Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2024

AN ODE TO A HERO - ΩΔΗ Σ' ΕΝΑΝ ΗΡΩΑ

 

Το ποιητικό αριστούργημα του Fitz-Greene Halleck (1790-1867)

Η Επανάσταση του 1821 μέσα από τα μάτια του «Αμερικανού Μπάυρον»

του Δρ. Ιωάννη Χρ. Ιακωβίδη

( Επιστημονικός συνεργάτης στο Κέντρο Ανατολικών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου)

 

Στις 24 Μαρτίου 2014 ο Φιλολογικός Σύλλογος Παρνασσός τίμησε την Εθνική Επέτειο της 25ης Μαρτίου 1821. Τον πανηγυρικό εκφώνησε ο ομότιμος καθηγητής Συγκριτικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Κλεομένης Σ. Κουτσούκης, με θέμα «Ευρωπαίοι και Αμερικανοί Φιλέλληνες του 1821 – Η περίπτωση του Γερμανού αναρχικού Francis Lieber». Ο ηθοποιός – σκηνοθέτης κ. Τάσος Λέρτας απήγγειλε ποιήματα. Ανάμεσά τους ιδιαίτερη θέση είχε το ποίημα «Μάρκος Μπότσαρης» του Αμερικανού Φιλέλληνα ποιητή Fitz-Greene Halleck (1790-1867)1. Όταν δημοσιεύτηκε, τον Ιούνιο 1825, κατέστη πολύ δημοφιλές στη Νέα Υόρκη. Από τους βιογράφους του ο Halleck έχει αποκληθεί «Αμερικανός Μπάυρον». Στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913) το ποίημα ανατυπώθηκε από τον εκδοτικό οίκο W. Jacobs & Co., (Philadelphia – George) στην ειδική Σειρά – Αφιέρωμα Historic Poems and Ballads.

 

Προς τιμήν του Μάρκου Μπότσαρη2, ενός εκ των μεγαλυτέρων ηρώων της Εθνεγερσίας του 1821, παρατίθεται εν συνεχεία αυτό το ποιητικό αριστούργημα –σε νεοελληνική απόδοση– από την κυρία Δανάη Κωσταλία, συνάδελφο φιλόλογο του γράφοντος στις Αχαρνές, με καταγωγή από την Αίγυπτο. Σημειωτέον ότι το ποίημα δεν υπάρχει ελληνιστί στο Διαδίκτυο.

 

MARCO BOZZARIS

Markos Botsaris

by:                     

Fitz-Greene Halleck


















At midnight, in his guarded tent,
The Turk was dreaming of the hour
When Greece, her knee in suppliance bent,
Should tremble at his power;
In dreams, through camp and court he bore
The trophies of a conqueror;
In dreams, his song of triumph heard;
Then wore his monarch's signet-ring;
Then press'd that monarch's throne -- a king:
As wild his thoughts, and gay of wing,
As Eden's garden bird.

At midnight, in the forest shades,
Bozzaris ranged his Suliote band,
True as the steel of their tried blades,
Heroes in heart and hand.
There had the Persian's thousands stood,
There had the glad earth drunk their blood,
On old Platæa's day;
And now there breathed that haunted air,
The sons of sires who conquer'd there,
With arm to strike, and soul to dare,
As quick, as far, as they.

An hour pass'd on: the Turk awoke:
That bright dream was his at last.
He woke to hear his sentries shriek,
"To arms! they come! the Greek! the Greek!"
He woke, to die 'midst flame and smoke,
And shout, and groan, and sabre-stroke,
And death-shots falling thick and fast
As lightnings from the mountain cloud,
And head, with voice as trumpet loud,
Bozzaris cheer his band:
"Strike! -- till the last arm'd foe expires;
Strike! -- for your altars and your fires;
Strike! -- for the green graves of your sires;
God, and your native land!"




They fought like brave men, long and well;
They piled that ground with Moslem slain;
They conquer'd; -- but Bozzaris fell,
Bleeding at every vein.
His few surviving comrades saw
His smile when rang their loud hurrah,
And the red field was won;
Then saw in death his eyelids close,
Calmly as to a night's repose,--
Like flowers at set of sun.

Come to the bridal chamber, Death,
Come to the mother's, when she feels,
For the first time, her first born's breath;
Come, when the blessed seals
That close the pestilence are broke,
And crowded cities wail its stroke:
Come in consumption's ghastly form,
The earthquake shock, the ocean storm;
Come when the heart beats high and warm
With banquet song and dance and wine;
And thou art terrible: -- the tear,
The groan, the knell, the pall, the bier,
And all we know, or dream, or fear,
Of agony, are thine.

But to the hero, when his sword
Has won the battle for the free,
Thy voice sounds like a prophet's word,
And in its hollow tones are heard
The thanks of millions yet to be.
Come when his task of fame is wrought;
Come, with her laurel-leaf, blood-bought;
Come in her crowning hour,--and then
Thy sunken eye's unearthly light
To him is welcome as the sight
Of sky and stars to prison'd men;
Thy grasp is welcome as the hand
Of brother in a foreign land;
Thy summons welcome as the cry
That told the Indian isles were nigh
To the world-seeking Genoese,
When the land-wind, from woods of palm,
And orange groves, and field of balm,
Blew o'er the Haytien seas.

