Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2022

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ - SUMMER HOLIDAYS


 

EΝΑ ΚΛΑΡΑΚΙ ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ

Της Ζωγραφιάς Μεταξά

Δημοσιεύτηκε 15 Νοεμβρίου 2022

Στο

 Diastixo.gr

 

Μήνας Αύγουστος. Όχι ο Δριμάρης όσο αφορούσε τον Χρίστο και τη Μαρία, γιατί εκείνοι μόνο τις έξι πρώτες μέρες του δεν διάλεξαν για να έρθουν στο χωριό, λες και το ’ξεραν πως κατά τη λαϊκή δοξασία είναι δυσοίωνες. Εκείνοι διάλεξαν τον Αύγουστο τον Πενταφά, τον Αύγουστο τον Συκολόγο για να φύγουν από το άστυ, να απέχουν για λίγες μέρες από τη ρουτίνα της δουλειάς, από τον θόρυβο της πόλης. Εδώ στο χωριό τα πράγματα ήταν πιο απλά και οι υποσχέσεις του Αυγούστου γίνονταν όλο και πιο αληθινές. Είχαν άφθονα φρούτα καθημερινά, τα δε σύκα είχαν βαρεθεί να τα τρώνε. Στο πατρικό της Μαρίας με τον μικρό κήπο, που τον φρόντιζε η ίδια από τον καιρό που πέθανε η μάνα της, οι μέρες περνούσαν ξέγνοιαστα, με μυρωδιές εξοχής, μυρωδιά και ζεστού φουρνιστού ψωμιού, αφού η Μαρία θυμόταν την τέχνη του πατέρα της και έπλαθε ψωμί με τα ίδια χέρια που περιποιόταν τις κατσίκες και τον γάιδαρο που είχαν, με τα ίδια χέρια που έφτιαχνε νόστιμα φαγητά και μαρμελάδες, με τα ίδια χέρια που έσκαβε τη γη και φύτευε.

Ο Χρίστος διάβαζε συνέχεια και άκουγε πού και πού κάποια αθλητική εκπομπή στο ραδιόφωνο, εκτός από εκείνο το βράδυ που κοιμήθηκε αργά βλέποντας στην τηλεόραση τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού, τις δεσμεύσεις της νέας κυβέρνησης. Όλη αυτή την ώρα κάπνιζε, με αποτέλεσμα να του τελειώσουν τα τσιγάρα. Η Μαρία τού υποσχέθηκε πως πρωί πρωί θα πήγαινε στο βενζινάδικο, που εκτελούσε χρέη περιπτέρου, να του αγοράσει ένα πακέτο.

Στο χωριό είναι ωραίο να ξυπνάς νωρίς το πρωί, να ακούς τα πουλιά που βγαίνουν από τις φωλιές τους, να οσμίζεσαι τη μυρωδιά του ρετσινιού από τα πεύκα. Αυτό έκανε και η Μαρία την άλλη μέρα, μα θυμήθηκε και την υπόσχεση που είχε δώσει στον Χρίστο. Λίγα μέτρα το βενζινάδικο από το σπίτι, αφορμή να μην πάρει το αυτοκίνητο για να πάει, θα έκανε μια βόλτα στο χωριό να θυμηθεί τα παλιά της. Μετά το βενζινάδικο, με τα τσιγάρα στην τσέπη, έκοψε δρόμο ανάμεσα στα εργατικά σπίτια που είχε κτίσει η Γαλλική Εταιρεία για τους εργάτες και τους αρχιμηχανικούς της, πέρασε δίπλα και από το φρέαρ Σερπιέρι και, προς στιγμήν, της φάνηκε πως άκουσε φωνές να αναδύονται από το στόμιό του, που έρχονταν από τα έγκατα της γης, από τα στόματα των μεταλλωρύχων. Κάνα δυο σκυλιά τη γαβγίσανε, μα εκείνη συνηθισμένη συνέχισε τον δρόμο της.

Λίγο πριν φτάσει στο σπίτι, είδε το σπίτι της κυρα-Ευγενίας. Η Ευγενία καθόταν στο μικρό αυλιδάκι απ’ έξω και κοίταζε τους μελισσουργούς που περνούσαν.

– Καλημέρα, Ευγενία.

– Βρε καλώς το το κορίτσι, πόσα χρόνια   έχω να σε δω!

– Τι κάνεις, Ευγενία;

– Τι να κάνω, δεν μπορώ να πάρω τα πόδια μου. Μονάχη μου εδώ, πέθανε κι ο αδελφός μου… Πάει ο καλός καιρός που έκανα κατά κάτω στον φούρνο και συναντιόμουν με τη μητέρα σου και τα λέγαμε. Ιστορίες ολόκληρες λέγαμε, η καθεμιά για τον τόπο της, και γελούσαμε και κλαίγαμε. Τώρα πάνε όλοι, πάνε όλα. Έλα, κάθισε να τα πούμε, Μαρία μου.

– Ευγενία, ωραία η παρέα σου αλλά πρέπει να πάω τα τσιγάρα στον Χρίστο. Θα έρθω και άλλη φορά να καθίσω πιο πολύ.

– Και δεν έχω τίποτα να σε κεράσω, ούτε έναν καφέ, τώρα πήγε ο ανιψιός μου στην πόλη να αγοράσει.

– Δεν πειράζει, Ευγενία, άλλη φορά, πρέπει να φύγω.

– Μα κάθισε, έτσι με άδεια χέρια, βρε παιδί μου, θα φύγεις; είπε κοιτάζοντας γύρω της να βρει κάτι να δώσει στη Μαρία. Το μόνο πράγμα που βρέθηκε μπροστά της ήταν ο φουντωτός βασιλικός που θα πήγαινε του Σταυρού στην εκκλησία. Τάμα το είχε κάθε χρόνο να μεγαλώνει από έναν βασιλικό και να τον πηγαίνει στην εκκλησία ανήμερα της γιορτής. Αυτό δεν το σκέφτηκε καθόλου εκείνη την ώρα και με μια μικρή κίνηση έκοψε ένα κλαράκι και το έδωσε στη Μαρία.

Εκείνη έκπληκτη πήρε στα χέρια το κλαράκι τον βασιλικό και το μύρισε. Θυμήθηκε τότε τα βασιλικά της μάνας της. Τα πιο μεγάλα του χωριού, όμοιά τους δεν υπήρχαν, και τον πατέρα της θυμήθηκε που πολλές φορές έκοβε κρυφά από τη γυναίκα του ένα κλαράκι και το έβαζε πάνω απ’ το αυτί.

Ίσα που μπόρεσε να κρατήσει τα δάκρυά της. Ευχαρίστησε την Ευγενία, τη φίλησε σταυρωτά και κατέβηκε την κατηφόρα. Ο Χρίστος θα είχε ξυπνήσει τώρα.

