Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

DOES HISTORY REPEAT ITSELF? Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ;


 

SEEKING OUR PRESENT TIME IN HISTORY

(From The Journal of Editors, Jan 24-25, 2026)

By Thomas Tsalapatis

Rendered and abridged by Vassilis C. Militsis

 

I am no longer certain when the world has stopped making sense. The longer time goes by, the more it makes less and less sense.

Ukraine, Palestine, Venezuela now; Greenland tomorrow, and who knows the day after. Every aspect of international law and international agreements are scorned, which has led to a geopolitical turmoil. We look back to the past striving to find what the present cannot offord us. There is always something simplifying in historical analogies; there are moments when we seek refuge in History. In fact, we try to find out conclusions which we have already drawn. But if the gist of History and its manifestations are identified with our historical analogy, it means that this analogy must be valid. The recent events in the USA, prove it: these are deeply entrenched racism and bigotry targeting social and ethnic groups, relapsing to a lost legendary past (MAGA), the one man principle not only as a modus operandi but as a doctrine both in internal affairs as well as in ventures like the one in Venezuela, contempt of the Congress, the organized violence as an identity political feature within organized gangs which terrorize both targeted groups and the general public (ICE and Freikorps are not accidental; besides, many of ICE agents are dotted with Nazi tattoos.)

A dark age is dawning fraught with violence, instability, crass power and unforgivable debility. This world is a familiar world, spawned from the nightmares of the West, which allowed their creation. To compare Trump with Hitler is essentially to discredit rather than to interpret him. And yet his foreign policy of the recent months suggests to a great extent the Third Reich policy before World War II. On the one hand, the USA hold in contempt international law, UN, NATO and the agreements they have signed; on the other, Nazi Germany had withdrawn from the League of Nations in 1933. Furthermore, she had annexed lands which she claimed to belong rightfully to her. In 1938 she proceeded to annex Austria (Anschluß Österreichs) and soon afterward western Czechoslovakia, in fact, with the consensus of the stultified European powers. Both the annexations and the stupefaction of the rest of the European countries, allies at that time, remind one exactly of nowadays events. However, if these are the manifestations of History, can one find a correspondence to the connection with the Trump policy, which corroborates the above analogy? I am afraid they do.

Read the whole article in Greek.

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

 

Εφημερίδα Συντακτών, 01.26 18:39

Τσαλαπάτης Θωμάς

 

 ΑΝΟΧΥΡΩΤΗ ΠΟΛΗ 25.01.26 18:39

Θωμάς Τσαλαπάτης

Το να συγκρίνει κανείς τον Τραμπ με τον Χίτλερ ουσιαστικά μοιάζει με έναν τρόπο περισσότερο να τον απαξιώσεις ηθικά παρά να τον ερμηνεύσεις. Και όμως, η εξωτερική πολιτική των τελευταίων μηνών θυμίζει σε μεγάλο βαθμό αυτή του Γ’ Ράιχ.

Δεν είμαι πια σίγουρος πότε ο κόσμος μας σταμάτησε να βγάζει νόημα. Αυτό όμως που ξέρω είναι ότι καθώς ο καιρός περνά βγάζει όλο και λιγότερο. Η μεταπολεμική συνθήκη με τις βεβαιότητες που παρείχε μια ισορροπία τρόμου και η μετασοβιετική συνθήκη με την εμβάθυνση της βεβαιότητας αυτής (για τον δυτικό κόσμο) μοιάζουν να έχουν κουρελιαστεί. Ακόμη και τα πρώτα χρόνια των πολυκρίσεων ζούσαμε με τις βεβαιότητές μας. Με τη βεβαιότητα πως ο κόσμος δεν αλλάζει παρά μόνο μετατρέπεται, με τη βεβαιότητα της γεωγραφικής κατανομής, με τη βεβαιότητα της ειρήνης σε έναν κόσμο όπου ο πόλεμος ήταν κάτι το οποίο συνέβαινε μακριά και με συγκεκριμένους (έστω υποκριτικούς) όρους, με τη βεβαιότητα της συλλογικής επιβίωσης ως συλλογικό αυτονόητο.

Όλα αυτά δεν μοιάζουν να ισχύουν πια. Ουκρανία, Παλαιστίνη, Βενεζουέλα, αύριο Γριλανδία, μεθαύριο ποιος ξέρει. Περιφρόνηση κάθε διεθνούς δικαίου, περιφρόνηση συμφωνιών, γεωπολιτική αναταραχή μεγάλης κλίμακας. Γυρνάμε πίσω στο παρελθόν προσπαθώντας να βρούμε όσα το παρόν δεν μας προσφέρει. Υπάρχει συχνά κάτι το απλουστευτικό στις ιστορικές αναλογίες. Μια καλόπιστη ευκολία που μας οδηγεί σε βιαστικά συμπεράσματα. Είναι οι στιγμές που αναζητούμε καταφύγιο στην Ιστορία αναζητώντας στην πραγματικότητα συμπεράσματα τα οποία έχουμε ήδη εξαγάγει. Οικείες κωδικοποιήσεις ανασύρονται από το παρελθόν για να επεξηγήσουν το παρόν μας. Στις περιπτώσεις αυτές ξεχνάμε να εντοπίσουμε την ουσία των πραγμάτων. Περιοριζόμαστε σε εκδηλώσεις της ουσίας αυτής, σε δευτερεύουσες εκφάνσεις. Αν όμως τόσο η ουσία όσο και οι εκφάνσεις της συναντούν την ταύτιση στην ιστορική μας αναλογία, αυτό σημαίνει πως μάλλον η αναλογία αυτή ισχύει.

Το να συγκρίνει κανείς τον Τραμπ με τον Χίτλερ ουσιαστικά μοιάζει με έναν τρόπο περισσότερο να τον απαξιώσεις ηθικά παρά να τον ερμηνεύσεις. Και όμως, η εξωτερική πολιτική των τελευταίων μηνών θυμίζει σε μεγάλο βαθμό αυτή του Γ’ Ράιχ πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο: οι ΗΠΑ περιφρονούν τη διεθνή νομιμότητα και τις συμφωνίες που έχουν υπογράψει, τον ΟΗΕ, το ΝΑΤΟ κτλ - η ναζιστική Γερμανία αποχωρεί από την Κοινωνία των Εθνών το 1933. Η ναζιστική Γερμανία προσαρτά εδάφη που περιγράφει ως δικαιωματικά δικά της, προσαρτά την Αυστρία το 1938 και λίγους μήνες μετά τη δυτική Τσεχοσλοβακία, με τη συμφωνία μάλιστα των αποβλακωμένων λοιπών ευρωπαϊκών δυνάμεων. Τόσο η προσάρτηση όσο και η αποβλάκωση των μέχρι χθες εταίρων θυμίζουν ακριβώς τις μέρες που ζούμε.

