Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2025

ΜΕ ΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ - ON THE BUS


 

ΜΕ ΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ



Τάσος Καλούτσας

 

Στο παρακάτω διήγημα, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Τ. Καλούτσα, Το καινούριο αμάξι (1995), ο κύριος Μ., αστυνομικός διευθυντής των ΜΑΤ στη Θεσσαλονίκη, παρατηρεί τους συνεπιβάτες του στο αστικό λεωφορείο, οι οποίοι στην πλειονότητά τους είναι πρόσφυγες. O κύριος Μ. σχηματίζει έτσι μια άμεση εικόνα της κοινωνικής πραγματικότητας και προβληματίζεται θετικά για τη συνύπαρξη και τη θέση αυτών των (κοινωνικά και πολιτισμικά) διαφορετικών ομάδων που ζουν και εργάζονται στην πατρίδα μας.

 

   Τηλεφώνησε στη γυναίκα του ότι, λόγω μιας ξαφνικής βλάβης που έπαθε το αμάξι τους -είχε σπάσει η ντίζα του συμπλέκτη-, θα πήγαινε με το λεωφορείο. Λίγο αργότερα, ο κύριος Μ., αστυνομικός διευθυντής των ΜΑΤ,* που διένυε το μεσοδιάστημα των καλοκαιρινών του διακοπών, ξεκινούσε μες στο καταμεσήμερο για το παραθαλάσσιο προάστιο στ' ανατολικά της πόλης.
   Στην αφετηρία ο υπάλληλος, 
υπομειδιώντας σαρκαστικά*, του έκανε νόημα να στριμωχτεί στην ουρά, όπου τον πήρε αμέσως σβάρνα* ένα πολυθόρυβο τσούρμο ανθρώπων. Ο κύριος Μ., που είχε πολλά χρόνια να πατήσει το πόδι του σε λεωφορείο αυτής της γραμμής, ένιωσε τον εαυτό του να υφαρπάζεται, ν' ανυψώνεται από 'να δυνατό κύμα και τέλος να ξεβράζεται, ζουλιγμένος στη μέση του ανθρωποσωρού, μπροστά στον εισπράχτορα. Έπιασε το αυτί του τη σιγανή φωνή μιας γυναίκας, που παραπονιόταν δίπλα του πως οι μυρωδιές του ιδρώτα τής έφερναν ξινίλα, κι έβαλε το χέρι του πάνω στις μεγάλες στάμπες που είχαν ποτίσει το πουκάμισό του, σα να 'θελε να τις κρύψει.
   Μετά το πρώτο ξάφνιασμα, άρχισε τις σκέψεις. Όλο αυτό το ανθρωπολόι γύρω του το αποτελούσαν, χωρίς αμφιβολία, πρόσφυγες. Τους γνώριζε από την κοψιά τους, διάβαζε τις φάτσες τους, άκουγε τις φωνές τους. Τον έσπρωξαν κι άλλο και προχώρησε στο βάθος. Πήρε το μάτι του μια άδεια θέση, βιάστηκε να κάτσει, αλλά την τελευταία στιγμή είδε πεταγμένο πάνω στο κάθισμα ένα τσαλακωμένο πεντακοσάρικο. «Κάθονται», του είπε κοφτά ένας τύπος, με τετράγωνο σαγόνι. Χειρονομούσε σ' ένα φίλο του,
πίσω του, κι εκείνος τού έγνεφε συνωμοτικά. Ο κύριος Μ. κούνησε το κεφάλι του και κρεμάστηκε από τα λουριά πάνω από την
 καπαρωμένη* θέση. Του ερχόταν να γελάσει.

