώθηκε ως πραγματικό γεγονός γοτθικού χαρακτήρα.

Το 1854 ο Εϊνσγουόρθ έγραψε το μυθιστόρημα Το Καπνιστό Χοιρομέρι, το οποίο γέννησε στην πόλη Ντανμόου του Έσεξ το έθιμο, κατά το οποίο παντρεμένα ζευγάρια που έζησαν χωρίς τσακωμούς κατά τον συζυγικό τους βίο, κατόπιν διαγωνισμού, επιβραβεύονται με μια μεγάλη μερίδα από χοιρομέρι. Το έθιμο αυτό αποτέλεσε τη βάση της ταινίας του 1952 Made in Heaven  με πρωταγωνίστρια την Πετούλα Κλάρκ. Ο Εϊνσγουόρθ επίσης αναφέρεται ως χαρακτήρας στο ιστορικό μυθιστόρημα του Στίβεν Κάρβερ (2016), Σαρκ Άλεϊ: τα απομνημονεύματα ενός γλοιώδους δημοσιογράφου, που αναφέρεται σε γεγονότα της φυλακής του Νιουγκέιτ [Shark Alley: The Memoirs of a Penny-a-Liner by Stephen Carver (2016)].





Η ΝΥΦΗ ΤΟΥ ΣΑΤΑΝΙΚΟΥ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΟΣ
Ουίλιαμ Χάρισον Εϊνσγουόρθ
Απόδοση: Βασίλης Κ. Μηλίτσης
Το κάστρο του Χέρνσβολφ, κατά τα τέλη του 1655, ήταν το στέκι της μόδας και της διασκέδασης. Ο ομώνυμος βαρόνος ήταν ο ισχυρότερος ευγενής της Γερμανίας, και εξίσου ξακουστός για τα πατριωτικά επιτεύγματα των γιων του καθώς και για το κάλλος της μοναχοκόρης του. Η γη των Χέρνσβολφ, που βρισκόταν στο κέντρο του Μέλανος Δρυμού, είχε κληροδοτηθεί σ’ έναν από τους προγόνους του βαρόνου ως δείγμα ευγνωμοσύνης του έθνους και περιήλθε μαζί με άλλες κληρονομικές κτήσεις στην οικογένεια του τωρινού ιδιοκτήτη. Το οικοδόμημα ήταν ένα οχυρωμένο, γοτθικό αρχοντικό, κτισμένο σύμφωνα με τον πιο επιβλητικό αρχιτεκτονικό ρυθμό των χρόνων εκείνων, και αποτελούταν κυρίως από σκοτεινούς, ελικοειδείς διαδρόμους, καθώς και από θολωτά με τάπητες στους τοίχους δωμάτια, μεγαλοπρεπή πράγματι ως προς το μέγεθός τους, αλλά μάλλον ακατάλληλα για προσωπική άνεση, λόγω της ζοφερής τους μεγαλοπρέπειας.

Ένα σκοτεινό δασύλλιο από κωνοφόρα και μελίες περιέβαλλαν το κάστρο από κάθε πλευρά, και δημιουργούσαν μια ατμόσφαιρα κατήφειας γύρω από τον χώρο, ο οποίος σπάνια ζωντάνευε από τη χαρωπή λιακάδα και το φως του ουρανού.

Οι καμπάνες του κάστρου σήμαναν χαρμόσυνα σ’ ένα χειμωνιάτικο λυκόφως, ενώ ο φύλακας του κάστρου μαζί με την ακολουθία του είχαν πάρει θέσεις στις επάλξεις, για ν’ αναγγείλουν την άφιξη των καλεσμένων που έρχονταν να συμμετάσχουν στο γλέντι που γινόταν εντός των τειχών. Η δεσποσύνη Κλοτίλδη, η μοναχοκόρη του βαρόνου, είχε μόλις κλείσει τα δεκαεφτά της, και για τα γενέθλιά της είχαν προσκαλέσει μια λαμπρή συντροφιά. Οι πόρτες των ευρύχωρων θολωτών αιθουσών ήταν ορθάνοιχτες για την υποδοχή των πολυάριθμων καλεσμένων, και η ευθυμία της βραδιάς μόλις είχε ξεκινήσει όταν το ρολόι του πύργου που οδηγούσε στα μπουντρούμια του κάστρου ακούστηκε να χτυπάει με ασυνήθιστη επισημότητα και αμέσως ένας ξένος με ψηλό ανάστημα, ντυμένος κατάμαυρα έκανε την εμφάνισή του στην αίθουσα του χορού. Υποκλίθηκε με χάρη σε κάθε κατεύθυνση, αλλά όλοι τον υποδέχθηκαν με την πιο αυστηρή επιφύλαξη. Κανείς δεν ήξερε ποιος ήταν κι από πού ήρθε, αλλά ήταν εμφανές από το παρουσιαστικό του πως ήταν διακεκριμένος ευγενής, και παρόλο που τον δέχτηκαν με δυσπιστία, όλοι τον συμπεριφέρθηκαν με σεβασμό. Αποτάθηκε ιδιαίτερα στην κόρη του βαρόνου με τέτοιες έξυπνες και αβρές φιλοφρονήσεις καθώς και με τόσα σαγηνευτικά λόγια ώστε γρήγορα εξήψε τα αισθήματα της νεαρής και ευαίσθητης ακροάτριας. Τελικά, μετά από κάποιους δισταγμούς εκ μέρους του οικοδεσπότη, ο οποίος, μαζί με την υπόλοιπη ομήγυρη, αδυνατούσε πλέον να συμπεριφερθεί στον ξένο με αδιαφορία, τον παρακάλεσε να μείνει μερικές μέρες στο κάστρο, και την πρόσκληση αυτή ο ξένος τη δέχτηκε με χαρά.