Αν όμως αυτές είναι οι εκφάνσεις, μπορούμε να βρούμε μια αντιστοιχία σε σχέση με την πολιτική Τραμπ που να επιβεβαιώνει αυτή την αναλογία; Νομίζω πως δυστυχώς ναι. Τα πρόσφατα γεγονότα στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών, οι δηλώσεις και γενικότερα ο τρόπος που κινείται το αποδεικνύουν. Βαθύς ρατσισμός και μισαλλοδοξία, στοχοποίηση κοινωνικών και φυλετικών ομάδων, αναφορά σε ένα χαμένο μυθικό παρελθόν (MAGA), η Αρχή του ενός όχι μόνο ως πρακτική αλλά πια ως δόγμα, τόσο στις εσωτερικές αποφάσεις όσο και σε κινήσεις όπως αυτή στη Βενεζουέλα, περιφρόνηση του Κογκρέσου κτλ, η οργανωμένη βία ως ταυτοτικό χαρακτηριστικό μέσα από οργανωμένες ομάδες που τρομοκρατούν τόσο τους στοχοποιημένους πληθυσμούς όσο και τον γενικότερο πληθυσμό (η αναλογία της ICE και των Φράικορπς δεν είναι τυχαία, άλλωστε πολλοί από τους πράκτορες της ICE είναι διάστικτοι από ναζιστικά τατουάζ).

Η ουσία λοιπόν βρίσκει την αντιστοιχία της με τον ίδιο τρόπο που τη βρίσκουν και οι εκφάνσεις της. Η Ιστορία μοιάζει να επιβεβαιώνει. Αυτό που ξημερώνει είναι μια σκοτεινή εποχή, μια εποχή βίας, αποσταθεροποίησης, χυδαίας δύναμης και ασυγχώρητης αδυναμίας. Ο κόσμος αυτός είναι ένας οικείος κόσμος, βγαλμένος από τους εφιάλτες της Δύσης, τους εφιάλτες που η Δύση επέτρεψε να δημιουργηθούν.

 

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

MAGA: κυριαρχεί και στην Ελλάδα - MAGA dominates in Greece, too


 

MAGA: κυριαρχεί και στην Ελλάδα και δεν το έχουμε καταλάβει


Νόρα Ράλλη

             

Στην καρδιά του MAGA υπάρχει μια απλή -και γι’ αυτό αποτελεσματική- αφήγηση. Είναι μια πολιτική ψυχολογίας, όχι προγράμματος. Δεν προσφέρει λύσεις· προσφέρει στόχους για εκτόνωση

 

Ας πούμε πως είσαι στη δουλειά σου – όχι, θα το πω σωστότερα: ας πούμε ότι έχεις δουλειά και πως μια μέρα που είσαι εκεί κάτι συμβαίνει και δημιουργείται πρόβλημα. Και κάποιος πετάγεται και λέει: «Φταίνε οι από πάνω. Πάντα αυτοί τα κάνουν σκατά. Αν ήμασταν εμείς στη διοίκηση, όλα θα δούλευαν ρολόι». Γιατί αυτή η στάση είναι προβληματική ως βαθιά λαϊκιστική; Πρώτον: χωρίζει τον κόσμο σε «καλούς από κάτω» και «κακούς από πάνω». Δεύτερον: δεν εξηγεί πώς λύνεται το πρόβλημα. Τρίτον: κολακεύει τον ακροατή («εμείς είμαστε οι σωστοί») για να τον κερδίσει. Τέταρτον: ενέχει μηδενική ευθύνη, όσο και μηδενική πρόταση. Τι κάνει δηλαδή αυτός που λέει όσα λέει, όπως τα λέει; Σου δίνει έναν λόγο για να ξεσπάσεις, όχι για να καταλάβεις και ενδεχομένως να διεκδικήσεις αφού έχεις καταλάβει πρώτα. Κοινώς, λαϊκίζει και μάλιστα επικίνδυνα.

 

Το παραπάνω είναι ένα παράδειγμα κακώς εννοούμενου λαϊκισμού. Αντίστοιχα θα δούμε ένα κακώς εννοούμενου λαϊκού. Κάποιος κοροϊδεύει ένα άτομο που μιλάει με επιχείρημα και γνώσεις λέγοντας: «Έλα μωρέ τώρα με τις λέξεις σου. Εδώ είμαστε απλοί άνθρωποι, όχι καθηγητάδες». Άρα: υποτιμά τη γνώση για να μη νιώσει μειονεκτικά. Εξισώνει την άγνοια με την αυθεντικότητα και χρησιμοποιεί το «είμαι λαϊκός» ως άλλοθι για να μη σκεφτεί. Η παραπάνω στάση δεν φανερώνει απλότητα – είναι άμυνα απέναντι στη σκέψη. Ένα τσιγάρο δρόμος για να γίνει επίθεση στη σκέψη, τη γνώση και την ορθή χρήση αυτών. Κατά συνέπεια ο επικίνδυνος λαϊκισμός μπορεί να συμπυκνωθεί στη φράση «Μη σκέφτεσαι, αγανάκτησε μαζί μου» και ο επικίνδυνα λαϊκός στο «Μη σκέφτεσαι, είναι ντροπή. Δεν είσαι αυθεντικός».

Όλα τα παραπάνω (σ.σ. τα κακώς εννοούμενα λαϊκιστικά και λαϊκά) χρησιμοποιήθηκαν από παπάδες στον Μεσαίωνα, βασιλείς στην Αναγέννηση, τσαρλατάνους της πολιτικής τα επόμενα χρόνια που αναδείχτηκαν σε ηγέτες του φασισμού, του ναζισμού και του σύγχρονου άκρατου νεοφιλελευθερισμού. Όλα τα παραπάνω σήμερα συναθροίζονται στο σύνθημα MAGA – Make America Great Again, που δυστυχώς έχει ξεπεράσει τα όρια των ΗΠΑ καθώς δεν πρόκειται απλώς για ένα προεκλογικό σύνθημα. Ενέχει μια ξεκάθαρη ιδεολογία (παρόμοια σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι νομίζουμε ή θα θέλαμε να ισχύει με το «θέλω να είμαστε όλοι καλά» που είπε πρόσφατα η πολιτευόμενη πλέον Μαρία Καρυστιανού) και τη μετατρέπει σε μορφή κραυγής. Είναι μια πολιτική στάση που ξεκινά από ένα αίσθημα απώλειας και καταλήγει σε ένα επικίνδυνο σχέδιο αναδιάταξης της δημοκρατίας. Φοράει κόκκινο καπέλο ή μαύρα ρούχα, μιλάει απλά, υπόσχεται πολλά και εξηγεί τα πάντα (τα πάντα όμως) με έναν ένοχο: τους «άλλους» ή «εκείνους που δεν». Τι «δεν» μπορεί να το εξηγήσει («δεν αρκούν», «δεν δρουν θεσμικά», «δεν μας κάνουν καλό», «δεν είναι καλοί... χριστιανοί/λευκοί/πατριώτες» κ.λπ). Αυτό που δεν μπορεί να πει είναι η πραγματική λύση. Και δεν μπορεί να το πει, γιατί αυτή η λύση δεν ξεχωρίζει - ενώνει. Όχι ως πλήθος, ούτε ως μονάδες. Ως δικαίωμα, ως κοινά δικαιώματα που ανήκουν σε όλους.

