|
THE FIRES WITHIN
Arthur C. Clarke
'This,' said Karn smugly, 'will interest you. Just take a look at it!' 'It's a long report from a Dr Matthews to the Minister of Science.' He
waved it in front of me. 'Just read it!' Without much enthusiasm, I began to go through the file. A few minutes
later I looked up and admitted grudgingly: 'Maybe you're right - this time.'
I didn't speak again until I'd finished… At the time of Dr Clayton's death in 1960, the equipment was working at a
power level of over a megawatt and quite good pictures of strata a mile down
could be obtained. Dr Clayton had correlated the results with known
geographical surveys, and had proved beyond doubt the value of the
information obtained.
'I can now get recognizable echoes from two miles down, but I hope to
step up the transmitter to ten megawatts in a few months. With that power, I
believe the range will be increased to ten miles; and I don't mean to stop
there.'
The picture was still clear and bright, though there was little to see,
for there were now few changes in the ground structure. The pressure was
already rising to a thousand atmospheres; soon it would be impossible for any
cavity to remain open, for the rock itself would begin to flow. Mile after
mile I sank, but only a pale mist floated on the screen, broken sometimes
when echoes were returned from pockets or lodes of denser material. They
became fewer and fewer as the depth increased - or else they were now so
small that they could no longer be seen.
'At the same time, I'm going to push up my transmitter power again. I
hope to be able to beam the output much more narrowly, and so greatly
increase the energy concentration. But this will involve all sorts of
mechanical difficulties, and I'll need more assistance.'
See also: ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ - AR.. |
ΟΙ ΦΩΤΙΕΣ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΜΑΣ
Άρθουρ Κλαρκ
Μετάφραση: Βασίλης Κ. Μηλίτσης
«Τούτο», είπε ο Καρν αλαζονικά, «θα σ’ ενδιαφέρει. Απλά ρίξε μια ματιά!» Έσπρωξε προς το μέρος μου τον φάκελο που διάβαζε, και για νιοστή φορά αποφάσισα να του ζητήσω να μετατεθεί, ή αν όχι αυτός, να μετατεθώ εγώ. «Περί τίνος πρόκειται;» ρώτησα κουρασμένα. «Πρόκειται για μια μακροσκελή αναφορά από κάποιον Δόκτορα Μάθιους προς τον Υπουργό Επιστημών». Μου κούνησε το φάκελο μπροστά μου. «Απλά διάβασέ τον». Χωρίς ιδιαίτερο ενθουσιασμό, άρχισα να διαβάζω επί τροχάδην τον φάκελο. Μετά από λίγα λεπτά σήκωσα το κεφάλι μου και παραδέχτηκα απρόθυμα: «Μπορεί να έχεις δίκιο – τη φορά αυτή». Και δε μίλησα άλλο παρά μόνο όταν τελείωσα… *** Αγαπητέ κύριε Υπουργέ [άρχισε το γράμμα]. Όπως ζητήσατε, σας παρουσιάζω την ειδική αναφορά σχετικά με τα πειράματα του καθηγητή Χάνκοκ, τα οποία κατέληξαν σε τόσο απροσδόκητα και ασυνήθιστα αποτελέσματα. Δεν είχα τον χρόνο να συντάξω την αναφορά σε μια πιο ορθόδοξη μορφή και σας τη στέλνω