Δευτέρα 25 Ιουλίου 2022

ΔΗΘΕΝ ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ - ABBOT ALLEGEDLY

 

Ο "ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ"


 

ΣΟΦΙΑ ΚΛΗΜΗ-ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ

 

Από το βιβλίο "Εξομολογήσεις"

 

Ο δύσβατος δρόμος ανηφόριζε στην πλαγιά του Βουνού. Το δάσος πυκνό. Τα σύννεφα καθισμένα χαμηλά, προμηνούσαν καταιγίδα στο καλοκαιριάτικο απομεσήμερο. Το μοναστήρι αντίκρυ, μακριά, φάνταζε ποθητό τέρμα της πορείας μας.

 

Όταν τραβήξαμε το σκοινί του σήμαντρου, τα σύννεφα είχαν κατέβει στη στέγη του μοναστηριού.

 

Στο παραθυράκι της πορτάρας, πρόβαλε δισταχτικά η γενειάδα του καλόγερου.

— Προσκυνούμε, πάτερ.

 

Έσκυψε, ερεύνησε ολόγυρα, ύστερα ρώτησε.

 

— Μόνοι σας είστε;

 

— Μόνοι μας.

 

Ξανακοίταξε γύρω, μας έψαξε καχύποπτα με τη ματιά του, φώναξε τον σκύλο του που το λαχάνιασμα του ακούστηκε πίσω απ' τη μεγάλη θύρα και τελικά, έσυρε τη βαριά αμπάρα, άνοιξε με φανερό κόπο και κρυφό δισταγμό την πόρτα.

 

— Περάστε.

 

Ο σκύλος κούνησε την ουρά του αφού πρώτα μας οσμίστηκε καλά. Κι ο καλόγερος ξανάπε θαρρετά τώρα. «Περάστε... περάστε».

 

Μας οδήγησε στην εκκλησιά ν' ανάψουμε το κερί μας, όμως δεν μας άφησε να προσευχηθούμε αν το θέλαμε. Η «ξενάγηση του» φλύαρη, υψηλόφωνη, χωρίς ειρμό, με ξιπασιά και προπέτεια.

 

— Εγώ είμαι ο ηγούμενος της Ιεράς Μονής, μας συστήθηκε.

 

— Είστε πολλοί μοναχοί στη μονή;

 

— Όχι, μόνος μου είμαι!

 

Απορήσαμε βέβαια σε ποιους ήταν ηγούμενος, μα η πολυλογία του δεν μας άφηνε περιθώρια. Ξεχωρίσαμε ανάμεσα στα πολλά πως όπου να 'ναι θα ασφαλτοστρωθεί ο δρόμος, στα πρόθυρα βρίσκεται και το ρεύμα της ΔΕΗ. Το νερό είναι θέμα κάποιας πιστώσεως. Για όλα έχει ενεργήσει, μερίμνησε, έγραψε σε τρανούς, σε προσωπικότητες, σε ξενητεμένους, σε συλλόγους... Από άλλους πήρε υποσχέσεις, απ' άλλους Βοήθεια, απ' άλλους ούτε απάντηση. «Μαγάρισα και τη λέξη που τους αποκάλεσα εξοχώτατους...» κατέληξε.

 

Το ράσο του τριμμένο και βρώμικο. Η γενειάδα του κίτρινη και λερή. Το μπόι του τριπίθαμο, μα τα λόγια του πήχεις ατέλειωτοι.

 

— Πακτωλό θ' αποτελέσει η μονή όταν θα γίνει ο δρόμος και 'ρθει το φως και το νερό. Τα λέω στον Δεσπότη, δεν μ' ακούει. Πακτωλός του λέω Δέσποτα, χρυσορυχείο.

 

Προσπαθούμε να βρούμε αναπαμό απ' την φλυαρία. Προσπαθούμε να γυρίσουμε την κουβέντα όπως αξίζει στον χώρο και την εξαίσια φυσική ομορφιά του τόπου. Ρωτάμε για θαύματα, για ενύπνια κι έχουμε την ελπίδα πως τουλάχιστο η πολυλογία του θα στραφεί σ' άλλα μονοπάτια.

 — Την παίρνουν κάποτε οι χωρικοί την εικόνα και την γυρνάν στα χωράφια για βροχή, για ακρίδα... Όμως δεν αφήνουν τίποτα στη μονή αυτά τα πράγματα... Μόνο ο δρόμος. Αυτός θα φέρει τον κόσμο, θ' ανοίξει τον πακτωλό... Εγώ τα λέω στον δεσπότη, δεν μ’ ακούει.

Μας περνά στη «βιβλιοθήκη». Στον τοίχο κρέμονται κορνιζομένα τα παραχωρητήρια των Σουλτάνων για την προικοδότηση της μονής.

 

— Χιλιάδες στρέμματα σας λέω. Λιοστάσια, δάση, κάμπος... Πολλοί παράδες!

