|
Η
ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΠΟΥ ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΑΠΑΛΙΑ 
Τάσος Καλούτσας
«Τι
κάνει σήμερα η γιαγιά;» ρώτησα την Ιβάνκα, βγαίνοντας στο μπαλκονάκι.
«Μια
χαρά» μου λέει. «Τι ανάγκη έχει αυτή; Καλοπερνάει. Τα βρίσκει έτοιμα! Ύπνο,
φαΐ και... ». Συνόδευε τα λόγια της με μια χυδαία χειρονομία. «Κι εγώ όλο
πλύση!..».
Αναστέναξε
πάνω από μια στοίβα ρούχα, τράβηξε ένα απ’ το σωρό και τ’ άπλωσε στη
σιδερώστρα. Καθισμένη ατάραχη δίπλα της η γιαγιά χτυπούσε τις μύγες στο
τραπεζάκι με το μυγιαστήρι.
«Αλίμονος
εμένα» συνέχισε η γυναίκα. «Βάζω τρεις πλυντήριος την ημέρα. Όλα αυτά,
σεντόνια, νυχτικά, δικά της, τη Ελευθερίας...»
Μπήκε
μέσα και ξαναβγήκε, κρατώντας στο χέρι ένα μικρό κασετόφωνο που έπαιζε
τραγούδια της πατρίδας της.
«Ελευθερία»
είπε και σήκωσε τα χέρια της. «Χορέψουμε;»
Εκείνο
το καλοκαίρι, όπως και το προηγούμενο, έμενα στης θείας Ολυμπίας, που
χαιρόταν πάντα να με φιλοξενεί στο μικρό της διαμέρισμα, δίπλα στη θάλασσα,
όπου ζούσε μόνη της αφότου έχασε όλους τους δικούς της. Από τη θέση της, πλάι
στο διαχωριστικό κάγκελο της βεράντας, η θεία μου σχολίασε σιγανά και
πικρόχολα, κουνώντας το κεφάλι της: «Σηκώνεται και χορεύει μαζί της, το
πιστεύεις; Αλί απ’ τον δόλιο τον Πανάγο!...»
Ο
Πανάγος καθόταν πέρσι στο διπλανό κάθισμα, πάντα στο πλευρό της γριάς. Τέτοια
ώρα έστρωνε το τραπεζάκι να φάνε κι έβαζε μουσική στο ραδιόφωνο, λαϊκά, στη
διαπασών. Η Ελευθερία γκρίνιαζε να το χαμηλώσει, μερικές φορές αγανακτούσε
και τον διαολόστελνε κιόλας. Ο Πανάγος, στα ογδόντα δύο του –μερικά χρόνια
νεότερός της–, αν και εγχειρισμένος στην καρδιά, ήταν αλέγρος τύπος κι
έδειχνε μια ακατάβλητη ζωντάνια. Καλοσυνάτος και φωνακλάς, βοηθούσε την
Ιβάνκα στα ψώνια και τις δουλειές, αλλά με τον παραμικρό πόνο στο στήθος, τα
παρατούσε όλα και καλούσε το ασθενοφόρο. Για τη θεία
Ολυμπία,
πάντως, το τρίο ήταν μια παρέα που της ταίριαζε γάντι. Όταν τους αποχαιρέτισα
το περασμένο καλοκαίρι και τους ευχήθηκα «Και του χρόνου!», ο Πανάγος με
κοίταξε αινιγματικά, ύστερα ψέλλισε: «Θα είμαστε άραγε εδώ ή ...» και,
δείχνοντας με το δάχτυλο προς τον
ουρανό,
χαμογέλασε σαρκαστικά. Πριν από δυο μήνες περίπου, ξεκινώντας από το χωριό
του για νά ’ρθει στο σπιτάκι, να το ετοιμάσει για τις διακοπές, έπεσε στο
σκαλοπάτι του λεωφορείου και ξεψύχησε
με
τη μία.
Την
έφερε ο γιος της, με τη συνοδεία της νέας γυναίκας. Δυο τρεις φορές στην αρχή,
η Ελευθερία ρώτησε «Πού είναι ο Πανάγος; Πού πήγε πάλι αυτός;» και της είπαν
πως είχε πάει σε μια δουλειά και δεν θ’ αργούσε να γυρίσει. Μιαν άλλη φορά η
Ιβάνκα τής πέταξε, για να γελάσουμε, ένα «Παράτα τον μωρέ αυτόν, τι τον θες
τώρα, πάει, παντρεύτηκε!» κι εκείνη την κοίταξε αδιάφορα και δεν έβγαλε
μιλιά.
Τώρα
της έλεγε πια ωμά πως είχε πεθάνει, κι η γριά το μόνο που ρωτούσε ήταν: «Καλά
κι εγώ πού ήμουν;».
Δίπλωσε
ένα ρούχο και το έβαλε στο πλάι. Χτύπησε το τηλέφωνο και μπήκε μέσα. Η γριά
σηκώθηκε και προχώρησε σαν υπνωτισμένη προς την είσοδο της βεράντας. Κατέβηκε
το σκαλοπάτι και βγήκε στον δρόμο, ρίχνοντας πίσω της λοξές ματιές. Την
παρακολουθούσα μαρμαρωμένος.
Στο
κατώφλι της δικής μας βεράντας, κοντοστάθηκε. Το βλέμμα της ήταν χαμένο.
Έκανε ένα μετέωρο βήμα.
«Πού
θες να πας;» πάτησε μια τσιρίδα η Ιβάνκα κι έτρεξε να την προλάβει. Την
αγκάλιασε και γυρίσανε πίσω. «Όλο ταξιδεύει η Ελευθερία...» είπε τρυφερά. «Τη
γυρεύουν οι δικοί της και πάει και τους βρίσκει. Έλα τώρα, πάμε μέσα!» Η
έκφραση της γριάς, όταν ξανακάθισε, ήταν γεμάτη βουβή απελπισία.
«Ταξιδεύει,
ταξιδεύει» επανέλαβε ψιθυριστά κι η θεία Ολυμπία.
«Χτες
ήταν, λέει, στην Αθήνα...Με το αεροπλάνο της πήγε. Πιλοτάρει και
αεροπλάνο...»
«Φεύγει
συχνά;» ρώτησα την Ιβάνκα.
«Ναι,
αλλά εγώ προσέχει καλά. Χτες, μόλις είδε τον πόρτο ανοιχτό, ξυπόλυτη τρέχω,
Ελευθερία φωνάζω... πού πάει; Μπαμπάς μου, μάνα μου με γυρεύουν, λέει...»
Ξανάπιασε το σίδερο. «Αλίμονος,
Σάββα»
συμπλήρωσε, κουνώντας το κεφάλι της. «Αν ζήσει πέντε χρόνια, Σάββας κάηκε...»