Επιστρέφοντας στο MAGA των ΗΠΑ, λέει κάτι που ακούγεται αθώο: «Να ξανακάνουμε την Αμερική σπουδαία». Το πρόβλημα είναι το ξανά. Πότε ακριβώς ήταν αυτή η σπουδαία Αμερική; Για ποιους; Για τους μαύρους πριν από τα πολιτικά δικαιώματα; Για τις γυναίκες πριν αποκτήσουν λόγο και δικαίωμα πάνω στο σώμα τους; Για τους μετανάστες όταν ήταν φτηνό εργατικό δυναμικό χωρίς φωνή; Το MAGA δεν απαντά. Θολώνει το παρελθόν σκόπιμα γιατί ο μύθος είναι πιο χρήσιμος από την Ιστορία. Στην καρδιά του MAGA υπάρχει μια απλή -και γι’ αυτό αποτελεσματική- αφήγηση: κάποιοι σου έκλεψαν τη ζωή που δικαιούσαι. Δεν φταις εσύ. Δεν φταίει η οικονομία, οι ανισότητες, οι πολυεθνικές, το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Φταίνε οι μετανάστες, οι ελίτ, οι «woke», οι δημοσιογράφοι, οι πανεπιστημιακοί, οι γυναίκες που «μιλάνε πολύ», οι μειονότητες που «ζητάνε προνόμια». Είναι μια πολιτική ψυχολογίας, όχι προγράμματος. Δεν προσφέρει λύσεις· προσφέρει στόχους για εκτόνωση.

Οι αναλογίες με τα της Ελλάδας μπορεί να μην είναι τόσο ξεκάθαρες με την πρώτη ματιά. Αλλά αν κάποιος διαβάσει αυτό το κείμενο (ή κάποια άλλα, πιθανώς καλύτερα, που έχουν γραφτεί για το ζήτημα) και μετά ακούσει έναν λόγο του Κυριάκου Μητσοτάκη ή δηλώσεις της Ζωής Κωνσταντοπούλου ή του Κυριάκου Βελόπουλου ή της νεόκοπης wannabe (όσο τίποτα όμως!) πολιτικού Μαρίας Καρυστιανού, τότε είμαι σίγουρη πως θα βρει πολλές. Ίσως περισσότερες απ’ όσες μπορεί ν’ αντέξει. Το ερώτημα ωστόσο είναι άλλο: Μήπως τελικά μέσω αυτών των αναλογιών αντέχει;

Αν η απάντηση είναι ναι… τότε δεν υπάρχει σωσμός. Κανένας όμως.

(Εφημερίδα Συντακτών, Νησίδες, εκτός ύλης, 17-18/1/26)

Η Νόρα Ράλλη είναι δημοσιογράφος. Έχει σπουδάσει Φυσική και συνεχίζει τις σπουδές της στο Τμήμα Ευρωπαϊκών Σπουδών. Το 2004 εξέδωσε την πρώτη της ποιητική συλλογή Πες το απόγευμα. Συνεργάζεται με διάφορα έντυπα, μεταξύ των οποίων η Εφημερίδα των Συντακτών, η Athens Voice και το i-typos.gr. Είναι ραδιοφωνική παραγωγός των «Εκτός Ύλης», μιας εκπομπής που λατρεύει τα κολάζ, τη Virginia Woolf, τους Monty Python, τα μιούζικαλ, τους μπιτ ποιητές, τα πολιτικά τραγούδια το κατακαλόκαιρο, τον λόγο υψηλής αισθητικής, τα εγκαταλειμμένα νεοκλασικά της Αθήνας, τον Dries Van Noten, τα αποτρόπαια άρθρα, τα καλογραμμένα βιβλία, την πολυχρωματική μουσική. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

 

MAGA dominates in Greece, too, which we have not realized

 


By Nora Ralli

 

Rendered by Vassilis C. Militsis

 





At the core of MAGA there is a simple – and therefore an effective – tale; it is a policy of psychology and not οf planning. It offers no solutions but goals for relief.

 

 

Suppose you are at work – let me be more explicit: suppose you are at your own job and one day something occurs and a problem arises. Someone pops up and says: “Put the blame on those above. They’re always messing it up. If we were in the administration, everything would run like a clockwork.” Why is this attitude considered puzzling as being profoundly populist? [relating to or characteristic of a political approach that strives to appeal to ordinary people who feel that their concerns are disregarded by established elite groups] Firstly, it divides the world into the good below and the bad above. Secondly, it does not provide a solution to the problem. Thirdly, it flatters the listener (we are the right ones) in order to win him/her over. Fourthly, this attitude involves zero liability as well as no alternative. In fact, if one says what he wants to say and the way he says it, what does he really do? He offers you a chance to give vent to your emotions, without understanding and possibly laying a claim on something after you have perceived it in advance. Commonly, he butters you up in a dangerous way, indeed.

The above is an example of ill-intentioned populism. Respectively, there follows an instance of a ill meant populist. There is someone who mocks an individual with knowledge and arguments: “Come on now, lay off with your pretentious talk. We are simple folk, not professors.” Therefore, he disparages knowledge so that he may not feel inferior. He likens ignorance to authenticity and uses the phrase ‘I’m just a simple fellow’ as an alibi for not thinking. This approach does not manifest simplicity, but it is a defensive measure against thinking. It is a stone’s throw to assault thought, knowledge and the right use of them. Consequently, dangerous populism can boil down to the statement ‘don’t think, be outraged together with me’ and the dangerous populist to ‘don’t think; it’s a shame. You aren’t authentic.’

All the above (the ill intentioned populist and common expressions) were employed by the clergy in the Middle Ages, by kings in the Renaissance, by political charlatans, by those who had come to be fascist and Nazi leaders as well as bosses of contemporary, rampant neo-liberalism. All the above today boil down to the MAGA (Make America Great Again) slogan, which unfortunately has gone beyond the boundaries of the USA. It is not merely a political campaign slogan. It entails a crystal clear ideology (similar, to a greater extent, to what we believe or would like it to be true concerning the aspiring politician, Mrs. Karystianou’s1 recent quote I want us all to be well, which is transformed into a form of scream.) It is a political stance deriving from a sense of loss (she has lost her daughter in a rail disaster) and ends up to a dangerous plan of rearrangement of democracy. She wears a red hat or black garments; her speech is simple, she promises a great deal and explains everything – in truth, everything. And there is only one who is guilty: the ‘others’ or ‘those who are not.’ What not? She cannot explain that not; (they are not good enough, they do not exhibit institutional activities, they do us no good, they are not good Christians/white/patriots and so on.) But what she is unable to do is offer a realistic solution. And she dare not say it, for such a solution does not divide – it unites; neither as masses nor as units, but as a right, as common rights, which belong to all.

Returning to the USA MAGA, it sounds harmless, but the issue is:  make it great again. When exactly had this America been great? For whom? For the colored people before their political rights? For the women before they gained a purpose and the right to be masters of their bodies? For the immigrants when they were a cheap human resource bereft of the right of speech? MAGA does not respond to these questions. It clouds the past on purpose, for a myth is more useful that History. At the core of MAGA there is a simple – and therefore an effective – tale; some people have stolen the life you deserve. It is not your fault; neither the economy’s fault; nor that of multinational firms; do not put the blame on the financial system. Put the blame on the immigrants, the elite, the woke culture, the press, the academic people, the women who have a big mouth, the minorities that demand prerogatives. All this boils down to a policy of psychology and not οf planning. It offers no solutions but goals for relief.

