Σάββατο 25 Μαρτίου 2023

H ΠΑΡΕΑ ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ - IN A SECLUDED CORNER OF A PARK

 


ΕΚΕΙΝΕΣ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ



Μανόλης Αναγνωστάκης

                                                             

… Κατά το σούρπο, τις πιο πολλές φορές, συναντιόμασταν σε μια γωνιά του πάρκου. Ήτανε μια αποτραβηγμένη γωνιά στα πιο απόμερα δρομάκια, ανάμεσα σε δέντρα πυκνά, πλάι σ’ ένα περίπτερο ερειπωμένο. Δεν ξέρω τι μπορούσε να θυμίζει ένα ερειπωμένο περίπτερο με τα γύρω πυκνά δέντρα, εμείς το λέγαμε «στους τροπικούς» και κει πηγαίναμε τα σούρπα και πλαγιάζαμε πάνω στο ζεστό χορτάρι.

Πλήθος πολύ τριγυρνούσε άσκοπα κείνες τις ώρες, τα μικρά τρέχανε, παίζανε ή κλαίγανε γοερά χωρίς λόγο στη μέση του δρόμου, οι μανάδες μασουλούσανε σπόρια και φλυαρούσανε για την ακρίβεια της ζωής και για τα παιδιά τους που μπερμπαντέψανε τώρα με τον πόλεμο, και γυρνούσανε όλη μέρα στα σοκάκια. Τα κορίτσια σκύβανε και κόβανε τρυφερά λουλούδια, τα μυρίζανε και τα καρφιτσώνανε στο στήθος τους, ύστερα τα βαριούνταν και τα πετούσανε αδιάφορα, όπου τύχει, δίπλα σε παλιόχαρτα και σε σάπια αυγά. Αυστηρές πινακίδες, λείψανα μιας παλιάς εποχής, αμύνονταν ακόμα ψυχρές κι επιβλητικές : «Αγαπάτε τα άνθη και τα φυτά». «Μη βαδίζετε επί της χλόης». Απαγορεύεται το πτύειν»!

Το καλοκαίρι βάραινε εξαντλητικό, ένα καλοκαίρι ταλαιπωρημένο κι ανήσυχο. Μοιάζουν αλήθεια όλα τα καλοκαίρια, μα τούτο στο βάθος ήτανε τόσο διαφορετικό, ένα καλοκαίρι χωρίς αρχή και χωρίς τέλος, γιομάτο κρυφές προσδοκίες και μέρες νεκρές.

Ξαπλώναμε στο πατημένο χορτάρι, ο καθένας διηγιότανε στους άλλους πως πέρασε η μέρα, που πήγε, τι είπε, τι άκουσε, πως τραβούσε η δουλειά. Άναβε πότε-πότε μια μικρή μα ξεθύμανε γρήγορα, ένας κάπνιζε σιωπηλά κι άφηνε το μισό σε κάποιον άλλον. Τα τσιγάρα είναι τόσο ακριβά…

…Ο Σπύρος ήταν ευχαριστημένος∙ κατάφερε να βρει δουλειά σ’ ένα μικρό φροντιστήριο που άνοιξε τώρα κοντά. Πέτυχε καλές γνωριμίες, του φέρνανε κάθε τόσο και καινούργιους μαθητές, έβρισκε τον καιρό ανάμεσα σε δυο παραδόσεις να κουβεντιάζουνε και λίγο. Με μερικούς ξανοίχτηκε αρκετά, τα ’πανε μια χαρά, αύριο μπορούσε να μας τους έφερνε, ήτανε όλοι τους καλά παιδιά. Ο Σπύρος κορόιδευε την τέχνη, δεν μπορούσε να χωνέψει πως υπάρχουνε άνθρωποι που χάνουνε τον καιρό τους και διαβάζουνε λογοτεχνία, αυτός είχε σπουδάσει Φυσική, αγαπούσε βαθιά την επιστήμη. Όμως αυτά ήταν όλα λόγια γιατί ξέραμε πως έγραφε κι ο ίδιος και μάλιστα, το χειρότερο, πως έγραφε και ποιήματα, μα έτσι ήτανε πάντα : βαρύς και λιγόλογος, ήθελε με μια περίεργη επιμονή να δείχνει ακόμα και στους φίλους του πως είναι ολότελα διαφορετικός απ’ ότι τον φαντάζεται κανένας.

Κάποτε, άρχισε να ’ρχεται μαζί μας κι η Σοφία. Η Σοφία ήταν ένα παράξενο κορίτσι, από κείνα τα κορίτσια που πρώτη φορά συναντάς στη ζωή σου. Σε κοίταζε μ’ ένα αλλόκοτο βλέμμα, μιλούσε δυνατά για την Επανάσταση, δεν ήξερε τι θα πει φόβος. Αυτή διάβαζε πολύ κι ακατάστατα με μια μανίαν αχόρταγη, στα χέρια της κράταγε πάντα δυο και τρία βιβλία.

Μας ξάφνιασε έτσι απότομα όπως ήρθε, κανείς μας δεν ένιωσε ακόμα ένα κορίτσι δίπλα του που να μη σου μιλά μόνο για τον έρωτα, μα να ξεχειλίζει από πόθο ζωής να λαχταρά ν’ αγκαλιάσει κάθετι και να γευτεί. Τώρα θυμάμαι πόσο ήτανε γεμάτη αντιφάσεις και ανικανοποίητη∙ πολλές φορές μας κορόιδευε, έλεγε πως δεν πίστευε πια σε τίποτα, δεν ήταν λόγος αυτός να χάνουμε τα νιάτα μας, γι’ αυτές τις αοριστίες, τα χρόνια περνούσανε και μεις θα τα κλαίγαμε μια μέρα∙ άλλοτε πάλι την έπιανε μια ανεξήγητη θέρμη και χανότανε ολάκερες μέρες κι ύστερα γύριζε σκονισμένη κι ατίθαση και μας έβριζε τεμπέληδες κι αλήτες που δεν σηκωνόμασταν και μεις για το βουνό, μόνο ξαπλώναμε στο χορτάρι στις απόμερες γωνιές του πάρκου και ξεγελιόμαστε πως κάτι κάνουμε και μεις.

Ήτανε φίλοι με τον Αργύρη χρόνια, γνωρίζονταν από μικρά παιδιά τότες που παίζανε μαζί στο Διοικητήριο. Του άρεζε να την αφήνει να μιλάει ώρα πολύ, αυτός που σπάνια μιλούσε και πάντα μετρημένα και τελειωτικά. Είχε την ηλικία μας μα ήτανε τόσο σοβαρός κι απλός που τον ξεχώριζες αμέσως. Δίπλα του ένιωθες ένα περίεργο αίσθημα ασφάλειας, το χέρι του δεν έτρεμα ποτέ, το μάτι του έπαιζε κι αποφασιστικό. Αυτός, ναι, ήτανε ένας πραγματικός επαναστάτης, είχε δίκιο η Σοφία που μας έβριζε αλήτες. Αυτός δεν ήξερε συμβιβασμούς και σούπα-μούπες, αναβολές και κούραση, τραβούσε ολόισα στο σκοπό του ατρόμητος και λεβέντης και δε λογάριαζε τίποτα. Συνηθίσαμε να λέμε : αυτό θα το ’κανε ο Αργύρης, για κάτι που στάθηκε δύσκολο να το πετύχουμε μεις, κι έμεινε και το λέμε κι ακόμα.