Δαγκάθηκε,
σαν να μετάνιωσε για την κουβέντα που ξεστόμισε.
«Ευτυχώς
αγαπάει εμένα» συνέχισε σε λίγο. «Άμα θα πάω πετάξει σκουπίδια, θα κοιτάει
αυτή, κολλάει το βλέμμα της πάνω μου να με δει πού πάει...».
Ένα
μεσημέρι άκουσα πίσω από τα κατεβασμένα στόρια δυνατές στριγκλιές. «Τι
ουρλιάζει αυτή;» ρώτησα τη θεία Ολυμπία. «Θα λερώθηκε πάλι η Ελευθερία» μου
κάνει. «Και όχι μόνο αυτό, αλλά φέρνει μετά τα χέρια της στο στόμα της ή
πασαλείβει τους τοίχους».
Την
κοίταζα άφωνος. «Τρία πλυντήρια τη μέρα βάζει η κοπέλα» πρόσθεσε «κοντεύει να
τρελαθεί!» Όλη την ώρα ακούγονταν νευριασμένες φωνές, βιαστικά πηγαινέλα από
τις πλαστικές παντόφλες της Ιβάνκας και πλατσουρίσματα στο νερό.
Το
απόγευμα η Ελευθερία εμφανίστηκε στο μπαλκονάκι, φανερά εξαντλημένη, φορώντας
ένα παστρικό νυχτικό. Η Ιβάνκα έβαλε μπροστά της ένα βαθύ πιάτο με παπάρα και
της έσκασε ένα ηχηρό φιλί στο μέτωπο. «Μπράβο, κορίτσι μου!» έκανε. Και σ’
εμένα: «Πολύ την αρέσει, όταν τη λέω “κορίτσι μου”».
Έγειρε
λιγάκι περισσότερο προς τη μεριά μου και μου είπε εμπιστευτικά: «Να είναι
καλά, να ζήσει τρία χρόνια ακόμα, να
μαζέψουμε
λίγα λεφτά. Γιατί εγώ μετά... πού πάει;»
«Και
γιατί είπες αλίμονο στον Σάββα;» τη ρώτησα.
Ο
Σάββας, ο γιος της γριάς, ήταν φίλος μου, επιχειρηματίας.
Παλιότερα,
πριν ακόμα αβγατίσει η δουλειά του και φτιάξει μια επιβλητική βίλα στην
απέναντι λοφοπλαγιά, περνούσε τα καλοκαίρια του σ’ αυτό το σπιτάκι και κάναμε
παρέα μερικά βράδια, κουτσοπίνοντας κανένα μπακάρντι.
«Γιατί
αυτός τα κουβαλάει όλα και γεμίζει το ψυγείο. Ψώνια, φάρμακα, μπεϊμπιλίνο...»
«Μάνα
του είναι» είπα.
Ήξερα
βέβαια πως υπήρχε κι ένας άλλος γιος, αλλά το μόνο που τον ένοιαζε ήταν η
κληρονομιά. Το σπίτι στο χωριό το γυρόφερνε από καιρό κι ήθελε να το γράψουν
στο όνομά του, αλλά ο Πανάγος, που όταν έπαιρνε ανάποδες γινόταν στριμμένο
άντερο, αντιδρούσε. Ήταν το μόνο πράγμα, θυμάμαι, απ’ όσα μας έλεγε, που τον
έκανε να γίνεται παντζάρι απ’ τον θυμό του. Μόλις όμως εκείνος πέθανε, ο
άλλος γιος έκανε κατοχή. Ακούστηκε πως αυτός και η γυναίκα του θελήσανε να βάλουν
στο χέρι και τη σύνταξη της Ελευθερίας. Για να τη σώσει από τα νύχια τους ο
Σάββας, αποφάσισε να την εγκαταστήσει μόνιμα εδώ –μέχρι τώρα παραχωρούσε το
σπιτάκι στους γονιούς του μόνο για το καλοκαίρι– ώστε να πετάγεται πιο εύκολα
να τη βλέπει.
Όμως
τι κι αν είναι η μάνα του, μου λέει η Ιβάνκα, ούτε αυτόν τον αναγνωρίζει.
Έρχεται φορτωμένος ο άνθρωπος, κάθεται απέναντί της στο τραπεζάκι και τότε
εκείνη στρέφεται και τη ρωτάει: «Ποιος είν’ αυτός;».
«Ο
γιος σου είναι, ο Σάββας...».
Τον
ατενίζει μ’ ένα απόμακρο, παγερό βλέμμα.
«Αποκλείεται...
Εγώ δεν παντρεύτηκα» λέει κοφτά. «Αδελφός μου, ναι, μπορεί...» κάνει μια
παραχώρηση μετά.
Του
κάκου διαμαρτύρεται ο Σάββας.
«Όχι,
σου λέω» του επαναλαμβάνει ήρεμα, σαν να θέλει να τον καθησυχάσει. «Εγώ δεν
παντρεύτηκα...»
«Ώστε
δεν παντρεύτηκες, κυρά μου…» ξινίζει τα μούτρα της η Ιβάνκα αργότερα, όταν
φεύγει ο Σάββας. «Δεν έχεις παιδιά;»
«Όχι!»
της λέει χτυπώντας δυνατά το τραπέζι με το μυγιαστήρι.
«Σοβαρά,
ε;»
«Όχι,
όχι!» το μυγιαστήρι ανεβοκατεβαίνει βροντώντας πεισματικά, επισφραγίζοντας
την άρνησή της.
«Τότε
εντάξει. Δικά σου παιδιά ... εγώ τα ’κανα!»
Μέσα
Ιουλίου τούς επισκέφτηκαν ο άλλος γιος κι η νύφη της. Ο Σάββας έλειπε σε
ολιγοήμερες διακοπές. Η νύφη κατευθύνθηκε στην κουζίνα κι άνοιξε διάπλατα το
ψυγείο. Κούνησε το κεφάλι της και σήκωσε αυστηρά το δάχτυλο στην Ιβάνκα:
«Ποτέ στο σπίτι μου δεν υπήρχαν τόσα τρόφιμα στο ψυγείο, όσα έχετε εσείς στο
δικό σας. Είστε φίσκα! Για ενάμιση μήνα θα περάσετε με αυτά, γιατί τώρα λεφτά
δεν υπάρχουν!». Την πληροφόρησε ότι τάχα κόπηκε η σύνταξη της γιαγιάς, κι
αυτοί –που μέχρι στιγμής τη διαχειρίζονταν– δεν είχαν περιθώρια για περιττά
έξοδα. Ο άλλος γιος καθόταν στο μπαλκόνι απέναντι στην Ελευθερία, την κοίταζε
και κάπνιζε αμίλητος. Ο Πανάγος, όταν ζούσε, τον αποκαλούσε μονίμως «βόδι»
γιατί κατέβαζε τον αγλέουρα κι είχε γίνει εκατόν σαράντα κιλά. Παρ’ όλα αυτά
το βλέμμα της μάνας του δεν τον περιείχε, τον διαπερνούσε λες και ήταν
αόρατος, σαν να μη βρισκόταν μπροστά της. Προτού φύγουν, η νύφη σφύριξε στ’
αυτί της Ιβάνκας ότι θα ξαναπερνούσαν και να έχει καλά στο μυαλό της αυτά που
της είπε.