Πλησίαζαν τα μεσάνυχτα και όταν όλοι αποσύρθηκαν να αναπαυθούν, ακούστηκαν από τον γκρίζο πύργο οι αργοί και βαριοί χτύποι της καμπάνας που κουνιόταν από μόνη της πέρα δώθε, αν και δεν υπήρχε σχεδόν καμιά πνοή ανέμου ώστε να κάνει τα δέντρα του δάσους να κουνιούνται. Πολλοί από τους καλεσμένους το επόμενο πρωί κατά το πρόγευμα ισχυρίστηκαν πως είχαν ακούσει ήχους μιας μελωδικότατης ουράνιας μουσικής, ενώ όλοι επέμεναν με βεβαιότητα ότι είχαν επίσης ακούσει τρομακτικούς θορύβους που φαίνονταν να προέρχονται από τα διαμερίσματα όπου φιλοξενούταν ο ξένος. Σύντομα ο ξένος έκανε την εμφάνισή του στον κύκλο του πρωινού και όταν αναφέρθηκαν τα συμβάντα της προηγούμενης νύχτας, ένα σκοτεινό χαμόγελο ανέκφραστης αινιγματικότητας ζωγραφίστηκε στα σαρδόνια χαρακτηριστικά του προσώπου του και κατόπιν ο ίδιος κύλησε σε μια έκφραση βαθύτατης μελαγχολίας. Απεύθυνε την κουβέντα του κυρίως στην Κλοτίλδη, και όταν αφηγήθηκε τα διαφορετικά μέρη που επισκέφθηκε, τις ηλιόλουστες περιοχές της Ιταλίας, όπου πάντα ο αέρας αποπνέει το άρωμα των λουλουδιών και το καλοκαιρινό αεράκι φυσάει πάνω σε μια γλυκιά χώρα, όπου το χαμόγελο της μέρας βυθίζεται στην απαλότερη ομορφιά της νύχτας, και η χάρη του ουρανού δεν σκοτεινιάζει ούτε στιγμή – τότε προκάλεσε δάκρυα λύπης ν’ αναβλύζουν από τα στήθη της ωραίας του ακροάτριας, και για πρώτη φορά η ίδια μετάνιωνε που βρισκόταν ακόμη στο σπίτι της.

Οι μέρες κυλούσαν και κάθε στιγμή μεγάλωνε τη θέρμη των ανέκφραστων συναισθημάτων που είχε εμπνεύσει μέσα της. Ο ίδιος ποτέ δε μίλησε ανοιχτά για έρωτα, αλλά τον υπονοούσε στα λόγια του, στους τρόπους του και στον τόνο της φωνής του, καθώς και στην υπνωτιστική απαλότητα του χαμόγελού του, και όταν ανακάλυψε πως είχε πετύχει να την εμπνεύσει με ευνοϊκά συναισθήματα, η έκφρασή του για μια στιγμή έδειξε μια χλεύη διαβολικότατου χαρακτήρα, η οποία μετά εξαφανίστηκε στα σκοτεινά χαρακτηριστικά του προσώπου του. Όταν τη συναντούσε ενώπιον των γονιών της, αμέσως έδειχνε σεβασμό και υποταγή, και μόνο όταν βρισκόταν κατ’ ιδίαν μαζί της κατά τους περιπάτους της μέσα στις σκιερές εσοχές του δάσους, φορούσε το προσωπείο του πλέον παθιασμένου θαυμαστή της.