Η Ζωγραφιά Μεταξά γεννήθηκε στον Πειραιά. Είναι ζωγράφος και αγιογράφος. Γράφει ποιήματα, πεζά, ιστορίες και παραμύθια για μικρά παιδιά, που τα εικονογραφεί. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στο Diastixo.gr, στην Ιόνιο Βιβλιοθήκη και στο περιοδικό Δευκαλίων.

 

 

A SPRIG OF BASIL

 

By Zografia Metaxa*

 

Rendered by Vassilis C. Militsis

 It was in August – not in the first week – when Christos and Maria chose to visit the village as they knew that, according to the popular belief, the first six days of that month were inauspicious. They opted for the so-called August, the fig-bearer or the month that gives plenty of fruit, to leave the city and get away from the work routine and the urban bustle for a couple of days. Over at the village things were simpler and the expectations of August turned out more promising. There were fruits galore every day; as for the figs they got fed up with eating them. At Maria’s paternal house with its small garden, which Maria herself tended since her mother’s death, the days were passing in a carefree way, with the country fragrances, the smell of the bread, fresh baked in the oven, as Maria still remembered the dexterity of her father, who had made bread with his own hands, and looked after the goats and their donkey; he had also cooked delicious meals and made jams; he had cultivated the garden on his own and planted vegetables.  

Christos was continually reading and occasionally listening to some radio sports program, except for that evening when he had gone to bed very late watching on TV the prime minister’s announcements, which were allegedly the new government’s commitments. He had been smoking all the time until he ran out of cigarettes. Maria promised to go to the gas station, which also served as newsagent and buy him a pack early in the morning.

It is very refreshing to wake up in the village early in the morning, listen to the singing of birds as they leave their nests, and sniff in the resinous fragrance from the pine trees. That was what Maria did on the following day, but she remembered making the promise to Christos. The gas station was a short distance from the house; that was an excuse to avoid driving the car and in this way she could walk around the village for old time’s sake. Having left the gas station, the pack of cigarettes in her pocket, she took a shortcut through the residences, built by the French Company to house the chief engineers and the laborers, passed by Serpieri1 shaft – for a moment she felt to have heard at its maw the miners’ voices, rising from the bowels of the earth. A couple of dogs were barking but she went her way, as usual.

Shortly before reaching the house, her eyes fell on Madam-Eugenia’s house. Eugenia herself was sitting in the tiny courtyard outside and watching the bee-eaters flying by.

    -          Good morning, Eugenia.

          -          Oh, most welcome, my girl; so long,  no see!

         -          How are you, Eugenia?

         -          Not so good; my legs don’t stand me. I’ve been all alone here since my brother passed away…It’s long since I used to walk as far as the bakery when I met your mother and we had a chat together. We told long stories – each one about our places, laughed and wept. Now everyone has gone and it’s all over and done with. Come over, sit down and let’s have a talk, Maria dear.

    -       Eugenia, being with you is a real pleasure, but I must fetch the cigarettes to Christos. I’ll come some other time and pay you a long visit.

       -          I’m so sorry now that my nephew has gone to town to do some shopping, I can’t offer you something; a cup of coffee, for instance.

           -          Don’t worry, Eugenia; some other time. Now I’ve got to go.

           -          But, my child, stay for a while. I don’t want you to leave empty handed.

She looked around to give something to Maria. All she saw in front of her was a pot of bushy basil, which she used to take to church on September 14, the feast of the Exaltation of the Holy Cross.2 She had vowed to grow a basil plant as a whole offering to the church on her name day. At that moment, she impulsively and quickly acting, she detached a small sprig and gave it to Maria.

Maria, nonplussed, held it in her hands and smelled it. It brought her memories of her mother’s basil plants: the biggest in the village compared with none others. And then she remembered her father picking furtively from his wife a sprig and placing it behind his ear.

She could barely hold back her tears. She thanked Eugenia, kissed her on both cheeks and walked down the street. Christos must have woken by then.

 

*Zografia Metaxa, born in Piraeus, Greece, is a painter and religious iconographer. She also writes poetry, prose, stories and fairy tales, which she illustrates. Poems have been published by Diastixo.gr, by Deukalion Magazine and can also be found in the Ionian Library.

 

1

Serpieri, Giovanni Battista | Silver Hall of Fame

 

2

Feast of the Exaltation of the Holy Cross

 

Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2022

AN EERIE WEDDING - ΠΑΝΤΡΕΥΤΗΚΕ ΦΑΝΤΑΣΜΑ


 

JOHN CHARRINGTON'S WEDDING (1891)




E. Nesbit - Wikipedia

 

No one ever thought that May Forster would marry John Charrington; but he thought differently, and things which John Charrington intended had a queer way of coming to pass. He asked her to marry him before he went up to Oxford. She laughed and refused him. He asked her again next time he came home. Again she laughed, tossed her dainty blonde head and again refused. A third time he asked her; she said it was becoming a confirmed bad habit, and laughed at him more than ever.

John was not the only man who wanted to marry her: she was the belle of our village coterie, and we were all in love with her more or less; it was a sort of fashion, like masher collars or Inverness capes. Therefore we were as much annoyed as surprised when John Charrington walked into our little local Club -- we held it in a loft over the saddler's, I remember -- and invited us all to his wedding.

'Your wedding?'

'You don't mean it?'

'Who's the happy pair? When's it to be?'

John Charrington filled his pipe and lighted it before he replied. Then he said:

'I'm sorry to deprive you fellows of your only joke -- but Miss Forster and I are to be married in September.'

'You don't mean it?'

'He's got the mitten again, and it's turned his head.'

'No,' I said, rising, 'I see it's true. Lend me a pistol, someone -- or a first-class fare to the other end of Nowhere. Charrington has bewitched the only pretty girl in our twenty-mile radius. Was it mesmerism, or a love-potion, Jack?'

'Neither, sir, but a gift you'll never have -- perseverance -- and the best luck a man ever had in this world.'

There was something in his voice that silenced me, and all chaff of the other fellows failed to draw him further.

The queer thing about it was that when we congratulated Miss Forster, she blushed and smiled and dimpled, for all the world as though she were in love with him, and had been in love with him all the time. Upon my word, I think she had. Women are strange creatures.

We were all asked to the wedding. In Brixham everyone who was anybody knew everybody else who was anyone. My sisters were, I truly believe, more interested in the trousseau than the bride herself, and I was to be best man. The coming marriage was much canvassed at afternoon tea-tables, and at our little Club over the saddler's, and the question was always asked, 'Does she care for him?'

I used to ask that question myself in the early days of their engagement, but after a certain evening in August I never asked it again. I was coming home from the Club through the churchyard. Our church is on a thyme-grown hill, and the turf about it is so thick and soft that one's footsteps are noiseless.