«Θα
’ρθει να ξαναχώσει τη μούρη της στο ψυγείο» είπε εκείνη, με φωνή τρεμάμενη
απ’ την οργή. «Αμ τι νόμισες, έλεγχος!» πέταξε μια γειτόνισσα, που ερχόταν
αραιά και πού για καφέ. «Σιγά μην κόπηκε η σύνταξη της γιαγιάς» είπε κι η
θεία μου. «Μόνο το επίδομα που παίρνει για την αρρώστια της είναι ένα κάρο
λεφτά! Συν τη μισή σύνταξη του παππού...» Δεν έφτανε που την πετάξαν έξω απ’
το σπίτι τους στο χωριό, ήθελαν να ροκανίσουν μέχρι πεντάρας και τη σύνταξή
της. «Εγώ θα τα πει όλα στον Σάββα...» γρύλισε μέσ’ απ’ τα δόντια της η
Ιβάνκα.
Και
του τα ’πε. Εκείνος την άκουγε σιωπηλός, προσπαθώντας να καταλάβει ποιο ήταν
το πρόβλημα. Αυτό που ήθελαν ίσως να πουν ήταν πως η Ιβάνκα έπρεπε να ψωνίζει
τα δικά της τρόφιμα απ’ τον μισθό της και όχι να τρώει απ’ της γιαγιάς…
Γιατί, τι τους ένοιαζε; Μήπως αυτοί τα κουβαλούσαν; «Εγώ ταΐζω και τα σκυλιά
του δρόμου» την καθησύχασε· «σ’ εσάς δεν θα φέρω ένα κομμάτι ψωμί; Μην δίνεις
σημασία σε ό,τι σου λένε».
Όταν
έπεφτε το σούρουπο, κι ένα θαλασσινό αεράκι διέλυε τους πνιγερούς υδρατμούς
της μέρας, η Ιβάνκα την έντυνε, τη σενιάριζε, έβαζε κι εκείνη τα καλά της,
βαφόταν κι ετοιμάζονταν για μια βόλτα στην παραλία. Ισχυριζόταν πως θα έκανε
καλό στην Ελευθερία, αν και φαινόταν πως περισσότερο η ίδια το είχε ανάγκη.
Με τις γαλιφιές της και την επιμονή της συνήθως την κατάφερνε, γιατί η
Ελευθερία δεν ήταν πάντα πρόθυμη. Της έλεγε πως ένιωθε κουρασμένη. Ώσπου κάποια
στιγμή μουλάρωσε.
«Όχι»
έτριξε τα δόντια της. «Να πας εσύ, μόνη σου!»
Τον
ίδιο περίπου καιρό έτυχε να μάθουμε το μυστικό της. Υπήρξε παλιά στη ζωή της
ένας άνδρας, ο Ορέστης, που πολύ τον είχε αγαπήσει. Κάποτε, λέει, όλο γι’
αυτόν μιλούσε. Ήταν αγωνιστής της Αντίστασης και οι συνθήκες δεν το είχαν
επιτρέψει ποτέ να τον παντρευτεί. Ήταν όμως ο μεγάλος έρωτας της ζωής της,
τον Πανάγο τον πήρε αργότερα, περισσότερο από ανάγκη. Τον Ορέστη τον είχαν σκοτώσει
μπροστά στα μάτια της, την εποχή του Εμφυλίου. Η Ελευθερία, που ήταν τότε
έγκυος, απέβαλε απ’ τον καημό της.
Τότε
ακριβώς συνέβη…
«Ελευθερία»
έσκυψε η Ιβάνκα πάνω της μιλώντας σιγανά κι εμπιστευτικά, όταν για πολλοστή
φορά τής αρνήθηκε τη βόλτα, «έλα μαζί μου, αγάπη μου, μας περιμένει ο Ορέστης
στην παραλία... Άντε, πάμε!». Ένα πλατύ χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της.
«Αλήθεια;» τη ρώτησε μ’ ένα τρέμουλο. Σηκώθηκε, με το κορμί της τσιτωμένο,
και την ακολούθησε, ενώ εκείνη μου έκλεινε πονηρά το μάτι. Μέχρι που χάθηκαν
στη γωνία του τετραγώνου, πρόσεξα πως έτρωγε τον δρόμο με το βλέμμα της, όλο
προσμονή και αδημονία.
Όλο
τον Αύγουστο, την ίδια πάντα ώρα, της πετούσε αυτή τη φράση και το δόλωμα
έπιανε. Τα ματάκια της Ελευθερίας πίσω από τα χοντρά γυαλιά της λαμπύριζαν, η
μορφή της αγλαϊζόταν. Κρεμιόταν υπάκουα στο μπράτσο της Ιβάνκας, και κούτσα κούτσα,
με φανερά πια τα σημάδια της μεγάλης σωματικής εξασθένισης, σχεδόν σβάρνιζε
τα πόδια της στο πλάι της, ενώ εκείνη –που περνιόταν προφανώς για πολύ έξυπνη–
δεν παρέλειπε να κάνει κάποια σχόλια για τον εύκολο τρόπο που την τουμπάριζε.
«Τι να κάνουμε» έλεγε γυρνώντας σ’ εμένα θριαμβευτικά «αυτή η αρρώστια
θυμάται τα παλιά!».
Στο
μεταξύ συνέχισε να τη φροντίζει, κι ας είχε περιορίσει κάθε χαριεντισμό μαζί
της. Τώρα ερχόταν μέρα που έβαζε και «πέντε πλυντήριος»… Αλλά δεν έδειχνε να
χολοσκάει, μακάρι να ζούσε. «Τρία χρόνια ακόμη, τρία!... Μπορεί;» μας έδειχνε
με τα δάχτυλα.
Ο
Σάββας σκόπευε να βάλει θέρμανση και μόνωση στο μικρό διαμέρισμα, να γίνει
κατοικήσιμο και τον χειμώνα. Αυτό που τον ανησυχούσε ήταν η ραγδαία κατάπτωση
της μάνας του. Έδειχνε άρρωστη και ξεκομμένη, δεν ενδιαφερόταν πια για τίποτα
και για κανέναν. Πολύ σπάνια έσπαζε τη σιωπή της, για να μας επαναλάβει τα σχετικά
με το μεγάλο ταξίδι της να βρει τους δικούς της. Μονάχα το κόλπο της Ιβάνκας
έπιανε πάντα, με σχετική ευκολία. Στην πραγματικότητα το μοναδικό χαμόγελο
που έβλεπα να χαράζεται στο πρόσωπό της ήταν ακριβώς εκείνη τη στιγμή που
ξεκινούσαν, πιασμένες αλαμπρατσέτα, για τη συνάντηση με τον Ορέστη στην παραλία.