Σκέφτηκε το μάκρος της διαδρομής και τα γόνατά του λύγισαν. Θα μπορούσε ασφαλώς να επικαλεστεί την κοινή λογική ή οτιδήποτε άλλο (κάτι θα έβρισκε), για να αποδείξει στον τύπο με το ταυρίσιο κορμί ότι αυτό που έκανε δεν ήταν σωστό. Κάποιος άλλος στη θέση του μπορεί και να νευρίαζε ή, στην ανάγκη, να έκανε ακόμα και χρήση του αξιώματος του, όμως ο κύριος Μ., μόνο που του πέρασε αυτή η σκέψη, ένιωσε αλλεργία. Ποτέ δε θα έπεφτε τόσο χαμηλά. Στο κάτω κάτω, έβρισκε τη συμπεριφορά του πρόσφυγα γνήσια ρωμέικη και μάλλον διασκεδαστική. [...] Έτσι, περίμενε υπομονετικά, κι όταν ο χοντρολαίμης φίλος του εμφανίστηκε, παραμέρισε για να καθίσει, κι ας ήταν αρκετά χρόνια νεότερός του.
   Σε λίγο ξεκίνησαν. Μπροστά του, στο σημείο που βρισκόταν η φυσούνα του λεωφορείου, μια ζωηρή παρέα νεαρών σχημάτιζε κύκλο. Μελετούσε τα ρούχα τους, τις κινήσεις, τις εκφράσεις του προσώπου τους, που άλλαζαν διαρκώς. Οι περισσότεροι φορούσαν φτηνά πουκάμισα, σκούρα ή πολύχρωμα, που κρέμονταν έξω από τα παντελόνια, ή τα φαρδιά 
σαλβάρια* τους, μακό σταμπωτά μπλουζάκια και ξώφτερνα πέδιλα ή σαγιονάρες. Πιαστήκανε στις πλάκες και τα χωρατά. Ένα τεράστιο μαγνητόφωνο που κουβαλούσε κάποιος στον ώμο του, έπαιζε σαν δαιμονισμένο αμερικάνικη χορευτική μουσική. [...]
   Από πού είχαν ξεφυτρώσει όλα αυτά τα παιδιά, αυτός ο καινούριος κόσμος, αναρωτιόταν συχνά. Πολλούς τους φόβιζε η κατάσταση που είχε δημιουργηθεί ξαφνικά, τα τελευταία χρόνια. Άλλοι πάλι λέγανε πως ήταν φυσιολογικά αναμενόμενο αυτό
 το ορμητικό προσφυγικό ξέσπασμα,* ύστερα από τις αλλαγές και όλη την ανακατωσιά στις ανατολικές χώρες. Πιο αναμενόμενο μάλιστα από άλλοτε - γιατί δεν ήταν, βέβαια, ιστορικά άγνωστο το φαινόμενο. Το θέμα ωστόσο ήταν άλλο, σκεφτόταν ο κύριος Μ., που παρακολουθούσε τα γεγονότα ως θεατής, και δε διέθετε κανένα άλλο ιδιαίτερο τεκμήριο φυλετικής συγγένειας μαζί τους. Ποιος ή ποιοι μπόρεσαν να ψυχανεμιστούν, όταν έπρεπε, τις συνέπειες, ώστε να προλάβουν, έγκαιρα, να κάνουν κάτι; Κι αυτά που έγιναν έστω μετά, ήταν όσα έπρεπε να γίνουν; Και τι θα γινόταν τώρα με αυτά τα παιδιά που έψαχναν στα τυφλά μια θέση στον ήλιο, μια δουλειά, μια ταυτότητα;
   Έβλεπε το προσφυγικό κύμα που φούσκωνε κι έσκαζε γλείφοντας τις 
παρυφές* της πόλης, μα σταματούσε εκεί, χωρίς να καταφέρνει να γλιστρήσει και στο εσωτερικό της, στη ζωή της. Η κοινωνία αυτής της πόλης έμοιαζε να περιφρουρεί ζηλότυπα τα άδυτά* της, ενώ κρατούσε για τους πρόσφυγες κλειστή ακόμα και την πίσω πόρτα. Στη γειτονιά του είχανε πιάσει όλα τα υπόγεια, μέχρι και το ρημαδιακό* της γωνίας, με τους μισογκρεμισμένους σοβάδες, και αργά το σούρουπο, έβγαζαν στο κατώφλι τους μια δυο καρέκλες ή κάθονταν στο κότσι δίπλα στο πεζοδρόμιο και κουβέντιαζαν ώρες ατέλειωτες για χαμαλοδουλειές.* Αν πέρναγες από μπροστά τους, σε κοίταζαν στα μάτια κι έλεγαν πρώτοι «καλησπέρα». Συχνά, πίσω από τα μισόκλειστα παράθυρα των σπιτιών τους ανέβαινε ένας σκοπός λυπητερός -τραγουδούσαν οι ίδιοι- ή έβαζαν στο πικάπ ένα αλέγρο* ρώσικο τραγούδι. Από τα δωμάτια, όπου κοίμιζαν τα παιδιά τους, αναδινόταν μια βαριά μυρωδιά υγρασίας και μούχλας. Κάποτε, θυμόταν ο κύριος Μ., έμενε κι εκείνος σε μια υπόγεια, πατωμένη κάμαρη που μύριζε μούχλα. Στο μεταξύ, όμως, η ελληνική κοινωνία είχε αλλάξει και μόνο αυτοί μοιάζανε τώρα σαν να μην το είχανε πάρει χαμπάρι. Δημιούργησαν τη νέα φτωχολογιά· έμπαιναν και στοιβάζονταν στ' ανήλια υπόγεια και τις χθαμαλές κάμαρες του αλλοτινού καιρού, απ' όπου, λίγο πολύ, τα είχαν καταφέρει να ξεγλιστρήσουν οι ντόπιοι.
   Μήπως πόσοι από τους τελευταίους δεν είχαν αποκτήσει στο μεταξύ το δικό τους αυτοκινητάκι και πόσοι τάχα ακόμη προτιμούσαν να μπαίνουν στα λεωφορεία, για να πάρουν το μπάνιο τους στα θολόνερα των προαστίων; Αυτό γινόταν παλιά, όταν ο κύριος Μ. ήταν νεαρό παιδί. Ήταν απόλαυση τότε να κάνεις τη διαδρομή, με το 
μοτοράκι,* από τον Πύργο* στις απέναντι ακτές, διασχίζοντας τα γαλανά νερά του κόλπου. Γιατί τότε ακόμη ήταν τόσο καθαρά, που μπορούσες να διακρίνεις στον πάτο τους τα τρόχαλα και τα κοχύλια. Ύστερα η πόλη άπλωσε τα πλοκάμια της, ξέρασε τη βρομιά της και τα νερά μαγαρίστηκαν* ως πέρα, το μεγάλο ακρωτήρι. Ο κόσμος άρχισε να πιστεύει πως κανένας βιολογικός* δε θα έκανε το θαύμα του, τα μπάνια αραίωσαν ή σταμάτησαν εντελώς για τους πολλούς, ας μπήκε η αστική συγκοινωνία ως την άλλη άκρη.