 

I made no sound as I vaulted the low lichened wall, and threaded my way between the tombstones. It was at the same instant that I heard John Charrington's voice, and saw her. May was sitting on a low flat gravestone, her face turned towards the full splendor of the western sun. Its expression ended, at once and for ever, any question of love for him; it was transfigured to a beauty I should not have believed possible, even to that beautiful little face.

 


 

John lay at her feet, and it was his voice that broke the stillness of the golden August evening.

'My dear, my dear, I believe I should come back from the dead if you wanted me!'

I coughed at once to indicate my presence, and passed on into the shadow fully enlightened.

The wedding was to be early in September. Two days before I had to run up to town on business. The train was late, of course, for we are on the South-Eastern, and as I stood grumbling with my watch in my hand, whom should I see but John Charrington and May Forster. They were walking up and down the unfrequented end of the platform, arm in arm, looking into each other's eyes, careless of the sympathetic interest of the porters.

Of course I knew better than to hesitate a moment before burying myself in the booking-office, and it was not till the train drew up at the platform, that I obtrusively passed the pair with my Gladstone, and took the corner in a first-class smoking-carriage. I did this with as good an air of not seeing them as I could assume. I pride myself on my discretion, but if John were travelling alone I wanted his company. I had it.

'Hullo, old man,' came his cheery voice as he swung his bag into my carriage; 'here's luck; I was expecting a dull journey!'

'Where are you off to?' I asked, discretion still bidding me turn my eyes away, though I saw, without looking, that hers were red-rimmed.

'To old Branbridge's,' he answered, shutting the door and leaning out for a last word with his sweetheart.

'Oh, I wish you wouldn't go, John,' she was saying in a low, earnest voice. 'I feel certain something will happen.'

'Do you think I should let anything happen to keep me, and the day after tomorrow our wedding day?'

'Don't go,' she answered, with a pleading intensity which would have sent my Gladstone onto the platform and me after it. But she wasn't speaking to me. John Charrington was made differently: he rarely changed his opinions, never his resolutions.

He only stroked the little ungloved hands that lay on the carriage door.

'I must, May. The old boy's been awfully good to me, and now he's dying I must go and see him, but I shall come home in time for ----' the rest of the parting was lost in a whisper and in the rattling lurch of the starting train.

'You're sure to come?' she spoke as the train moved.

'Nothing shall keep me,' he answered; and we steamed out. After he had seen the last of the little figure on the platform he leaned back in his corner and kept silence for a minute.

When he spoke it was to explain to me that his godfather, whose heir he was, lay dying at Peasmarsh Place, some fifty miles away, and had sent for John, and John had felt bound to go.

'I shall be surely back tomorrow,' he said, 'or, if not, the day after, in heaps of time. Thank heaven, one hasn't to get up in the middle of the night to get married nowadays!'

'And suppose MrBranbridge dies?'

'Alive or dead I mean to be married on Thursday!' John answered, lighting a cigar and unfolding The Times.

At Peasmarsh station we said 'goodbye', and he got out, and I saw him ride off; I went on to London, where I stayed the night.

When I got home the next afternoon, a very wet one, by the way, my sister greeted me with:

'Where's MrCharrington?'

'Goodness knows,' I answered testily. Every man, since Cain, has resented that kind of question.

'I thought you might have heard from him,' she went on, 'as you're to give him away tomorrow.'

'Isn't he back?' I asked, for I had confidently expected to find him at home.

'No, Geoffrey,' my sister Fanny always had a way of jumping to conclusions, especially such conclusions as were least favourable to her fellow-creatures -- 'he has not returned, and, what is more, you may depend upon it he won't. You mark my words, there'll be no wedding tomorrow.'

My sister Fanny has a power of annoying me which no other human being possesses.

'You mark my words,' I retorted with asperity, 'you had better give up making such a thundering idiot of yourself. There'll be more wedding tomorrow than ever you'll take the first part in.' A prophecy which, by the way, came true.

But though I could snarl confidently to my sister, I did not feel so comfortable when late that night, I, standing on the doorstep of John's house, heard that he had not returned. I went home gloomily through the rain. Next morning brought a brilliant blue sky, gold sun, and all such softness of air and beauty of cloud as go to make up a perfect day. I woke with a vague feeling of having gone to bed anxious, and of being rather averse to facing that anxiety in the light of full wakefulness.

But with my shaving-water came a note from John which relieved my mind and sent me up to the Forsters with a light heart.

May was in the garden. I saw her blue gown through the hollyhocks as the lodge gates swung to behind me. So I did not go up to the house, but turned aside down the turfed path.

'He's written to you too,' she said, without preliminary greeting, when I reached her side.

'Yes, I'm to meet him at the station at three, and come straight on to the church.'

Her face looked pale, but there was a brightness in her eyes, and a tender quiver about the mouth that spoke of renewed happiness.

'MrBranbridge begged him so to stay another night that he had not the heart to refuse,' she went on. 'He is so kind, but I wish he hadn't stayed.'

I was at the station at half past two. I felt rather annoyed with John. It seemed a sort of slight to the beautiful girl who loved him, that he should come as it were out of breath, and with the dust of travel upon him, to take her hand, which some of us would have given the best years of our lives to take.

But when the three o'clock train glided in, and glided out again having brought no passengers to our little station, I was more than annoyed. There was no other train for thirty-five minutes; I calculated that, with much hurry, we might just get to the church in time for the ceremony; but, oh, what a fool to miss that first train! What other man could have done it?

That thirty-five minutes seemed a year, as I wandered round the station reading the advertisements and the timetables, and the company's bye-laws, and getting more and more angry with John Charrington. This confidence in his own power of getting everything he wanted the minute he wanted it was leading him too far. I hate waiting. Everyone does, but I believe I hate it more than anyone else. The three thirty-five was late, of course.

I ground my pipe between my teeth and stamped with impatience as I watched the signals. Click. The signal went down. Five minutes later I flung myself into the carriage that I had brought for John.

'Drive to the church!' I said, as someone shut the door. 'MrCharrington hasn't come by this train.'

Anxiety now replaced anger. What had become of the man? Could he have been taken suddenly ill? I had never known him have a day's illness in his life. And even so he might have telegraphed. Some awful accident must have happened to him. The thought that he had played her false never -- no, not for a moment -- entered my head. Yes, some thing terrible had happened to him, and on me lay the task of telling his bride. I almost wished the carriage would upset and break my head so that someone else might tell her, not I, who -- but that's nothing to do with this story.

It was five minutes to four as we drew up at the churchyard gate. A double row of eager onlookers lined the path from lych-gate to porch. I sprang from the carriage and passed up between them. Our gardener had a good front place near the door. I stopped.