 

Μες από ένα σαρακοφαγωμένο ντουλάπι βγάζει και μας δείχνει ένα χειρόγραφο βιβλίο του 1724. Πόνημα μιας ολόκληρης Ζωής κάποιου μοναχού της εποχής, είναι κοσμημένο με μινιατούρες και περιέχει με ωραία Βυζαντινή γραφή τις τρεις λειτουργίες. Το ξεφυλλίζει ταχυδακτυλουργικά, το παραμερίζει. Ύστερα παίρνει από μια στοίβα όμοια φύλλα, ένα τετρασέλιδο μεγάλου σχήματος από περγαμηνή χρυσογραμμένη, το τσαλακώνει στη χούφτα του να μας παραστήσει πώς έβαζαν τις ελιές μες στο αδιάβροχο αυτό χαρτί οι παλιοί αγράμματοι καλόγεροι, το ξαναπετά στη στοίβα. Προσπαθεί να κλείσει την πόρτα του ντουλαπιού, η περγαμηνή εξέχοντας τον εμποδίσει, τη σπρώχνει με το πόδι του, την τσακίζει όπως όπως, επί τέλους έκλεισε το ντουλάπι. Όμως το στόμα του μένει συνέχεια ανοιχτό και λέει και λέει...

 

— Όταν ήταν Υπουργός ο τάδε... είχα φίλο τον στρατηγό δείνα... κι αυτός μαζί με τον Υφυπουργό... Ονόματα, χρονολογίες, Ζωντανό πολιτικό ρεπορτάζ, πλήρη ενημέρωση.

 

— Βλέπω, πάτερ, είστε πολύ καλά ενημερωμένος με την πολιτική και όσα συμβαίνουν!

 

— Α, παίρνω τακτικά εφημερίδες. Έχω και το ραδιάκι μου...

 

Και τότε ήταν που ήρθε ο πειρασμός και ρωτήσαμε.

 

— Πώς βλέπετε, πάτερ, την κίνηση για την ένωση των Εκκλησιών;

 

Η απάντηση ήρθε αδίσταχτη και καταπελτική, όπως δα την υποψιαζόμασταν.

 — Φούρνος να μη καπνίσει, παιδί μου. Φούρνος να μη καπνίσει. Ό,τι  θέλουν ας κάνουν. Εγώ, το δρόμο ονειρεύομαι... ν' ανοίξει ο πακτωλός.

 

Κατηφορίζοντας την πλαγιά, σιωπούμε. Στο μυαλό μας δεσπόζει ο «μοναχός» της μονής. Ο «ηγούμενος».

Τα σύννεφα άφησαν πια το φορτίο τους να ξεχυθεί πάνω στο δάσος. Η καταιγίδα – ορμητική καλοκαιριάτικη μπόρα – χτυπά τα δέντρα και τη γη που ξεχύνουν χίλιες ευωδιές και κατακλύζουν τα πνευμόνια μας και την ψυχή μας. Ε, καιρός ήταν.

THE “ABBOT”

 

 

 

By Sophia Klimi – Panayotopoulou* (2001†)

 

Rendered by Vassilis C. Militsis

 

 




The rough road ascended the slope of the mountain. The forest was dense. The clouds hanging low foreboded a storm in the summer afternoon. The monastery loomed in the distance, our desired goal of our trek.

 

When I pulled at the rope of the bell, the clouds touched the monastery roof.

 

 

The beard of the monk came into view hesitantly at the narrow wicket of the gate.

-          Your blessing, father.

He bent, looked around, and then asked;

 

-          Are you on your own?

 

-          On our own.

 

 

He looked around again, his eyes probed us suspiciously, called out at his dog, whose panting could be heard behind the gate, and finally drew aside the heavy crossbar, and, with obvious effort and hesitancy that he tried to conceal opened the gate.

-          Come in.

 

The dog wagged his tail having first sniffed us thoroughly. And this time the monk summoning his courage said again:

-          Come in…come in.

 

He let us enter the church so that we would light a candle, but he did not allow us to pray though we liked to. While he was showing us around, he was garrulous in a piping voice, incoherent, pompous and presumptuous.

-          I’m the abbot of the Holy Monastery, he introduced himself.

 

-          Are there many monks in the monastery?

 

-          No, I’m the only one.

Naturally, we wondered over whom he was an abbot, but his verbosity did not allow us to get a word in edgewise. Out of his chatter we managed to make out that the road was going to be paved over with tarmac, the electricity was soon to be installed. As for the water, it was only a matter of appropriations. He had provided for everything himself; he petitioned to important people, to celebrities, to wealthy expats and to various societies...he was promised by some, by others he received financial assistance, but still others did not even deign to reply. “I even defiled the word by addressing them honorable…” he concluded.

His cassock was threadbare and dirty, and his yellow beard was unwashed. He was of remarkably short stature, but his words were high-faluting rubbish.

 -           The monastery will turn out to be a gold mine when the road is built and it will be supplied with water and power. That’s what I’m saying to my bishop, but he wouldn’t listen; ‘a gold mine, your Eminence, I say.’

We were seeking to find a way out of his garrulity. We were trying to turn away the discussion to other more important matters such as the natural beauty of the place. We asked him about miracles and prophetic dreams hoping at least that his chatter will digress to other paths.

 -          The peasants take the holy icon sometimes and carry it about their fields to protect them against droughts or swarms of locusts…But the monastery doesn’t profit much from such things. Only the road will bring about the wealth. I’m telling the bishop, but he turns a deaf ear.