 

 Κι έπρεπε να περάσουν είκοσι χρόνια και παραπάνω -μερικοί εγκαταστάθηκαν κιόλας εδώ, βρίσκοντας τα νοίκια κοψοχρονιά-,* για να γνωρίσουν αυτές οι ακτές μια καινούρια άνοιξη. Καλά τους έλεγε αυτός παιδιά μιας άλλης εποχής. Στο μεταξύ οι ντόπιοι, από καιρό, είχαν σκαπετήσει* τον γήλοφο της Καρδίας και ξαμοληθεί προς τη Χαλκιδική.
   Κρεμασμένος πάνω από τους ώμους του χοντρολαίμη πρόσφυγα, με το βλέμμα του να βουτάει στο πράσινο της Γεωργικής Σχολής, ο κύριος Μ. συλλογιζόταν τι έπρεπε να γίνει. Δεν είχε έτοιμη καμιά μαγική συνταγή, αλλά ήξερε πως έπρεπε να βρεθεί μια λύση. Οι άνθρωποι αυτοί έρχονταν σε μια χώρα που την έβλεπαν σαν πατρίδα τους και, λίγο πολύ, σαν επίγειο παράδεισο· οι συνθήκες όμως που αντιμετώπιζαν, τους έσπρωχναν συχνά στην απόγνωση, την πορνεία, τα ναρκωτικά. Δεν του άρεσε καθόλου να τους βλέπει γύρω του παρατημένους στο έλεος της τύχης τους, κακοπαθημένους ή κυνηγημένους. [...]
   Μήπως παραήταν καλοπροαίρετος; αναρωτήθηκε και τίναξε με μια κίνηση το κεφάλι του προς τα πίσω. Ίσως, με όλη την κούρασή του πάντως, ένιωθε άνετα ανάμεσά τους, υπομένοντας ευχάριστα την ασταμάτητη 
βαβούρα* τους. Ένας νεαρός προωθήθηκε δίπλα του, με δυο κοπέλες να τον ακολουθούν. Η μια μελαψή, με γυριστά ματόκλαδα, φορούσε ψάθινο καπέλο με μαύρη κορδέλα κι ένα ψεύτικο άσπρο τριαντάφυλλο στο μπορ,* και κρεμιόταν στο μπράτσο του νεαρού. Παίρνανε ανοιχτά τη στροφή έξω από το αεροδρόμιο. Ξαφνικά του πέρασε μια σκέψη, από τις πιο παράξενες και εξωφρενικές που γεννιούνταν συχνά μες στο μυαλό του. Αν κάτι συνέβαινε, κι έπρεπε αναγκαστικά, από 'δω και πέρα, να επιβιώσουν μόνοι τους, μακριά από τον υπόλοιπο κόσμο, οι επιβάτες αυτού του συγκεκριμένου λεωφορείου, τι θα γινόταν; Θα τα κατάφερναν άραγε να δημιουργήσουν και να συντηρήσουν έναν υγιή, αξιοπρεπή και αυτεξούσιο* πυρήνα ζωής; Παρόμοιες σκέψεις έκανε -ήταν φανερό- όταν καμιά φορά ένας οίστρος αισιοδοξίας, ρομαντικός κι ίσως γι' αυτό λιγάκι ανεδαφικός ή και ανώφελος, τον κυρίευε. Δεν μπόρεσε να μη θυμηθεί εδώ τα λόγια ενός παλιότερου σοφού κυβερνήτη του έθνους* που είχε πει, μιλώντας πάλι για τους πρόσφυγες, πως αποτελούν πληθυσμό που διαθέτει «υπέροχο ανθρώπινο υλικό». Ναι, συμφωνούσε κι αυτός, ασφαλώς θα τα κατάφερναν. Είχανε κάτι από την αρετή των προγόνων μέσα τους αυτά τα παιδιά. Είχαν τη νιότη και την υγεία, ας έκρυβαν τ' αθλητικά κορμιά τους μέσα σε άβολα ρούχα. Ενώ αυτός είχε αρχίσει να κάνει στομάχι. Το κοίταξε μια στιγμή μελαγχολικά, περνώντας το χέρι του ανάλαφρα πάνω του, κι αποφάσισε να μη φάει το μεσημέρι, θα άρχιζε δίαιτα [...].