'Are they waiting still, Byles?' I asked, simply to gain time, for of course I knew they were by the waiting crowd's attentive attitude.

'Waiting, sir? No, no, sir; why, it must be over by now.'

'Over! Then MrCharrington's come?'

To the minute, sir; must have missed you somehow, and I say, sir,' lowering his voice, 'I never see Mr John the least bit so afore, but my opinion is he's been drinking pretty free. His clothes was all dusty and his face like a sheet. I tell you I didn't like the looks of him at all, and the folks inside are saying all sorts of things. You'll see, something's gone very wrong with Mr John, and he's tried liquor. He looked like a ghost, and in he went with his eyes straight before him, with never a look or a word for none of us: him that was always such a gentleman!'

I had never heard Byles make so long a speech. The crowd in the churchyard were talking in whispers and getting ready rice and slippers to throw at the bride and bridegroom. The ringers were ready with their hands on the ropes to ring out the merry peal as the bride and bridegroom should come out.

A murmur from the church announced them; out they came. Byles was right. John Charrington did not look himself. There was dust on his coat, his hair was disarranged. He seemed to have been in some row, for there was a black mark above his eyebrow. He was deathly pale. But his pallor was not greater than that of the bride, who might have been carved in ivory -- dress, veil, orange blossoms, face and all.

As they passed out the ringers stooped -- there were six of them -- and then, on the ears expecting the gay wedding peal, came the slow tolling of the passing bell.

A thrill of horror at so foolish a jest from the ringers passed through us all. But the ringers themselves dropped the ropes and fled like rabbits out into the sunlight. The bride shuddered, and grey shadows came about her mouth, but the bridegroom led her on down the path where the people stood with the handfuls of rice; but the handfuls were never thrown, and the wedding bells never rang. In vain the ringers were urged to remedy their mistake: they protested with many whispered expletives that they would see themselves further first.

In a hush like the hush in the chamber of death the bridal pair passed into their carriage and its door slammed behind them.

Then the tongues were loosed. A babel of anger, wonder, conjecture from the guests and the spectators.

'If I'd seen his condition, sir,' said old Forster to me as we drove off, 'I would have stretched him on the floor of the church, sir, by heaven I would, before I'd have let him marry my daughter!'

Then he put his head out of the window.

'Drive like hell,' he cried to the coachman; 'don't spare the horses.'

He was obeyed. We passed the bride's carriage. I forbore to look at it, and old Forster turned his head away and swore. We reached home before it.

We stood in the doorway, in the blazing afternoon sun, and in about half a minute we heard wheels crunching the gravel. When the carriage stopped in front of the steps old Forster and I ran down.

'Great heaven, the carriage is empty! And yet ----'

I had the door open in a minute, and this is what I saw . . .

No sign of John Charrington; and of May, his wife, only a huddled heap of white satin lying half on the floor of the carriage and half on the seat.

'I drove straight here, sir,' said the coachman, as the bride's father lifted her out; 'and I'll swear no one got out of the carriage.'

We carried her into the house in her bridal dress and drew back her veil. I saw her face. Shall I ever forget it? White, white and drawn with agony and horror, bearing such a look of terror as I have never seen since except in dreams. And her hair, her radiant blonde hair, I tell you it was white like snow.

 

As we stood, her father and I, half mad with the horror and mystery of it, a boy came up the avenue -- a telegraph boy. They brought the orange envelope to me. I tore it open.

MrCharrington was thrown from the dogcart on his way to the station at half past one. Killed on the spot!

And he was married to May Forster in our parish church at half past three, in presence of half the parish.

'I shall be married, dead, or alive!'

What had passed in that carriage on the homeward drive? No one knows -- no one will ever know. Oh, May! oh, my dear!

Before a week was over they laid her beside her husband in our little churchyard on the thyme-covered hill -- the churchyard where they had kept their love-trysts.

Thus was accomplished John Charrington'swedding.

 

Ο ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΤΖΟΝ ΤΣΑΡΙΝΓΚΤΟΝ (1891)

 

Ήντιθ Νέσμπιτ

 

Απόδοση: Βασίλης Κ. Μηλίτσης

 

Κανείς ποτέ δε σκέφτηκε ότι η Μέι Φόρστερ θα παντρευόταν τον Τζον Τσάρινγκτον. Εκείνος όμως είχε διαφορετική γνώμη και τα πράγματα που είχε στον νου του επρόκειτο να γίνουν με έναν αλλόκοτο τρόπο. Είχε ζητήσει να τον παντρευτεί πριν πάει να σπουδάσει στην Οξφόρδη. Αυτή γέλασε και αρνήθηκε. Της έκανε πρόταση ξανά την επόμενη φορά που γύρισε. Και πάλι γέλασε, τίναξε με χάρη το όμορφο ξανθό της κεφαλάκι και εκ νέου αρνήθηκε. Την τρίτη φορά που της πρότεινε, αυτή του είπε πως του είχε ριζώσει ένα κακό συνήθειο, και τη φορά αυτή γέλασε περισσότερο από τις άλλες φορές.

Ο Τζον δεν ήταν ο μοναδικός άντρας που ήθελε να την παντρευτεί. Η Μέι ήταν η Ωραία ανάμεσα στις κοπέλες του χωριού, και λίγο πολύ όλοι μας την είχαμε ερωτευτεί. Ήταν κάτι σαν τον συρμό που επικρατούσε με τους ψηλούς γιακάδες και τις ρεντιγκότες. Γι’ αυτό είχαμε τόσο πολύ εκπλαγεί όσο και ενοχληθεί όταν ο Τζον Τσάρινγκτον μπήκε στη μικρή μας τοπική λέσχη – βρισκόταν, θυμάμαι, πάνω από το σαμαράδικο, σ’ ένα πατάρι – και μας προσκάλεσε όλους στον γάμο του.

«Στον γάμο σου;»

«Δε σοβαρολογείς;»

«Ποιο είναι το ευτυχισμένο ζευγάρι; Πότε θα γίνει ο γάμος;»

Ο Τζον Τσάρινκτον γέμισε το τσιμπούκι του και το άναψε πριν απαντήσει. Κατόπιν τους ανακοίνωσε:

«Λυπούμαι, αγόρια, που θα σας στερήσω τη μοναδική σας πλάκα που μου κάνετε – αλλά η δεσποινίς Φόρστερ κι εγώ παντρευόμαστε τον Σεπτέμβριο».

«Δεν το λες στα σοβαρά;»

«Έφαγε χυλόπιτα πάλι, και του έστριψε».