The analogy to the Greek affairs may not be so distinct at first glance. However, if one reads this text (or some others, possibly better, that have been written on this issue) and then hears a speech by Kyriakos Mitsotakis2 or the statements by Zoe Konstantopoulou3 or Kyriakos Velopoulos4 or the fledgling wannabe (as sure as hell!) politician Maria Karystianou, I am certain one will find a host of analogies – perhaps more than one can stand. However, the question is different: is it possible that through these analogies one can cope with them?

If the answer is positive … then there is no salvation – none at all.

 

(Published by the Editors’ Journal (EFSYN) on Jan 17-18, 2026)

1Maria Karystianou: Fearless Greek Mother's Fight for

2Kyriakos Mitsotakis

 

3Zoe Konstantopoulou

 

4Kyriakos Velopoulos

  

Nora Ralli is a journalist. She is holder of a Physics degree and she is currently attending the Department of European Cultural Faculty. She has published her first poetry anthology Say it in the Afternoon. She works at different journals such as The Editors’ Journal, The Athens Voice and i-typos.gr. She is the producer of the radio broadcast Beside the Point, devoted to photo fuses, Virginia Woolf, Monty Python, musicals, beat poets, political songs in high summer, the speech of high aesthetics, the disused neoclassical structures of Athens, fashion designer Dries Van Noten, gruesome articles, well written books and colorful music. She lives and works in Athens.

ΕΝΑ ΝΟΜΠΕΛ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΡΑΜΠ - TRUMP FOR NOBEL PEACE PRIZE


 

ΕΝΑ ΝΟΜΠΕΛ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΡΑΜΠ


Νόρα Ράλλη

 

·         28 Σεπτεμβρίου, 2025

 

Ήταν ένα όμορφο και ήσυχο πρωινό: οι έμποροι είχαν ήδη αρχίσει να βγάζουν την πραμάτεια τους, καθώς ξυπνούσαν πολύ νωρίς, πριν από την ανατολή του Ήλιου. Ενός Ήλιου που, δίχως να έχει ιδέα ο ίδιος, θα γινόταν η αιτία για ένα από τα μεγαλύτερα επιστημονικά εγκλήματα της Ιστορίας. Έως ώρας πάντως, εκείνο το πρωινό, οι ακτίνες του, υγιείς ακόμη καθώς δεν είχαμε καμία τρύπα κανενός όζοντος, ζέσταιναν όσους πήγαιναν στις θέρμες για τον καθιερωμένο καθαρισμό, αλλά και τους υπηρέτες που καθάριζαν (καθιερωμένα και αυτοί) τα αίθρια των πλουσίων, μετά το όργιο της προηγούμενης νύχτας. Τα παιδιά βοηθούσαν στις δουλειές, ενώ ελάχιστα πήγαιναν στο διδασκαλείο – βλέπεις η ανισότητα ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς ήταν τεράστια στη Ρώμη τότε. Όχι σαν σήμερα που δεν υπάρχει ταξική διαφοροποίηση γιατί έχουμε εξελιχθεί ως κοινωνία και ο ήλιος καίει για όλους το ίδιο! Όσο για το πρωινό τότε, πίσω στο 1633, ήταν απλό: ψωμί, νερό, ίσως λίγο τυρί ή ελιές.

Του Γαλιλαίου ντι Βιντσέντσο Μποναγιούτι ντε Γαλιλέι, πάντως, δεν κατέβαινε μπουκιά. Σε λίγη ώρα, βλέπεις, θα εμφανιζόταν μπροστά στην Ιερά Εξέταση. Μπροστά σε κάτι τύπους που θεωρούσαν εαυτούς πολύ γαμάτους και είχαν και πολλά props για να παίζουν: σκουρόχρωμες, βαριές ρόμπες (να κόβουν τη γεμάτη μπάκα, να δίνουν και ύψος!), μανδύες για τη μαγκιά, ενώ κρατούσαν σταυρούς και βιβλία με κανονισμούς και νόμους – θεόσταλτους φυσικά. Η έκφρασή τους ήταν παγωμένη, αυστηρή και πλήρως αποκομμένη από οποιοδήποτε συναίσθημα. Ο Γαλιλαίος, πάλι, ήταν ένας άνθρωπος που μιλούσε με χειρονομίες, είχε δει τον Κόσμο με το τηλεσκόπιό του και το βλέμμα του ήταν γεμάτο φαντασία και πολυπλοκότητα. Με απλά λόγια, τον αντιπάθησαν επί τη εμφανίσει. Άσε που πήγε και αξύριστος, μ’ ένα μούσι να!

Ο ίδιος όχι μόνο υποστήριζε τη θεωρία του Κοπέρνικου, αλλά απέδειξε και επιστημονικά το ηλιοκεντρικό σύστημα μέσω της χρήσης τηλεσκοπίου. Και είπε πως δεν είναι η Γη το κέντρο του Σύμπαντος, πώς να το κάνουμε δηλαδή; Και πως γυρίζει – κινείται. Δεν είναι σταθερή, όπως την περιέγραφαν κάποια χωρία της Αγίας Γραφής. Η Εκκλησία τον κατηγόρησε ως αιρετικό και τσαρλατάνο. Στο τσακ γλίτωσε την πυρά – απομονώθηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό και υποχρεώθηκε ν’ αποκηρύξει τη θεωρία του. Ουσιαστικά υποχρεώθηκε σε δημόσια υποταγή – αυτό τού έκαναν οι «γαμάτοι». Ο ίδιος βέβαια ήξερε. Ήξερε πολύ καλά τους φόβους της εξουσίας. Ήξερε πως ισχύει αυτό το «κι όμως γυρίζει», που τρέμει κάθε εξουσιολάγνος νάρκισσος ηγετίσκος μέχρι σήμερα.

Σήμερα, σχεδόν τετρακόσια χρόνια μετά! Σήμερα, που βγήκε (βγάλαμε δηλαδή) έναν Ντόναλντ (!) να μας πει να πίνουμε χλωρίνη για να μην κολλήσουμε κορονοϊό. Να μας πει πως η παρακεταμόλη οδηγεί σε αυτισμό (αν ισχύει, ο ίδιος πρέπει να έχει φάει ντουζίνες), πως οι επιστήμονες είναι τουλάχιστον ηλίθιοι όταν μιλάνε για κλιματική αλλαγή και πως οι Ευρωπαίοι πάνε κατά διαόλου γιατί αφήνουν μετανάστες να έρχονται στη γηραιά ήπειρο. Α, είπε και πως ο ίδιος έχει σταματήσει επτά πολέμους: του Πεταϊζάν (τρεις, και δυο χορεύουν) όπως είπε με την Αλβανία και τους Λιχτενστάιν-Ανδόρα, Γροιλανδία-Τζαμάικα, Μπαγκλαντές-Νέα Ζηλανδία, Μαδαγασκάρη- Σλοβακία, Τατζικιστάν-Περού και Μπουργκίνα Φάσο-Νεπάλ. Όσοι είχαν ποντάρει στο 2, πήγαν κουβά, καθώς δεν είχαν υπολογίσει την ανάμιξη του προέδρου. Όπως και όσοι είχαν ποντάρει διπλό, στο Χαβάη 5-0!