He led us to the ‘library’. Hung on the walls we could see the framed deeds of the land grants by the Sultans for the dowry of the monastery.

 -          I’m telling you; thousands of acres: olive orchards, forests, plains… lots of money!

 

Out of a worm-eaten cupboard he produces and shows us a 1724 handwritten book. A life-long work by some monk of the time. It is decorated with miniatures and contains in a beautiful byzantine script three church services. He thumbs it using some sleight of hand, puts it aside, and then he takes from a stack of papers, a large parchment, as large as four pages, in gold letters, and crumples it in his hand to show us how the illiterate monks of yore used to put olives in this waterproof sheet of parchment, and then he throws it back onto the stack. He is trying to close the cupboard but the jutting parchment resists; thus he crumples it further and at last he manages to close the cupboard. His mouth is always staying open and is going on speaking and speaking…

 

 -          When John Doe was a minister… I had a friend the so-and-so… and he along with the deputy minister… names, dates, live politics covering, full update

 

-          I see, father, you are well-informed of political events!

 

 

-          Well, I regularly buy newspapers. Besides, I’ve got my small transistor…

And then we were tempted to ask him:

 

 

-          What do you think, father, of the movement of Ecumenism?

 

His answer came blatant and sudden like a catapult as we were already expecting it.

 

-          I care a hang, my child; I don’t give a hoot. Let them do whatever they like. I’m dreaming of the road so that money can come flowing in.

We are descending the slope in silence. The ‘monk’ or the ‘abbot’ of the monastery dominates our minds.

 

The clouds have discharged their burden to pour upon the forest. The tempest – a violent summer rainstorm – beats the trees and the soil, which give off a thousand fragrances and flood our lungs and souls. Well, it is about time.

 

*The author was born in Alexandroupolis, Northeastern Greece. She worked as a bank clerk for years. She first appeared in the literary circles in 1958 and was commended for her work.

She wrote fiction, poetry, essays and book reviews. She was also a member of the Greek Literary Society.

She died on September 29, 2001 and was buried in Patras, Peloponese

 

Σάββατο 23 Ιουλίου 2022

H ΘΕΟΣΚΕΠΑΣΤΗ - THE GOD-GUARDED CHAPEL


 

Η ΘΕΟΣΚΕΠΑΣΤΗ


 
Ηλίας Βενέζης

 

Με θέα που κόβει την ανάσα, το Ιερό Ενοριακό Παρεκκλήσι της Παναγιάς της Θεοσκέπαστης (Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου) είναι χτισμένο στην δυτική άκρη του βράχου του Σκάρου στο Ημεροβίγλι της Σαντορίνης. Αποτελεί το μοναδικό κτίσμα που υπάρχει σήμερα στον Σκάρο και κάθε χρόνο, τέτοια μέρα (26 Δεκεμβρίου), εορτάζει. Η ασύγκριτη ομορφιά του ενέπνευσε τον κορυφαίο Αϊβαλιώτη λογοτέχνη, Ηλία Βενέζη, να γράψει ένα διήγημα αφιερωμένο στο εκκλησάκι!

[...] Άξαφνα ψίθυρος σιγανότατος, ψαλμωδία κατανυκτική, φωνή ικέτις, μπερδεύοντας με τη φωνή της ερημίας και της θαλάσσης, έφτασε στ' αυτιά μας. Xείλη γυναικεία έψελναν ύμνους χριστιανικούς.  Kάτω απ' τα ερείπια του κάστρου των Φράγκων, η ταπεινή μελωδία της Oρθοδοξίας, βεβαίωση της συνέχειας, τι συγκίνηση που ήταν!

Σαν να μας έσεισε αγέρας βίαιος. Kάμαμε ακόμα λίγα βήματα. Και τότε πρόβαλε μπρος στα μάτια μας, όραμα θαμπωτικό, αλησμόνητο για πάντα, άσπρο, πάλλευκο: η "Θεοσκέπαστη". Πάνω απ' τα κρεμαστά νερά, στον άγριο βράχο, πάνω απ' το ηφαίστειο.

Oι ύμνοι τώρα έρχονται πιο καθαροί. Προχωρήσαμε, μπήκαμε στη Θεοσκέπαστη. Κατακάθαρο, γυμνό, κατάγυμνο ήταν το ξωκκλήσι, καθώς όλα τα ξωκκλήσια των Eλλήνων. Mονάχα ένα ξυλόγλυπτο, παλιό, παμπάλαιο τέμπλο. Και μπρος στο Iερό, κάτω απ' το φαγωμένο τέμπλο, γονατισμένες πάνω στις πλάκες, με σκυφτό κεφάλι, αποτραβηγμένες στη δέησή τους, μονάχες με τον εαυτό τους και με το Θεό, ξυπόλυτες, οι μαυροφορεμένες γυναίκες, που είχαμε δει από μακριά, έψελναν. H μια διάβαζε τα τροπάρια απ' τη Σύνοψη, οι άλλες, οι αγράμματες, μουρμούριζαν μαζί της. Eίχαν ανάψει τα καντήλια, έξω ήταν το πέλαγο, τα "συστήματα των υδάτων" όλα ήταν κατάνυξη κ' ερημιά. Oι γυναίκες λέγαν την Aκολουθία του Mικρού Παρακλητικού Kανόνος:

 

"Προστασίαν και σκέπην ζωής εμής τίθημι σε, Θεογεννήτορ Πάρθενε, συ με κυβέρνησον προς τον λιμένα σου". "Διάσωσον από κινδύνων τους δούλους σου, Θεοτόκε, ότι πάντες μετά Θεόν εις σε καταφεύγομεν".