όπως ακριβώς έχει. Εν όψει των πολλών υποθέσεων που απασχολούν την προσοχή σας, ίσως οφείλω να συνοψίσω εν συντομία τη σχέση μου με τον καθηγητή Χάνκοκ. Μέχρι το 1955 ο καθηγητής κατείχε την έδρα Κέλβιν, στο τμήμα της ηλεκτρολογίας του πανεπιστημίου του Μπρέντον, πράγμα που του χορηγήθηκε απεριόριστη άδεια απουσίας για να συνεχίσει τις έρευνές του. Σ’ αυτές συμμετέσχε και ο αείμνηστος Δόκτωρ Κλέιτον, το πάλαι επικεφαλής γεωλόγος του Υπουργείου Ορυκτών Καυσίμων και Ηλεκτρισμού. Η από κοινού έρευνα χρηματοδοτήθηκε με δωρεές του Ταμείου Πολ και της Βασιλικής Εταιρίας. Ο καθηγητής προσδοκούσε να αναπτύξει τον ηχοεντοπισμό [σόναρ] σαν μέσο ακριβούς γεωλογικής χαρτογράφησης. Ο ηχοεντοπισμός, όπως γνωρίζετε, είναι το ακουστικό ισοδύναμο του ραντάρ, και παρότι είναι λιγότερο γνωστό είναι αρχαιότερο κατά εκατομμύρια έτη, εφόσον το χρησιμοποιούν οι νυχτερίδες για να εντοπίζουν έντομα και ν’ αποφεύγουν εμπόδια στο σκοτάδι. Ο καθηγητής Χάνκοκ σκόπευε να εκπέμψει υψηλής ενέργειας υπερηχητικούς παλμούς μέσα στο έδαφος και να σχηματίσει από την επιστραφείσα ηχώ μια εικόνα για το τι βρίσκεται από κάτω. Η εικόνα θα φαινόταν πάνω σε μια οθόνη καθοδικής λυχνίας και το όλο σύστημα θα ήταν ανάλογο με τον τύπο ενός ραντάρ που χρησιμοποιείται από τα αεροσκάφη να εντοπίζουν το έδαφος μέσα από τα σύννεφα. Το 1957 οι δύο επιστήμονες έφτασαν σε μερική επιτυχία αλλά είχαν εξαντλήσει όλη τη χρηματοδότηση. Στις αρχές του 1958 απευθύνθηκαν άμεσα στην κυβέρνηση για μια κρατική επιχορήγηση. Ο Δόκτωρ Κλέιτον επεσήμανε την τεράστια σημασία μιας συσκευής που θα μας επέτρεπε να βγάλουμε ενός είδους ακτινογραφία του γήινου φλοιού, και ακολούθως ο Υπουργός επί των Ορυκτών Καυσίμων ενέκρινε την αίτησή μας. Εκείνη την χρονική περίοδο είχε μόλις ανακοινωθεί η αναφορά της Επιτροπής Βραβείων Μπέρναλ κι εμείς αδημονούσαμε περιμένοντας να διεκπεραιωθούν γρήγορα τα θέματα που άξιζαν για ν’ αποφύγουμε περαιτέρω κριτικές. Μετέβην αμέσως να δω τον καθηγητή και υπέβαλα μια ευνοϊκή αναφορά. Η πρώτη πληρωμή της επιχορήγησής μας (5/543A/68) εκτελέστηκε λίγες μέρες αργότερα. Από τη στιγμή εκείνη βρίσκομαι σε συνεχή επαφή με την έρευνα και έχω σε κάποιο βαθμό συμβουλευτικά συνδράμει όσον αφορά τα τεχνικά θέματα. Ο εξοπλισμός για τα πειράματα είναι πολύπλοκος, αλλά η αρχή είναι απλή. Πολλοί εξαιρετικά ισχυροί παλμοί βραχέων υπερηχητικών κυμάτων παράγονται από έναν ειδικό πομπό που συνεχώς περιστρέφεται μέσα σε μια δεξαμενή ενός βαρέως οργανικού υγρού. Η δέσμη που παράγεται περνά μέσα από το έδαφος και το σαρώνει όπως η δέσμη ενός ραντάρ που εντοπίζει αντανακλώμενους ήχους. Με τη βοήθεια ενός ευφυούς κυκλώματος χρονοκαθυστέρησης – δε θα εισέλθω στον πειρασμό να το περιγράψω – οι αντανακλώμενοι ήχοι συλλέγονται και κατ’ αυτόν τον τρόπο τα υπό έρευνα πετρώματα απεικονίζονται πάνω σε μια οθόνη καθοδικής λυχνίας κατά τον συνήθη τρόπο. Όταν πρωτοσυνάντησα τον καθηγητή Χάνκοκ, η συσκευή του