«Όχι», είπα και σηκώθηκα, «είναι αλήθεια. Κάποιος ας μου δανείσει ένα πιστόλι – ή ένα εισιτήριο πρώτης θέσης για την άλλη άκρη του Πουθενά. Ο Τσάρινγκτον έκανε μάγια στο μοναδικό ωραίο κορίτσι που υπάρχει σε ακτίνα τριάντα χιλιομέτρων. Την υπνώτισες ή της έδωσες ερωτικό φίλτρο, Τζακ;»

«Ούτε το ένα, ούτε το άλλο, φιλαράκο, αλλά έδειξα επιμονή – προσόν που ποτέ δεν είχες – και είχα την τύχη όσο κανένας άλλος στον κόσμο».

 

Υπήρχε κάτι στη φωνή του που μ’ έκανε να σιωπήσω, και όλα τα πειράγματα των άλλων δεν κατάφεραν να τον κάνουν να πει περισσότερο».

Το παράξενο είναι ότι όταν συγχαρήκαμε την δεσποινίδα Φόρστερ, αυτή κοκκίνισε, χαμογέλασε, λακκάκια σχηματίστηκαν στα μάγουλά της, σαν να ήθελε να δείξει σ’ όλους πως είναι ερωτευμένη μαζί του και πάντα ήταν. Και παίρνω όρκο πως έτσι είναι. Οι γυναίκες είναι παράξενα πλάσματα.

Όλοι μας ήμασταν καλεσμένοι στο γάμο. Στο Μπρίξχαμ όλοι που ήσαν κάποιοι γνώριζαν όλους τους άλλους που ήσαν κι αυτοί κάποιοι. Τις αδερφές μου τις ενδιέφεραν, πράγματι το πιστεύω, περισσότερο τα προικιά παρά η ίδια η νύφη, κι εγώ επιπλέον θα γινόμουν κουμπάρος. Ο επερχόμενος γάμος συζητήθηκε πολύ σε απογευματινά τσάγια καθώς και στη μικρή μας λέσχη πάνω από το σαμαράδικο, και θέμα ήταν πάντα το ίδιο: «Τον αγαπά άραγε;»

Τις πρώτες μέρες των αρραβώνων τους συνήθιζα να κάνω αυτή την ερώτηση στον εαυτό μου, αλλά μετά από μια συγκεκριμένη μέρα του Αυγούστου έπαψα πια ν’ αναρωτιέμαι. Επέστρεφα σπίτι από τη λέσχη κόβοντας δρόμο μέσα από τον αυλόγυρο της εκκλησίας που είναι και νεκροταφείο. Η εκκλησία μας είναι κτισμένη πάνω σ’ ένα λόφο γεμάτο θυμάρια, και η χλόη γύρω από το ναό είναι τόσο παχιά και απαλή που τα βήματά σου είναι εντελώς αθόρυβα.

Δεν έκανα καθόλου θόρυβο καθώς πήδησα τον χαμηλό σκεπασμένο με μούσκλια τοίχο, και προχώρησα ελικοειδώς ανάμεσα στις ταφόπλακες. Κι εκείνη τη στιγμή ήταν που άκουσα τη φωνή του Τζον Τσάρινγκτον και την είδα. Η Μέι ήταν καθισμένη πάνω σε μια χαμηλή επίπεδη ταφόπετρα με ολόκληρο το πρόσωπό της στραμμένο στη λαμπρότητα του ηλιοβασιλέματος. Η έκφραση του προσώπου της έλυσε αμέσως και για πάντα κάθε απορία σχετικά με την αγάπη της γι’ αυτόν. Είχε μεταμορφωθεί σ’ ένα κάλος που μου ήταν αδύνατο να πιστέψω, ακόμη και σ’ εκείνο το όμορφο προσωπάκι.

Ο Τζον ήταν ξαπλωμένος στα πόδια της και ήταν η φωνή του που τάραζε τη γαλήνη του χρυσαφένιου Αυγουστιάτικου απογεύματος.

«Αγάπη μου, αγάπη μου, είμαι σίγουρος πως ακόμη και νεκρός θα ερχόμουν πίσω σ’ εσένα εάν με ήθελες!»

 

Έβηξα για να δείξω την παρουσία μου και αποσύρθηκα απαρατήρητος και πλήρως φωτισμένος.

Ο γάμος επρόκειτο να γίνει τις πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη. Πριν από δυο μέρες ήταν ανάγκη ν’ ανέβω στην πόλη για δουλειές. Το τρένο, ως είθισται, ήρθε καθυστερημένο, γιατί εμείς, ως μη προνομιούχοι, ζούμε νοτιοανατολικά, και όπως  στεκόμουν γκρινιάζοντας με το ρολόι στο χέρι, ποιους βλέπω; Τον Τζον Τσάρινγκτον και τη Μέι Φόρστερ. Βάδιζαν πέρα δώθε στο ασύχναστο άκρο της αποβάθρας, χεράκι – χεράκι, αλληλοκοιταζόμενοι μέσα στα μάτια, αδιάφοροι για το συμπαθητικό ενδιαφέρον των αχθοφόρων.

Φυσικά δεν είχα την αδιακρισία να παραμείνω ούτε στιγμή και χώθηκα στην αίθουσα εκδόσεως εισιτηρίων και μόνο όταν το τρένο μπήκε στην αποβάθρα πέρασα απαρατήρητος το ζευγάρι κουβαλώντας τον ταξιδιωτικό μου σάκο και κάθισα στη γωνία ενός βαγονιού καπνιστών πρώτης θέσης. Και το έκανα αυτό όσο καλύτερα μπορούσα μ’ έναν αέρα πως δήθεν δεν τους είδα. Μπορώ να καυχηθώ για τη διακριτικότητά μου, αλλά αν ο Τζον ταξίδευε μόνος του πολύ θα ήθελα την παρέα του. Και την είχα.

«Γεια σου, παλιόφιλε», ακούστηκε η χαρωπή φωνή του καθώς έμπαζε τη βαλίτσα του μέσα στο βαγόνι μου. «Τυχερός είμαι. Θα είχα ένα ανιαρό ταξίδι μόνος μου!»

«Για πού;» ρώτησα και η διακριτικότητά μου μ’ έκανε να στρέψω αλλού το βλέμμα μου, παρόλο που παρατήρησα χωρίς να κοιτάξω πως τα μάτια της ήταν κόκκινα προφανώς από το κλάμα.

«Στου γερο-Μπάνμπριτζ», απάντησε κλείνοντας την πόρτα και σκύβοντας από το παράθυρο για μια τελευταία λέξη με την αγαπημένη του.

«Ω, μην πας, σε παρακαλώ, Τζον», του είπε αυτή με μια χαμηλή και αγωνιώδη φωνή. «Έχω ένα προαίσθημα πως σίγουρα κάτι κακό θα συμβεί».