 

Άκουσαν τα βήματά μας, μα ήταν σα να μην είμαστε, μήτε καν γύρισαν προς τα εμάς. Έτσι πάντα:σκυφτές, γονατισμένες, πνιγμένες στα μαύρα, ικέτιδες.

 

Mας συνεπήρε κ' εμάς το μυστήριο, η κατάνυξη, γινήκαμε σε λίγο μαζί τους ένα, προσευχηθήκαμε κ' εμείς για ό,τι αγαπούμε και για τους ανθρώπους.

Σαν τέλειωσε η παράκληση κ' οι γυναίκες σηκωθήκαν απ' τις πλάκες, ωχρές, γαλήνη ήταν στο πρόσωπό τους πολλή. Mας τριγυρίσανε, είπαν τα δικά τους, είπαμε τα δικά μας. H μια είχε παιδί σκοτωμένο στον πόλεμο, η άλλη έχει γιο στο στρατό, η άλλη έχει γιο που ταξιδεύει στη θάλασσα. Kάθε χρονιά έχουνε τάμα να πάρουν βόλτα όλο το νησί, με τα πόδια, ν' ανάψουν τα καντήλια στα ξωκκλήσια. Έτσι ξεκινήσανε και φέτος. Mε τα χαράματα πέσαν στο δρόμο απ' τον Πύργο, ξιπόλυτες, κ' η σκόνη σκέπαζε τα σκληρά, τυραγνισμένα πόδια τους. Tώρα, ύστερα απ' τη χάρη της, μετά τη Θεοσκέπαστη, θ' ανηφορίζαν για τ' άλλα τα ξωκκλήσια, κατά τα δυτικά.

 

Bγάλανε απ' το μπογαλάκι τους το γιόμα τους, ψωμί σταρένιο, τις μικροσκοπικές ντομάτες της Σαντορίνης, ψαράκια της τράτας τηγανητά. "Ήντλησαν" νερό απ' τη μικρή στέρνα, νερό βρόχινο, μας φιλέψαν νερό και ψωμί. Δε θέλαμε να τους το στερήσουμε που το είχαν λιγοστό - το ψωμί και το νερό. Mα επιμένανε να το πάρουμε κοιτάζοντάς μας παρακαλεστικά μες στα μάτια, σαν να το γυρεύαν για χάρη.

 

"Tώρα μας ένωσε η Θεοσκέπαστη", είπαν.

THE GOD-GUARDED CHAPEL OF THE HOLY VIRGIN

Elias Venezis

 

Offering the observer a breathtaking view, the God-guarded Chapel is situated on the west edge of Skaros cliff at Imerovigli, Santorini. Its feast day is celebrated on December, 26, each year. The author Elias Venezis has been inspired to dedicate his following short story to this chapel.


 

 Rendered by Vassilis C. Militsis

[…] all of a sudden a very low whisper, a devout chanting, and a suppliant voice that mingled with the silence of the wilderness and the sea reached our ears. Women’s lips chanted Christian hymns. Under the Frankish castle, the humble melody of Orthodoxy, which was the affirmation of our legacy, was indeed moving.

 

We were forced to take a few more steps as if a violent wind blew behind us. And then a dazzling, all-white, and forever unforgettable vision emerged in our view: The God-guarded Chapel of the Holy Virgin. It is built high above the waters as if hanging on the wild cliff right upon the volcano.

We could now hear the hymns more clearly. We walked ahead and entered the chapel: it was spotlessly clean but bare of murals like all the Greek chapels. The only work of art was a time-honored, hand-carved iconostasis, [dividing the sanctum from the church proper]. And before the sanctum, barefoot on their knees and their heads bowed, engrossed in their prayers – on their own and with God – the black-robed women, whom we had heard from afar, were chanting. One was reading magnificats out of a hymnal and the rest, mostly illiterate, were humming along. They had lit the lamps; outside the sea was calm – the whims of waters; all was solemn and still. The women were chanting the Service of the of the Small Intercessory Prayer to the Most Holy Theotokos:

“I lay down my life to your shelter and defense, O virgin Maid, who gave birth to God; conduct me to your port.”…

“Deliver us, your humble servants, from perils, O Theotokos, for, after God, we all flee to you as a refuge.”

 

They must have heard our footfalls but they ignored us completely; they did not even turn their heads to us as if we were unseen. In this way, down on their knees, bent and drowned in black, they were the suppliants to the Mother of God.

Presently we were also carried away by the mystery and devoutness and we became one with them; we prayed for our dear ones and for all people.