ήταν μάλλον πρωτόγονη, αλλά ο ίδιος ήταν σε θέση να μας δείξει τη διάταξη των πετρωμάτων σε βάθος αρκετών εκατοντάδων ποδιών ώστε να μπορέσουμε να διακρίνουμε αρκετά καθαρά ένα μέρος της γραμμής Μπεϊκερλού του μετρό που περνούσε πολύ κοντά από το εργαστήριό του. Το μεγαλύτερο μέρος της επιτυχίας του καθηγητή οφειλόταν στους έντονους υπερηχητικούς παλμούς. Σχεδόν από την αρχή μπόρεσε να παραγάγει αιχμές ισχύος αρκετών εκατοντάδων κιλοβάτ, η οποία σχεδόν όλη διοχετευόταν μέσα στο έδαφος. Δεν ήταν ασφαλές να παραμείνεις πλάι στον πομπό, γιατί παρατήρησα πως το έδαφος γύρω του ζεσταινόταν αρκετά. Έμεινα μάλλον έκπληκτος που είδα έναν μεγάλο αριθμό πουλιών στον περίγυρο, αλλά σύντομα ανακάλυψα ότι τα προσείλκυαν εκατοντάδες νεκρά σκουλήκια που κείτονταν πάνω στο χώμα. Όταν το 1960 πέθανε ο Δόκτωρ Κλέιτον, ο εξοπλισμός δούλευε σ’ ένα επίπεδο ισχύος πάνω από ένα μεγαβάτ και μπορούσε κανείς να αποκτήσει αρκετά καθαρές εικόνες από πετρώματα σε βάθος ενός μιλίου. Ο αείμνηστος Δόκτωρ Κλέιτον είχε συσχετίσει τα αποτελέσματα με τις ήδη γνωστές χαρτογραφήσεις και είχε αποδείξει πέραν πάσης αμφιβολίας την αξία των πληροφοριών που αποκτήθηκαν. Ο θάνατος του Δρ Κλέιτον σε τροχαίο υπήρξε μεγάλη τραγωδία. Πάντοτε εξασκούσε μια σταθεροποιητική επιρροή στον καθηγητή, ο οποίος δεν επιδείκνυε μεγάλο ενδιαφέρον για την πρακτική εφαρμογή της δουλειάς του. Πολύ σύντομα παρατήρησα μια σαφή αλλαγή στις απόψεις του καθηγητή και λίγους μήνες αργότερα μου εκμυστηρεύτηκε τις νέες του φιλοδοξίες. Προσπαθούσα να τον πείσω να δημοσιεύσει τα αποτελέσματα της δουλειάς του (είχε ήδη δαπανήσει πάνω από £50,000 και η Επιτροπή Δημοσίων Εξόδων τον ζόριζε πάλι). Παρόλα αυτά μου ζήτησε λίγο χρόνο ακόμη. Θεωρώ ότι μπορώ να εξηγήσω τη στάση του με τα δικά του λόγια, τα οποία θυμάμαι ξεκάθαρα, διότι τα εξέφρασε με ιδιαίτερη έμφαση. «Έχεις ποτέ αναρωτηθεί», είπε, «πώς ακριβώς είναι η γη βαθειά μέσα της; Ο άνθρωπος έχει μόνο ξύσει την επιφάνεια με τα ορυχεία και τα πηγάδια. Αυτό που βρίσκεται πιο κάτω είναι τόσο άγνωστο όσο και η αθέατη πλευρά της σελήνης. »Γνωρίζουμε ότι η γη είναι αφύσικα πυκνή – κατά πολύ πυκνότερη απ’ όσο τα πετρώματα και τα χώματα δείχνουν. Ο πυρήνας ενδέχεται ν’ αποτελείται από ατόφιο μέταλλο, αλλά μέχρι τώρα δεν είμαστε καθόλου σε θέση να το επιβεβαιώσουμε. Ακόμη και σε βάθος δέκα μιλίων η πίεση πρέπει να ανέρχεται σε πάνω από τριάντα τόνους ανά τετραγωνική ίντσα και η θερμοκρασία σε αρκετούς εκατοντάδες βαθμούς. Η κατάσταση στο κέντρο συγκλονίζει τη φαντασία: η πίεση πρέπει να φτάνει στις χιλιάδες τόνους ανά τετραγωνική ίντσα. Είναι παράξενο να σκεφτείς πως σε δυο με τρία χρόνια μπορεί να φτάσουμε στο φεγγάρι, αλλά κι όταν ακόμη κατακτήσουμε τα άστρα, θα συνεχίσουμε να μην είμαστε ακόμη πιο κοντά σ’ εκείνη την κόλαση τέσσερις χιλιάδες μίλια κάτω από τα πόδια μας. »Μπορώ τώρα να λαμβάνω αναγνωρίσιμους ήχους από βάθος δύο μιλίων, αλλά ελπίζω να αναβαθμίσω