Όμως ποιος ο λόγος να κάθομαι τώρα δα και να διηγούμαι τούτες τις ιστορίες για τους φίλους: όλα αυτά, μπορεί να μην ενδιαφέρουνε πια κανέναν, είνε προσωπικές ιστορίες και στο κάτω-κάτω για τους άλλους δε λένε τίποτα σπουδαίο. Μα να, τώρα που πήρα τον κατήφορο, θα σταθώ μια στιγμή να δω τον «Γέρο» έτσι όπως έρχεται στενός και καμπούρης έτσι σα νάτανε τότες. Ερχότανε σπάνια και μας έβλεπε, καμιά Κυριακή. Διακρίναμε από μακριά την σταχτιά του ρεπούμπλικα που του παράχωνε τ’ αυτιά χειμώνα-καλοκαίρι, το λυγισμένο του βάδισμα, και χαιρόμασταν πούταν αυτός κ’ ερχόταν να μας δει.

Δεν μπορούσε να ’βρισκε καμιάν ευχαρίστηση στην παρέα μας, μας περνούσε είκοσι κι εικοσιπέντε χρόνια, ένας άντρα βασανισμένος με γκρίζα μαλλιά. « Αν ήμουν παντρεμένος θα ’χα παιδιά τώρα σαν και σας», έλεγε και ξανάλεγε έτσι στ’ αστεία και στα πεταχτά, μα ίσως στο βάθος με κάποιο πόνο κρυφό.

Τις μέρες που ’ρχότανε, δε μιλούσαμε καθόλου. Κρεμόμασταν απ’ τα λόγια του και τον ακούγαμε ώρες πολλές. Αυτός δα είχε χρόνια και χρόνια στο κίνημα. Ήξερε όλους τους παλιούς αγωνιστές, μοιραστήκανε το ίδιο ξεροκόμματο χρόνια και χρόνια μέσα στα μπουντρούμια. Μιλούσε με συγκίνηση για το 17, για το 22, το 33, το 36, δεν ξεχνιούνται αυτά τα πράγματα έτσι εύκολα. Γύρισε και τη Ρωσία κι όλη η νοσταλγία του ήτανε γι’ αυτήνα.

Τι όμορφα που έπεφτε το βράδι. Τα ξεχνούσες όλα εκείνη τη στιγμή, ένα δροσερό αεράκι φυσούσε, γύρω πλανιότανε μια λεπτή μυρουδιά.

Ύστερα κάποιος κοίταζε νευρικά το ρολόγι του και τιναζόταν όρθιος. Σε δέκα λεφτά έπρεπε να όλοι να κλειστούμε στα σπίτια μας. Άρχιζε μια νύχτα σκοτεινή και πνιχτή, ένα ατέλειωτο προμήνυμα θανάτου.

Ύστερα θυμάσαι, το καλοκαίρι μίκραινε, μίκραινε∙ οι μέρες πνίγανε περισσότερο ένα σφιχτό δαχτυλίδι. Οι βουεροί δρόμοι αρχίσανε να ερημώνονται νωρίς απ’ το σούρπο. Μείναμε λίγοι, μαζευόμασταν σε μιαν απόμερη γωνία του πάρκου και το χορτάρι ήταν υγρό. Τα παιδάκια ερχότανε πάλι και παίζανε κι ο ήλιος τάβλεπε μια στιγμή και γελούσε κι ύστερα τον κατάπινε τα σύννεφα και λησμονιούνταν μέρες ολάκερες. Τα λουλούδια γέρνανε μαραμένα και περιμένανε μάταια ναρθούν τα κορίτσια τρυφερά να τα καρφιτσώσουν στο στήθος τους για μια στιγμή, κ’ ύστερα ας τα πετούσανε με αδιαφορία όπου τύχει, δίπλα στα παλιόχαρτα και στα σάπια αυγά. («Απαγορεύεται το πτύειν», «Αγαπάτε τα άνθη και τα φυτά»).

Ο Αργύρης είχε φύγει πάει πολύ καιρός, ο Αργύρης σκοτώθηκε στις απάνω γειτονιές, όλοι το ξέραμε μα κανείς δεν μιλούσε. Λέγαμε τ’ όνομα του, τον θυμούμασταν, ψιθυρίζαμε πώς να τώρα δα πήραμε ειδήσεις του κι είναι καλά, κι όπου να ’ναι θα γυρίσει, κι όμως ο καθένας το ’ξερε πως ο Αργύρης δεν ήτανε πια να γυρίσει, πως ο Αργύρης σκοτώθηκε.

Έπειτα, ένα βράδυ, ο Γιώργης μας χαιρέτησε σιωπηλά, θα ’φευγε τα χαράματα για κει που το καλοκαίρι δεν έπεφτε πνιχτό και εξαντλημένο, εκεί που τα τραγούδια δεν πεθαίνουνε στα χείλια. Τον βλέπαμε πολύ λίγο τον τελευταίο καιρό, ήτανε πάντα αξούριστος κι αδύνατος, κοιμότανε εδώ και κει, πολλές φορές δεν είχε τίποτα να φάει, ένα αγρίμι κυνηγημένο.

Κανείς μας δεν μίλησε κείνο το βράδυ, καπνίσαμε τσιγάρα, κάτι μας πλάκωσε βαριά χωρίς έλεος, κάτι ψιθύριζε μέσα μας χωρίς απάντηση κ’ ικανοποίηση.

Μάθαμε και για το «Γέρο» πως τον πιάσανε ένα πρωί από το σπίτι του. Αυτόν δα το ξέρανε, και όποτε θέλανε τον είχανε στο χέρι. Πέρασε κι απ’ το στρατόπεδο, ύστερα τον φορτώσανε στο τραίνο. Αφήσανε την τελευταία μέρα τη Σοφία και πήγε και τον είδε από μακριά. Μας έστειλε κι ένα σημείωμα : «Εγώ ’μαι ράτσα γερή, μη φοβάστε∙ είναι όλα αυτά παιχνιδάκια καινούργια για μένα. Καλά που δεν είμαι παντρεμένος και δεν έχω παιδιά σαν και σας…» κι άλλα δυο-τρία λόγια έτσι σα στ’ αστεία και στα πεταχτά.