   Έπειτα από στάσεις κατέβηκε. Η θορυβώδης παρέα θα συνέχιζε την πορεία της.

 

 Το πουκάμισό του ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα. Μόλις πάτησε το πόδι του στη γη, κάτι απασφαλίστηκε μέσα του. Χαλάρωσε.   Έτσι ένιωθε τη στιγμή που έμενε μόνος του, αποχωρώντας από το γραφείο του. Το κακό ήταν πως, όταν βρισκόταν με κόσμο, τον πλάκωνε ένα σφίξιμο, κι ένιωθε μονίμως σα να 'ταν εν υπηρεσία - κι ας είχε άδεια, όπως τώρα. Ένα πράγμα ακατανόητο, που δεν μπορούσε να το κοντρολάρει*, λες και βρισκόταν σε διαρκή επιφυλακή. Τέλος πάντων. Προχώρησε μέσα απ' την πλατεία ατενίζοντας την άπλα της θάλασσας - ακύμαντο μπλε ως εκεί που έφτανε το μάτι.
   Έφτασε στο ισόγειο διαμερισματάκι του -δυο καμαρούλες όλο κι όλο- με μια μικρούλα αυλή μπροστά και σωριάστηκε ψόφιος σε μια καρέκλα, κάτω από τον ίσκιο της μιμόζας. Πήρε μια δυο βαθιές ανάσες· αυτό που τον ανακούφιζε εδώ ήταν ο αέρας. Η γυναίκα του βγήκε και τον χαιρέτησε.
   Ένας γέρος εμφανίστηκε, καμπουριασμένος, μπρος στην πόρτα του. «Τι δέντρο είν' αυτό;», τον ρώτησε.
   «Μιμόζα». Ο γέρος δεν είχε ακούσει κι αναγκάστηκε να το επαναλάβει.
   «Νόμιζα πως ήταν ελιά», του είπε ο γέρος. «Μυρίζει όμορφα», πρόσθεσε μετά.
   Τον έβλεπε που το παρατηρούσε με προσοχή. Το δέντρο είχε ξεπεταχτεί, σαν από θαύμα, σε ένα παρτέρι ενάμισι μέτρο. Ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι θα ψήλωνε τόσο· φορτωμένο ανθούς, έγερνε πιο βαρύ από τη μια μπάντα, έτοιμο να ξηλώσει το κάγκελο του φράχτη.
   «Τα λουλούδια του είναι κίτρινα», μουρμούρισε ο γέρος.
   «Είχατε τέτοια στα δικά σας χώματα;», τον ρώτησε, γιατί κατάλαβε αμέσως πως ήταν πρόσφυγας. Απ' το θλιμμένο βλέμμα του το κατάλαβε, που τον έτρωγε μια κρυφή νοσταλγία.
   «Καράμισι...», ψέλλισε αργά, με αφηρημένο ύφος ο γέρος, προφέροντας έντονα παχύ το σίγμα. Με σπασμένη προφορά άρχισε να του εξηγεί πως τα φύλλα του έμοιαζαν σαν της πορτοκαλιάς, μόνο που ήταν λίγο πιο γυαλιστερά. Ο κορμός του, όχι πολύ μεγάλος, σαν της μηλιάς, και τα λουλούδια του άσπρα, μικρά και μυρωμένα. Φέραν κι εδώ, του είπε, να σπείρουν. Τέτοια εποχή ο καρπός του γινόταν σαν το βυσσινοκέρασο. Τα στέγνωναν εκεί, τα ξέραιναν και τα πουλούσαν. Αλλά εδώ, τα δέντρα χαλάσανε· τα έφαγε το σκουλήκι, το έντομο...
   Φαινόταν σα να μιλούσε μόνος του, ανοιγοκλείνοντας τα ξέθωρα γαλάζια μάτια του, όπου ο κύριος Μ. ήταν σε θέση να διακρίνει ένα κομμάτι από το άλλο γαλάζιο που κρύβει μέσα του κάθε άνθρωπος, τσαλαπατημένο. Σταμάτησε απότομα, σα να 'χε ήδη πει πολλά.