Καθώς καθόταν μια βραδιά με τον βαρόνο στην ξυλεπένδυτη αίθουσα της βιβλιοθήκης, η κουβέντα στράφηκε σε υπερφυσικά φαινόμενα. Ο ξένος παρέμεινε επιφυλακτικός και μυστηριώδης κατά τη διάρκεια της συζήτησης, αλλά όταν ο βαρόνος με διάθεση αστεϊσμού δεν παραδέχτηκε την ύπαρξη φαντασμάτων και ειρωνικά ενέπαιξε την εμφάνισή τους, τα μάτια του ξένου άστραψαν με μια απόκοσμη λάμψη, και η μορφή του φάνηκε να μεγαλώνει πάνω από τις φυσιολογικές διαστάσεις της. Όταν σταμάτησε η συζήτηση, ακολούθησε μια παύση γεμάτη φόβο για λίγα δευτερόλεπτα και κατόπιν ακούστηκε μια χορωδία ουράνιας αρμονίας μέσα από το ξέφωτο του σκοτεινού δάσους. Όλοι έμειναν εκστασιασμένοι και περιχαρείς, εκτός από τον ξένο ο οποίος ταράχτηκε και σκυθρώπιασε. Κοίταξε τον ευγενή οικοδεσπότη και κάτι σαν δάκρυ ανάβλυσε στα σκοτεινά του μάτια. Μετά την παρέλευση ολίγων δευτερολέπτων η μουσική έσβησε απαλά στο βάθος και τα πάντα ησύχασαν σαν πρώτα. Σύντομα ο βαρόνος βγήκε από τη βιβλιοθήκη ακολουθούμενος αμέσως από τον ξένο. Δεν είχε λείψει πολύ όταν ακούστηκε ένας απαίσιος θόρυβος, σαν κάποιος να βρίσκεται σε επιθανάτια αγωνία, και ο βαρόνος βρέθηκε νεκρός, ξαπλωμένος διάπλατα στους διαδρόμους. Το πρόσωπό του είχε έναν μορφασμό πόνου και στον μαυρισμένο του λαιμό ήταν ορατό το αποτύπωμα λαβής από ανθρώπινο χέρι. Αμέσως σήμανε συναγερμός, το κάστρο ερευνήθηκε προς πάσα κατεύθυνση, αλλά ο ξένος έγινε άφαντος και κανείς δεν είδε πια. Η σορός του βαρόνου, εντωμεταξύ, κηδεύτηκε και ενταφιάστηκε δεόντως, και η ανάμνηση του φοβερού συμβάντος παρέμεινε σαν κάτι που κάποτε υπήρξε.

 

***

Μετά την εξαφάνιση του ξένου, ο οποίος είχε πράγματι σαγηνεύσει τις αισθήσεις της, η τρυφερή Κλοτίλδη, όπως ήταν φυσικό, έπεσε σε μαρασμό. Της άρεσε, πάραυτα, να κάνει τους πρωινούς και απογευματινούς της περιπάτους στα μέρη όπου εκείνος συνήθιζε να συχνάζει και να φέρνει στη μνήμη της τα τελευτάω του λόγια, να στοχάζεται το γλυκό του χαμόγελο και να περιφέρεται στο σημείο όπου είχε κάποτε μιλήσει μαζί του για έρωτα. Απέφευγε κάθε επικοινωνία με κόσμο, και ποτέ δεν έδειχνε χαρούμενη, και μόνο ηρεμούσε όταν κλεινόταν στη μοναξιά του δωματίου της. Και τότε ξεσπώντας σε δάκρυα έβγαζε τον πόνο της. Ο έρωτας, τον οποίο έκρυβε με την παρθενική της σεμνότητα, έβγαινε βίαια από μέσα της στις ώρες της μοναξιάς της. Πανέμορφη, αλλά και τόσο αποτραβηγμένη ήταν η κόρη που καρτερικά πενθούσε ώστε ήδη έδειχνε σαν άγγελος απαλλαγμένη από τα δεσμά του κόσμου και προετοιμασμένη να πετάξει στον παράδεισο.