Στο ΟΗΕ είπε αυτές και άλλες παρόμοιες αηδίες. Το ίδιο επικίνδυνες με αυτές που υποστήριζαν οι Ιεροεξεταστές τον 17ο αι. Σε έναν ΟΗΕ που καθύβρισε, τόσο υποτιμητικά, λες και ήταν μπαλωμένο σώβρακο που δεν τού ’κανε πια. Λες και ο ΟΗΕ είναι για να «χωράει» στον απαυτό του κάθε Τραμπ-ούκου. Που σχεδόν αυτοπροτάθηκε για το Νόμπελ Ειρήνης, θέ’ (του Γαλιλαίου) σχώραμε, γιατί είναι και πολύ γαμάτος.

«Σήμερα ήρθα εδώ με ένα κλαδί ελιάς στο ένα χέρι και ένα όπλο του μαχητή για την ελευθερία στο άλλο. Μην αφήσετε το κλαδί της ελιάς να πέσει από το χέρι μου». Αυτά είχε πει ο Αραφάτ, ο ηγέτης των Παλαιστινίων, στις 13/11/1974 στον ΟΗΕ. Και καταχειροκροτήθηκε.

Τον Τραμπ, ακόμα και η Μελάνια μετά βίας τον χειροκρότησε.

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ

 

TRUMP FOR NOBEL PEACE PRIZE

 By Nora Ralli

Slightly adapted by Vassilis C. Militsis








It was a beautiful and quiet morning. The traders were taking out their merchandise, as they were up and about very early, before the rising of the Sun. A Sun which would become an unwitting witness to one of the greatest scientific crimes in History. However, until that time of the morning, its rays, still salutary – there was not as yet the ozone hole – were warming not only those who went to the public baths for their customary ablutions but also the servants that cleaned (customarily, too) the atria of their wealthy masters, after the orgy of the previous night. The kids assisted in the chores while very few went to school – you see, the inequality between the rich and the poor was vast in Rome at the time; not as today when there is no class discrimination, for our society has been evolved to the better and the sun shines equally on all! [both upon the evil and the good] As to the morning back in 1633 the breakfast was frugal: bread, water, maybe some cheese or olives.


However, Galileo di Vincenzo Bonaiuti de' Galilei could not take down even a morsel. You see, he was to appear before the Inquisition very shortly; before a number of guys who considered themselves a hell of hotshots and had a hell of props to sport: dark, heavy cloaks (that concealed their fat guts that lent them height!), togas that displayed their machismo while at the same time held crucifixes and books containing rules and statutes – god sent naturally. They were poker faced, stern and fully cut off from every emotion. On the contrary, Galileo was a man who spoke in gestures; he had watched the Cosmos through his telescope and thus his regard was filled with imagination and complexity. Put simply, he had become right away the object of loathing, not to mention that he appeared unshaven nurturing a long beard!

 He had not only upheld Copernicus’ theory, but, using his telescope he also proved that the solar system was heliocentric. He maintained that the Earth is not the center of the Universe – pardon me but there is no other option, right? – and it turns around – it moves. It does not stand still, as some Bible passages rule. The Church accused him as a heretic and charlatan. He was very close to being burned at the stake. But he was under house arrest and furthermore he was forced to denounce his theory. In fact, he was compelled to public submission – that was what the tough guys had done to him. But he knew. He was well aware of the terror of authority. He knew that the phrase ‘and yet it moves’ [e pure si muove] has made every power-lecherous, narcissistic petty leader tremble until today.

Today, almost four hundred years later, a Donald (!) is in power; in fact, we voted him to power. He has come to tell us to take chlorine against Covid-19 and claims that paracetamol causes autism (if that is true, he himself must have swallowed scores of tablets); he has also ruled that scientists are imbecile when they talk of climatic crisis and that the Europeans go down the drain for allowing immigrants to pour into the old Continent. Oh, he has boasted that he ended seven wars himself between: Abberaijan and Albania (he's two marbles rolling around in a tin can), Lichtenstein and Andorra, Greenland and Jamaica, Bangladesh and New Zealand, Madagascar and Slovakia, Tajikistan and Peru and finally Burkina Faso and Nepal. Those who had bet on 2 went south, as they had not counted on the President’s interference. And those who had gamble double on Hawaii 5-0 went south, too!

 He also said other such similar claptrap in the UN, equally perilous as the nonsense maintained by the Inquisitors in the 17th century. He did not respect an institution which he reviled most despicably as though the UN were a pair of shabby, patched briefs that do not fit on the ass of every trampish-Trump. He even proposed himself for the Peace Nobel Prize – Oh, Galileo’s God, put a guard on my mouth – for he is a badass.

‘Today I have come bearing an olive branch and a freedom-fighter's gun. Do not let the olive branch fall from my hand.’ That was what Arafat, the Palestinian Leader said at the UN on November 13, 1974, and received a round applause.

Trump was only perfunctorily applauded by Melania.

 

EFSYN NEWSPAPER.

 

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

FLORA MIRABILIS - TA NΕIATA ΓΡΗΓΟΡΑ ΠΕΡΝΟΥΝ -YOUTH IS EVANESCENT

 


ΦΛΟΡΑ ΜΙΡΑΜΠΙΛΙΣ



ΔΑΝΙΗΛ, ΑΝΘΟΥΛΑ

Ο ήλιος κυκλοδίωκτος… μ’ εδίπλωνε… ακαταπαύστως 
Ανδρέας Κάλβος

 

Σήμερα, βγήκα για δουλειές. Μέσα σε μια εβδομάδα, η Αθήνα άλλαξε πρόσωπο κι εγώ ρούχα. Ντυμένη Άνοιξη, ζεσταινόμουνα και θυμόμουνα τον Άρη μου και η μνήμη ξετύλιγε το κουβάρι μου…