Χαμόγελο αναζήτησης και προσδοκίας που την επανέφερε για λίγο στον κόσμο.
Παρ’ όλα αυτά, ένα βράδυ που γύρισε αργά, ξεγοφιασμένη και ξεθεωμένη,
σωριάστηκε στην πολυθρόνα της, με απαυδισμό.
«Λες
ψέματα!» κραύγασε με θυμό. Κι αρνήθηκε να την ακολουθήσει ξανά, παρά τα
θεατρινίστικα καμώματα και τα θερμά παρακάλια της Ιβάνκας.
Την
άλλη μέρα τα παντζούρια τους παρέμειναν κλειστά – κάποιοι πνιχτοί θόρυβοι και
γδούποι έφταναν στα αυτιά μας, σαν από τα έγκατα της γης. Το μεθεπόμενο πρωί,
η Ελευθερία, ακίνητη και μυστηριώδης στην πολυθρόνα της, μας ατένιζε πίσω από
ένα ζευγάρι φτηνά μαύρα γυαλιά. Έμοιαζε με αρχαίο ξόανο.
«Πού
είναι τα γυαλιά της;» ρώτησε η θεία Ολυμπία.
«Πάνε…»
Η Ιβάνκα τής εξήγησε ότι σηκώθηκε ψες, στα καλά καθούμενα, κι άρχισε να
χτυπάει το κεφάλι της στο ψυγείο, μέχρι που σπάσανε. Της είπε κι άλλα, ότι
έγινε τελευταία πολύ επιθετική και πως την αρπάζει από τα μαλλιά. Η θεία, με
μισάνοιχτο στόμα, την πίστεψε.
Πέρασε
κι ο Σάββας κι απόρησε κι αυτός βλέποντάς την. Στην αρχή γέλασε, γιατί, λέει,
του φάνηκε σαν αεροπόρος. Στη συνέχεια θέλησε να μάθει τι έγινε κι η Ιβάνκα
τού είπε πως έσπασε τα γυαλιά της καθώς χτύπησε κατά λάθος στη γωνία του
κρεβατιού κι αναγκάστηκε να της αγοράσει άλλα από το παζάρι γιατί τα ζητούσε.
Όση ώρα μιλούσε, η Ελευθερία κατέβαζε τα γυαλιά απ’ τη μύτη της, σαν να την
ενοχλούσαν, κι εκείνη της τ’ ανέβαζε γρήγορα γρήγορα, λες κι έπρεπε οπωσδήποτε
να τα φοράει. Μια στιγμή μπήκε μέσα να σηκώσει το τηλέφωνο κι ο Σάββας
πρόσεξε πως το δεξί μάτι της μάνας του ήτανε κάπως πρησμένο και μαυρισμένο.
Τη ρώτησε τι της συμβαίνει κι εκείνη κοίταζε πέρα αφηρημένη.
«Με
χτυπάνε» έκανε αόριστα.
Μια
σκιά διάβηκε από το βλέμμα του Σάββα.
«Ποιοι
σε χτυπάνε;»
Η
Ελευθερία τον ατένισε μειλίχια.
«Με
δάγκασε το φίδι, καλέ!..» γύρισε τα λόγια της. Δεν έβγαζες άκρη. Δεν είπε
τίποτα άλλο.
Ο
Σάββας στράφηκε προς το μέρος μου, συνοφρυωμένος και με ρώτησε αν έβρισκα
πειστική τη δικαιολογία που του είχε ξεφουρνίσει η Ιβάνκα.
Χωρίς
να το πολυσκεφτώ, απάντησα όχι. Τότε ο Σάββας τη φώναξε αμέσως.
«Αυτό
δεν μοιάζει με χτύπημα στην άκρη του κρεβατιού. Μοιάζει μάλλον με μελανιά από
μπουνιά... Αλλιώς θα υπήρχε κάποιο σκίσιμο» της δήλωσε. «Μήπως τη χτύπησε
κανένας; Πρόσεξε καλά τι θα μου πεις».
Εκείνη
είχε χάσει το χρώμα της.
Ποιος
να την είχε χτυπήσει, αφού όλη την ώρα ήτανε μαζί της;
«Μήπως
κανείς απ’ όσους έρχονται εδώ;» επέμεινε ο Σάββας.
«Δεν
έρχεται κανένας εδώ» του αντέτεινε κοφτά.
Όμως
ήταν ψέμα. Μόλις έφυγε ο Σάββας –όπως άλλωστε γινόταν τις τελευταίες βραδιές
που η Ελευθερία αρνιόταν να βγαίνει κι έμενε αναγκαστικά κι εκείνη κλεισμένη
μαζί της– κουβαλήθηκαν εκεί πέντε άτομα, αλλοδαποί και ντόπιοι. Σ’ αυτούς την
ακούσαμε να σιγολέει πως η γιαγιά είχε χάσει τα γυαλιά της. Ανάμεσά τους κι
ένας νεαρός, που, όπως έλεγαν κάποιες φαρμακόγλωσσες, ήταν ο αγαπητικός της Ιβάνκας,
με τον οποίο συναντιόταν καθημερινά στη βόλτα τους στην παραλία.
Έτσι
ξαφνικά αλλάξανε τα πράγματα στη σχέση του Σάββα και της Ιβάνκας. Είχε
βιαστεί, πάνω στον ενθουσιασμό του, να της τάξει το σπιτάκι αυτό, αν κάποτε
τους άφηνε η μητέρα του –τόσο ευχαριστημένος ήταν από την έγνοια που φαινόταν
να της δείχνει. Της είχε ακόμα προτείνει να φέρει, αν το ήθελε, και τη μικρή
της κόρη, που τη μεγάλωναν οι γονείς της στην πατρίδα της, να ζήσει εδώ μαζί
της, ωστόσο τώρα έδειχνε σοκαρισμένος από την απρόσμενη εξέλιξη. Όταν τον
ρώτησα κρυφά τι σκόπευε να κάνει, «ψάχνουμε..» μου απάντησε, εννοώντας την
αντικαταστάτρια. Η Ιβάνκα πάλι, αφού διαμαρτυρήθηκε χλιαρά σ’ εμάς στην αρχή,
μετά λούφαξε. Δεν ξεκολλούσε από το πλευρό της Ελευθερίας, κι όταν πάλι δεν
είχε δουλειές, καθόταν δίπλα της και κεντούσε. Αν τύχαινε να έρθει ο Σάββας,
πιο συχνά τώρα, την έβλεπε που την περιποιόταν με τον γνώριμο ζήλο της, της
έστρωνε το τραπέζι στο μπαλκόνι κι έφτανε στο σημείο να την ταΐζει η ίδια, αν
εκείνη, καταπονημένη και ανόρεχτη, αρνιόταν να βάλει μια μπουκιά στο στόμα
της. Τότε έβρισκα την ευκαιρία να ψιθυρίσω στο αυτί του ότι η Ιβάνκα ήτανε καλή,
γιατί τη λυπόμουν, κι ότι αν επιχειρούσε καμιά βιαστική κίνηση, αυτό θα ήταν
εις βάρος της μάνας του. Η δουλειά δεν ήταν εύκολη κι η οποιαδήποτε άλλη
γυναίκα, ντόπια ή ξένη, μπορεί να της φερόταν χειρότερα.