Καθώς αυτή έκανε τον περίπατό της μια καλοκαιρινή βραδιά στο απομονωμένο μέρος που είχε διαλέξει σαν το προτιμώμενό της ησυχαστήριο, αργά βήματα την πήραν ξωπίσω της. Γύρισε και προς ανείπωτη έκπληξή της είδε τον ξένο. Βάδισε χαρωπά πλάι της και άρχισε να μιλάει ζωηρά. «Μ’ εγκαταλείψατε», αναφώνησε καταχαρούμενη η νέα», και όλη η ευτυχία χάθηκε για μένα για πάντα. Αλλά τώρα που επιστρέψατε, θα ξαναγίνουμε ευτυχισμένοι;» «Ευτυχισμένοι», απάντησε ο ξένος σ’ ένα περιφρονητικό ξέσπασμα λοιδορίας. «Θα μπορούσα ποτέ να είμαι ξανά ευτυχισμένος – είναι δυνατόν; - αλλά συγχώρησέ με για την αναστάτωση, αγαπημένη μου, και απόδωσέ την στη χαρά που νιώθω για τη συνάντησή μας. Ω! έχω τόσα να σου πω. Πράγματι, και να δεχτώ πολλά καλά λόγια, έτσι δεν είναι, γλυκιά μου; έλα, πες μου ειλικρινά, ήσουν ευτυχισμένη όσο έλειπα; Όχι, το βλέπω στα βαθουλωμένα σου μάτια, στα ωχρά σου μάγουλα – κάτι που η φτωχή μου περιπλανώμενη έχει τουλάχιστον κερδίσει κάποιο μικρό ενδιαφέρον στην καρδιά του αγαπημένου της. Έχω ταξιδέψει σ’ άλλα μέρη, έχω δει άλλους λαούς, έχω συναναστραφεί με άλλες γυναίκες, όμορφες και φτασμένες, αλλά μόνον έναν άγγελο έχω συναντήσει, κι αυτός βρίσκεται τώρα μπροστά μου. Δέξου αυτή την ταπεινή προσφορά της στοργής μου, αγαπημένη μου», συνέχισε ο ξένος κι έκοψε ένα τριαντάφυλλο από μια αγριοτριανταφυλλιά. Είναι ωραίο σαν τα αγριολούλουδα που στολίζουν τα μαλλιά σου, και γλυκό σαν την αγάπη που τρέφω για σένα». «Είναι στ’ αλήθεια γλυκό», αποκρίθηκε η Κλοτίλδη, «αλλά η γλύκα του θα μαραθεί πριν μας τυλίξει η νύχτα. Είναι όμορφο, αλλά η ομορφιά του είναι βραχύβια, όπως η αγάπη που δείχνει ο άντρας. Ας μην είναι, λοιπόν, αυτός ο χαρακτήρας της προσήλωσής σου. Φέρε μου το λεπτοκαμωμένο αειθαλές, το γλυκομύριστο λουλούδι που ανθίζει όλο τον χρόνο, και τότε θα πω καθώς θα στεφανώνω τα μαλλιά μου οι βιολέτες άνθισαν και μαράθηκαν – τα ρόδα άνοιξαν και αλλοιώθηκαν. Αλλά το αειθαλές παραμένει νέο, κι έτσι παραμένει η αγάπη που αναβλύζει από την καρδιά! Δε θα μ’ αφήσεις, δεν μπορείς να μ’ εγκαταλείψεις. Ζω μόνο από σένα. Εσύ είσαι όλες μου οι ελπίδες, οι σκέψεις μου, η ίδια μου η ύπαρξη. Κι αν σε χάσω, χάνω τα πάντα. Μέχρι τώρα δεν ήμουν παρά ένα μοναχικό αγριολούλουδο μέσα στην ερημιά της φύσης μέχρι που εσύ με μεταφύτεψες σε πιο ευνοϊκό χώμα. Μπορείς τώρα να ραγίσεις την τρυφερή καρδιά που την πρωτόμαθες να φλέγεται από πάθος για σένα;» «Μη μιλάς έτσι», απάντησε ο ξένος, «τα λόγια σου σχίζουν την ίδια μου την ψυχή όταν τα ακούω. Άφησέ με – ξέχασέ με – απόφυγέ με για πάντα – γιατί αλλιώς θα σε βρει αιώνια καταστροφή. Είμαι ένα πλάσμα που το εγκατέλειψαν ο Θεός και οι άνθρωποι – και εάν έβλεπες τη φοβισμένη καρδιά που μετά βίας χτυπά μέσα σ’ αυτό το παραμορφωμένο κινούμενο κουφάρι, θα έτρεχες να φύγεις από μένα όπως θα έκανες αν έβλεπες οχιά στο διάβα σου. Να η καρδιά μου, αγαπημένη μου, δες πόσο ψυχρή είναι. Δεν υπάρχει παλμός που να δείχνει συγκίνηση, γιατί όλη είναι παγωμένη και νεκρή όπως οι φίλοι που κάποτε είχα». – «Είσαι δυστυχισμένος, αγαπημένε μου, αλλά η φτωχή σου Κλοτίλδη θα μείνει και θα απαλύνει τον πόνο σου. Μη σκεφτείς πως θα σ’ εγκαταλείψω στις συμφορές σου. Όχι! Θα σ’ ακολουθήσω στα πέρατα του κόσμου, και θα γίνω η δούλη σου που θα σ’ υπηρετεί, αν το θελήσεις. Θα σε προστατεύω από τους ανέμους της νύχτας ώστε να μη φυσούν πολύ άγρια το απροστάτευτό σου κεφάλι. Θα μπαίνω μπροστά στην καταιγίδα που θα λυσσομανά τριγύρω σου. Κι αν ο άπονος κόσμος θα περιφρονεί το όνομά σου – κι αν οι φίλοι σου φεύγουν και οι σύντροφοί σου λιώνουν μέσα στα μνήματά τους, θα υπάρχει πάντα μια τρυφερή καρδιά που θα σ’ αγαπά πιο πολύ στις δυστυχίες σου, θα σε λατρεύει και θα σ’ ευλογεί». Σταμάτησε να