τον πομπό στα δέκα μεγαβάτ μέσα σε λίγους μήνες. Μ’ αυτή την ισχύ, πιστεύω ότι η εμβέλεια θα αυξηθεί στα δέκα μίλια. Και δεν σκοπεύω να παραμείνω εκεί». Μ’ εντυπωσίασε, αλλά συγχρόνως ένιωσα κάποιες αμφιβολίες. «Όλα καλά αυτά», του είπα, «αλλά ασφαλώς όσο πιο βαθειά πας, τόσο λιγότερα θα υπάρχουν εκεί να δεις. Η πίεση δεν θα επιτρέπει καθόλου να διακρίνεις τυχόν κοιλώματα, και μετά από λίγα μίλια θα φαίνεται απλά μια ομοιόμορφη μάζα που θα γίνεται όλο και πιο πυκνή». «Πολύ πιθανόν», συμφώνησε ο καθηγητής, «αλλά θα μπορώ ακόμη να μάθω πολλά από τα χαρακτηριστικά της ακτινοβολίας. Εν πάση περιπτώσει, θα δούμε όταν φτάσουμε εκεί!» Όλα αυτό έγινε πριν από τέσσερις μήνες, και χθες είδα το αποτέλεσμα εκείνης της έρευνας. Όταν με κάλεσε να τον επισκεφτώ ξανά, ο καθηγητής ήταν σαφώς αναστατωμένος, αλλά δε μου έδωσε καμιά απολύτως ένδειξη για το τι είχε ανακαλύψει. Μου έδειξε τον βελτιωμένο εξοπλισμό του και έβγαλε την καινούργια οθόνη από το οργανικό υγρό της. Η ευαισθησία των λήψεων είχε σημαντικά βελτιωθεί, πράγμα που από μόνο του είχε αποτελεσματικά διπλασιάσει την εμβέλεια, χώρια από την αυξημένη ισχύ του πομπού. Ένιωθες περίεργα να βλέπεις το πλαίσιο του μηχανισμού να περιστρέφεται αργά και να συνειδητοποιείς ότι εξερευνούσε περιοχές τις οποίες, παρόλη την εγγύτητά τους, ο άνθρωπος ποτέ δε θα τις προσέγγιζε. Όταν εισήλθαμε στην καμπίνα που περιείχε τον εξοπλισμό προβολής εικόνων, ο καθηγητής ήταν κατά περίεργο τρόπο σιωπηλός. Ενεργοποίησε τον πομπό και, μολονότι βρισκόταν εκατό μετρά μακριά μας, ένιωθα ένα δυσάρεστο μυρμήγκιασμα στο σώμα μου. Κατόπιν η οθόνη καθοδικής λυχνίας φωτίστηκε και η αργά περιστρεφόμενη βάση σχημάτισε την εικόνα που τόσο συχνά είχα δει και πριν. Τώρα, όμως, η ευκρίνεια είχε βελτιωθεί πολύ χάρη στην αυξημένη ισχύ και την ευαισθησία του εξοπλισμού. Ρύθμισα τον έλεγχο βάθους και εστίασα στο Μετρό, το οποίο ήταν καθαρά ορατό σαν μια σκοτεινή λωρίδα στο πλάτος της αμυδρά φωτεινής οθόνης. Ενώ έβλεπα την εικόνα, ξαφνικά η οθόνη φάνηκε να γεμίζει με ομίχλη και κατάλαβα πως εκείνη τη στιγμή περνούσε ένα τρένο. Αμέσως συνέχισα να κατεβαίνω όλο και πιο πολύ. Αν και είχα δει αυτήν την εικόνα πολλές φορές πριν, πάντα με κυρίευε ένα απόκοσμο συναίσθημα να βλέπω μεγάλες φωτεινές μάζες να εμφανίζονται αργά προς το μέρος μου γνωρίζοντας ότι αυτές ήταν θαμμένα πετρώματα – ίσως τα συντρίμματα παγετώνων πριν από πενήντα χιλιάδες χρόνια. Ο αείμνηστος Δρ Κλέιτον είχε επινοήσει έναν πίνακα για να αναγνωρίζει τα διάφορα πετρώματα καθώς τα προσπερνούσε η δέσμη του ηχοεντοπισμού, και αμέσως μετά συνειδητοποίησα ότι είχα περάσει το προσχωσιγενές έδαφος και έμπαινα στην τεράστια αργιλική λεκάνη που παγίδευσε και κρατάει το αρτεσιανό νερό της πόλης. Σύντομα πέρασα και μέσα απ’ αυτό και συνεχώς κατέβαινα μέσα από βραχώδη πετρώματα σχεδόν ένα μίλι κάτω από την επιφάνεια. Η εικόνα ήταν ακόμη καθαρή και πολύ φωτεινή, αν και λίγα μπορούσες