Όμως
ούτε αυτό ήταν αρκετό να κάνει το πρόσωπό του λιγότερο σκυθρωπό, αφού η
υποψία ότι του είχε κρύψει την αλήθεια έριχνε μια σκιά πάνω του. Χώρια που
την είχε τσακώσει, λέει, να του αραδιάζει κι
άλλα
ψέματα που αφορούσαν το συμβάν. Για παράδειγμα, του ’χε πει πως μετά το
χτύπημα την έτρεξε στο κοντινό Κέντρο Υγείας, πράγμα που δεν συνέβη ποτέ.
Φοβόταν πως όλες οι καλοσύνες και οι γλύκες της δεν ήταν παρά η μόστρα, για
να καλύπτει τα δικά της ανομήματα… Και κατέληγε με παράπονο: «Η καημένη η
μάνα μου, τι να σου κάνει, ένα ανυπεράσπιστο πλάσμα είναι!…».
Πάντως
ο καιρός περνούσε και δεν έκανε τίποτα, αυτό έδειχνε πως κι ο ίδιος το
σκεφτόταν. Σε λίγο καιρό, μάλιστα, τα πράγματα έμοιαζαν λες και τίποτα δεν
είχε συμβεί. Πού και πού μόνο, με αφορμή κάποια κουβέντα, ο Σάββας γύριζε και
με λοξοκοίταζε με νόημα.
Ώσπου,
μια από κείνες τις μέρες με την ανυπόφορη κουφόβραση, ακούστηκαν ξανά οι
διαπεραστικές στριγκλιές της Ιβάνκας, πολλά σούρτα φέρτα, φασαρία και
πλαστικές παντόφλες που πλατάγιζαν μες τα νερά. Προς το σούρουπο εμφανίστηκε
αναστατωμένη στη βεράντα, να απλώνει ρούχα και στα κάγκελα, αφού απ’ την πίσω
μεριά οι απλώστρες έγερναν ήδη βαρυφορτωμένες. «Πέντε πλυντήριος πάλι σήμερα,
καταλαβαίνεις;» έγρουξε προς τη θεία Ολυμπία, με τα μανταλάκια χωμένα στο
στόμα της. Η Ελευθερία σκουντουφλούσε πραγματικό ράκος στο κατόπι της,
γέρνοντας πότε δεξιά πότε αριστερά, ακυβέρνητο σώμα. Τη βοήθησε να καθίσει κι
έβαλε μπροστά της το συνηθισμένο πιάτο με την παπάρα.
Πρώτη
φορά έβλεπα ζωγραφισμένο σε ανθρώπινο πρόσωπο τόσο παιδεμό, τόση εξουθένωση.
Κατάχλωμη, λες και το αίμα της είχε πέσει στα πόδια της που έλεγε κι η θεια
μου, με το βλέμμα της κολλημένο σε κάτι που μόνον εκείνη έβλεπε, πέραν του
κόσμου τούτου. Έτσι, όταν τα επόμενα λεπτά άκουσα, μέσα από το δωμάτιο που
βρισκόμουν, έναν περίεργο θόρυβο και τα ξεφωνητά της Ιβάνκας, ήταν σχεδόν σαν
να περίμενα αυτό που είχε συμβεί. Πετάχτηκα ταραγμένος και πρόλαβα να δω το
κεφάλι της Ελευθερίας πεσμένο μες στο πιάτο με την παπάρα και ακίνητο. Όσα
ακολούθησαν συνέβησαν μέσα σ’ ένα πανδαιμόνιο από πνιχτές αγωνιώδεις φωνές,
μέχρι να τα σκεπάσει όλα η σειρήνα του ασθενοφόρου.
Έφυγα
το ίδιο βράδυ κι όταν ξαναγύρισα τη μεθεπόμενη εβδομάδα, η θεία Ολυμπία
καθόταν ολομόναχη στο μπαλκονάκι και σεργιανούσε τον δρόμο με το βλέμμα της.
Όλα είχαν πια τελειώσει. Ο άλλος γιος, μου είπε, τους είχε μηνύσει να πάνε τη
μάνα του, σε περίπτωση που θα πέθαινε, κατευθείαν στο κοιμητήριο, στο παρακείμενο
νεκροστάσιο. «Μην τυχόν και τη φέρετε στο σπίτι, στο χωριό!...» τους τόνισε.
Όσο για την Ιβάνκα, δεν ήξερε πια πού βρισκόταν. Το πιο πιθανό πάντως ήταν
πως ο Σάββας όχι μόνο την άφησε να φύγει ήσυχα και δεν την έμπλεξε με την
Αστυνομία –όπως μου έλεγε στην αρχή πως σκεφτόταν να κάνει–, αλλά μάλλον τη βοήθησε
να ξαναβρεί και δουλειά. «Αν δεν της βρει τελικά και σπίτι να μείνει, δηλαδή,
γιατί αυτή ήθελε να δουλέψει δυο τρία χρόνια ακόμη εδώ η κακομοίρα…»
μουρμούρισε με θλίψη η θεία μου. «Το καλοκαίρι μου κι εμένα τελείωσε»
πρόσθεσε. «Έμεινα μόνη μου. Η Ελευθερία –ας μην επικοινωνούσαμε– ήταν μια
συντροφιά, και μόνο που υπήρχε...».