μιλάει και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα, καθώς υγρά τα έστρεψε με στοργή προς τον ξένο. Αυτός απέστρεψε το πρόσωπό του και μια περιφρονητική έκφραση σαρκασμού και της πιο σκοτεινής και ολέθριας μοχθηρίας ζωγραφίστηκε στη μορφή του. Σαν αστραπή, όμως, αυτή η έκφραση εξαφανίστηκε και η γυαλάδα των ματιών του ξαναπήρε την απόκοσμη ψυχρότητα, και ξαναγυρίζοντας στη σύντροφό του αναφώνησε: «Είναι η ώρα του ηλιοβασιλέματος, η γαλήνια, υπέροχη ώρα, όταν οι καρδιές των εραστών αγάλλονται και η φύση τους συντροφεύει τα συναισθήματά τους με χαμόγελο. Αλλά σ’ εμένα η φύση δε θα μου χαμογελάσει πια – πριν έρθει η χαραυγή, θα βρίσκομαι πολύ μακριά από το σπίτι της αγαπημένης μου, από τα μέρη όπου η καρδιά μου έχει ενταφιαστεί. Αλλά άραγε πρέπει να σ’ αφήσω, αγαπημένο μου αγριολούλουδό μου, για να γίνω παίγνιο μιας ανεμοζάλης, βορά της ορεινής θύελλας;» - «Όχι, δε θα χωρίσουμε», απάντησε η νέα με πάθος, «όπου κι αν πας, θα σ’ ακολουθώ. Όπου μένεις, θα μένω κι εγώ. Κι ο Θεός σου θα είναι και δικός μου Θεός». – «Ορκίσου το, ορκίσου το», επανέλαβε ο ξένος αρπάζοντας βίαια το χέρι της. «Πάρε τον φοβερό όρκο που θα σου υπαγορεύσω». Κατόπιν της είπε να γονατίσει, και υψώνοντας το δεξί του χέρι απειλητικά προς τον ουρανό και ρίχνοντας πίσω τα κορακίσια του μαλλιά, εξεστόμισε μια φοβερή κατάρα μ’ ένα απαίσιο μειδίαμα λες και ήταν μετενσαρκωμένος δαίμονας. «Άμποτε οι κατάρες ενός προσβεβλημένου Θεού», αναφώνησε, «να σε στοιχειώνουν, να κολλήσουν πάνω σου για πάντα, στην μπόρα και στην ηρεμία, στη ζωή και στον θάνατο, εάν αθετήσεις τον όρκο σου που έχεις κάνει να γίνεις δική μου. Άμποτε τα σκοτεινά πνεύματα των κολασμένων να τραγουδούν ουρλιάζοντας στ’ αυτιά σου την καταραμένη χορωδία των δαιμόνων – Άμποτε ο αέρας που αναπνέεις να κατακαίει το στήθος σου με τις άσβεστες φλόγες της κολάσεως! Άμποτε η ψυχή σου να γίνει τόπος αποσύνθεσης, όπου το πνεύμα της χαμένης χαράς θα θρονιάζεται σαν σε τάφο: όπου το σκουλήκι με τα εκατό κεφάλια ποτέ δεν πεθαίνει, κι όπου η φωτιά ποτέ δε σβήνει. Άμποτε το πνεύμα του κακού να κυριαρχεί στο πρόσωπό σου, και καθώς θα περνάς μπροστά από κόσμο να μαρτυράει: ‘ΝΑ ΤΟ ΠΛΑΣΜΑ ΠΟΥ ΕΓΚΑΤΑΛΗΦΘΗΚΕ ΑΠΟ ΘΕΟ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ’. Άμποτε φοβερά φαντάσματα να σε στοιχειώνουν τις ώρες της νύχτας. Άμποτε οι πιο αγαπημένοι σου φίλοι μέρα με τη μέρα να χάνονται στον τάφο και να σε καταριούνται όταν αφήνουν την τελευταία τους πνοή. Άμποτε ό, τι είναι το πιο απαίσιο στην ανθρώπινη φύση, πέρα από κάθε περιγραφή που μπορούν ν’ αρθρώσουν τα χείλη να γίνει η αιώνια σου μοίρα, αν τύχει και παραβείς τον όρκο που έδωσες». Στο σημείο αυτό σταμάτησε – χωρίς σχεδόν να δίνει σημασία πώς αντιδρούσε το τρομοκρατημένο κορίτσι. Αυτό όμως  δέχτηκε τον φοβερό του εξορκισμό και υποσχέθηκε αιώνια πίστη σ’ αυτόν που έκτοτε θα την εξουσίαζε. «Κολασμένα πνεύματα, σας ευχαριστώ για τη συμπαράστασή σας», αναφώνησε ο ξένος. «Έχω κερδίσει γενναία την αγάπη της ωραίας μου νύφης. Τώρα είναι δική μου – δική μου για πάντα. – Ναι, ψυχή τε και σώματι δική μου. Δική μου στη ζωή και στον θάνατο. Αλλά προς τι τα δάκρυα, γλυκιά μου, πριν ακόμη περάσει ο μήνας του μέλιτος; Αλλά πράγματι έχεις λόγο να κλαις, αλλά όταν ξανασυναντηθούμε, ας είναι τούτο το σημάδι του γαμήλιου δεσμού μας». Κι αμέσως αποτυπώνει ένα ψυχρό φιλί στο μάγουλο της νεαρής του νύφης. Απαλύνοντας τα απερίγραπτα φρικαλέα χαρακτηριστικά του προσώπου του, της ζήτησε να τον συναντήσει στις οχτώ η ώρα την επόμενη βραδιά στο παρεκκλήσι πλάι στο κάστρο του Χερνσβολφ. Η κοπέλα γύρισε προς το μέρος του με έναν αγωνιώδη αναστεναγμό σαν να ζητούσε να προφυλαχθεί από τον ίδιο, αλλά ο ξένος ήταν ήδη φευγάτος.