…Δε βαριέσαι. Μιαν ιστορία κι αυτή σαν όλες τις άλλες. Μια φούχτα σύντροφοι, που σκορπιστήκανε μια μέρα…τι σε νοιάζει. Η Επανάσταση προχωρούσε. Προχωρούσε κι άνοιγε το δρόμο ανάμεσα στα στενά σοκάκια που παραμόνευε ο θάνατος, στα απάτητα βουνά που τραγουδούσαν τα νιάτα, στα σκοτωμένα παλικάρια που λιώνανε στις χαράδρες, στους σκλάβους που σπάζανε τις πέτρες βουβοί και σκελετωμένοι. Αυτή πατούσε πάνω στον χωρισμό και γεννούσε καινούργιους συντρόφους … αυτή δεν είχε τον καιρό να φιλήσει εκείνους που φεύγανε… η Επανάσταση προχωρούσε, ε και συ τι κάθεσαι και λες ιστορίες παλιές χωρίς ενδιαφέρον, ιστορίες τόσο γελοία ασήμαντες, τόσο κοινές, δε βαριέσαι ! …        

 

Από το περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» 

Read also:

ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

ΟΙ ΚΡΥΠΤΟΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ - THE SECRET CHRIST...

ON THOSE DAYS



Manolis Anagnostakis


Rendered by Vassilis C. Militsis

 



We used to get together around dusk in a corner of the park most of the time. It was a withdrawn corner in the most desolate paths, among dense trees and by a ruined kiosk. I have no idea what a dilapidated kiosk surrounded by dense trees could remind us of, but we had named it ‘in the tropics’, where we used to assemble before nightfall and would lie down upon the warm grass.

A large crowd roamed about aimlessly at those hours; small kids ran around, some playing and others wept loudly without a cause in the middle of park lanes; mothers chewed sunflower seeds and chatted about the high cost of living and their children, who were idling about the alleys now because of the war. Girls bent and picked tender flowers, took a sniff of their scent, pinned them on their breast and then got bored of them throwing them unfeelingly at random beside cast off scraps of paper or addled eggs. Warning inscriptions, cold and imposing, relics of a previous age, still admonished: “Love plants and flowers.” “Do not tread on the grass.” “No spitting!”

The summer weighed down upon us; a grueling, afflicting and restless summer. Summers are all alike, in fact. But that one was fundamentally different; a summer without a beginning and without an end, pregnant with fond expectations and dead days.

We would lie on the beaten turf and each of us would give a detailed account of how he had spent his day, where he had gone, what he had said and heard and of the way work dragged on. From time to time there was a short argument, which petered out quickly. One smoked silently and shared half of his cigarette with another one. Cigarettes were so dear…

Spyros was content as he had found work at a small cramming school, which had opened in the neighborhood. He had become well acquainted with people who often brought him new pupils, but between lectures he could find some time for a small chat. He had considerably opened with some of his pupils, with whom he got on well – they were all good kids – and he could bring them to our company some day or other. Spyros scorned art; he could not get over the fact that there were people who wasted their time reading literature. He had studied physics and he was profoundly fond of science. However,  all this was empty words, for we all knew that not only did he write prose but also poetry. But he was always grave and laconic; he had a curious insistence to appear, even to his friends, quite different from what one imagined him to be.

Sometime later, Sophia would also join us. Sophia was a strange girl, of those girls that you could only meet once in your life. She regarded you with an odd look, she staunchly supported the Revolution and she was impervious to fear. She was an avid reader, though desultory, and she had an insatiable mania for learning; he was always holding two or three books in her hands.

She surprised us so suddenly as she had come, for none of us had not yet felt by him a girl who talked not only of love but brimmed with the yearning of life to possess all she could taste. Now I remember she was filled with self-contradictions and discontent; she would often mock us. She said she did not believe in anything at all; we had no excuse to waste our youth on such ambivalent ideas, as the years sped by and one day we were going to deplore them; at some time or other she was seized by an inexplicable fervor and disappeared for days on end, and when she returned, dusty and unruly, she would call us loafers and vagrants, because we  would not take to the mountains up in arms, but all we did was lie down in secluded corners of the park and pretend that we also did something.

Argyris and she had been friends for years; they had known each other since they were children and played together in front of the Administration Building. He liked to let her go on talking for hours at a time; he who would rarely speak and when he did, he was always measured and final. He was the same age as we but he was so serious and unassuming that he was easily stood out. You had a curious sense of safety around him; his hand was steady and his look reliable and resolute. He was, indeed, a true revolutionary, and Sophia was right to call us a bunch of tramps. He brooked no compromises, no further ado, delay or lassitude; he headed on, intrepid and dashing, straight to his objective without balking. We used to say, and still do, about something we found it difficult to bring off: ‘Argyris could have done it.’

But why am I telling you all these stories about my friends? All these are perhaps of no interest to anyone; they’re merely personal stories and after all they do not mean anything important. But as I have been carried away, let me pause for a moment and see the ‘Old Man’; he is coming, scrawny and bent, the way he used to be then. He would come on some Sundays. We could discern from afar his grizzle fedora, where he stuck his ears, both in winter and summer, his slouchy gait, and we were glad that he was coming to see us.

He could possibly find no pleasure in our companionship, for he was more than a score of years older than we. He was a gray-haired broken man; “If I had married, I’d have children at your age,” he kept saying in jest and on the fly, but deep down he suffered silently.

On the days when he came, we did not talk at all. We would avidly listen to him for long hours, hanging on to his words. He had belonged to the Movement for long years. He knew all the old freedom fighters, with whom he had shared the same crust of bread in the dungeons for years. He grew emotional when he referred to the years of ’17, ’22, ’23 and ’36. Such things are not easily forgotten. He had also visited Russia, which he longingly missed.

How gently the evening was falling! A cool breeze blew, and a subtle perfume wafted in the air, which made you forget all at that moment.

Then someone looked nervously at his watch and stood up with a jolt. In ten minutes the curfew began and we had all to shut ourselves in our homes. A dark and sultry night was falling, which was an endless portent of death.

Then, one can remember the summer was increasingly dwindling; the days were being constricted as if by a ring. The bustling street began to be deserted early before the dusk. We were few to remain when we assembled in the secluded corner of the park, where the turf was now damp. The little kids would come and play; the sun would smile at them for a moment and then it was swallowed by the clouds and was forgotten for days on end. The flowers were nosing down withered and in vain did they expect the girls to come and pin them on their breasts for a moment, no matter if they were later discarded at random, next to scraps of papers and rotten eggs, and interdicting inscriptions: no spitting, love flowers and plants.

Argyris was no longer with us; they had killed him in the upper parts of the town some time before. We all knew about it but none spoke. We whispered his name, we remembered him and pretended that we had just had news of his coming soon, but we all knew Argyris was not going to come: they had killed him.