When the hymns to the Mother of God were over, the women, pale but with extremely serene countenances, rose from the cobbled floor. They surrounded us and we chatted about their worries and concerns. One had lost her son in the war; another had a son sailing at sea. They had made vows to trek the whole island once a year and to light the lamps of the various chapels. Thus, this year, too, they had started out on their religious duty. With daybreak they picked their way from the Castle, barefoot, the dust covering their rough, tormented feet. Now, being blessed with Her grace at the God-guarded Chapel, they would walk up to the other chapels westwards.

 

They produced from their bundles their frugal repast: whole meal bread, Santorini baby tomatoes and fried fresh fish. They drew rain water from a collect pond. They invited us to their meal, too. We did not want to be a burden on their meager bread and water. But they were adamant to share their meal and probed into our eyes as though they were pleading for a favor.

“Now we have been united by the Holy Virgin of the God-guarded Chapel,” they said.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τετάρτη 20 Ιουλίου 2022

ΤΟ ΔΥΣΤΟΠΙΚΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ


 

ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ (THE AWAKENING)


 

Άρθουρ Κλαρκ

Απόδοση: Βασίλης Κ. Μηλίτσης

[Διαβάστε το πρωτότυπο στη συλλογή Reach for Tomorrow, σελ. 108 – 114, εκδόσεις  CORGI]

Ο Μάρλαν είχε βαρεθεί με την έσχατη ανία που μόνο η Ουτοπία μπορούσε να προκαλέσει. Στεκόταν μπροστά στο μεγάλο παράθυρο και κοίταζε τα σκόρπια σύννεφα να παρασύρονται από τη θύελλα που περνούσε μανιασμένη στους πρόποδες της πόλης. Μερικές φορές μέσα από μια ρωγμή στo λευκό παραπέτασμα που ανέμιζε έβλεπε μια σύντομη εικόνα από λίμνες και δάση καθώς και την ελικοειδή κορδέλα του ποταμού που έρρεε μέσα από την άδεια χώρα που τώρα τόσο σπάνια έμπαινε στον κόπο να επισκεφτεί. Σε απόσταση είκοσι μιλίων δυτικά μέσα στα χρώματα της ίριδας του ηλιακού φωτός, οι ανώτερες κορυφές του τεχνητού βουνού που ήταν η πόλη Εννιά φάνταζαν να επιπλέουν πάνω από τα σύννεφα – ένα ονειρικό νησί να παραδέρνει στις κρύες ερημιές της στρατόσφαιρας. Ο Μάρλαν αναρωτήθηκε πόσοι από τους κατοίκους της κοίταζαν  με απάθεια προς το μέρος του, ίδια μ’ αυτόν απογοητευμένοι από τη ζωή.

Υπήρχε, φυσικά, ένας δρόμος διαφυγής, και πολλοί τον διάλεξαν. Αλλά αυτός ήταν τόσο προφανής και ο Μάρλαν πάνω απ’ όλα απέφευγε τα προφανή. Εξάλλου, ενώ υπήρχε ακόμη ευκαιρία η ζωή να του επιφυλάσσει ακόμη κάποιες καινούργιες εμπειρίες, αυτός δεν εννοούσε να διαβεί την πόρτα που οδηγούσε στη λήθη.

Μέσα από την αχλή που απλωνόταν από κάτω του, ξεπήδησε κάτι φωτεινό σαν φλόγα από τα σύννεφα που όλο μίκραινε καθώς απομακρυνόταν στα μεσούρανα προς το βαθύ γαλάζιο. Με θολά μάτια ο Μάρλαν παρατηρούσε το διαστημόπλοιο που ανυψωνόταν: κάποτε – πριν από πολύν καιρό! – ένα τέτοιο θέαμα θα τον έκανε να αγαλλιάσει. Κάποτε κι αυτός είχε πάει σε τέτοια ταξίδια, ακολουθώντας την πορεία που χάραξε ο Άνθρωπος για τις μεγαλύτερες περιπέτειες. Αλλά τώρα στους δώδεκα πλανήτες και στους πενήντα φυσικούς τους δορυφόρους δεν υπήρχε τίποτε που δεν μπορούσε να βρει κανείς στη Γη. Ίσως μόνο αν μπορούσε η ανθρωπότητα να φτάσει στα αστέρια, θα μπορούσε να ξεφύγει από το αδιέξοδο που είχε παγιδευτεί. Θα είχαν ακόμη μείνει άπειροι ορίζοντες εξερεύνησης και ανακάλυψης. Αλλά το πνεύμα της ανθρωπότητας είχε δειλιάσει μπροστά στη φοβερή απεραντοσύνη του διαστρικού διαστήματος. Ο Άνθρωπος κατέκτησε τους πλανήτες ενώ ήταν ακόμη στη νεότητά του, αλλά τα αστέρια παρέμειναν για πάντα απλησίαστα.