να δεις, γιατί τώρα υπήρχαν λίγες αλλαγές στη δομή του εδάφους. Η πίεση ήδη ανερχόταν σε χιλιάδες ατμόσφαιρες. Σύντομα θα ήταν αδύνατο να δεις ανοιχτές κοιλότητες, γιατί τα βραχώδη πετρώματα άρχιζαν να γίνονται παχύρρευστα. Μίλι με μίλι βυθιζόμουν όλο και πιο βαθειά, αλλά μόνο μια χλομή ομίχλη αναβόσβηνε στην οθόνη, διακοπτόμενη ενίοτε καθώς η ηχητική αντανάκλαση επέστρεφε από θύλακες ή φλέβες πυκνότερου υλικού. Αλλά τα φαινόμενα αυτά σταδιακά ελαττώνονταν καθώς αύξανε το βάθος – ή ελαττώνονταν τόσο πολύ ώστε να μη γίνονται πλέον ορατά. Η κλίμακα της εικόνας, φυσικά, όλο και μεγάλωνε. Έπιανε τώρα πολλά μίλια από τη μια άκρη της οθόνης μέχρι την άλλη, που μ’ έκανε να νιώθω σαν αεροπόρος που κοίταζα από ένα τεράστιο υψόμετρο κάτω σε μια αδιάσπαστη οροφή νεφών. Για μια στιγμή με κυρίευσε μια αίσθηση ζάλης καθώς συνειδητοποιούσα την άβυσσο την οποία ατένιζα. Δεν νομίζω πως ο κόσμος θα μου φαίνεται εντελώς στέρεος ξανά. Σε βάθος δέκα σχεδόν μιλίων στάθηκα και κοίταξα τον καθηγητή. Δεν υπήρχε καμιά αλλαγή για κάποια ώρα, και ήξερα πια τώρα πως τα πετρώματα πρέπει να συμπιέστηκαν σε μια άμορφη και ομοιογενή μάζα. Έκανα ένα νοερό υπολογισμό και μ’ έλουσε κρύος ιδρώτας διαπιστώνοντας ότι η πίεση θα ήταν τουλάχιστον τριάντα τόνοι ανά τετραγωνική ίντσα. Ο σαρωτής περιστρεφόταν πολύ αργά τώρα, διότι η αδύναμη ηχώ χρειαζόταν πολλά δευτερόλεπτα να μας φτάσει κοπιώντας από εκείνα τα βάθη. «Λοιπόν, κύριε καθηγητά», είπα, «σας συγχαίρω. Το επίτευγμά σας είναι θαυμάσιο. Αλλά μου φαίνεται πως έχουμε πια αγγίξει τον πυρήνα. Υποθέτω πως δε θα υπάρξει καμιά αλλαγή από εδώ μέχρι το κέντρο». Ο καθηγητής χαμογέλασε κάπως ξερά. «Συνεχίστε», είπε, «δεν τελειώσατε ακόμη». Ακουγόταν κάτι στη φωνή του που με προβλημάτισε και συγχρόνως με ανησύχησε. Τον κοίταξα έντονα για μια στιγμή. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του μέσα στη γαλαζοπράσινη μαρμαρυγή της καθοδικής οθόνης μόλις ήταν ορατά.
«Πόσο πιο βαθειά πάει τούτο το πράγμα;» ρώτησα καθώς άρχισε πάλι η ατέρμονη κάθοδος. «Δεκαπέντε μίλια», είπε αμέσως. Αναρωτήθηκα πως ήξερε, γιατί το τελευταίο χαρακτηριστικό που είδα καθαρά ήταν μόνο οχτώ μίλια σε βάθος. Αλλά συνέχισα τη μακρά μου πτώση μέσα από τα πετρώματα. Ο σαρωτής γύριζε όλο και πιο αργά τώρα μέχρι που χρειάστηκε σχεδόν πέντε λεπτά για μια πλήρη περιστροφή. Πίσω μου άκουγα τη βαριά ανάσα του καθηγητή, και κάποια στιγμή η ράχη της καρέκλας μου έτριξε καθώς τα χέρια του την έσφιξαν με δύναμη. Και τότε ξαφνικά άρχισαν να εμφανίζονται στην οθόνη κάτι αμυδρές δικτυωτές γραμμές. Έσκυψα προς τα μπρος με αγωνία απορώντας εάν αυτές ήταν η πρώτη ματιά στον πυρήνα της γης. Με αγωνιώδη βραδύτητα ο σαρωτής στράφηκε ενενήντα μοίρες, μετά άλλες τόσες. Και τότε… Αναπήδησα ξαφνικά από την καρέκλα μου ξεφωνίζοντας «Θεέ μου!» και γύρισα το βλέμμα μου στον καθηγητή. Μόνο μια φορά στη ζωή μου ένιωσα ένα τόσο πολιτιστικό σοκ πριν από δεκαπέντε χρόνια, όταν