 

  «Έλα μέσα να κάτσεις, παππού, να πιεις καφέ», του πρότεινε, κι εκείνος αρνήθηκε. Πήγε μόνο να τσακίσει ένα κλαδάκι, κι ο κύριος Μ. τον παρότρυνε ευγενικά να το κάμει.
   Ο γέρος έφερε το κλαδάκι στη μύτη του. Μετά, κουνώντας αργά το κεφάλι του και μ' ένα ευχαριστημένο ύφος, συνέχισε το δρόμο του. Ο κύριος Μ. τον παρακολουθούσε, ώσπου μάκρυνε σκυφτός κι έστριψε στη γωνία. Του θύμιζε μια φωτογραφία που είχε δει στις εφημερίδες: ένας γέροντας, ξεριζωμένος, από το Σοχούμι της Γεωργίας, που κουβαλούσε όλα τα υπάρχοντά του -μια βαλίτσα κι ένα στρώμα στην πλάτη του- κι είχε διπλωθεί το σώμα του από το βάρος.
   Είπε στη γυναίκα του να μην του ετοιμάσει τραπέζι, γιατί δεν πεινούσε. Επιθεωρώντας μελαγχολικά το στενό παρτέρι, στη βάση της μιμόζας, σκεφτόταν να πάρει έναν υπνάκο και να σηκωθεί μετά να φροντίσει τα λουλούδια του.

 

 By the same:

See previous post:

 

ON THE BUS

By Tassos Kaloutsas

Rendered by Vassilis C. Militsis

In the following story, included in the author’s collection The New Car (1995), Mr. M, the Thessaloniki Anti-terror Police Chief, is observing his co-passengers on a public bus, who in their majority are migrants. Thus Mr. M gets an immediate picture of the social reality and is positively concerned about the coexistence and the status of these different social and cultural groups that live and work in Greece.

He phoned his wife to tell her that, due to an unexpected car trouble – the clutch cable had broken – he would be late home, as he was taking the bus. Shortly afterwards, Mr. M, Anti-terror Police Chief, who was in the middle of his summer vacations, set off at high noon for the seaside resort, east of the city.