Μπαίνοντας στο κάστρο, έδειχνε φανερά ότι κατεχόταν από βαθύτατη μελαγχολία. Του κάκου οι δικοί της πάσχιζαν να την πείσουν ν’ αποκαλύψει την αιτία της αγωνίας της. Όμως, ο τρομακτικός όρκος που πήρε παράλυσε εντελώς τις δυνάμεις της και φοβόταν ακόμη και με τον παραμικρό τόνο της φωνής της ή την παραμικρή έκφραση του προσώπου της μην προδοθεί. Στο τέλος της βραδιάς, η οικογένεια αποσύρθηκε ν’ αναπαυθεί, αλλά η Κλοτίλδη, ανήμπορη να κοιμηθεί από την ανησυχία της κατάστασής της, ζήτησε να μείνει μόνη της στη βιβλιοθήκη που συγκοινωνούσε με τα διαμερίσματά της.

Ήταν πια βαθιά μεσάνυχτα. Όλο το υπηρετικό προσωπικό είχε αποσυρθεί για ύπνο, και ο μόνος ήχος που ακουγόταν ήταν το μελαγχολικό ουρλιαχτό του σκύλου καθώς ατένιζε τη σελήνη που βρισκόταν στη χάση της. Η Κλοτίλδη καθόταν στη βιβλιοθήκη σε στάση βαθιού στοχασμού. Η λάμπα που έκαιγε πάνω στο τραπέζι όπου καθόταν πήγαινε να σβήσει και το κάτω μέρος του δωματίου ήταν κιόλας μισοσκότεινο. Το ρολόι στη βορεινή γωνία του κάστρου σήμανε πένθιμα στην ώρα του μεσονυκτίου και ο αντίλαλος απλώθηκε ζοφερός μέσα στη μελαγχολική ηρεμία της νύχτας. Ξαφνικά η δρύινη πόρτα στην άλλη άκρη του δωματίου άνοιξε απαλά και μια αναιμική μορφή ντυμένη με σάβανα προχώρησε μέσα στο δωμάτιο. Κανείς ήχος δεν φανέρωνε τα αθόρυβα βήματά της καθώς πλησίαζε στο τραπέζι που καθόταν η νεαρή δεσποσύνη. Στην αρχή η ίδια δεν την αντιλήφθηκε παρά μόνο όταν ένιωσε ένα νεκρικά παγωμένο χέρι να αρπάζει δυνατά το δικό της και άκουσε μια βαριά φωνή να ψιθυρίζει στο αυτί της: «Κλοτίλδη». Σήκωσε το βλέμμα της. Μια σκοτεινή μορφή στεκόταν πλάι της. Προσπάθησε να ουρλιάξει, αλλά η φωνή της δεν ανταποκρινόταν στην προσπάθειά της. Η ματιά της είχε καρφωθεί, σαν να την είχαν μαγέψει, στη μορφή η οποία έβγαλε αργά το ένδυμα που κάλυπτε το πρόσωπό της και αποκάλυψε τα πελιδνά μάτια και το σχήμα του σκελετού του νεκρού πατέρα της. Η μορφή του πατέρα της έδειχνε να τη κοιτάει με οίκτο και θλίψη, και λυπημένα αναφώνησε: «Κλοτίλδη, οι ενδυμασίες και οι υπηρέτες είναι έτοιμοι, η καμπάνα της εκκλησίας έχει κτυπήσει πένθιμα, ο ιερέας περιμένει στον βωμό, αλλά πού είναι η μνηστευμένη νύφη; Υπάρχει χώρος και γι’ αυτή μέσα στο μνήμα, και αύριο θα βρίσκεται κοντά μου».

«Αύριο;» ψέλλισε το κορίτσι σε κατάσταση αλλοφροσύνης. «Οι δαίμονες της κολάσεως θα το έχουν καταγράψει, και αύριο ο δεσμός πρέπει να λυθεί». Η μορφή σιώπησε, αποσύρθηκε αργά και σύντομα χάθηκε μέσα στο σκοτάδι.