άνοιξα τυχαίως το ραδιόφωνο και άκουσα για τη ρίψη της πρώτης ατομικής βόμβας. Εκείνο ήταν απροσδόκητο, αλλά τούτο εδώ ήταν αδιανόητο. Γιατί πάνω στην οθόνη είχε εμφανιστεί ένα πλέγμα από αμυδρές γραμμές, που τέμνονταν μεταξύ τους και σχημάτιζαν ένα τέλειο συμμετρικό δικτυωτό. Δεν μπόρεσα ν’ αρθρώσω λέξη για αρκετά λεπτά, διότι ο σαρωτής διέγραψε μια πλήρη περιστροφή ενώ εγώ στεκόμουν εκεί παγωμένος από κατάπληξη. Τότε ο καθηγητής μίλησε με μια απαλή και αφύσικα ήρεμη φωνή. «Ήθελα να το δείτε ο ίδιος πριν πω κάτι. Αυτή η εικόνα είναι τώρα τριάντα μίλια σε διάμετρο, και κάθε πλευρά αυτών των τετραγώνων έχει μήκος δύο με τρία μίλια. Θα παρατηρήσεις ότι οι κατακόρυφες γραμμές συγκλίνουν και οι οριζόντιες λυγίζουν και σχηματίζουν τόξα. Εμείς τώρα βλέπουμε μια τεράστια κατασκευή αποτελούμενη από ομόκεντρους δακτυλίους. Το κέντρο πρέπει να βρίσκεται πολλά μίλια προς το βορρά, πιθανόν στην περιοχή του Κέιμπριτζ. Πόσο πιο πέρα εκτίνεται στην άλλη κατεύθυνση μπορούμε μόνο να μαντέψουμε». «Αλλά τι είναι αυτό, για όνομα του Θεού;» «Λοιπόν, σαφώς είναι τεχνητό». «Μα αυτό είναι γελοίο! Σε βάθος δεκαπέντε μιλίων;» Ο καθηγητής έδειξε την οθόνη εκ νέου. «Ένας Θεός ξέρει ότι πολύ προσπάθησα», είπε, «αλλά δεν μπορώ να πείσω τον εαυτό μου ότι η Φύση θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο». Έμεινα άναυδος, κι ο καθηγητής αμέσως συνέχισε: «Το ανακάλυψα πριν από τρία χρόνια όταν πάσχιζα να βρω το μέγιστο βεληνεκές του εξοπλισμού. Μπορώ να πάω ακόμη πιο βαθειά, και μάλλον νομίζω ότι η κατασκευή που βλέπουμε είναι τόσο πυκνή που δε θα εκπέμψει τις ακτινοβολίες μου άλλο». Έχω δοκιμάσει δεκάδες θεωρίες, αλλά τελικά καταλήγω σε μία. Γνωρίζουμε ότι η πίεση εκεί κάτω πρέπει να είναι οχτώ με εννιά χιλιάδες ατμόσφαιρες, και η θερμοκρασία τόσο υψηλή που να λιώνει τα πετρώματα. Πλην όμως, η ύλη, αυτή καθ’ αυτή, είναι σχεδόν άδειος χώρος. Φαντάσου να υπάρχει ζωή εκεί κάτω ζωή – όχι φυσικά οργανική ζωή – αλλά ζωή βασισμένη σε μερικώς συμπυκνωμένη ύλη στην οποία οι στοιβάδες των ηλεκτρονίων είναι λίγες ή λείπουν εντελώς. Καταλαβαίνετε τι θέλω να πω; Σε τέτοια όντα, ακόμη και τα πετρώματα σε βάθος δεκαπέντε μιλίων δεν προβάλλουν καμιά αντίσταση περισσότερη απ’ ό, τι το νερό σ’ εμάς – έτσι εμείς κι ο κόσμος μας θα είναι γι’ αυτούς σχεδόν άυλοι σαν φαντάσματα». «Άρα αυτό το πράγμα που βλέπουμε…» «Είναι μια πόλη, ή το ισοδύναμό της. Είδατε το μέγεθός της, έτσι μπορείτε να κρίνετε ο ίδιος τον πολιτισμό που την έχει κτίσει. Όλος ο γνωστός μας κόσμος – οι ωκεανοί μας, οι ήπειροι και τα βουνά – δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα στρώμα ομίχλης που περιβάλλει κάτι πέρα από κάθε μας αντίληψη». Κανείς μας δε μίλησε για ένα μικρό χρονικό διάστημα. Θυμάμαι πως ένιωθα μια ανόητη έκπληξη που ήμουν ο πρώτος στον κόσμο που έμαθα την συγκλονιστική αυτή αλήθεια, διότι τρόπον τινά δεν αμφισβήτησα ποτέ ότι όλο αυτό ήταν αληθινό. Και αναρωτιόμουν