«Νομίζεις πως θα επιτρέψω να μου συμβεί κάτι που θα μ’ εμποδίσει να είμαι στο γάμο μας μεθαύριο;»

«Μην πας», απάντησε αυτή μ’ έναν έντονο  παρακλητικό τόνο στη φωνή της που εγώ θα κατέβαινα αμέσως με τη βαλίτσα μου στην αποβάθρα. Αλλά δε μιλούσε σ’ εμένα. Ο Τζον Τσάρινγκτον ήταν φτιαγμένος από άλλη πάστα: σπάνια άλλαζε γνώμη, και πάντοτε ήταν σταθερός στις αποφάσεις του.

Χάιδεψε μόνο το γυμνό της χεράκι που ακουμπούσε στην πόρτα του βαγονιού.

«Πρέπει, Μέι. Ο καημένος ο γέρος έκανε τόσα καλά για μένα και τώρα που πεθαίνει οφείλω να πάω να τον δω, αλλά θα είμαι πίσω στο σπίτι την ώρα για…» το υπόλοιπο μέρος του αποχαιρετισμού χάθηκε μέσα σ’ έναν ψίθυρο και στο θορυβώδες και απότομο ξεκίνημα του τρένου.

«Θα έρθεις στα σίγουρα, έτσι;» ύψωσε τη φωνή της καθώς το τρένο άρχισε ν’ αναπτύσσει ταχύτητα.

«Τίποτε δε θα μ’ εμποδίσει», απάντησε αυτός και μετά βγήκαμε από τον σταθμό ολοταχώς. Αφού κοίταξε για τελευταία φορά τη μικρή της μορφή πάνω στην αποβάθρα, ακούμπησε τη ράχη του στη θέση και έμεινε σιωπηλός για ένα λεπτό.

Μετά άρχισε να μου εξηγεί ότι ο νονός του, τον οποίο κληρονομούσε, ήταν στα τελευταία του. Έμενε στο Πίσμαρς, κάπου ογδόντα χιλιόμετρα μακριά, και ζήτησε να τον δει και ο Τζον ένιωθε υποχρεωμένος να πάει.

«Θα επιστρέψω οπωσδήποτε αύριο», είπε, «αν όχι αύριο, μεθαύριο τότε, έχω καιρό. Δόξα τω Θεώ, που στις μέρες μας δεν είμαστε αναγκασμένοι να σηκωνόμαστε μέσα στη νύχτα για να παντρευτούμε!»

«Κι αν πεθάνει ο κύριος Μπάνμπριτζ;»

«Νεκρός ή ζωντανός θα παντρευτώ οπωσδήποτε την Πέμπτη!» απάντησε ο Τζον ανάβοντας ένα πούρο και ξεδιπλώνοντας  Τους Τάιμς.

Στο σταθμό του Πίσμαρς αποχαιρετιστήκαμε, αυτός κατέβηκε, πήρε ταξί κι έφυγε. Εγώ συνέχισα για το Λονδίνο, όπου και πέρασα τη νύχτα.

Όταν επέστρεψα σπίτι το επόμενο απόγευμα, ένα πολύ βροχερό απόγευμα παρεμπιπτόντως, η αδερφή μου με καλωσόρισε ρωτώντας με:

«Πού είναι ο κύριος Τσάρινγκτον;»

«Πού θες να ξέρω;» απάντησα ενοχλημένος. Όλοι οι άντρες από την εποχή του Κάιν δυσανασχετούν με τέτοιου είδους ερωτήσεις.

«Σκέφτηκα πως μπορεί να ξέρεις πού είναι», συνέχισε αυτή, «μια και θα τους στεφανώσεις αύριο».

«Καλά, δε γύρισε;» ρώτησα γιατί ήμουν βέβαιος πως θα τον έβρισκα σπίτι του.

«Όχι, Τζέφρι», η αδερφή μου, η Φάνι, πάντα είχε έναν τρόπο να βγάζει συμπεράσματα, ιδίως τέτοια που να είναι ελάχιστα αρεστά για τους συνανθρώπους της, «δε γύρισε, και επιπλέον, να είσαι σίγουρος πως δε θα έρθει. Θυμήσου τα λόγια μου, δε θα γίνει κανένας γάμος αύριο».

Η αδερφή μου, η Φάνι, έχει έναν τρόπο να μου γίνεται ενοχλητική, πράγμα που δεν τον έχει κανένας άλλος.

«Εσύ θυμήσου τα λόγια μου», ανταπάντησα θυμωμένος, «και καλά θα κάνεις να πάψεις να γελοιοποιείσαι τόσο κραυγαλέα. Θα γίνει τέτοιος γάμος αύριο που ποτέ σου δεν είδες». Μια προφητεία που, παρεμπιπτόντως έμελλε να βγει αληθινή.

Αλλά αν και μπορούσα να ξεσπάσω με ασφάλεια στην αδερφή μου, δεν ένιωθα και πολύ άνετα όταν αργά εκείνη τη νύχτα, όρθιος ο ίδιος μπροστά στο κατώφλι του σπιτιού του Τζον, έμαθα πως δεν είχε επιστρέψει. Γύρισα σπίτι μου μελαγχολικός μέσα στη βροχή. Το άλλο πρωί ανέτειλε ένας χρυσός ήλιος σ’ έναν λαμπερό, γαλάζιο ουρανό με λίγα πανέμορφα συννεφάκια κι ένα γλυκό αεράκι  να φυσάει έτσι που η μέρα να είναι απόλυτα ωραία. Ξύπνησα μ’ ένα ακαθόριστο συναίσθημα ότι είχα πέσει για ύπνο με μια ανησυχία και ήμουν μάλλον απρόθυμος ν’ αντιμετωπίσω αυτήν την ανησυχία στο φως της πλήρους εγρήγορσης.

Αλλά καθώς ξυριζόμουνα ήρθε ένα σημείωμα από τον Τζον που με ανακούφισε κι αμέσως έτρεξα στο σπίτι των Φόρστερ με ελαφριά καρδιά.

Η Μέι ήταν στον κήπο. Διέκρινα τη γαλάζια της ρόμπα μέσα από τις δεντρομολόχες καθώς η σιδερόπορτα της αυλής έκλεινε πίσω μου. Έτσι δεν ανέβηκα κατευθείαν στο σπίτι, αλλά έστριψα προς τα κάτω παίρνοντας το δρομάκι με το γκαζόν.

«Σου έγραψε κι εσένα», είπε χωρίς τον προκαταρκτικό χαιρετισμό όταν έφτασα κοντά της.

«Ναι, και κανόνισα να τον συναντήσω στο σταθμό στις τρεις και να έρθουμε κατευθείαν στην εκκλησία».

Το πρόσωπό της έδειχνε χλομό, αλλά τα μάτια της είχαν μια λάμψη, ενώ ένα τρυφερό τρεμούλιασμα γύρω από το στόμα της εξέφραζε μια ανανεωμένη ευτυχία.