Το
επόμενο ωστόσο καλοκαίρι που την επισκέφθηκα, τη βρήκα να πίνει μακάρια τον
καφέ της στην ίδια θέση, παρέα με μια νεαρή γειτονοπούλα, που δεν άργησα να
καταλάβω πως ήταν η κόρη του Σάββα. Η κοπέλα είχε φυτέψει τριανταφυλλιές στο
μικρό παρτέρι, στην άκρη της βεράντας, κι έμενε εκεί, με φίλες της, για τις
διακοπές. Ο Σάββας είχε αγοράσει και το διπλανό διαμερισματάκι, έφτιαξε μια τζαμαρία
στην πρόσοψη και το διαμόρφωσε σε γραφείο, χρήσιμο για τη δουλειά του. Έτσι,
η θεία Ολυμπία βρέθηκε ξαφνικά κυκλωμένη από ανοιχτόκαρδους ανθρώπους που
έσπασαν τη μοναξιά της και την έκαναν να νιώσει σαν σε ζεστή αγκαλιά. Το ίδιο
απόγευμα ήρθε κι ο Σάββας, βγάλαμε στον ίσκιο της τέντας ένα τραπεζάκι και
θυμηθήκαμε τα παλιά, πολύ πριν κουβαλήσει εδώ τους γονείς του. Το πένθος στο μανίκι
του, ύστερα από έναν ολόκληρο χρόνο, με παραξένεψε κάπως. Μου εξήγησε πως δεν
ήταν για τη μάνα του, αλλά για τον αδελφό του.
Ο
άλλος γιος, ξαφνικό θύμα της επάρατης, καλπάζουσας μορφής, είχε χαθεί μέσα σ’
ελάχιστους μήνες...
«Ο
χρόνος τρέχει» πρόσθεσε βιαστικά, για να διασκεδάσει την αμηχανία μου, «το
κουβάρι τυλίγεται. Για μερικούς το νήμα κόβεται απότομα. Τι μπορούμε να
κάνουμε... Όμως η ζωή συνεχίζεται. Γι’ αυτό, φίλε μου, καλή καρδιά , κι άντε
να πιούμε ένα μπακάρντι, εις υγείαν!…»
By the same:
· ΣΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΗΣ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ - THE TIME OF THE PANDEMIC
· ESCAPE - Η ΑΠΟΔΡΑΣΗ
· GREEK GOODREADS - TASSOS
KALOUTSAS
· Α
SCREAM IN THE NIGHT - ΚΡΑΥΓΗ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ - Τ....
· ΤΑΣΟΣ ΚΑΛΟΥΤΣΑΣ - THE BEST MODERN GREEK SHORT STORIES
· ΤΝ - ΑΛΗΘΙΝΟ ΠΡΟΣΩΠΟ; - AI - A REAL PERSON?
|
THE ILLNESS
THAT HARKS BACK TO THE TIMES OF YORE Tasos Kaloutsas
Rendered by Vassilis C. Militsis
“How is granny
today?” I asked Ivanka as I was coming out onto the small balcony.
“She’s fine,”
she replied. “It all easy for her. She have a nice time. She get all
ready-made: Sleep, eat and…” she stressed her words with a crude gesture. “And
me do all the wash!”
She heaved a
sigh over a heap of freshly washed clothes; she pulled one from the lot and
spread it out on the ironing board. Sitting next to her stolidly the granny
was swatting flies on the little table with a flapper.
“Woe me,” the
woman went on. “Me do three laundries a day. All them – sheets, nighties –
all hers; Eleftheria’s…”
She went
inside and came out again holding a small cassette recorder, which played
tunes of her country.
“Eleftheria,”
she said raising her hands to her. “Dance we?”
That summer,
like the one before, I was staying at my Aunt’s, Olympia. She was happy to
put me up in her little flat by the sea, where she had lived alone since she
lost her folks. From her post, near the balustrade separating the verandah,
my aunt made silently a cutting remark shaking her head: “She stands up and
dances with her, do you believe it? Alas, poor Panagos!”
It was last
year when Panagos would always sit beside the old woman. At this time he used
the lay the small table to eat and turned on the radio full blast to listen
to folk music. Eleftheria groused about the music, told him to turn it down
and sometimes she even sent him to hell. Panagos, eighty-two years old – some
years her younger – though he had had a heart operation, was a merry fellow
and manifested an indomitable spirit. Kind, though a bawler, he would help
Ivanka with the shopping and the housework; but feeling even the slightest
pain in his chest, he would give up everything and call the ambulance.
However, the threesome was a bunch that fit Aunt Olympia like a glove. When I
said goodbye and wished them a nice time till next year, Panagos looked at me
cryptically and muttered: “I wonder if we could still be around…” and pointed
at the sky with a sarcastic smile. About two months before, setting out from
his village to prepare their little house for the summer vacation, he had
fallen off the footboard of the bus and given up the ghost at once.
She was
brought by her son in the care of a young woman. At first Eleftheria asked a
couple of times: “Where’s Panagos? Where’s he off to again?” They told her he
had gone on an errand and he would soon come back. Another time Ivanka prattled
in jest; “Leave him now. Why want him? He got married!” she looked at her
impassively without uttering a word.
But now she would
tell her bluntly that he had died and all the old woman would ask was: “All
right, but where was I?”
She folded a
piece of clothing and put it aside. The phone rang and she went in. The old
woman stood up and advanced to the entrance of the verandah as if in a
trance. She stepped down the one stair and got out into the street taking
sidelong glances behind her. I was watching mesmerized.
On the
doorstep of our verandah, she paused. Her gaze was vacant. She was about to
step on.
“Where are you
off to?” Ivanka screamed and hurried to catch up with her. She hugged her and
went back home together. “Eleftheria always travel…” she said tenderly. “Her
own people look for her, so she go and find them. Come now, let’s go inside!”
On sitting down again, she was devastated by mute despair.
“She’s always
traveling,” Aunt Olympia repeated in a silent whisper.
“She say she
was in Athens yesterday… She fly in her airplane; she can pilot…”
“Does she
often leave?” I asked Ivanka.
“Yes, but I
looks after her good. Yesterday, as soon as she see door open, I hurry after
her barefoot; I yell…Eleftheria where you go? She says ‘Dad and Mum look for
me…” She assumed the ironing. “Poor Savvas,” she added shaking her head. “If
she live five more year, Savvas is toast…”
She bit her
tongue as if she was sorry for what she had blurted out.
“Luckily she
love me,” she went on after a while. “When I go get rid of garbage, she look,
her eyes are on me and want see where I go…”
One day at
noon I heard loud screams behind the rolled-down shutters. “What is she
screaming at?” I asked Aunt Olympia. “Eleftheria must have dirtied her pants
again,” she said. “And this isn’t all – she brings her hands to her mouth or
she smears the walls.” I looked at her speechless. “The poor girl does the
laundry three times a day,” she added, “she’s almost gone out of her mind!”
All the while you could hear angry voices, the hurried shuffling of Ivanka’s
plastic slippers and splashes in the water.
In the
afternoon Eleftheria, clearly exhausted, appeared on the little balcony
wearing a clean nightgown. Ivanka placed in front of her a deep bowl of mush
and gave her a smacking kiss on her forehead. “There’s my girl!” she said;
“She much like I call her ‘my girl’” she said to me, too.
She leaned
closer and told me confidentially: “I wish she be well, three more year at
least, so I can save a little money. Because after… where me go?”
“And why did
you say ‘poor Savvas?” I asked her.
Savvas, the
old woman’s son, my friend, was a businessman.