πώς θα αντιδρούσε η υπόλοιπη ανθρωπότητα σ’ αυτή την αποκάλυψη. "Αν έχετε δίκιο», ρώτησα διακόπτοντας τη σιωπή, «γιατί – όποιοι κι αν είναι – δεν έχουν ποτέ έρθει σε επαφή μαζί μας;» Ο καθηγητής με κοίταξε μάλλον με οίκτο. «Έχουμε την εντύπωση πως είμαστε καλοί μηχανικοί», είπε, «αλλά πώς θα μπορούσαμε να τους πλησιάσουμε; Εξάλλου, δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι δεν έχουν υπάρξει επαφές. Σκεφτείτε όλα εκείνα τα υποχθόνια μυθολογικά όντα – καλικάντζαρους, ξωτικά και άλλα. Αλλά όχι, είναι εντελώς απίθανο – ανακαλώ. Κι όμως η ιδέα είναι μάλλον δελεαστική». Ενώ μιλούσαμε τα σχεδιαγράμματα στην οθόνη παρέμειναν τα ίδια: το πλέγμα συνέχιζε να φέγγει αμυδρά, προκαλώντας τη λογική μας. Προσπαθούσα να φανταστώ δρόμους και κτίρια και τα όντα αυτά να πηγαινοέρχονται ανάμεσά τους, όντα που μπορούσαν να κινούνται μέσα από πυρακτωμένα πετρώματα σαν ψάρια που κολυμπούν μέσα στο νερό. Ήταν αφάνταστο… και τότε μου ήρθε στο μυαλό το απίστευτα στενό περιθώριο θερμοκρασιών και πιέσεων κάτω από τις οποίες επιβιώνει η ανθρωπότητα. Εμείς, όχι εκείνοι, ήμασταν τα εκτρώματα, διότι όλη η ύλη του σύμπαντος απαντάται σε θερμοκρασίες χιλιάδων ή εκατομμυρίων βαθμών. «Λοιπόν», είπα αδύναμα, «τι κάνουμε τώρα;» Ο καθηγητής έσκυψε προς τα μπρος με ανυπομονησία. «Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να μάθουμε πολλά ακόμη, και πρέπει να κρατήσουμε απόλυτη μυστικότητα μέχρι να βεβαιωθούμε για τα γεγονότα. Μπορείτε να φανταστείτε τον πανικό που θα προκαλέσει μια τέτοια πληροφορία αν διαρρεύσει; Φυσικά, η αλήθεια είναι αναπόφευκτη αργά ή γρήγορα. Αλλά θα μπορούσαμε να την ανακοινώσουμε με τρόπο. »Θα πρέπει να καταλάβετε ότι η πλευρά της γεωλογικής χαρτογράφησης της δουλειάς μου δεν έχει πλέον καμιά σημασία. Το πρώτο που πρέπει να κάνουμε είναι να δημιουργήσουμε ένα δίκτυο σταθμών για να διαπιστώσουμε την έκταση της κατασκευής. Οραματίζομαι αυτούς τους σταθμούς ν’ απέχουν μεταξύ τους δέκα μίλια με κατεύθυνση προς τον βορρά. Όμως θα ήθελα ο πρώτος να κατασκευαστεί στο νότιο Λονδίνο για να δούμε πόσο εκτενές είναι αυτό το πράγμα. Ολόκληρο το σχέδιο θα πρέπει να μείνει μυστικό όπως έγινε και με το πρώτο δίκτυο ραντάρ στα τέλη της δεκαετίας του τριάντα. »Παράλληλα, θα αναβαθμίσω εκ νέου την ισχύ του πομπού. Ελπίζω να εστιάσω τη δέσμη σε μικρότερο μήκος κύματος, κι έτσι να αυξήσω τη συγκέντρωση ενέργειας για καλύτερη απόδοση. Τούτο, όμως, θα δημιουργήσει κάθε είδος μηχανικών δυσκολιών, και γι’ αυτό θα χρειαστώ περαιτέρω οικονομική ενίσχυση». Υποσχέθηκα να κάνω το καλύτερο για επιπλέον επιχορήγηση, και ο καθηγητής ελπίζει να μπορέσετε σύντομα να επισκεφτείτε ο ίδιος το εργαστήριό του. Εντωμεταξύ, σας επισυνάπτω τη φωτογραφία που φαίνεται στην οθόνη, η οποία αν και όχι τόσο καθαρή όσο η αρχική, ελπίζω να αποδειχτεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι οι παρατηρήσεις μας δεν είναι λανθασμένες. Έχω πλήρη επίγνωση πως