At the bus terminal, the employee, with a smirk on his face, beckoned him to cram in the queue, where he was swept along by a vociferous throng. Mr. M, who had not stepped foot on a bus of that line for many years,  felt as if he were snatched up, lifted by a forceful wave and, squashed in the midst of the crowd,  washed away in front of the conductor. He overheard the soft voice of a woman, who was complaining next to him that the sweat acrid stench turned her stomach sour, and he put his hand on the large sweat patches that had dampened his shirt as if he wanted to cover them.

 fter the first shock, he fell to brooding. This entire rabble around him was undoubtedly expatriates. He could recognize them from their looks; he could read their faces and hear their voices. He was pushed further on and advanced to the back. He caught his eye an empty seat and hastened to take it, but at the last moment he noticed a crumpled five-hundred drachma note. “It’s taken,” a surly square-jawed guy told him curtly. He gestured to a friend of his behind him, and the latter nodded surreptitiously. Mr. M shook his head and grabbed the strap above the ‘reserved’ seat. He felt like laughing.

 

He thought of the length of the route and he felt his legs give way. He might as well have invoked common sense or anything (he could have invented something) to prove to the bully that what he did was not just. Another one in his position could have grown angry and made use of his office, but Mr. M went allergic at such a thought. He could never abase himself before such a challenge. After all, he found the foreigner’s conduct genuinely ‘Greek’ and rather amusing […]

Therefore, he waited patiently for the end of the journey, and when the thick necked fellow appeared, his friend stepped aside for him to sit, though he was several years his younger.

Soon the bus started off. In front of him, at the bus articulation joint, there was a gang of lively youths forming a circle. He studied their clothes, their bearing, and the expression of their faces, which was constantly changing. Most of them wore cheap, dark or colored shirts hanging out of their trousers, or the loose dhoti pants, the printed cotton T-shirts and the open heel sandals or flip-flops. They were bantering and joking. A tape recorder upon one’s shoulder was playing an American dance tune at full blast […]

He often wondered where all these kids, this entire new world, had sprung up from. Many were apprehensive by the situation that had suddenly been created in recent years. Others again argued that this swooping immigrant outbreak was to be expected, after all the political changes and upheavals in the oriental countries. It was indeed more anticipated than before, as the phenomenon was not historically unknown. But that was not the case, thought Mr. M, who was an idle bystander of the situation and had no particular racial kinship with those people. Who were able to get wind of the impending consequences at the right time so that they could prepare for them on time? And did what followed afterwards have to happen? And what would have happened with those kids who were searching blindly a place in the sun, a job or an identity?

He saw the refugee wave swell and break and just licking the city outskirts, but it stopped there without managing to slip into its interior and its life. The society of this city seemed to guard zealously its sanctum, while it held even the back door barred to the refugees. In his neighborhood they had rented all the basements, even the ruin on the corner, with its falling plaster. Late in the dusk, they would pull out a couple of chairs or squat on their heels on the sidewalk and talk for hours on end about odd jobs. If you happen to walk past them, they looked directly at you and it was they who would first say good evening. Frequently, behind the half-open windows of their houses sad tunes could be heard, either the tenants themselves were singing or they were playing some gay Russian song on the record player. From the rooms, where they put their kids to bed, a heavy odor of dampness and mildew wafted. Once, Mr. M recalled, he had also lived in a basement paved room which smelled of mildew. However, in the meanwhile, Greek society had changed and only the newcomers seemed not to have realized it. They have created the new slums for the unprivileged; they were cramped in the sunless basements and the low ceilinged rooms of yore, from where the indigenous dwellers had managed to slip out.

How many of the latter, he wondered, had in the meantime been able to own a small car of their own and how many were inclined to take the bus to go swimming to the murky waters of the seaside suburbs? That was when Mr. M was a young boy. You could enjoy then taking the small motorboat from the White Tower1 to the opposite shores crossing the blue waters of the Thermaikos Gulf. For the waters then were still clear and you could see pebbles and shells in their bottom. Afterwards, the city burgeoned forth, threw up its squalor and the waters were polluted as far as the big cape. The people stopped believing that some biological waste treatment, or other, could work its miracle against pollution. Therefore, swimming was rare or non-existent for many people, even when a bus line linked the city with the opposite coast.