Then one evening, Georgis bade us farewell silently. He would leave for those places where summer was not sultry and exhausting, where songs did not die in the lips. Lately he was always unshaven and weak, he had no permanent place to sleep, he often went without food – in a few words he was like a hunted wild beast.

None spoke that evening; we smoked cigarettes, something pitiless crushed us, something whispered within us giving us no answer or satisfaction.

We also learned that the ‘Old Man’ was arrested at his home one morning. They knew about him, so they had him in the palm of their hands. At first they sent him to a concentration camp and afterwards they loaded him on the train. On the last day, they let Sophia see him from the distance. He also wrote us a note: Don’t fret about me; I’m a tough breed. What I’m going through now is a piece of cake. Thank God, I’m not married and have no children at your age…” he concluded with a few more words lightly and in jest.

… Who cares? This is a story like so many others. A handful of comrades who had scattered here and there one day…Never mind. The Revolution was getting ahead. It was moving on and trail-blazed in the alleys where death lurked; It thrived in the trackless mountains where the youth sang for the stalwart men who had died and lay unburied and decomposing in the gullies, for the prisoners rendered slaves who broke stones, mute and emaciated. The Revolution stepped on the break-up of relations and gave birth to new comrades…It had no time to bow and give a parting kiss those who were leaving…The Revolution went ahead and now you keep on telling old tales, so ridiculously trivial, so common, in which none is interested in. Who cares!

 

The Journal Free Letters    

 Read:

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΟΝΔΥΛΑΚΗΣ - ΚΑΚΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ

ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ - HISTORICAL REMINISCENCES (THE K...

Τρίτη 7 Μαρτίου 2023

ΜΕΛΑΝΟΧΙΤΩΝΕΣ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ - BLACKSHIRTS IN OCCUPIED CRETE


 

«ΑΝΕΒΛΗΘΗ ΕΠ’ ΑΟΡΙΣΤΟΝ»

 

Λευτέρης Αλεξίου*

 

Τον υπολοχαγό Τζοβάννη Σαβιόττη, πρώτο μελανοχίτωνα του στρατού των Ιταλών στη Νεάπολη της Κρήτης, τον έδειχναν οι δικοί μας με το δάχτυλο, γιατί συνήθιζε να δέρνει τους Έλληνες εργάτες, που δουλεύανε στις υπηρεσίες τους. Αλλά και τους πολίτες έδερνε, σαν του φαίνονταν, πως δεν έδειχναν τον απαιτούμενο σεβασμό κατά τις τελετές της σημαίας.

Ένα βράδυ γιόρταζαν σ’ ένα φιλόξενο σπίτι κι ήταν εκεί, μ’ άλλους Ιταλούς αξιωματικούς, κι ο σπάνιος αυτός τζέντλεμαν. Οι δικοί μας δεν τους εκαλούσαν, επειδή δεν τους εσυμπαθούσαν, αλλά, με το να μένουν στα σπίτια τους, δεν μπορούσαν να κάμουν αλλιώς.

Υπηρετούσε τότε στο Πρωτοδικείο ως Πρόεδρος ένας πολύ σχετικός μου. Ζούσε κει με την κοσμική γυναίκα του, που καταγόταν από την Κέρκυρα και μιλούσε λεύτερα την ιταλική.

Στη γιορτή περίμεναν από στιγμή σε στιγμή την κυρία Προέδρου, που με την ομορφιά της και τη χάρη της θα ’δινε τον τόνο στη συντροφιά. Μιλούσαν, αστειεύονταν, χαριτολογούσαν μα μετρημένα. Η παρουσία των Ιταλών εμπόδιζε τις εγκαρδιότητες, ήταν όμως υποχρεωτική, καθώς είπαμε.

Σαν η κυρία Προέδρου μπήκε, το κορίτσι της οικογένειας ανάλαβε να κάμει τις σύστασες. Η κυρία Προέδρου χαμογελά σ’ όλους με την αράδα και τους δίνει το χέρι. Σκύβουν αυτοί σαν ιππότες εξασκημένοι στις ρεβερέντζες

Έρχεται κι η σειρά του Τζοβάννη Σαβιόττη, που περιμένει. Μα μόλις η κυρία Προέδρου γροίκησε τ’ όνομά του, τινάχτηκε Τράβηξε το απλωμένο χέρι της και το ’κρυψε πίσω της.

― Εσάς δε σας δίνω το χέρι μου, γιατί κακομεταχειρίζεστε τους συμπατριώτες μου.

Προκλήθηκ’ αίστηση  κι ο μελανοχίτωνας εκοκκίνησε.

― Κυρία, με προσβάλλετε!

― Δε μ’ ενδιαφέρει.

― Τον άντρα σας όμως τον ενδιαφέρει.

― Δεν το πιστεύω!

― Θα το πιστοποιήσετε γρήγορα.

― Σας παρακαλώ, ν’ αφήσετε τον άντρα μου στην ησυχία του!

― Μόνο σα μ’ ικανοποιήσει!

― Τι λέτε καλέ; Πού; Πότε; Πως θα γίνει;

― Στο πεδίο της τιμής!

Αυτός ο διάλογος έγινε στα γρήγορα κι όλοι παρακολουθούσαν. Η τελευταία φράση του Ιταλού φάνηκε πολύ κωμική στην κυρία Προέδρου.

Την έπιασε νευρικό γέλιο και ξεκαρδιζότανε συνέχεια.

― Γελάτε, της λέει κείνος, αλλά θα δούμε ποιος θα γελάσει τελευταίος!

Ένα σκοτεινό συναίσθημα πλάκωσε τις καρδιές και δεν ακουγότανε τσιμουδιά. Οι συνάδελφοι του Σαβιόττη, σ’ ένδειξη της αλληλεγγύης τους με τον προσβεβλημένο, φύγανε μαζί του. Διαλύθηκαν κι οι ντόπιοι. Δεν είχε κανένας κέφι για συνέχεια της γιορτής.

Άμα ξημέρωσε, κάθε κάτοικος της Νεάπολης, από τον πιο μικρό ως τον πιο μεγάλο, μιλούσανε για την άδηλης έκβασης ιστορία.

Καθόμουνα στο γραφείο του Γυμνασίου και φυλλομετρούσα βιβλία, και ξάφνου μπαίνουνε δυο καραμπινιέροι, μου παραδίνουν ένα φάκελο κλειστό και φεύγουνε. Τον ανοίγω και διαβάζω μ’ έκπληξη, πως στις τέσσερες ακριβώς έπρεπε να βρίσκομαι στο σπίτι του κυρίου Προέδρου για κάποια σοβαρή κι επείγουσαν υπόθεση.

Πήγα χωρίς αναβολή στου Προέδρου. Τον βρήκα να πηγαίνει ταραγμένος απάνω κάτω. Με πληροφόρησε, πως μαζί μ’ ένα Πρωτοδίκη μας είχε διορίσει μάρτυρές του, κι έπρεπε να συναντηθούμε σε λίγο με τους μάρτυρες τού μελανοχίτωνα, για να συμφωνήσουμε πότε θα γίνει, πού και πώς η μονομαχία.