η επιχορήγησή μας στην Διαπλανητική Εταιρία μας έχει φέρει επικίνδυνα κοντά στα όρια του ετήσιου προϋπολογισμού, αλλά βεβαίως ακόμη και οι διαστημικές εξορμήσεις έχουν λιγότερη σημασία από την άμεση διερεύνηση της παρούσης ανακάλυψης – πράγμα που θα επιφέρει την πιο βαθειά τομή στη φιλοσοφία και στο μέλλον ολόκληρης της ανθρωπότητας. *** Έγειρα πίσω στο κάθισμά μου και κοίταξα τον Καρν. Υπήρχαν πολλά στο έγγραφο που δεν καταλάβαινα, αλλά η κεντρική ιδέα ήταν αρκετά σαφής. «Ναι», είπα, «αυτό είναι! Πού είναι εκείνη η φωτογραφία;» Μου την έδωσε. Η ποιότητα δεν ήταν καθόλου καλή, γιατί είχε ανατυπωθεί πολλές φορές πριν την πάρουμε στα χέρια μας. Αλλά το σχέδιο ήταν σαφέστατο και το αναγνώρισα αμέσως. «Ήταν καλοί επιστήμονες», είπα με θαυμασμό. «Το σχέδιο αυτό είναι αναμφίβολα στο Καλλισθείο, η πόλη μας. Ανακαλύψαμε επί τέλους την αλήθεια, ακόμη κι αν χρειαστήκαμε τριακόσια χρόνια γι’ αυτό». «Και δεν είναι εκπληκτικό» ρώτησε ο Καρν, «όταν σκεφτείς το βουνό της ύλης που έπρεπε να μεταφράσουμε και τη δυσκολία να την αντιγράψουμε πριν εξατμιστεί;» Έμεινα σιωπηλός για λίγο, σκεφτόμενος την παράξενη φυλή που εξετάζαμε τα απομεινάρια της. Μόνο μια φορά – ποτέ ξανά! – ανέβηκα τον αγωγό που άνοιξαν οι μηχανικοί μας προς τον Σκιώδη Κόσμο. Ήταν μια τρομακτική και αξέχαστη εμπειρία. Οι πολλαπλές στρώσεις της στολής μου πίεσης καθιστούσαν κάθε κίνηση πολύ δύσκολη, και παρόλη τη μόνωσή τους, ένιωθα το απίστευτο κρύο να με διαπερνά. «Και τι κρίμα», στοχαζόμουν, «που η εμφάνισή μας τους κατέστρεψε εντελώς. Ήταν μια έξυπνη φυλή από την οποία θα μπορούσα να μάθουμε πολλά». «Δε νομίζω πως φταίμε», είπε ο Καρν. «Ποτέ πράγματι δεν πιστεύαμε ότι μπορούσε να υπάρξουν όντα κάτω από τέτοιες τρομακτικές συνθήκες σχεδόν κενού και σε θερμοκρασίες σχεδόν στο απόλυτο μηδέν. Δεν ήταν δυνατό να το αποφύγουμε». Δε συμφωνούσα. «Νομίζω πως υπάρχουν αποδείξεις ότι ήταν μια πιο ευφυής φυλή. Στο κάτω-κάτω αυτοί μας ανακάλυψαν πρώτοι. Όλοι κορόιδευαν τον παππού μου όταν έλεγε πως η ακτινοβολία που είχε ανιχνεύσει και που προερχόταν από τον Σκιώδη Κόσμο πρέπει να ήταν τεχνητή». Ο Καρν διέτρεξε ένα από τα πλοκάμια του πάνω από το χειρόγραφο. «Εμείς βεβαίως ανακαλύψαμε την αιτία εκείνης της ακτινοβολίας», είπε. «Δες την ημερομηνία – είναι ακριβώς ένας χρόνος πριν την ανακάλυψη του παππού σου. Ο καθηγητής πρέπει να πήρε την επιχορήγησή του βέβαια!» γέλασε πικρόχολα. «Πρέπει να τον συγκλόνισε το γεγονός που μας είδε ν’ ανεβαίνουμε στην επιφάνεια, ακριβώς κάτω από τα πόδια του.» Με δυσκολία άκουγα τα λόγια του, γιατί ένα πάρα πολύ δυσάρεστο συναίσθημα με είχε ξαφνικά κυριεύσει. Σκέφτηκα τις χιλιάδες μίλια πετρωμάτων που βρίσκονταν κάτω από τη μεγάλη πόλη του Καλλισθείου, που η θερμοκρασία και η πίεση τους ήταν όλο και πιο αυξημένες μέχρι τον άγνωστο πυρήνα της γης. Γύρισα, λοιπόν, στον Καρν. «Δεν είναι αστείο», είπα ήσυχα. «Μπορεί να έρθει και η σειρά μας στο μέλλον».
|