Το πρωί ήρθε κι έφυγε βασανιστικά και το βράδυ επιτέλους έφτασε. Το ρολόι της αίθουσας σήμανε οχτώ, και η Κλοτίλδη κατευθυνόταν ήδη προς το παρεκκλήσι. Ήταν μια σκοτεινή, καταθλιπτική νύχτα. Πυκνά σταχτιά σύννεφα αρμένιζαν πάνω στο στερέωμα και το μούγκρισμα του χειμωνιάτικου ανέμου αντηχούσε απαίσια μέσα από τα δέντρα του δάσους. Έφτασε στο καθορισμένο σημείο. Μια μορφή την περίμενε, η οποία προχώρησε προς το μέρος της. Η κοπέλα αναγνώρισε τα χαρακτηριστικά του ξένου. «Μα! Όλα καλά, νύφη μου», αναφώνησε ο ξένος χλευαστικά, «και καλά εγώ θ’ ανταποδώσω τη στοργή σου. Ακολούθησέ με». Προχώρησαν μαζί σιωπηλά μέσα από τα ελικοειδή μονοπάτια προς το παρεκκλήσι μέχρι που έφτασαν στο παρακείμενο νεκροταφείο. Εκεί στάθηκαν για λίγο και ο ξένος της είπε με απαλή φωνή: «Μόνο μια ώρα ακόμη και τα βάσανα θα τελειώσουν. Κι όμως τούτη η καρδιά από ενσαρκωμένη μοχθηρία μπορεί κα νιώθει, όταν παραδίδει ένα τόσο νεαρό, τόσο αγνό πνεύμα στον τάφο. Αλλά αυτό πρέπει να γίνει», συνέχισε αυτός, ενώ η ανάμνηση της περασμένης της αγάπης κατέκλυζε τον νου της, «διότι ο δαίμονας που υπακούω έτσι το θέλησε. Φτωχό μου κορίτσι, σε οδηγώ πράγματι στους γάμους μας, αλλά ο ιερέας θα είναι ο θάνατος, οι γονείς σου τα μουχλιασμένα σκέλεθρα που σαπίζουν σε σωρούς γύρω μας. Και μάρτυρες της ένωσής μας τα νωθρά σκουλήκια που οργιάζουν πάνω στα σάπια κόκκαλα των νεκρών. Έλα, νεαρή μου νύφη, ο ιερέας είναι ανυπόμονος για το θύμα του». Καθώς προχωρούσαν, ένα γρήγορο, θαμπό, γαλάζιο φως έφεγγε μπροστά τους κι έδειχνε στο άκρο του νεκροταφείου την είσοδο ενός θόλου. Η πόρτα ήταν ανοιχτή καθώς μπήκαν σιωπηλοί. Μια υπόκωφη βοή ανέμου έβγαινε από την κατοικία των νεκρών. Και στις δυο πλευρές υπήρχαν σε σωρούς τα σαρακοφαγωμένα απομεινάρια από φέρετρα, τα οποία με τον χρόνο κατέρρεαν πάνω στο μουσκεμένο χώμα. Σε κάθε τους βήμα πατούσαν και σ’ ένα πτώμα. Τα ξασπρισμένα οστά κροτάλιζαν απαίσια κάτω από τα πόδια τους. Στο κέντρο του θόλου υψωνόταν ένας σωρός από άθαφτους σκελετούς, πάνω στον οποίο καθόταν μια μορφή τόσο αποτρόπαιη που ακόμη και η πιο σκοτεινή φαντασία δεν μπορούσε να συλλάβει. Όπως την πλησίασαν, μέσα στον κοίλο θόλο αντήχησε ένα σατανικό γέλιο, και κάθε μουχλιασμένο πτώμα φάνηκε να ανακτά μια ανίερη ζωή. Ο ξένος σταμάτησε αδράχνοντας το θύμα του από το χέρι, ένας αναστεναγμός βγήκε από το στήθος του και ένα δάκρυ έλαμψε στα μάτια του. Όλο αυτό συνέβη αστραπιαία, κι όμως η μορφή πάνω στο σωρό σκυθρώπιασε απαίσια μ’ αυτή την αμφιταλάντευση του ξένου, και ανέμισε το ισχνό του χέρι.