― Θέλεις κι άλλα, γυμνασιάρχα; Δεν της είναι δυνατό μήτε τα συναισθήματά της να κρύψει, μήτε τα νεύρα της να δαμάσει! Τούτα κάνει διαρκώς!

Έπειτα σταμάτησε το άμε - κι έλα του και μου ‘πε:

― Μη θαρρείς πως είν’ η πρώτη τέτοια ιστορία που μου σκαρώνει! Μα τώρα τα πράγματα δεν είν’ όπως πριν. Είμαστε στη διάκριση των τυράννων. Αδύνατο να το καταλάβει και να βάλει νερό στο κρασί της!

Η κυρία Προέδρου στο μεταξύ, κλεισμένη στο δωμάτιό της, έκανε, φαίνεται, την τουαλέτα της, για να μας παρουσιαστεί. Και σε λίγο πραγματικά μας ήρθε μυρισμένη, περιποιημένη στην εντέλεια. Κάλτσα, παπούτσι, στην πένα.

― Μην τον παρεξηγείτε, μου συσταίνει. Παραδέχτηκε το ρόλο του κατεχόμενου και του σκλάβου κι ησύχασε.

― Θα προτιμούσες κυρία μου, να κάνω τον αφέντη; Κι εγώ θα το ’θελα. Μα δε θ’ άλλαζεν η κατάσταση.

Κατάφτασε κι ο δεύτερος μάρτυρας του Προέδρου κι όλοι περιμέναμε πια τους Ιταλούς.

― Α να δούμε ποιας λογής ικανοποίηση θα μας γυρέψουν, είπεν ο Πρόεδρος. Δεν πιστεύω ναι και καλά ν’ απαιτούνε μονομαχία. Τί λέτε και σεις;

Ο νεοερχόμενος νομικός και τριμμένος στα δικανικά προθυμοποιήθηκε ν’ απαντήσει:

― Το πραχτικότερο που ’χομε να κάμουμε, θα ’τανε να καταφύγουμε στο ακαταλόγιστο [irresponsibility, insanity]. Φαντάζομαι, πως έχει παντού τη θέση του.

― Θα το δεχτούν άραγε το ακαταλόγιστο; τον αντίσκοψεν ο Πρόεδρος.

― Κι αυτοί να μην το δεχτούν, εγώ ξέρω, λε’ η Προεδρίνα, πως τα ’χω τετρακόσα κι έκαμα το χρέος μου, τέλειωσε!

― Ποιο σου χρέος, έκαμες, αγάπη μου; Να βάλεις αυτό το ρεμάλι να με σκοτώσει;

― Μη φοβάσαι! Δε θ’ αφήσω να σε πειράξουν.

― Είναι στο χέρι σου, θαρρείς; Έχεις την ιδέα γι’ αυτά τα πράματα, πως είναι παίξε-γέλασε; Στην παλιάν Ελλάδα ξεκάνουνε κόσμο κάθε μέρα!

― Τους προσκυνημένους δεν τους πειράζουν. Ησύχασε, Πρόεδρε!

Κι η Προεδρίνα γέλασε πικρά και προστατευτικά.

Χτύπησαν. Άνοιξ’ η πόρτα και μπήκανε δυο λοχαγοί φασίστες. Φορούσανε κράνη που λαμποκοπούσαν. Εξάρτυσες, σπαθιά, περίστροφα. Μπότες ως απάνω γυαλισμένες σαν καθρέφτες. Ήρθανε, μ’ όλη τη φοβερή ζέστη, με τη μεγάλη φασιστική τους στολή, για να μας θαμπώσουνε. Τα πρόσωπά τους έδειχναν σοβαρότητα και λύπη. Πείστηκα, πως δεν ήταν όσο κωμικά φαίνονταν όλ’ αυτά. Κι ένα συναίστημα κατάθλιψης με γέμισε και μ’ αρρώστησε.

Κάθισαν και σύστησαν τον Πρόεδρο και την κυρία Προέδρου να μας αφήσουν. Έτσι μείναμε μόνο μεις οι τέσσερες μάρτυρες. Ένας Ιταλός από τους δυο, μ’ ευχάριστο πρόσωπο και καλούς τρόπους, άρχισε να μας μιλά για τη σοβαρότητα της περίπτωσης.

Είπε πως ο προσβεβλημένος είναι λαμπρός νέος κι άριστης οικογένειας. Τύπος και υπογραμμός στα καθήκοντά του. Κι είναι λυπηρό, λέει, πως ένας τέτοιος αξιωματικός έπεσε θύμα συκοφαντίας, ότι τάχα δέρνει και κακομεταχειρίζεται τους Έλληνες!

Είπα και γω, πως κι η κυρία Προέδρου δεν ήθελε με κανένα τρόπο να προσβάλει τον κύριον αυτόν.

Εσηκώθηκαν, αφού μας παράδωκαν ένα πολυσέλιδο ντοκουμέντο, γραμμένο στη γραφομηχανή σ’ ιταλική γλώσσα.

Την επαύριο, στις δέκα το πρωί, χρειαζότανε, λέει, να βρεθούμε στην κατοικία τους, για να συνεδριάσουμε και να συμφωνήσουμε για το πού, πότε και πώς ο πελάτης τους θα ’παιρνε την ικανοποίηση, που του ταίριαζε.

― Θα βοηθούσε στο σκοπό μας, είπε εκείνος που ’χε το λόγο, μια προσεχτική μελέτη τούτου δω του ντοκουμέντου. Κι επειδής είναι πιθανό να μην ξέρετε τους «κανόνες της ιπποσύνης να τον συμβουλευτείτε!

Δεν είχαν οι κακόμοιροι δουλειά, κι αδιαφορούσαν, αν εμείς επνιγόμαστε στα μαθήματα, στην αλληλογραφία του σκολειού, στις ντάνες των τετραδίων και των διαγωνισμάτων.

Σηκώθηκαν έπειτα, χαιρέτησαν φασιστικά σ’ επίσημο τόνο, κι έφυγαν. Είχανε τελειώσει την αποστολή τους.

Διάβασα μερικές παράγραφες του μακρότατου ντοκουμέντου.

Άσφαλτα θα ξενύχτησε κείνος που το σύνταξε. Χρειαζότανε τώρα, και γω να ξενυχτήσω, για να το διαβάσω!

― Τι μου κάνεις! Είδες τι μου κάνεις αγάπη μου;

Ο Πρόεδρος υπόφερνε πολύ. Της Προεδρίνας δεν της καιγότανε καρφί.