In the past,
before he could expand his business and have an imposing villa built on the opposite
hillside, he used to spend the summers in this little house and we would join
for a couple of Bacardis some evening or other.
“Because he is the breadwinner and stocks the
fridge with foodstuffs. Shopping, medicines, nappies…”
“She’s his
mother after all,” I said.
I knew, of
course, that there was another son, too, but all he cared for was the
inheritance of the estate: he coveted the village house, as the claimant of
which he had long demanded to be included in the will, but Panagos, when he went off the deep end, and turned into a
crabstick, reacted. I remember it was the only thing of what he was telling
us that made him see red. But as soon as he died, the other son took his
place. It was rumored that he and his wife tried to get Eleftheria’s pension
in hand. In order to save it from their claws Savvas decided to put her up
here permanently – so far he ceded the house to his parents only for the
summer. Thus, it was easier for him to drop over and see her.
As Ivanka is
telling me, Eleftheria does not even recognize him. And yet he comes loaded
with all the necessities; he sits at the opposite end of the small table and
she asks: “Who is he?”
“Your son,
Savvas…”
She stares at
him with a distant, gelid look.
“No way… I
have never been married,” she says curtly. “He may be my brother, all right…”
she finally concedes.
In vain does
Savvas protest.
“No, I’m
telling you,” she repeats to him calmly as though she means to reassure him:
“I have never married…”
“You no
married, ma’am?…” Ivanka pulls an angry face when Savvas leaves. “So, you no
have kids?”
“No!” she says
swatting the table forcefully with the flapper.
“Sure, eh?”
“No! No!” the
flapper is repeatedly banging the table spitefully, reinforcing her denial.
“All right,
then. Your kids is mine !”
In mid July
they were visited by her other son and his wife. Savvas was away for short
vacations. Her daughter-in-law made her way to the kitchen and opened the
fridge wide. She shook her head and resentfully pointed her finger at Ivanka:
“Never is my own fridge so packed with food as it is yours. It’s chock full! You’ll
have to make do with this for a month and a half; there’s not enough money
now!” She informed Ivanka that granny’s pension was cut down, and they, who
safeguarded it until now, could not afford unnecessary costs. Her son was
sitting in the balcony opposite Eleftheria; he was regarding her and smoking
silently. When he lived, Panagos used to permanently call him an ‘ox’ as he
would gorge himself and he thus had gained twenty-two stone (140 kg). Despite
all this, his mother’s glance did not contain him; it went through him as if
he were invisible, as if he were not in her presence. Before they left, his
wife whistled in Ivanka’s ear that they would be back again and she had
better bear in mind what she had been told.
“She will come
and snoop in the fridge again,” said Ivanka, trembling with fury. “What did
you think? She’s come to check!” blundered out a neighbor woman, who now and
then came for a cup of coffee. “It’s hardly likely they had cut down granny’s
pension,” added my aunt. “Only the fringe benefit for her dementia is a load
of money! Plus the late grandpa’s half pension…” It was not enough that they
had driven her out of their village house; they meant to gnaw at her pension
up to the last penny. “I tell Savvas all…” Ivanka growled between her teeth.
And she told
him. He was listening without speaking, trying to understand what the problem
was. What they probably meant was that Ivanka ought to do her own shopping
out of her own wages and not to take advantage of granny’s pension… But then,
what was their business? Did they bring the food themselves? “I can even feed
stray dogs” he reassured her; “Shan’t I bring to you a loaf of bread? Don’t
pay any attention to what you’re telling you.”
When dusk fell
and a sea breeze dissolved the stifling vapors of the day, Ivanka would dress
granny and spiff her up; then she was up and were ready to go for a stroll at
the seaside. She claimed that was good for Eleftheria, though it seemed that
it was Ivanka who rather needed it. Silver-tongued and persistent, she usually
persuaded her, as Eleftheria was not always willing to go. She would complain
she felt tired, until one day she dug in her heels.
“No,” she
ground her teeth; “Go on your own!”
At about the
same time we found out by chance her secret. In the past there was a man in granny’s
life, Orestes, whom she had loved him profoundly. She was always talking
about him. He had been a freedom fighter of the Resistance against the Nazis,
but the conditions did not allow her to marry him. He had been her greatest
love in her life. Later she married Panagos more out of need. Orestes had
been assassinated before her eyes during the Civil War. Eleftheria, who was
then pregnant, lost the baby because of her grief.
Exactly then
it happened…
“Eleftheria,”
Ivanka bent over her, speaking sotto voce and confidentially when for the
umpteenth time she refused to go for a walk, “come along, my dear; Orestes is
expecting us at the seaside… Come on, let’s go!” A wide smile brightened her
face. “Is this true?” she asked in a tremulous voice. She stood up straight
and followed her, while Ivanka winked at me slyly. Before they had turned
around the corner, I observed that Eleftheria, full of expectation and
solicitude, was devouring the street with her gaze.
Throughout the
month of August, at exactly the same time, Ivanka would blurt out that phrase
and the bait worked. Eleftheria’s little eyes glistened behind the thick
spectacles, and her whole being beamed with joy. She obediently hung on
Ivanka’s arm and limping, with the manifest signs of her great physical
weakness, she almost shuffled her feet, while Ivanka – who apparently thought
herself very clever – did not fail to comment on the easy way she had lured
her away. “What can we do?” she would triumphantly turn to me; “This illness
remembers things of yore!”
In the
meantime, she kept on looking after her even though she moderated every
witticism with her. Now the day came when she had to do “Five laundry.”
But she did
not seem to care; she wished Eleftheria would go on living. “Three more year,
three!... Could she?” and showed us with her fingers.
Savvas
intended to have central heating and insulation installed in the small
apartment so that it could be habitable in the winter. But what worried him
was his mother’s rapid deterioration. She seemed ill and detached; she was
interested in nothing and no one. Only very rarely would she wake up from her
silence in order to repeat to us about making the long journey to find her
own folks. It was only Ivanka’s trick that worked with relative ease. In
fact, the only smile that I saw on her face was exactly at the moment when
they both set out, arm in arm, allegedly to meet Orestes at the seaside. It
was a smile of eagerness and expectation that brought her for a while back to
the world. Despite all this, on returning late one evening, knackered and
bone-weary, she collapsed in the armchair, fed up to the back teeth.
“You’re
lying!” she was raging. After that she refused to follow her again despite
Ivanka’s histrionics and entreaties.
On the
following day their shutters remained closed – some muffled noises and thuds
reached our ears as though they emerged from the bowels of the earth. On the
morning after that, Eleftheria, stock-still and mysterious in her armchair
was staring at us behind a pair of cheap dark spectacles. She resembled an
ancient figurehead. “Where are her glasses?” Aunt Olympia wondered.