Ο ήλιος έλαμπε, η μέρα ήταν ζεστή και ποιητική, ο ουρανός ένα γαλάζιο ανοιχτό, των αυλικών η πολυτέλεια έκτακτη, τα παιδιά της Κλεοπάτρας όλο χάρις κι εμορφιά – καλέ τι λέω; Στον Καβάφη το ’στριψα, ενώ για αλλού αρμένιζε το σπόρο της η φανατικιά παπαρούνα που λέει και ο Ελύτης, του οποίου μου αρέσει τόσο μα τόσο πολύ η Άνοιξη, ο Ψαλμός και το Ψηφιδωτό του στην Αθήνα, τα λουλούδια της, η γωνιά του δρόμου με τις Καρυάτιδες, η μωβ κηλίδα που πήγαιν’ ερχότανε στ’ ανοιχτά χαρτιά και στα βιβλία, [Οδυσσέας Ελύτης, Τα Ετεροθαλή, Ψαλμός και ψηφιδωτό για μιαν Άνοιξη στην Αθήνα.]   O περίπατος στης Ακρόπολης τα μέρη, ο Μιμίκος και η Μαίρη. Πηγαίναμε τότε και είχα ξετρελαθεί να πατήσει η πατούσα μου χώμα. Παιδί μιας πόλης που αποψιλώθηκε από το πράσινο, είχα ξεχάσει την εξοχή. Έπιανα, λοιπόν, τις μολόχες, χάιδευα τους κορμούς των δέντρων, έφερνα ένα γύρω τον βράχο και με το αγόρι μαζί ψαχουλεύαμε. Τι ωραία που ήταν! Μετά κατηφορίζαμε προς το Παναθηναϊκό Στάδιο και έπειτα ανηφορίζαμε προς τον Βύρωνα. Πηγαίναμε να βρούμε τον Σικελιανό στους πρόποδες του μοσχομυρισμένου Υμηττού, στην περιοχή Κοπανά, όπου η Ισιδώρα Ντάνκαν με τα αδέλφια της είχαν αγοράσει ένα σπίτι σαν το ανάκτορο του Αγαμέμνονα, φορούσαν αρχαία ρούχα και ζούσαν σαν αρχαίοι Έλληνες. Η αδελφή του Σικελιανού, η Πηνελόπη, ήταν σύζυγος του αδελφού της Ντάνκαν, το θυμάστε νομίζω. Και η Ντάνκαν ήταν εκείνη που ανέβηκε στην Ακρόπολη και φωτογραφήθηκε με τις Καρυάτιδες. Αυτή η θεά υπήρξε γενικώς δυστυχής και πνίγηκε μπλεγμένη στο φουλάρι της.

Ήταν φορές, πάλι, που πηγαίναμε στον Κήπο του Μουσείου και πίναμε καφέ. Εκεί, ανάμεσα σε χάδια και φιλιά έχασα ένα σκουλαρίκι, όχι μαργαριταρένιο σαν του κοριτσιού του Βερμέερ ή της Αφροδίτης, χρυσό όμως (ωστόσο έχασα κι εγώ το μαργαριτάρι μου, χτυπώντας παλαμάκια σε μια εκστατικότατη στιγμή της ζωής μου). Οι πρόγονοί μας, επανέρχομαι στο θέμα, μέσα στο Μουσείο ήταν φρουροί και μάρτυρες της αγάπης μας· Μάρτης και ο μήνας και εορτή της εκκολαπτόμενης γυναίκας, που ήμουν τότε.

Μεγάλη Τετάρτη, ραντεβού στα σκαλιά του Ηρωδείου. Εκείνος και εκείνη λουλούδια δύο. Εκείνος ντροπαλός, ακόμα. Εκείνη με αμηχανία, όμως σίγουρη, η γάτα, για τη γοητεία που ασκούσε πάνω του. Λοιπόν, ραντεβού στις έντεκα. Εκείνος πήγε από τις οχτώ και είχε ξυπνήσει από τις έξι, αν και δεν κοιμήθηκε καθόλου όλη νύχτα. Έκανε βόλτες πάνω κάτω, πέρα δώθε στα σκαλιά. Μα; Απόρησα και ρώτησα… - Δεν είχα υπομονή, απάντησε. Δεν άντεχα να περιμένω το ρολόι να ρυμουλκεί τους λεπτοδείχτες. Κοιτούσα τις Καρυάτιδες κι έβλεπα εσένα. Ε, όπου να ’ναι θα ξεπροβάλει, σκεφτόταν, και ξεπρόβαλα. Άστραφτα, μέσα κι έξω, κι έτρεμα, να ουρλιάξω από Άνοιξη ήθελα. Τώρα σκέφτομαι τι στιγμές ήταν εκείνες που τις λαχταράει ο λογισμός, τα χέρια του κλαδιά των δέντρων απλωμένα, τα μάτια του όλο το μέλι του Υμηττού. Τα πόδια του δυνατά σαν του Κένταυρου. Στήθος μάρμαρο –το επί κοντώ είχε κάνει σούπερ δουλειά– και τα βιβλία το μπλαμπλα… Με τη ράχη στη μάντρα, δεν μου έβγαλε τα σκουλαρίκια για να με φιλήσει, ας τα χάσω και τα δύο, αλλά στον τοίχο που ανατρίχιασε κι όλη μου την αφή γύρισε πίσω οφείλω την πιο δυνατή, πρωτόγνωρη και συγκλονιστική εμπειρία.

Όπως περπατούσαμε με έκοβε από το πλάι, από την κορφή ως τα νύχια, κι έλαμπε. Όταν πήγα σπίτι μου, με πήρε τηλέφωνο κι εγώ μασούλαγα. Τι τρως; με ρώτησε. Σαλάμι, του λέω. Κρέας; Μεγάλη Εβδομάδα; έκπληκτος… Μετά από τόσα φιλιά, τι σημασία έχει το σαλάμι; Πάω να φάω κι εγώ, είπε… Και τότε κατάλαβα και τις ποικιλίες της νηστείας.

Με τούτα και με κείνα, το Ηρώδειο έγινε το στέκι μας. Το ραντεβού μας εκεί. Μόλις ξεθαρρέψαμε, σεργιανίζαμε στης Πλάκας τις ανηφοριές, στα στενά δρομάκια, διαβάζαμε τα ονόματά τους, κουβεντιάζαμε για τους αρχαίους, κουτσομπολεύαμε όλους τους νέους και τους γέρους, ήμασταν εμείς του κόσμου οι καλύτεροι και οι μοναδικοί! Διαβάζαμε Ελύτη και Σεφέρη, Εμπειρίκο, Εγγονόπουλο, Μποντλέρ. Εγώ ήμουν η «Περαστική», η Passante, έλεγε, που όμως δεν θα έφευγα ποτέ. Στο θέατρο του Διονύσου, με φωτογράφισε σε όλα τα μάρμαρα. Ήμουν εγώ αρχαία και νέα τραγωδός και μικρή Αντιγόνη. Λέγαμε απέξω στίχους και ω! η έκπληξη, μια μέρα μες στο λεωφορείο· κρεμασμένοι από τις χειρολαβές, εκεί που απαγγέλλαμε Κάλβο, ήρθε από το πουθενά και τελείως απρόσμενα ένας ηλικιωμένος συνεπιβάτης, που αν δεν άνοιγε το στόμα του δεν θα του έδινες καμιά σημασία, και μπήκε κι αυτός στα λόγια μας κι άρχισε να μας συμπληρώνει: «Το κύμα Ιόνιον πρώτον/ Εφίλησε το σώμα/ Πρώτοι οι Ιόνιοι Ζέφυροι/ Εχάιδευσαν το στήθος/ Της Κυθερείας» (ερωτικό, Ο φιλόπατρις, ΙΕ΄). «Μίαν προς μίαν εσύντριψα τας χορδάς όλας» (απελπισμένο, Εις Χίον», ΙΣΤ΄). «Το αμβροσίοδμο στόμα των αιωνίων» (τι πρωτότυπο, Εις Πάργαν, ΙΒ΄,). «Τα μυρισμένα χείλη της ημέρας φιλούσι το αναπαυμένον μέτωπον της Οικουμένης» (τι εικόνα, Θε μου! («Ο Ωκεανός» Θ΄,). «Επί τον Υμηττόν εβλάστησεν η δάφνη» (για τους ήρωες «Εις Δόξαν», ΙΗ). «Το ψυχρόν της αργύριον ρίπτει η Σελήνη» («΄Εις Θάνατον»,  Ε΄, στίχος που έκανε τον Σεφέρη να βλέπει τον Ιούδα, το φιλί και την τύψη κι έναν τόνο από το όρος των Ελαιών). «Ωσάν πυρός σταλάγματα, πέφτουσιν εις την θάλασσαν … και χάνονται/ Διά πάντα οι ώραι» (τότε μου άρεσε η εικόνα, τώρα αισθάνομαι τα βαρίδια). «Ο Βύρων κείται ως κρίνος» («Η Βρεταννική Μούσα, ΚΒ΄ με το ανοιχτό άσπρο πουκάμισο και τον λαιμό σαν γάλα). «Η ελπίς μου εις την αγάπη σου στηρίζεται όλη» (Ο Ωκεανός, ΚΒ΄, με άλλα λόγια, Σ’ αγαπώ). Και έτσι νιώσαμε το ζείδωρο επιτόκιο, με το οποίο εκείνος ο κύριος τόκιζε εκατό τοις εκατό την ποιητική περιουσία μας, σαν να είχαμε συναντήσει τον Δάντη στην PonteVeccio (Paradiso xvi. 140-7).