More than two decades had to pass – some had already settled there as they found the rent a bargain – until they discovered those beaches a new spring. He called them, and rightly so, children of another epoch. In the meantime, the locals had passed over the Kardia2 hillock and ‘defected’ to Chalkidiki.3

Still suspended over the thick-necked refugee’s shoulders, his eyes fixed at the greenery of the American Farm School grove, Mr. M pondered on what should be done. He had no magic formula, but he knew that some solution had to be found. Those people came to a country that considered their new home as well as, more or less, Shangri La.4 However, the conditions they encountered frequently drove them to despair, prostitution and drugs. He hated seeing around him people at the mercy of their fate, abused or persecuted […]

Can he be too benevolent? He wondered and shook his head backwards. Perhaps, despite his weariness, he felt at home among them, enduring in relative comfort their incessant hubbub. A young man scooted forward next to him followed by two girls. One, dark-skinned, with upturned eyelashes, wore a straw hat with a black band and a false white rose pinned on the brim, and leaned on the young man’s arm. The bus swung in a wide turn off the airport. And suddenly a thought, one of the wildest and the most preposterous crossed his mind. If something happened and the passengers of this bus had from then on to survive by themselves, what would become of them? Is it possible that they would manage to create and maintain a wholesome, decent and self-determined core of life? It was evident that he thought of similar things when he sometimes was overwhelmed by an optimistic, romantic and, thus maybe somewhat, groundless or even useless stroke. He could not help recalling a former ruler of the nation, who had said that the refugees made up a population possessing an ‘outstanding human material.’ He did agree with this. He was certain they could make it. These kids had inherited the virtues of their ancestors. They were endowed with youth and health, though their fit, athletic bodies were hidden in coarse clothes; unlike them, he had begun to gain weight and obtain a fat gut. In dismay, he looked at himself and passing his hand slightly on his stomach, decided not to have lunch that day – he meant to go on a light diet […]

He got off after a couple of stops. The noisy group would continue on its way.

[…]

His shirt was soaked in sweat. As soon as his foot stepped on the ground, he felt that something was released inside him. He relaxed. That was how he always felt when he remained alone as he left his office. The bad part was that when he was with people, he was overcome by some sort of oppression, and felt that he was permanently on duty – though he had been on holiday, as it was now. It was something which he could not comprehend, which he could not check as though he was on constant alert.

He arrived at their ground floor small flat – two little rooms in all – and a tiny yard in front. He collapsed dead tired on a chair under the shade of a mimosa tree. He breathed deeply a couple of times; what soothed him there was the air. His wife came out to greet him.

A man, old and stooped, appeared at the yard gate. “What kind of tree is this?” he asked.

“Mimosa.” The old man did not seem to hear and Mr. M had to repeat his answer.

“I thought it was an olive tree,” said the old man. “It smells good,” he added.

 

He saw the old fellow regarding it with scrutiny. The tree had popped up, as in a miracle, out of a 5 feet wide bed. Never could he have imagined it grow so high; laden with blossoms, weighted down askew, almost digging up the fence railing.

“Its blossoms are yellow,” murmured the old man.

“Did you have these trees in your own land?” Mr. M asked as he had understood that he was a refugee. His sad look hinted at a secret homesickness.

Karamisi …” stammered the grandpa absent-mindedly, uttering his‘s’ distinctly. In his outlandish accent, he began to explain that its leaves looked like those of an orange tree, only these were a bit more glossy. Its trunk was not so big as that of the apple tree, and its blossoms were small, white and fragrant. “They have brought some to plant here,” he went on. “This time of year, when its fruit is ripe, resembles sour cherries. They used to dry them in the sun before selling. But over here the trees failed; they were eaten away by worms and bugs…”

He seemed to talk to himself blinking his pale, blue eyes. Mr. M was able to discern a trampled piece of the other ‘blueness’ concealed inside every human being. He stopped abruptly as though he had seen too much.

“Come on in, grandpa, and have a cup of coffee,” he offered but he declined. All he did was to break off a twig, kindly encouraged by Mr. M.

The old man sniffed at it. Then, shaking his head slowly, he went his way. Mr. M was watching him until he had drawn away and turned around the corner. He was reminded of a picture he had seen in the papers. The caption wrote: A rootless old man from Sokhumi, Georgia, carrying all his effects on his back – a suitcase and a mattress. His body had been bent down by the burden.

He spared his wife from preparing his lunch as he said he was not hungry. Inspecting sadly the narrow bed at the root of the mimosa tree, he intended to take a nap and then attend to his flowers.

 

1White Tower of Thessaloniki

 

2Kardia, Thessaloniki

 

3Chalkidiki

 

4Shangri-La