«Ο κύριος Μπάνμπριτζ τον παρακάλεσε να μείνει μια νύχτα ακόμη και ο Τζον δεν είχε το θάρρος να του αρνηθεί», συνέχισε. «Είναι τόσο πονόψυχος, αλλά εγώ θα προτιμούσα να μην είχε μείνει».

Ήμουν στο σταθμό στις δυόμισι. Είχα κάπως ενοχληθεί με τον Τζον. Φάνηκε σαν να παραμέλησε το ωραίο κορίτσι που τον αγαπούσε και να έρθει, θα έλεγε κανείς, άρον – άρον με τη σκόνη του ταξιδιού πάνω του για να πάρει το χέρι της, το οποίο μερικοί από εμάς θα δίναμε τα καλύτερα χρόνια της ζωής μας για να το αποκτήσουμε.

Αλλά όταν το τρένο στις τρεις μπήκε και βγήκε ήσυχα από τον μικρό σταθμό μας χωρίς να κατεβάσει κανέναν επιβάτη, ενοχλήθηκα περισσότερο από ποτέ. Και δεν είχε άλλο τρένο πριν από τριάντα πέντε λεπτά. Υπολόγισα πως αν βιαστούμε πολύ θα μπορούσαμε μόλις να προλάβουμε την εκκλησία για την τελετή, αλλά, ω, ο ηλίθιος να χάσει το πρώτο τρένο! Ποιος άλλος θα έκανε κάτι τέτοιο;

Εκείνα τα τριάντα πέντε λεπτά μου φάνηκαν σαν ένας χρόνος, καθώς  περιφερόμουν εδώ κι εκεί στον σταθμό χαζεύοντας τις αφίσες και τα δρομολόγια, ως και το καταστατικό της σιδηροδρομικής εταιρίας, ενώ ο θυμός μου για τον Τζον Τσάρινγκτον όλο και πιο πολύ φούντωνε. Το παρατραβούσε με αυτή του την αυτοπεποίθηση ότι ήταν ικανός να αποκτά το καθετί που ήθελε και τη στιγμή που το ήθελε. Σιχαίνομαι να περιμένω. Όλοι σιχαίνονται να περιμένουν, αλλά πιστεύω πως εγώ σιχαίνομαι περισσότερο από κάθε άλλον. Και όπως ήταν αναμενόμενο το τρένο των 3:35 ήταν αργοπορημένο.

Δάγκωσα το τσιμπούκι μου ανάμεσα στα δόντια και χτύπησα το πόδι μου στο έδαφος με ανυπομονησία. Κλικ. Η μπάρα έπεσε. Πέντε λεπτά αργότερα όρμησα μέσα στην άμαξα που είχα φέρει μαζί μου να πάρω τον Τζον.

«Γρήγορα στην εκκλησία!» φώναξα καθώς κάποιος έκλεινε την πόρτα. «Ο κύριος Τσάρινγκτον δεν ήρθε μ’ αυτό το τρένο».

Η ανησυχία μου τώρα αντικαταστάθηκε από θυμό. Τι έγινε αυτός ο άνθρωπος; Μήπως ξαφνικά αρρώστησε; Απ’ όσο ήξερα πότε του, ούτε καν μια μέρα στη ζωή του, δεν είχε αρρωστήσει. Και εν τοιαύτη περιπτώσει θα τηλεγραφούσε. Η σκέψη ότι μπορεί να την παράτησε, ποτέ – μα ούτε για μια στιγμή – δεν πέρασε από τον νου μου. Σίγουρα κάτι πολύ κακό θα του συνέβη, κι εγώ έπρεπε ν’ αναλάβω το βαρύ καθήκον να ενημερώσω τη νύφη του. Μισοευχήθηκα να ανατραπεί η άμαξα και να τσακίσω το κεφάλι μου για να της πει τα μαντάτα κάποιος άλλος κι όχι εγώ, που … αλλά αυτό δεν έχει καμιά σχέση με το θέμα μας.

Ήταν τέσσερις παρά πέντε καθώς σταματήσαμε στην πύλη της αυλής της εκκλησίας. Μια διπλή σειρά από ανυπόμονους θεατές ήταν παρατεταγμένοι στο διάδρομο από τη σκεπαστή πύλη του αυλόγυρου μέχρι την είσοδο του ναού. Κατέβηκα πηδώντας από την άμαξα και πέρασα ανάμεσά τους. Ο κηπουρός μας είχε πιάσει μια περίοπτη θέση στο μπροστινό μέρος κοντά στην πόρτα. Σταμάτησα.

«Περιμένουν ακόμη, Μπάιλς;» ρώτησα, απλά για να κερδίσω χρόνο, γιατί φυσικά ήξερα πως περίμεναν από την ανυπόμονη στάση τους.

«Να περιμένουν, κύριε; Όχι, όχι. Μα, πρέπει να τελείωσε κιόλας».

«Να τελείωσε! Άρα ο κύριος Τσάρινγκτον ήρθε;»

«Ακριβής στο λεπτό, κύριε. Πρέπει να σας έχασε κατά κάποιον τρόπο, και θα τολμούσα να πω κύριε», χαμήλωσε τη φωνή του, «ποτέ πριν δεν έχω δει τον κύριο Τζον σε μια τέτοια κατάσταση, και έχω την εντύπωση πως έχει έρθει αρκετά πιωμένος. Τα ρούχα του ήταν κατασκονισμένα και το πρόσωπό του άσπρο σαν πανί. Σας λέω πως δε μ’ άρεσε καθόλου η όψη του, κι ο κόσμος μέσα λέει ένα σωρό πράγματα. Θα το δείτε κι εσείς, κάτι δεν πάει καθόλου καλά με τον κύριο Τζον, κι έχει πιει. Έμοιαζε σαν φάντασμα, και μπήκε μέσα κοιτώντας κατευθείαν μπροστά του, χωρίς να ρίξει μια ματιά ούτε να πει καμιά κουβέντα σε κανέναν μας: ποιος; Αυτός που είναι πάντα υποδειγματικός κύριος!»

Ποτέ δεν είχα ακούσει τον Μπάιλς να βγάζει έναν τόσο μεγάλο λόγο. Το πλήθος στον αυλόγυρο μιλούσε ψιθυριστά κι ετοίμαζε το ρύζι να το ρίξει στη νύφη και τον γαμπρό. Οι κωδωνοκρούστες ήταν έτοιμοι με τα χέρια τους στα σχοινιά για να ανακρούσουν χαρούμενα τις καμπάνες καθώς νύφη και γαμπρός θα έβγαιναν από την εκκλησία.