Διαβάζοντας στο σπίτι μου με προσοχή τ’ ατέλειωτο χαρτί, παρατήρησα με ξαλάφρωμα, πως εγινότανε λόγος και για την περίπτωση του μη καταλογίσιμου μιας ενέργειας, όταν αυτός που την έκαμε, δεν έχει τον έλεγχο των πράξεών του. Δε διάβασα παρακάτω, παρά ξανάτρεξα στου Προέδρου.

Τους είπα πως η δικλείδα βρέθηκε στ’ ακαταλόγιστο. Κι αυτό θα μας απάλλασσεν από παραπέρα φασαρίες. Εχρειάζονταν όμως απαραίτητα, πρώτον: ο σύζυγος να ζητήσει συγνώμη, μπροστά σ’ όλη την ομάδα, που παραβρίσκονταν, άμα γίνηκεν η προσβολή. Δεύτερον: οι μάρτυρες του συζύγου κι ο σύζυγος έπρεπε να διακηρύξουνε σ’ επίσημο πρακτικό καθαρά και κατηγορηματικά, πως η κυρία Προέδρου δεν έχει ευθύνη των πράξεων και των λόγων της.

Ο Πρόεδρος αποδέχτηκε τους όρους και στράφηκε στη γυναίκα του:

― Μη δίνεις σημασία, να χαρείς! Κοίταζε να περνούμε τις μαύρες μέρες και τίποτ’ άλλο. Μην απαιτείς όλα να γίνουνται σα μια φορά, γιατί θα σου κοστίζει περισσότερο το πώς βρισκόμαστε στην κατάσταση που βρισκόμαστε. Δεν το παραδέχεσαι;

Σταμάτησε και περίμενε την απάντησή της όλος αγωνία. Για να τον λυπάσαι πραγματικώς! Αλλά της κυρίας Προέδρου το μένος όλο ξεχείλιζε:

― Δεν παραδέχομαι τίποτ’ άλλο, παρά πως έκαμα το χρέος μου σαν Ελληνίδα κι είμαι περήφανη γι’ αυτό. Σου το ξανάπα προ ολίγου. Μακάρι και να με τουφέκιζαν.

― Αι, δεν είσαι λοιπόν σε θέση να λογικευτείς και το πράμα γίνεται λυπηρό, δραματικό. Φοβούμαι, πως σε λίγο θα ’ναι κι ανεπανόρθωτο.

Σηκώθηκε γεμάτος αγωνία και κοίταξε ψηλά:

― Τι βραχνάς, Θεέ μου, τι βραχνάς!

― Είναι ντροπή, Πρόεδρε, τον αντίσκοψε κείνη, να ‘σαι τόσο φοβιτσιάρης. Έχεις ανάγκη κανέναν; Ο κόσμος όλος γκρεμίζεται και μεις το τομαράκι μας! Άνοιξε μια φορά το στόμα σου να πεις και συ κάτι τολμηρό! Βαρέθηκα τις φρόνησες και τις δειλίες σου! Να μην έχεις αντρειοσύνη! Και να μ’ αφήνεις εκτεθειμένη στα μάτια του κόσμου κι αυτών των γελοίων!

― Οι περίστασες είναι τέτοιες, αγαπημένη μου. Κατάλαβέ το μια για πάντα. Δεν είσαι παιδί! Δεν είναι καιρός πια για τέτοια! Κατάλαβέ το!

Μίλησε σε μας η Προεδρίνα:

― Κατάλαβα κάτι άλλο πολύ πιο χρήσιμο. Πως δε ζητούν από μένα τίποτα. Στράφηκε στον άντρα της. Γι’ αυτό να χαίρεσαι, Πρόεδρε! Πήγαινε να ζητήσεις γονατιστός συγνώμη να τελειώνουμε! Δε θα καλοπερνούσες, αν ζητούσαν από μένα το παραμικρό. Τα γουρούνια, τους γελοίους, τους γυναικάκηδες. Έπρεπε να ’ναι αλλιώς τα πράματα και θα ’βλεπαν!...

Αλλά τι πρωτόφαντα πράματα παρουσιάζουν οι πρωτόφαντες περίστασες! Αν η ζωή τρέχει στον κανονικό της δρόμο, τα γεγονότα δεν έχουνε καμιά πρωτοτυπία. Μπορείς εύκολα να τα προβλέψεις. Αντίθετα, σαν ο δρόμος μιναριστεί κι ανατιναχτεί, δεν ξέρεις πια πού πας. Απ’ αλλού ξεκινάς, αλλού φτάνεις.

Άμα πήγαμε την επαύριο στο σπίτι που μέναν οι δυο γνωστοί μας αξιωματικοί, κι ανεβήκαμε τις σκάλες, ακολουθώντας τις ορντινάντζες  που μας έδειχναν το δρόμο, παραξενευτήκαμε να τους βρούμε γελαστούς, ευχάριστους, ευπροσήγορους. Άλλους ανθρώπους τέλος πάντων από εκείνους που γνωρίζαμε και περιμέναμε να ξαναντικρίσουμε. Χαμογελούσαν και δεν εβιάζονταν να ’ρθούμε στο θέμα. Σα να ’μαστε σε φιλοφρονητική βίζιτα. Μας πρόσφεραν καφέ και βουτήματα, που τους έστειλαν οι δικοί τους από την Ιταλία.

Σαν εθίξαμε πρώτοι εμείς το θέμα της ικανοποίησης του πελάτη τους, για να τελειώνουμε και να βγούμε από την αγωνία, εκείνοι μας εδήλωσαν, πως η προσβολή, κι η μονομαχία κι η συγνώμη δεν ήτανε ζητήματα, που ζητούσαν άμεση διευθέτηση. Θα τα συζητούσαμε μιαν άλλη φορά. Δεν αμφιβάλλανε καθόλου πως η καλή κι ευγενικιά κυρία Προέδρου, δεν είχε πρόθεση να προσβάλει κανένα.

Τι γίνηκε, που προκάλεσε την απίστευτη τούτη μεταβολή στην κατάσταση; Τίποτα μ’ άμεση σχέση προς την αγένεια της κυρίας Προέδρου στον ευγενικό μελανοχίτωνα!

Χτύπησαν αιφνιδιαστικά κείνη τη νύχτα τη Σοβιετικήν Ένωση τα τάγματα της Εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας.

Ήτανε χιλιάδες τα μίλια που χώριζαν από τα καινούργια μέτωπα την Ιταλία και τους Ιταλούς της Κρήτης. Όμως είχαν φαίνεται δοκιμάσει τέτοιο σοκ, ώστε τα ’χασαν. Εξύπνησαν από το λήθαργό τους άξαφνα και δεν μπορούσανε να συνέρθουνε.  

Εφοβόντανε τώρα, πως ο Ντούτσε, πιστός του Φύρερ οπαδός, φίλος και θαυμαστής, θα ’στελνε, πάνω στην έξαψη της γενναιοδωρίας του, φασιστικά σώματα στρατού, για να βοηθήσουνε στην… οικοδόμηση της καινούργιας τάξης!