Ο ξένος προχώρησε κάνοντας ορισμένους απόκρυφους κύκλους με τα χέρια του στον αέρα και προφέροντας απόκοσμες λέξεις. Μετά στάθηκε κατατρομαγμένος. Ξαφνικά όμως ξεφωνίζοντας άγρια είπε: «Σύζυγε του πνεύματος του σκότους, για λίγες στιγμές ανήκεις ακόμη στον εαυτό σου και μπορείς να δεις σε ποιον έχεις παραδοθεί: σ’ εμένα, που είμαι το αθάνατο πνεύμα του αχρείου εκείνου που καταράστηκε τον Σωτήρα μας πάνω στον σταυρό. Με κοίταξε την τελευταία ώρα της ύπαρξής του, κι εκείνο το βλέμμα δεν έχει χαθεί ακόμη, διότι είμαι καταραμένος υπεράνω όλων πάνω στη γη. Είμαι αιώνια καταδικασμένος στην κόλαση και αναγκάζομαι να ικανοποιώ τις ορέξεις του αφέντη μου μέχρι ο κόσμος να αποξηραθεί σαν μια περγαμηνή, και ουρανός και γη θα χαθούν. Εγώ είμαι εκείνος για τον οποίο θα έχεις διαβάσει και που τα κατορθώματά του θα έχεις ακούσει. Ένα εκατομμύριο ψυχές μ’ έχει ο αφέντης μου ορίσει να παγιδεύσω μέχρι να εκπληρωθεί η τιμωρία μου ώστε να μπορέσω ν’ αναπαυθώ στον τάφο μου. Εσύ είσαι η χιλιοστή ψυχή που έχω πλανήσει. Σε είδα στον καιρό της αγνότητάς σου και σε ξεχώρισα αμέσως για την κατοικία μου. Δολοφόνησα τον πατέρα σου για τη δειλία του, και τον επέτρεψα να σε προειδοποιήσει για τη μοίρα σου. Κι εγώ ο ίδιος σε ξεγέλασα από την αφέλειά σου. Χα! τα μάγια καλά κρατούν, και σύντομα θα δεις, γλυκιά μου, με ποιον έχεις δέσει την αθάνατή σου μοίρα, ενόσω οι αιώνες θα περνούν στην πορεία του χρόνου – ενόσω οι αστραπές θα λάμπουν, και οι κεραυνοί θα βροντούν, η τιμωρία σου θα είναι αιώνια. Κοίταξε προς τα κάτω και δες για τι προορίζεσαι». Η κοπέλα κοίταξε και ο θόλος σχίστηκε σε χίλια κομμάτια. Η γη άνοιξε στα δύο και ακούστηκε το βουητό πολλών χειμάρρων. Εμφανίστηκε ένας ωκεανός από πυρακτωμένη λάβα στην άβυσσο από κάτω της και το ανακάτεμα των ουρλιαχτών των κολασμένων με τις θριαμβευτικές κραυγές των δαιμόνων καθιστούσαν  τη φρίκη πιο φρικαλέα από όσο μπορεί κανείς να φανταστεί. Δέκα εκατομμύρια ψυχές σφάδαζαν μέσα στις άγριες φλόγες και, καθώς καυτά κύματα τις πετούσαν με μανία πάνω σε μαυρισμένα αδαμάντινα βράχια, ξεστόμιζαν βλαστήμιες απελπισίας. Και κάθε βρισιά αντηχούσε σαν κεραυνός πάνω στα κύματα. Ο ξένος όρμησε προς το θύμα του. Για μια στιγμή την κράτησε πάνω από τη φλεγόμενη κόλαση, την κοίταξε τρυφερά στο πρόσωπο και έκλαψε σαν μικρό παιδί. Τούτο όμως ήταν η παρόρμηση μιας στιγμής. Ξανά την άρπαξε στα μπράτσα του και την έριξε στη φωτιά με μανία. Καθώς η τελευταία της ματιά του αποχωρισμού ατένιζε το πρόσωπό του με καλοσύνη, αυτός ξεφώνησε δυνατά: «Το κρίμα δεν είναι δικό μου, είναι της θρησκείας που έχεις ασπαστεί – διότι δεν ελέχθη ότι υπάρχει το πυρ το εξώτερον, το προετοιμασμένο για τις ψυχές των αμαρτωλών; Και τώρα εσύ δεν έχεις προκαλέσει τα μαρτύριά του;» Η καημένη κοπέλα ούτε άκουσε, ούτε πρόσεξε τα ξεφωνητά του βλάστημου. Το εύθραυστο κορμάκι της αναπήδησε από βράχο σε βράχο παρασυρμένο από τα καυτά κύματα και τους πύρινους αφρούς. Καθώς αυτή έπεφτε, ο ωκεανός, θα έλεγε κανείς, αναταράχθηκε θριαμβευτικά για να δεχθεί την ψυχή της. Και καθώς αυτή βυθιζόταν βαθιά μέσα στο πύρινο φρέαρ, δέκα χιλιάδες φωνές αντηχούσαν από την απύθμενη άβυσσο: «Πνεύμα του Κακού! Εδώ πράγματι είναι η αιωνιότητα των βασάνων, η προετοιμασμένη για σένα. Εδώ είναι το σκουλήκι που ποτέ δεν παθαίνει και η φωτιά που ποτέ δε σβήνει».