Χέρι με χέρι· και πέρασε η Άνοιξη και ήρθε το Καλοκαίρι και πάλι και πάλι και πέρασε η Ζωή, μαδώντας ίσκιους από κυπαρίσσια. Ο χρόνος είναι ψεύτης, άστατος, προδότης. Το φεγγάρι μια απάτη, ακούει και βλέπει, γίνεται μάρτυρας –«φεγγάρι, ακούς τι λέει;»– συγκατανεύει και έπειτα σβήνει. Όμως, πάλι, Φεγγάρι μάγια μου ’κανες και πώς προλάβαινε τις επιθυμίες μου όλες.

                                                         *

Σήμερα βγήκα για δουλειές. Κι ακούω πίσω μου μία αντρική φωνή: «Πού πας, όμορφη;» Γυρνάω και βλέπω έναν όμορφο, μια νέα κι όμορφη κοπέλα γυρνάει κι αυτή, «γεια σου, όμορφη», μου φωνάζει, όταν κατάλαβε πως η ερώτηση δεν απευθυνόταν σ’ εκείνη. Την ίδια στιγμή, μια ώριμη κυρία που περνούσε κάθετα τον δρόμο έστριψε να δει, όμορφη και αυτή. Ένας όμορφος και τρεις ηλικίες γυναικών, στο ίδιο σταυροδρόμι. Πρατίνου και Αντήνορος. Η νεαρή είχε έναν σάκο στην πλάτη σαν ταχυδρόμος. Στα νιάτα μου ήθελα να γίνω ταχυδρόμος, επειδή περπατάει πολύ και είναι όλη μέρα έξω, Ερμής και χελινοδρόμος, (Ελύτης, Τα ετεροθαλή, «Δώδεκα νήσων άγγελος»)  όπως λέει ο Ελύτης, και επειδή ήθελα να μεταφέρω ευχάριστα νέα στους ανθρώπους. Ο χελινοδρόμος είναι ανοιξιάτικος και ερωτικός. Η όμορφη κοπέλα που ανταποκρίθηκε στο «Πού πας, όμορφη;» ήταν ανάλαφρα ντυμένη, είχε μακριά μαλλιά στην πλάτη και φτερά στα πόδια· έφευγε αγέρωχη, ξανακοίταξε για μια στιγμή πίσω και συνέχισε τραγουδώντας δυνατά: Η ζωή είναι ωραία... Η ηλικιωμένη προσπέρασε κι έφυγε. Κι εγώ; τι έκανα εγώ; Φλας μπακ ή φλας φόργουερντ; Ή και τα δυο; Αγνοώ. Ωστόσο, είμαι πολύ συγκινημένη που ξαναήρθε η Άνοιξη. Ήθελα κι εγώ να τραγουδάω στον δρόμο… όμως παραμένω σιωπηλή και τραγουδάω μέσα μου: Η ζωή μας είναι ωραία μα έχει βάσανα πολλά, πάρα πολλά, πάρα πολλά, κι όσο θα ’μαστε παρέα πάντα θα χαμογελά. Ο Γκάτσος στους στίχους, ο Μάνος στη μουσική και ο Οδυσσέας τριάδα αχώριστη στη γη, τώρα ίσως μας βλέπουν και τραγουδάνε μαζί. Στο άγνωστο, Εκεί ή Αλλού ή Εδώ ή Παντού ή Πουθενά. Μέσα στην καρδιά μας σίγουρα Ναι.

Επιμύθιο: Μετά τη δημοσίευση του κειμένου βρήκα μήνυμα στον υπολογιστή μου:

«Είμαι η αντρική φωνή» !!!

(Δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Διάστιχο 24/3/2019)

 by the same:

 ΗΛΙΟΣ Ο ΗΛΙΑΤΩΡΑΣ - THE SOVEREIGN SUN

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΗ ΒΕΑΤΡΙΚΗ - MEETING BEATRICE

ΤΟ ΑΗΔΟΝΙ, ΤΟ ΤΡΙΖΟΝΙ, ΤΟ ΒΙΟΛΙ ΚΑΙ Η ΚΙΝΑ - THE N...

ΧΟΡΕΥΟΥΜΕ - SHALL WE DANCE

Ο «ΚΟΥΡΕΑΣ ΤΗΣ ΣΕΒΙΛΗΣ» ΚΑΙ Ο «ΔΟΝ ΖΟΥΑΝ» - THE BA...

 

 

 

FLORA MIRABILIS

By Anthoula Daniil

Litt.D. and literary critic. She is a member of the Writer’s Union and the Greek Musical and Drama Critics Union.

Rendered by Vassilis C. Militsis

 

Υιέ μου πνέουσαν μ’ είδες· ο ήλιος κυκλοδίωκτος, ως αράχνη, μ’ εδίπλωνε και με φως και με θάνατον ακαταπαύστως.

My son, you saw me breathing; the sun, in his cyclic wanderings, enveloped me like a spider both with light and death endlessly.