Οι καταχιόνιστες της ρούσικης στέππας κι εφιαλτικές έκτασες, με τους είκοσι και σαράντα βαθμούς υπό το μηδέν, έκαμαν ώστε να φανούνε μικρολογήματα οι προσβολές της Προεδρίνας κι οι συγνώμες του Προέδρου καθώς και του συναδέλφου τους η φιλότιμη προσπάθεια να ταπεινώσει ναι και καλά[anyhow] μια περήφανη γυναίκα.

Τι πολύτιμο, τι σπάνιο πράμα θα ’ταν αν είχαμε μαγνητοφωνημένες όλες τις ομιλίες, που γίνηκαν από τους Ιταλούς της Νεάπολης της Κρήτης κατά τη νύχτα της εικοστής προς την εικοστή πρώτη του Γιούνη 1941!

Κατάλαβαν άψε-σβήσε πως δεν ήτανε φρόνιμο να προκαλούνε την έχτρα των ντόπιων ας ήταν ακόμα και των πιο φιλήσυχων.

― Αι στο καλό, λέγανε, πως θα πάμε να τους γυρεύουμε και ρέστα! Δε φτάνει, πως τους εταράξαμε μέσα στα σπίτια τους; Είχε δίκιο, να μη δώσει το χέρι της η Προέδρου στο Σαβιόττη!

 

*Ο Λευτέρης Αλεξίου γεννήθηκε το 1890 στο Ηράκλειο Κρήτης. Σπούδασε στη Φιλολογική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών και μετεκπαιδεύτηκε στο Πανεπιστήμιο Βερολίνου ως υπότροφος του κράτους. Υπηρέτησε σαν καθηγητής και Γυμνασιάρχης Μέσης Εκπαίδευσης από το 1915 μέχρι το 1954. Έχει εκδώσει τα βιβλία: «Ανάμεσα στη φύση και στο θάνατο», πεζογράφημα, 1910, «Uers Francais», ποιήματα, 1913, «Σονέτα», πρώτο βιβλίο 1914, «Σονέτα», δύο βιβλία 1916, «Οι λύκοι», δράμα μονόπρακτο, 1917, «Σονέτα», 1926. «Η Γένεση», ποιητικό, 1928, «Ηρακλής και Ομφάλη», δραματικός διάλογος, 1928, «Μπαγκατέλλες», ποιήματα και πεζά, 1930, το περιοδικό «Κάστρο», 1934-1939, «Ανάγλυφα και Σύμβολα», ποιήματα, 1940, «Έργο Ζωής», ποιήματα, 1951, «Οίκοι Κατανυκτικοί», ποιήματα, 1952, «Αποχαιρετισμός», ποιήματα, 1955, «Αξέχαστοι Καιροί», χρονικό της νιότης, 1957, «Χρονικό των δυο πολέμων», 1960. Μεταφράσεις Λατίνων, Άγγλων και Γάλλων ποιητών. Πέθανε το 1966 στο Ηράκλειο

 

“PUT ON HOLD INDEFINATELY”

 

By Lefteris Alexiou*

Rendered by Vassilis C. Militsis

Our own people would point an accusing finger at lieutenant Giovanni Saviotti, the first blackshirt of the Italian army at Neapolis, Crete, because he maltreated the Greek laborers at their jobs. Moreover, he would even beat civilians if he thought that they did not pay the due respect during the rituals of the Italian flag.

One evening, this rare specimen of a gentleman was a guest together with other Italian officers at a hospitable home, where there was a party. Ours had to invite the Italians because though they did not like them they had no other choice from having to stay at home.

 

At that time a very close friend served as the chairman of the district court. He lived with his socialite wife, who came from Corfu and spoke fluent Italian.

 

 Αt the party the president’s wife was from moment to moment being expected to lend the gay tone to the gathering. The guests chatted, jested and quipped but in measure. The presence of the Italians allowed no genialities because it was inescapable, as it was mentioned before.

As soon as the hostess made her appearance, the girl of the family assumed making the introductions. The lady grants her smile to everyone in turn and extends her hand. The men, trained in such practices, bow chivalrously.

Then Giovanni’s turn comes, who is patiently waiting. But as soon as the chairman’s lady heard his name, she felt a jolt. She immediately withdrew her extended hand putting it behind her back.

-          I’m not giving you my hand because you’re ill-treating my fellow countrymen.

An overwhelming sensation was caused; the blackshirt went red on the face.

-          Madam, you’re insulting me!

-          I don’t care.

-          Your husband does, though.

-          I don’t believe it! There’s no way!

-          You’ll soon find that out.

-          Please, let my husband alone!

-          Only if he gives me satisfaction!

-          What are you talking about, sir? Where? When? How is it going to happen?

-          On the field of honor!

All those present were silent onlookers of that rash dialogue. The finishing phrase of the Italian seemed to Mrs. Chairman very hilarious.

She was seized by a fit of nervous laughter and she could not hold back.

-          You may go on laughing, he said, but we’ll see who gets the last laugh!

The hearts of the guests were overpowered by a dreary feeling; not a word was heard. Saviotti’s colleagues left the party with him as an indication of their solidarity. The locals dispersed as well. None felt like going on with the feast.

At first light of the following day, all residents – from the youngest to the eldest – were talking about the uncertain outcome of the previous evening’s occurrence.

I was sitting at my desk in my office – I was the high school principal – and thumbing some books when two carabinieri made their appearance, consigned a sealed envelope to me and went away. I opened it and was shocked to read that at exactly four o’clock I was to be at Mr. Chairman’s house about a most urgent issue.

I went to the Chairman’s without delay. I found him walking up and down very disturbed. He informed me that a magistrate and I were appointed his witnesses, and shortly we had to meet with the blackshirt’s witnesses so that we would agree on where and how the duel was going to be conducted.

-          Do you want to know more, Principal? She found it hard to conceal her sentiments and control her temper. She’s always behaving like this!

Then he stood still and told me:

-          Don’t think that’s the first time she’s set me up for such stories! But things aren’t the way they used to be. We’re at the discretion of our tyrants. She won’t understand the seriousness of the situation refusing to eat humble pie!

In the meanwhile, Mrs. Chairman shut herself up in her room seemingly making her toilet in order to receive us. And, indeed, shortly she made a meticulously perfumed and chic appearance. Dress, shoes, stockings – all spick and span.

-          Don’t mind him, she concluded. He’s accepted the role of abject slave and acquiesced.

-          Madam, I know you’d rather I had the upper hand; I wish I had. But the situation doesn’t change.

The second witness of the chairman also arrived and we were already waiting for the Italians.

-          Now let’s see what kind of satisfaction they’ll demand from us, said the chairman. I don’t believe they’ll demand a duel. What’s your opinion?