“Broken…”
Ivanka explained to her that she had got up in the night and started hitting
her head on the fridge until she smashed her glasses. She also went on saying
that she had grown very aggressive of late and that she was grabbing her by
the hair. Aunt Olympia, flabbergasted, believed her. Savvas dropped by and
was also stunned by seeing her. At first he laughed, for she looked like a
pilot. In turn he wanted to know what had happened and Ivanka told him how
she had broken her glassed as she had hit the corner of the bed by mistake;
therefore Ivanka had to buy another pair at the outdoor market because granny
was looking for them. All the while she was talking, Eleftheria was sliding
the glasses down her nose – they apparently irked her – and Ivanka was sliding
them up again as if she had to wear them by all means. As soon as she had to
go in and pick up the phone, Savvas noticed that his mother’s right eye was
somehow swollen and blackened. He asked her what had happened to her and she
looked away distractedly.
“They’re
hitting me,” she replied vaguely.
Savvas’s
countenance grew sullen.
“Who’s hitting
you?”
Eleftheria
looked at him sweetly.
“A snake’s
bitten me, dear!” she twisted her words. You could not make sense. She spoke
no more.
Savvas turned
to me frowning. He asked me if I found Ivanka’s excuse she had sold him
credible.
Without a
second thought I said I didn’t. Whereupon Savvas called her immediately.
“This doesn’t
look like a bump on the corner of the bed. It’s more like a bruise from a
punch… otherwise, there must have been some lesion,” he argued. “Has she
perhaps been beaten by someone? Be careful of what you’re going to tell me.”
Her face
turned white. Who might have hit her as long as she had been with her?
“Perhaps
someone of those who come here?” insisted Savvas.
“Nobody come
here,” she objected curtly.
However, she
was lying. As soon as Savvas left, five people, foreigners and locals, landed
there – which usually happened during the recent evenings when Eleftheria
refused to go out and Ivanka had of necessity stay inside. We heard her
whisper to them that the granny had lost her spectacles. Among those people
was a young man who, according to some acidic tongues, was Ivanka’s lover,
whom she used to meet during their daily strolls at the seaside.
Thus suddenly,
things between Ivanka and Savvas have changed. In his enthusiasm, Savvas had
been a little hasty in promising this little house to Ivanka, when sometime
in the future his mother left them; so satisfied was he with her solicitude
to his mother. He had even suggested she bring over her little daughter, whom
Ivanka’s parents had been bringing up in her country, to stay with her; but
now he was shocked by this unexpected turn of things. When I confidentially
asked him what he intended to do, he replied “we’re looking…” meaning for her
replacement. On the other hand, having at first tepidly protested to us,
Ivanka then lay low. She was glued to Eleftheria’s side; and when she was
through with her housework, she sat next to granny and did needlework. If
Savvas happened to drop by – which he did more often now – he saw she was
looking after his mother with her familiar zeal; she would lay the table in
the balcony, where she even go to such lengths as to mouth feed the granny
herself, if the latter, worn out and anorexic, refused to have a single bite.
Then I had the chance to put in a good word to him in Ivanka’s favor – I felt
sorry for her – and if he did a hasty move, it would be at his mother’s
expense. It was not an easy task and any other woman, local or foreign, couldn’t
have treated his mother any better.
However, not
even this was enough to make Savvas’s countenance less sullen, as the
suspicion that Ivanka had hidden the truth from him cast a shadow on him;
besides the fact that he had caught her spinning a host of more lies about
the event. For instance, she told him that after her injury she had taken her
immediately to the nearest health center, but this had never happened. He was
afraid that all her kindness and sweetness was but a show-off to cover her
misdemeanors… and he concluded: “My poor mother; what can such a defenseless
creature do?”
Anyway, time
sped by but he did nothing, which meant that he was having second thoughts
himself. In fact, soon things appeared as if nothing had been amiss. Only
once in a while, spurred on by some chat or other, Savvas would take
insinuating, sidelong looks at me.
Until one of those
unbearable dog days, we could hear Ivanka’s piercing shrills as well as a lot
of back and forth shuffling of plastic slippers that were splashing in water.
Against dusk, she was seen agitated in the verandah hanging the washing on
the railing because the clothes racks, overloaded, were tilted with wet clothes
at the back side of the house. “Five laundry again today, you understand,”
she barked at Aunt Olympia, holding the clothes pegs in her mouth.
Eleftheria, a real human wreck, was stumbling after her, tilting right and
left – a body adrift. She helped her to sit and put in front of her the
wonted bowl of mush. For the first time I could see such a tormented and
devastated countenance. As pale as a ghost, as if her blood had drained down to
her feet – that was how my aunt described her – her eyes were riveted to something she was
only seeing, beyond our world. Thus, when in the following minutes I heard,
in the room I was in, a curious noise and Ivanka’s screams, it was almost as
if I were expecting what was going to happen. I jumped up in alarm and I had
just had time to see Eleftheria’s head in the bowl of mush stock-still. What
followed was in a pandemonium of muffled, agonized voices until they were all
covered by the ambulance siren.
I left that
very evening and when I returned two weeks later, Aunt Olympia was sitting
all alone in the small balcony and studying the street with her eyes.
Everything had already been over. She told me her other son had sent them
word that, in case their mother died, they should take her directly from the
morgue to the nearest cemetery. “Don’t you ever think of bringing her home in
the village!” he pointed out. As far as Ivanka was concerned, none knew where
she was. In all likelihood, Savvas not only let her leave quietly without
involving the police – as at first he had told me he was thinking to do – but
also he helped her find another place to work. “He will even finally find her
a house to stay, because the poor woman meant to work for a couple more years
here…” murmured my aunt in grief. “My own summer is over, too.” she added.
“I’ve been left alone. Eleftheria – though we couldn’t strike up a chat, she
was a companionship, just being there…”
However, when
I visited her in the following summer, I found her at the usual place,
blissfully drinking coffee with a young female neighbor, who I soon
discovered was Savvas’s daughter. The young girl had planted rose bushes in
the small bed along the edge of the verandah, and stayed there, together with
her friends, for the vacations. Savvas had bought the adjacent small
apartment, too; he had a glass screen installed on the frontage and shaped it
into an office, which came in handy for his work. Thus, Aunt Olympia suddenly
found herself encircled by outgoing people who had broken the ice of her
solitude and made her feel like being enveloped in a warm bosom. On the same
afternoon Savvas came, too; we put a small table under the shade of the
awning and reminisced of the old times, long before he had brought his
parents here. I was sort of surprised by the black band of mourning on his
arm after an entire year. He explained to me that he was mourning for his
brother.
The other son,
a sudden victim of an aggressive form of cancer, had died within only a few
months…
“Time is
speeding away,” he added hastily in order to dispel my discomfiture; “the
skein is being reeled, but for some the thread is suddenly cut. We can’t help
it… However life goes on. So, my friend, cheer up and let’s drink a Bacardi
to us!”
|