Andreas Kalvos [Ode III, To Death]1

Today I am out on errands. Within a week Athens changed its figure and I changed clothes. Dressed like Spring I was warming myself and remembered my Aris; memory was unraveling my skein…

 

But the day was warm and poetic, the sky a pale blue, a complete artistic triumph, the courtiers wonderfully sumptuous, Kaisarion all grace and beauty (Cleopatra’s son, blood of the Lagids);[Cavafy, The Alexandrian Kings, Trsl. Keely] – but what am I saying? I deviated to Cavafy, while Elytis’ fanatic poppy was spreading its seed elsewhere.[A Quarter to Spring, Elytis]. I am so fond of his Spring, the Psalm and Mosaic for a Springtime in Athens [Odysseas Elytis (transl. by Nanos Valaoritis], its flowers, the violet stain that moves to and fro on open papers and books [op. cit.], the stroll on the parts of the Acropolis and Mimikos and Mary.2 When we walked around it, I was thrilled to set my foot on bare earth. A child of the city, which had lost its greenery, I had forgotten the countryside. I touched the mallows, caressed the tree trunks, my boyfriend and I rummaged here and there together. How nice it all was! We coasted to Panathenaic Stadium and then we plodded up to the suburb of Byron. We went to find Sikelianos3 at the foot of fragrant Mount Hymettus, in the Kopana region, where Isadora Duncan and her siblings had bought a house comparable to Agamemnon’s palace; they wore tunics and lived like the ancient Greeks. Penelope, Sikelianos’ sister, was the wife of Isadora Duncan’s brother – you know it, methinks. And it was Isadora who had walked up to the Acropolis and was photographed by the Caryatides. But that goddess had been in a broad sense unhappy and was strangled in her scarf when it became entangled in the wheel spokes of the vehicle she was riding.

We occasionally would go to the Museum’s Garden for a cup of coffee. There, between kissing and petting, I lost one of my earrings – not a pearl one like Wermeer’s Girl with a Pearl Earring; or Venus’ gold one – but I also lost my pearl while clapping my hands in a most ecstatic moment of my life. Back to the topic, our ancestors in the Museum were guards and witnesses of our love. It was March, the holiday of the Budding Woman, who I was becoming then.

 

 

 

On Wednesday of the Passion Week, a date at the steps of the ancient theater of Herod, Atticus. He and she; two flowers both. He was still timid. She was a little awkward but confident like a cat that had a spell on him. Therefore, date at eleven, though he was there at eight having gotten up at six – in fact, he hadn’t got a wink of sleep all night. He walked to and fro in front of the steps. But why so early I asked… - I was impatient, he answered. I couldn’t hold out any longer looking at the clock towing on its minute hand. I was looking at the Caryatides and seeing you. Well, she’s going to show up, he was thinking, and, there, I showed up. I was glowing all over and trembled; I wanted to scream out of Spring. Now I recall those unforgettable moments my memory longs for, his hands spread out like tree branches, his eyes brimful of the Hymettus thyme honey. His legs sturdy like those of a centaur. His bust like marble – the pole vault had done a superb job – and the books endowed him with admirable way of speaking… Leaning on the wall, he didn’t take off my earrings before kissing me – I don’t give it a penny having lost them both – but to that wall, which shuddered and returned my entire tactile feeling, I owe the most powerful, unprecedented and breath-taking experience.

As we were walking, he scrutinized me from head to toe and he was beaming. When I went back home, he called me up while I was chewing something. What are you eating? He asked. Salami, I replied. Meat in the Passion Week? He was surprised… After so much kissing, what difference does salami make? I’m going to eat, too, he said… And it was then that I had realized the varieties of fasting.

Eventually, the theater became our hangout. When we grew more confident, we would amble up the Plaka hill,4 stroll along its alleys, read their street names, talk of the antiquity, and gossip about all the young and old people, as we both were allegedly the best and unique people in the world! We used to read Elytis, Seferis, Empeirikos, Engonopoulos, and Baudelaire. I was supposed to be the Passante, but who was never going to leave. He took pictures of me in front of all the marbles in the theater of Dionysus. I pretended to be both the ancient and the modern tragedian as well as little Antigone. We memorized the lyrics and oh! What a surprise one day on the bus; hung on our straps and reciting Kalvos, a nondescript, elderly passenger joined us out of the blue and began to recite along:

The Ionian surf first/kissed the body/First the Ionian Zephyrs caressed Kythereia’s breasts (Εrotic, The Patriotic One, Ode XV). I broke all the chords one by one. (Desperate, To Chios, Ode XVI). The ambrosial fragrant mouth of the eternal ones (How original!, To Parga, Ode XII). The perfumed lips of day kiss the peaceful forehead of the Globe (My God, what a picture! The Ocean, Ode IX) Laurel flourished on Hymettus Mount (For the heroes, To Glory, Ode XVIII). The Moon casts her chilly silver (To Death, Ode V; a verse that made Seferis picture Judas’ kiss, his remorse and an image from the Mount of Olives). The hours, like drops of fire, fall into sea and disappear for ever (then I liked the notion, but now I feel carrying along weights.) Here lies Byron like a lily (The British Muse, Ode XXII;) his white shirt open and his neck as white as milk. My hope rests on your love entirely (The Ocean, Ode XXII

 

Hand in hand; Spring has gone by and Summer came and over again Life has sped away, (the coals in the fog/Were a rose rooted in your heart/and the ashes covered your face/every morning.)

[plucking]In the shadows of cypress trees/you left the other summer. (EPITEBIUM, Seferis.) Time is volatile, a liar, and a traitor. The Moon is an impostor; it hears and sees, becomes a witness – ‘Moon, do you hear what she says?’ – condescends and then dies out. However, again, Moon you’ve cast a spell on me (Lyrics of a song by Errikos Thalassinos) how could it have the time to fulfill all my wishes?

*

Today I’m out on errands. A man’s voice accosted me from behind: “Where are you off to, beautiful?” I turn around and see a handsome man; a pretty young woman turns around, too, on hearing “hello, beautiful,” but she realized the address was not for her. At the same time a mature lady crossing the street turned around to see – beautiful herself, too. One handsome man and three women of three ages at the same cross-roads: Pratinou and Antenoros Streets. The young woman carried a knapsack on her back like a postman. In my youth I wanted to be a postman, because a postman walks a great deal and spends a long time outdoors; Hermes and Swallow-racer (Elytis, The Half-Siblings “Angel of the Twelve Islands”) I wanted to convey merry tidings to people, as a swallow-racer is vernal and erotic. The young woman who responded to ‘where are you off to, beautiful?’ was lightly dressed, had waist long hair and winged sandals. She drew away haughtily singing loudly: Life is beautiful… The middle-aged lady passed by and left, too. And what about me? What did I do? Flash back or forward? Or both? I have no inkling. However, I am so moved that spring has come. I also felt like singing in the street…but I remained silent and sang in my head: Life is beautiful much as it torments us; as long as we are together she will smile at us.[Lyrics by Νikos Gatsos, music by Manos Chadjidakis, song by Manolis Mitsias] Gatsos, Manos and Odysseus (Elytis) were a trio on earth; now they watch us from the hereafter and sing along. There or Elsewhere or Everywhere or Nowhere, but certainly in our hearts – indeed.

 

Bottom line: after the publication of the text, I found a message in my laptop:

 

“I am the male voice!!!”

 

(It has been published in the e-magazine Diastixo on March 3, 2019)

 

 

 

1Andreas Kalvos

2Mimikos and Mary (1958)

3Angelos Sikelianos

4Plaka