A rising legal expert, adept in forensic issues, volunteered to answer:

-          The most convenient thing to do is to resort to the non compos mentis. I imagine it applies everywhere.

-          I wonder if they’ll agree on the case of unsound mind, the chairman objected

-          And even if they do agree, interrupted Mrs. Chairman, I know that I have all my buttons. So I’ve done my duty. It’s all over and done with!

-          You’ve done your duty, have you, dear; some duty! You’ve got that rascal to kill me!

-          Don’t be afraid! I won’t let them harm you.

-          Do you think it’s up to you? Do you know that such things aren’t to be taken lightly? In the mainland people are daily being done in!

-          They don’t harm those who bow to tyrants. Calm down, Mr. Chairman!

And a patronizing Mrs. Chairman laughed bitterly.

There was a knock at the door. It was answered and two Fascisti captains entered. They were wearing shining helmets, accoutrements, swords and revolvers, and long boots polished like mirrors. Despite all that broiling heat, they had donned their great Fascist uniform apparently in order to dazzle us. Their countenances were serious and sad. I was convinced that was not as comical as it seemed. I was overwhelmed by a sense of depression, which made me feel unwell.

They sat down and begged the chairman and his wife to let us alone. They retired leaving the four of us – the witnesses – alone. One of the two Italians, affable and civil, took up explaining the gravity of the situation.

He went on saying that the insulted officer was a young man of the best families: a shiny example at his commitments. And he added that it was a shame for such an officer to fall victim of slander; that allegedly he beat and ill-treated Greek citizens!

I also confirmed that in no way did Mrs. Chairman intend to insult this gentleman.

They stood up after they handed us a typewritten multipage document in Italian.

On the following day, at ten in the morning, we had to assemble at their residence and confer about the place, time, and manner their client demanded the satisfaction due to him.

-          A close perusal of this document would help our purpose, said the one who was in charge; and since you are likely not to know the rules of chivalry, we leave the relative code so that you may consult it!

The poor devils were merely idle and were indifferent to the fact and we were literally swamped with the school work, its correspondence and with piles of notebooks and test papers.

On departing they saluted in the formal fascist way; they had carried out their mission.

I took to reading some passages of the lengthy document.

Undoubtedly the one who had drafted it have must have stayed overnight. Now, I also had to pass a sleepless night in order to read it!

-          Do you see what you’ve done to me, dear?  

The chairman was having a hard time to put up with it. But his wife could care less.

Reading carefully the endless paper in the comfort of my home, I was relieved to notice that a case of non compos mentis was mentioned. Having no sense of own one’s actions, one cannot be held responsible. I needn’t have read more than I should hurry to the chairman’s house.

I told them that the safety valve was in the non compos mentis, which would relieve us from further trouble. However, some things were indispensable: firstly, the husband should apologize in front of all those present at the time of the offense. Secondly, the witnesses of the husband and the husband himself should declare in an official record clearly and unequivocally that Mrs. Chairman could not be held liable for her actions and words.

The Chairman accepted the terms and turned to his wife:

-          Disregard the situation, I beg you! Let the dark days go by and worry of nothing else. Don’t demand that things happen as they used to before, because the present situation will be more unbearable to you. Don’t you agree?

He stopped talking and full of suspense waited for her response. He was really pathetic! But Mrs. Chairman was boiling over with rancor:

-          All I can agree on is that I have done my duty as a Greek woman and I’m proud of it. I’ve just told you I wish they would shoot me.

-          Alas, you are insusceptible to reason, which can get sad and tragic. I’m afraid things will shortly be beyond repair.

He stood up full of anxiety and lifted his eyes:

-          What a nightmare! Dear God, what a nightmare!

-          Shame on you, chairman, she cut in, for being such a coward. You depend on no one. Look around you; the whole world is falling apart and we’re trying to save our hides. For once, try to show some courage, too! I’m fed up with your common sense and cowardice! I begrudge your lack of courage when you expose me before the eyes of such ludicrous nobodies!

-          Circumstances are such dear. You must realize it once and for all. You aren’t a kid any longer! There’s no time for being heroes! You’ve got to understand it!

Mrs. Chairman turned to us:

-          I have also realized something far more useful; they demand nothing from me.

Then she addressed her husband:

-          Therefore, Mr. Chairman; go and apologize to them down on your knees, and get it over with! Had things had been otherwise, that bunch of swine, buffoons and sissies would have seen…

But phenomenal circumstances bring about phenomenal things! If life runs its normal path, events have no originality; they can easily be predicted. On the contrary, if the road is undermined and blown up, you no longer know where to go. You start from somewhere but you get elsewhere.

When on the following day we went to the place where the two officers we had met before stayed and we climbed up the stairs following the orderlies, who had shown us the way, we were astonished to find them pleasant, cheerful and affable. Anyway, we found different people from those we knew and expected to confront again.

They were all smiles and they were impatient we could all get to the point. It was as though we had paid them a courteous visit. We were offered coffee and cookies sent by their families directly from Italy.

In order to get it over and done with, and give an end to our anguish we were the first to broach the issue of their comrade’s satisfaction. However, they announced that the insult and apology as well as the duel were not matters that required direct settlement. They were to be discussed some other time. They had no doubts about the gracious lady’s intentions; she meant no offense to anyone.

But what caused this unbelievable change of things? It did not have directly to do with Mrs. Chairman rudeness to the chivalrous blackshirt!

On that night the battalions of Nazi Germany began the offensive against the Soviet Union.

There were thousands of miles between the new fronts in Italy and the Italians stationed in Crete. However, they received such a shock that they were completely bewildered. They had been suddenly roused by their torpor and they were unable to come around.

Now they feared that the Duce, a loyal adherent, friend and devotee to the Führer would, in the excitement of his generosity, send fascist army forces to aid in the … building of the new order!

The snow deep vastness of the Russian steppe together with its nightmarish expanses, with temperatures -40o Centigrade, had made Mrs. Chairman insults and her husband’s apologies as well as the earnest attempt to humiliate a proud lady anyhow appear mere trivialities.

It would have been a rare thing of high value had we recorded all the dialogues of the Italians, serving at Neapolis, Crete, on the eve of June 21, 1941.

For it suddenly had dawned upon them that it was not wise to provoke the enmity of the locals even of the peace loving ones.

-          The hell with it! They would say. As if it isn’t bad enough we’ve disturbed them in their own home; how can we now demand to have the upper hand? Mrs. Chairman was right not to extend her hand to Saviotti.

 

 

 

Lefteris Alexiou was born in Herakleion, Crete in 1890. She studied Literature at Athens University and completed his post graduate studies at Berlin University under a state scholarship. He worked as a teacher in secondary Greek schools from 1915 to 1954. He was both a writer and a poet. He also translated Latin, English and French poets. He died in Herakleion, Crete in 1966.