Κι όμως – ο Μάρλαν ανατρίχιασε στη σκέψη και ατένισε τα συστρεφόμενα ίχνη ατμού που σημάδευαν την πορεία του διαστημόπλοιου που απομακρυνόταν – εάν το Διάστημα τον είχε νικήσει, υπήρχε ακόμη και μια άλλη κατάκτηση που μπορούσε να επιχειρήσει. Για ώρα έμεινε ασάλευτος βυθισμένος στις σκέψεις του, ενώ  πολύ μακριά από κάτω, το ακανόνιστο σύνορο της καταιγίδας αποκάλυπτε με αργό ρυθμό τους προμαχώνες και τα αντερείσματα της πόλης, και ακόμη παρακάτω, τους ξεχασμένους αγρούς και τα δάση που ήταν κάποτε η μόνη κατοικία του Ανθρώπου.

Η ιδέα εύρισκε πρόσφορο έδαφος στην επιστημονική επινοητικότητα του Σάντρακ. Του έδινε τροφή στα ενδιαφέροντα τεχνικά προβλήματα που τον απασχολούσαν για ένα με δυο χρόνια. Τούτο θα παρείχε στον Μάρλαν άφθονο χρόνο να τακτοποιήσει τις υποθέσεις του ή, στην ανάγκη, ν’ αλλάξει γνώμη.

Ακόμη κι αν ο Μάρλαν δίσταζε έστω και την τελευταία στιγμή, παραήταν υπερήφανος να το δείξει καθώς θα αποχαιρετούσε τους φίλους του. Οι τελευταίοι παρακολουθούσαν τα σχέδιά του με νοσηρή περιέργεια, πεπεισμένοι πως ο Μάρλαν υπόκυπτε σε κάποιο ασυνήθιστα περίπλοκο είδος ευθανασίας. Καθώς η πόρτα του μικρού διαστημόπλοιου έκλεινε πίσω από τον Μάρλαν, αυτοί έφευγαν με αργά βήματα για να συνεχίσουν τη ρουτίνα της άσκοπης ζωής τους. Η Ροουήνα έκλαψε, αλλά όχι για πολύ.

Ενώ ο Μάρλαν έκανε τις τελικές προετοιμασίες, το πλοίο ανυψώθηκε στην αυτόματη πορεία του επιταχυνόμενο μέχρι που η Γη έγινε σαν ένας ασημένιος μηνίσκος. Μετά  σμίκρυνε σ’ ένα αμυδρό άστρο, χαμένο στην λαμπρότερη αίγλη του ήλιου. Βγαίνοντας από την εκλειπτική των πλανητών εκσφενδονιζόταν σταθερά προς τα αστέρια μέχρι που και ο ήλιος δεν φάνταζε παρά σαν ένα φωτεινό σημαδάκι. Κατόπιν ο Μάρλαν ήλεγξε την ταχύτητά του προς τα εμπρός, εκτρέποντας το πλοίο σε μια τροχιά πολύ πιο πέρα από τα υπόλοιπα παιδιά του ήλιου. Τίποτε δε θα το διατάραζε σ’ αυτή την τροχιά ποτέ. Θα περιφερόταν γύρω από τον ήλιο αιώνια εκτός κι αν από κάποια ακατανόητη τύχη το αιχμαλώτιζε κάποιος περιπλανώμενος κομήτης.


 

Για τελευταία φορά ο Μάρλαν ήλεγξε τα όργανα που εγκατέστησε ο Σάντρακ. Κατόπιν πήγε στο ενδότερο δωμάτιο και σφράγισε τη βαριά μεταλλική πόρτα. Όταν θα την άνοιγε πάλι, θα ήταν για να μάθει το μυστικό της ανθρώπινης μοίρας.

Το μυαλό του είχε αδειάσει από κάθε συγκίνηση καθώς ξάπλωσε στον καναπέ με τα χοντρά βάτα και περίμενε τις μηχανές να κάνουν το καθήκον τους. Δεν πρόλαβε ν’ ακούσει το πρώτο ψιθύρισμα του αερίου μέσα από τους αγωγούς. Η συναίσθησή του υποχώρησε σαν μια άμπωτη.

Γρήγορα ο αέρας βγήκε συρίζοντας από το μικρό δωμάτιο, και το απόθεμα θερμότητας στράγγισε προς τα έξω στο απόλυτο κρύο του διαστήματος. Αλλοίωση και σήψη δεν θα έμπαιναν ποτέ εκεί μέσα. Ο Μάρλαν κείτονταν μέσα σ’ έναν τάφο που θα ξεπερνούσε σε διάρκεια από κάθε άλλον που έκτισε ο άνθρωπος πάνω στη Γη την ίδια. Κι όμως ήταν κάτι περισσότερο από συνήθη τάφο, διότι οι μηχανές περίμεναν υπομονετικά και κάθε εκατό χρόνια άνοιγε και έκλεινε ένα κύκλωμα, πράγμα που συνεχιζόταν διαμέσου των αιώνων.