Ένα σούσουρο από μέσα τους ανακοίνωσε: έβγαιναν. Ο Μπάιλς είχε δίκιο. Αυτός που έβλεπα δεν ήταν ο Τζον Τσάρινγκτον. Υπήρχε σκόνη στο σακάκι του και τα μαλλιά του ανακατωμένα. Έδειχνε να είχε μπλεχτεί σε καβγά γιατί το μέτωπό του πάνω από τα φρύδια ήταν μελανιασμένο. Ήταν νεκρικά χλομός. Αλλά η χλομάδα του δεν ήταν εντονότερη από εκείνη της νύφης, που φαινόταν σαν φιλντισένιο άγαλμα – νυφικό, πέπλο, άνθη λεμονιάς, πρόσωπο, τα πάντα.

Καθώς περνούσαν, οι κωδωνοκρούστες έσκυψαν – έξι ήταν – και μετά ενώ τα αυτιά πρόσμεναν ν’ ακούσουν την εύθυμη γαμήλια κωδωνοκρουσία, από τις καμπάνες βγήκε ένας αργός πένθιμος ήχος σαν σε κηδεία.

Ένα ρίγος φρίκης για ένα τέτοιο ανόητο και κακόγουστο αστείο από τους κωδωνοκρούστες μας διαπέρασε όλους. Αλλά οι κωδωνοκρούστες παράτησαν τα σχοινιά κι έφυγαν σαν λαγοί τρέχοντας στο φως του ήλιου. Η νύφη αναρρίγησε και γκρίζες σκιές ζωγραφίστηκαν γύρω από το στόμα της, αλλά ο γαμπρός την οδήγησε κατά μήκος του διαδρόμου, όπου ο κόσμος τους περίμενε με τις χούφτες τους γεμάτες ρύζι, αλλά οι γαμήλιες καμπάνες δεν χτύπησαν καθόλου. Του κάκου πρότειναν στους κωδωνοκρούστες να διορθώσουν το λάθος τους: αυτοί διαμαρτυρήθηκαν με πολλά ψιθυριστά απρεπή λόγια να τους κάνουν τη χάρη και να τους αφήσουν ήσυχους.

Σε μια σιωπή σαν τη σιωπή νεκροθαλάμου το νιόπαντρο ζευγάρι μπήκε μέσα στην άμαξα και η πόρτα έκλεισε πίσω τους με πάταγο.

Μετά οι γλώσσες λύθηκαν. Μια Βαβέλ θυμού, απορίας και εικασιών ανακατεύτηκε ανάμεσαστους καλεσμένους και τους θεατές.

«Αν είχα δει την κατάστασή του, κύριε», είπε ο γερο-Φόρστερ καθώς φεύγαμε με την άμαξα, «θα τον ξάπλωνα στο πάτωμα της εκκλησίας, κύριε, μα το Θεό, θα το έκανα, πριν τον αφήσω να παντρευτεί την κόρη μου!»

Κατόπιν έβγαλε το κεφάλι του έξω από το παράθυρο.

«Τράβα ολοταχώς, αμαξά», φώναξε. «μη λυπάσαι τα άλογα».

Ο αμαξάς υπάκουσε. Προσπεράσαμε την άμαξα της νύφης. Aπέφυγα να κοιτάξω, και ο γερο-Φόρστερ κάνοντας το ίδιο γύρισε το κεφάλι του αλλού βλαστημώντας.

Φτάσαμε σπίτι πριν απ’ αυτούς.

Σταθήκαμε στην είσοδο,με τον απογευματινό ήλιο να μας λούζει, και σε μισό λεπτό περίπου ακούσαμε τροχούς να τρίζουν πάνω στο χαλίκι. Όταν σταμάτησε η άμαξα στα μπροστινά σκαλιά, ο γερο-Φόρστερ κι εγώ σπεύσαμε προς τα κάτω.

«Θεέ και κύριε, η άμαξα είναι άδεια! Κι όμως….»

Σ’ ένα λεπτό άνοιξα την πόρτα και τι να δω…!

Κανένα ίχνος από τον Τζον Τσάρινγκτον. Όσο για τη Μέι, τη γυναίκα του, είδα μόνο έναν κουλουριασμένο σωρό από άσπρο σατέν να κείτεται το μισό στο πάτωμα της άμαξας και το άλλο μισό πάνω στη θέση.

«Εγώ ήρθα κατευθείαν εδώ, κύριε», είπε ο αμαξάς, καθώς ο πατέρας της νύφης τη σήκωσε για να τη βγάλει έξω. «Και παίρνω όρκο πως κανείς δε βγήκε έξω από την άμαξα».

Μεταφέραμε τη Μέι στο σπίτι ντυμένη όπως ήταν στο νυφικό της και τραβήξαμε πίσω το πέπλο της. Είδα το πρόσωπό της. Θα ξεχάσω άραγε ποτέ αυτό που αντίκρισα; Ήταν άσπρο, κάτασπρο και παραμορφωμένο από αγωνία και φρίκη, ζωγραφισμένο πάνω του ένα βλέμμα τρόμου τέτοιο που ποτέ δεν έχω δει στην πραγματικότητα παρά μόνο σε όνειρο. Και τα μαλλιά της, τα ακτινοβόλα εκείνα ξανθιά μαλλιά, σας λέω, ήταν άσπρα σαν το χιόνι.

Καθώς στεκόμασταν, ο πατέρας της κι εγώ, με τα λογικά μας μισοχαμένα από τον τρόμο και το μυστήριο του πράγματος, έφτασε ένα αγόρι από το τηλεγραφείο ανεβαίνοντας τη λεωφόρο. Έλαβα εγώ τον πορτοκαλί φάκελο. Τον έσκισα και τον άνοιξα.

Ο κύριος Τσάρινγκτον έπεσε από ένα δίτροχο αμάξι καθώς πήγαινε στο σταθμό στη μία και μισή. Πέθανε ακαριαίως!

Και παντρεύτηκε τη Μέι Φόρστερ στον ναό της ενορίας μας στις τρεις και μισή, παρουσία της μισής ενορίας.

«Θα παντρευτώ, ζωντανός ή νεκρός!»

Τι συνέβη σ’ εκείνη την άμαξα καθώς κατευθυνόταν προς το σπίτι; Κανείς δεν το ξέρει – κι ούτε θα το μάθει ποτέ. Ω, Μέι! Ω, γλυκιά μου!

Πριν περάσει μια βδομάδα την έθαψαν δίπλα στον άντρα της στο μικρό μας νεκροταφείο πάνω στο λόφο με τα θυμάρια – στο νεκροταφείο όπου έκλειναν τις ερωτικές τους συναντήσεις.

Κι έτσι τελέστηκε κι ολοκληρώθηκε ο γάμος του Τζον Τσάρινγκτον.