Κι έτσι ο Μάρλαν κοιμόταν σ’ ένα κρύο λυκόφως πέρα από την τροχιά του Πλούτωνα. Δεν καταλάβαινε τίποτε για την ακμή και παρακμή της ζωής πάνω στη Γη και τους αδελφικούς της πλανήτες ενώ οι αιώνες μάκραιναν σε χιλιετίες και οι χιλιετίες σε άπειρα χρονικά διαστήματα. Πάνω στον κόσμο όπου κάποτε υπήρχε η κατοικία του Μάρλαν, τα βουνά διαβρώθηκαν και παρασύρθηκαν στη θάλασσα. Οι παγετώνες  κάλυψαν τα περισσότερα μέρη του πλανήτη όπως είχαν κάνει τόσες φορές πριν αποσυρθούν ξανά στους πόλους. Από τους βυθούς των ωκεανών ξεπήδησαν, πέτρωμα με πέτρωμα από την ιλύ που είχε επικαθίσει, τα βουνά του μέλλοντος που ανυψώθηκαν στο φως της μέρας, και σε σύντομο χρονικό διάστημα ακολούθησαν κι αυτά με τη σειρά τους τις ξεχασμένες Άλπεις και Ιμαλάια στους τάφους τους.

Ο ήλιος, τηρουμένων των αναλογιών, δεν είχε αλλάξει πολύ όταν οι υπομονετικές μηχανές στο πλοίο του Μάρλαν ξύπνησαν από τον μακροχρόνιο ύπνο τους. Ο αέρας μπήκε πίσω στο δωμάτιο συρίζοντας, η θερμοκρασία ανήλθε σταδιακά από το όριο του απόλυτου μηδενός στο επίπεδο που θα μπορούσε να στηρίξει εκ νέου ζωή. Απαλά οι χειριστικές μηχανές ξεκίνησαν μια σειρά από λεπτεπίλεπτες ενέργειες που θα επανέφεραν στη ζωή τον κύριό τους.

Κι όμως, αυτός δεν μπορούσε ούτε να σαλέψει. Κατά τη μακραίωνη διάρκεια του ταξιδιού του από τότε που ο Μάρλαν είχε πέσει στη χειμερία νάρκη του, κάτι πήγε στραβά με τα κυκλώματα που έπρεπε να τον αφυπνίσουν. Το θαύμα όμως ήταν που το μεγαλύτερο μέρος του μηχανισμού είχε λειτουργήσει σωστά. Ο Μάρλαν εξακολουθούσε να ξεγελά τον θάνατο, αν και οι μηχανικοί υπηρέτες του αδυνατούσαν να τον βγάλουν από τη νάρκη του.

Και τώρα το υπέροχο πλοίο θυμήθηκε τις εντολές που του είχαν δώσει πριν από αιώνες. Για λίγο, καθώς οι πολυάριθμοι μηχανισμοί αργά – αργά ενεργοποιούνταν, αυτό παράδερνε αδρανές με το αδύναμο ηλιόφως να αντανακλάται στα τοιχώματά του. Κατόπιν όλο και πιο γρήγορα άρχισε να επανακτά την τροχιά πάνω στην οποία είχε ταξιδέψει όταν ο κόσμος ήταν ακόμη στη νιότη του. Δεν ήλεγξε την ταχύτητά του παρά μόνο όταν μπήκε για μια φορά ακόμη ανάμεσα στους εσωτερικούς πλανήτες, με τα μεταλλικά τοιχώματα να ζεσταίνονται στο φως του αρχαίου ακούραστου ήλιου. Και στο σημείο αυτό ξεκίνησε την έρευνά του, στην εύκρατη ζώνη όπου κάποτε περιφερόταν η Γη. Κι εδώ σύντομα βρήκε έναν πλανήτη που δεν αναγνώριζε.

Ο πλανήτης είχε το σωστό μέγεθος, αλλά όλα τα υπόλοιπα ήταν λάθος. Πού ήταν οι θάλασσες που κάποτε ήταν το μεγαλείο της Γης; Δεν είχε μείνει ούτε ο άδειος βυθός τους. Η σκόνη που είχε αφανίσει τις ηπείρους είχε επίσης αποφράξει και τις θάλασσες πριν από πολλούς αιώνες. Και προπαντός πού ήταν η Σελήνη; Κάπου στο ξεχασμένο παρελθόν πλησίασε σταδιακά και επικίνδυνα τη Γη, όπου συνάντησε την καταδίκη της, διότι τώρα ο πλανήτης ήταν ζωσμένος, όπως κάποτε ο Κρόνος, με μια τεράστια λεπτή άλω σκόνης που τον περιέβαλλε.

Για λίγο οι έλεγχοι του ρομπότ ερεύνησαν στις ηλεκτρονικές του μνήμες καθώς το πλοίο εκτιμούσε την κατάσταση. Κατόπιν πήρε την απόφασή του [αν μια μηχανή θα μπορούσε να σηκώσει τους ώμους από αδιαφορία, έτσι θα έκανε]. Διάλεξε στην τύχη ένα μέρος να προσγειωθεί πέφτοντας απαλά μέσα από την αραιωμένη ατμόσφαιρα σε μια πεδιάδα διαβρωμένου ψαμμίτη. Έφερε τον Μάρλαν πίσω στην πατρίδα του. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο να κάνει. Εάν υπήρχε ακόμη ζωή στη Γη, αργά ή γρήγορα, θα τον έβρισκαν.

Και εδώ, πράγματι, εκείνοι που ήταν τώρα οι κυρίαρχοι της Γης πάραυτα πλησίασαν το πλοίο του Μάρλαν. Οι μνήμες των μελών τους πήγαιναν πολύ πίσω στο παρελθόν, και το θαμπό μεταλλικό ωοειδές πράγμα που κείτονταν πάνω στον ψαμμίτη δεν ήταν εντελώς άγνωστο σ’ αυτά. Συσκέφθηκαν αναμεταξύ τους με τόση έξαψη όσο το επέτρεπε η φύση τους και χρησιμοποιώντας τα δικά τους παράξενα εργαλεία άρχισαν να παραβιάζουν τα ανθεκτικά τοιχώματα μέχρι που έφτασαν στον θαλαμίσκο όπου κοιμόταν ο Μάρλαν.

Με τον δικό τους τρόπο ήταν πολύ σοφοί, διότι μπορούσαν να καταλάβουν τον σκοπό των μηχανών του Μάρλαν και μπορούσαν να εντοπίσουν πού αυτές απέτυχαν στο καθήκον τους. Μετά από λίγο οι επιστήμονές έκαναν τις απαραίτητες επισκευές, αν και λίγο έλπιζαν να πετύχουν. Το καλύτερο που προσδοκούσαν ήταν να αφυπνίσουν τον νου του Μάρλαν, έστω και για σύντομο χρονικό διάστημα, και να τον φέρουν πίσω στα όρια της αυτοεπίγνωσης πριν ο Χρόνος πάρει την από αιώνων καθυστερούμενη εκδίκησή του.

Το φως επέστρεψε αργά στον εγκέφαλο του Μάρλαν με τη βραδύτητα ενός χειμωνιάτικου ξημερώματος. Για πολύν καιρό βρισκόταν στα σύνορα της συναίσθησης, γνωρίζοντας ότι υπήρχε αλλά μην ξέροντας ποιος ήταν και από πού ήρθε. Μετά επανήλθαν σπαράγματα μνήμης, τα οποία ταίριαζαν το ένα με το άλλο σ’ έναν περίπλοκο γρίφο προσωπικότητας. Και επιτέλους ο Μάρλαν διαπίστωσε ποιος ήταν – ο Μάρλαν. Παρόλη την αδυναμία του, η γνώση της επιτυχίας τον έκανε να νιώσει μια βαθιά και φλογερή ικανοποίηση. Η περιέργεια που τον οδήγησε διαμέσου των αιώνων όταν οι συνάνθρωποί του είχαν επιλέξει τον μακάριο ύπνο της ευθανασίας σύντομα θα τον αντάμειβε: θα μάθαινε τι σόι άνθρωποι είχαν κληρονομήσει τη Γη.

Επανήλθε η δύναμή του. Άνοιξε τα μάτια του. Το φως ήταν απαλό, και δεν τον εκτύφλωνε, αλλά για μια στιγμή όλα ήταν συγκεχυμένα και θολά. Μετά ξεχώρισε τις μορφές που διαγράφονταν σκυμμένες πάνω του, και δοκίμασε μια ονειρώδη έκπληξη, διότι θυμήθηκε πως έπρεπε να είναι μόνος του επανερχόμενος στη ζωή, με μόνο τις μηχανές να τον φροντίζουν.

Και τώρα η σκηνή ξεκαθάρισε και δείχνοντας ούτε εχθρότητα ούτε φιλικότητα, ούτε συγκίνηση ούτε αδιαφορία, τον παρατηρούσαν τα απύθμενα μάτια των Θεατών. Οι λιγνές και αποκρουστικά αρθρωτές μορφές στέκονταν τριγύρω του σ’ έναν στενό κύκλο, ατενίζοντάς τον από το απέναντι άκρο μιας αβύσσου που ούτε το μυαλό του ούτε το δικό τους μπορούσαν να γεφυρώσουν ποτέ.

Άλλοι άνθρωποι θα ένιωθαν φρίκη, αλλά το μόνο που έκανε ο Μάρλαν ήταν να χαμογελάσει, κάπως θλιβερά, καθώς έκλεινε τα μάτια του για πάντα. Το ερευνητικό του πνεύμα είχε εκπληρώσει τον σκοπό του: δεν είχε πια αλλά αινίγματα να ζητήσει από τον Χρόνο. Διότι την τελευταία στιγμή της ζωής του, είδε τα όντα που τον περιτριγύριζαν και αντιλήφθηκε ότι ο αρχαίος πόλεμος μεταξύ των Ανθρώπων και των Εντόμων είχε προ πολλού λήξει και ο Άνθρωπος δε βγήκε νικητής.

 

Του ίδιου:

ARTHUR C. CLARKE - ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΑΣ ΘΑ ΕΡΘΕΙ ΑΘΟΡΥΒΑ

ARTHUR C. CLARKE - HAS THE UNIVERSE A PURPOSE? ΥΠΑ.

LIFE IN INFERNO - ΤΡΑΓΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ - AR...

ARTHUR C. CLARKE - THE MASTER OF SCI-FI

ΟΙ ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΟΙ

 ΑΡΘΟΥΡ ΚΛΑΡΚ ΠΕΡΙ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ, ΧΗΜΕΙΑΣ & ΥΠΕΡΔΙΑΣΤ...