Bozzaris! with the storied brave
Greece nurtured in her glory's time,
Rest thee: there is no prouder grave,
Even in her own proud clime.
She wore no funeral weeds for thee,
Nor bade the dark hearse wave its plume,
Like torn branch from death's leafless tree,
In sorrow's pomp and pageantry,
The heartless luxury of the tomb;
But she remembers thee as one
Long loved, and for a season gone;
For thee her poet's lyre is wreathed,
Her marble wrought, her music-breathed;
For thee she rings the birthday bells;
Of thee her babes' first lisping tells;
For thine her evening prayer is said,
At palace couch and cottage bed:
Her soldier, closing with the foe,
Gives for thy sake a deadlier blow;
His plighted maiden, when she fears
For him, the joy of her young years,
Thinks of thy fate, and checks her tears;
And she, the mother of thy boys,
Though in her eye and faded cheek
Is read the grief she will not speak,
The memory of her buried joys,--
And even she who gave thee birth
Will, by their pilgrim-circled hearth,
Talk of thy doom without a sigh;
For thou art Freedom's now, and Fame's,
One of the few, th' immortal names
That were not born to die. 

 


ΜΑΡΚΟΣ ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ


του Fitz-Green Halleck

Ο Fitz - Greene Halleck σε ηλικία 21 ετών, πήγε στην Νέα Υόρκη όπου διακρίθηκε ως «ηγετική μορφή στο Knickerbocker school. Για πρώτη φορά εμφανίζεται στα Γράμματα με δημοσιεύματα σε περιοδικά και εφημερίδες. Ώσπου το 1819 το σατυρικό ποίημά του  Fanny έκανε μεγάλη αίσθηση στους φιλολογικούς κύκλους. Το 1822 ταξίδεψε στην Ευρώπη. Εκεί εμπνεύστηκε τα περίφημα έργα του Alnwick Castle” και “Burns” Ο Halleck, έχει χαρακτηριστεί από τους βιογράφους του ως  «Ο Αμερικανός Μπάυρον». Επηρέασε μερικούς από τους «Pfaffians», ιδιαίτερα τον Thomas Bailey Aldrich και τον Bayard Taylor.

Το ποίημα «Μάρκος Μπότσαρης» όταν δημοσιεύτηκε  τον Ιούνιο του 1825 αγαπήθηκε αμέσως από το ευρύ κοινό της Νέας Υόρκης. Το 1912, όταν οι Αμερικανοί παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον τις  στρατιωτικές επιχειρήσεις των Ελλήνων στα Βαλκάνια, ο Εκδοτικός Οίκος  WJacobs & Co., (Philadelphia – George) το ανατύπωσε στην ειδική Σειρά - Αφιέρωμα Historic Poems and Ballads

 


Μετάφραση:
Δανάη Κωσταλία (11/3/2014)

 

Μεσάνυχτα, μες στην φρουρούμενη σκηνή του
Ο Τούρκος ονειρεύονταν την ώρα
Που η Ελλάδα, με λυγισμένα σε ικεσία γόνατα,
Θα τρέμει μπροστά στη δύναμή του.
Στα όνειρα, με πόλεμο και με πολιτική
Μάζευε τα τρόπαια – κατακτητής!
Στα όνειρα, άκουγε το τραγούδι του θριάμβου του.
Φόραγε το δαχτυλίδι-σφραγίδα του μονάρχη του
Και πάταγε τον θρόνο του μονάρχη-βασιλιάς!
Έτσι άγριες οι σκέψεις του φτερούγιζαν χαρούμενες
Σαν πουλί στον κήπο της Εδέμ.

Μεσάνυχτα, μες στου δάσους τις σκιές
Ο Μπότσαρης παράταξε τους Σουλιώτες του,
Αφοσιωμένους, χαλύβδινους σαν τις δοκιμασμένες τους λεπίδες,
Ήρωες στην ψυχή και στο σώμα.
Εκεί είχαν σταθεί των Περσών οι χιλιάδες,
Εκεί η ευτυχής γη είχε πιει το αίμα τους
Στις Πλαταιές μιαν αρχαία μέρα.
Και τώρα εκεί έπνεε ο ίδιος στοιχειωμένος αέρας,
Οι γιοι των προγόνων, εκείνων που νίκησαν εκεί,
Με το χέρι έτοιμο να χτυπήσει και την ψυχή να τολμήσει,
Τόσο γρήγορα, τόσο μακριά… Όπως εκείνοι.

Μια ώρα πέρασε – ο Τούρκος ξύπνησε.
Το φωτεινό όνειρο ήταν δικό του επιτέλους.
Ξύπνησε – για να ακούσει των φρουρών του την κραυγή:
«Στα όπλα! έρχονται! οι Έλληνες! οι Έλληνες!»
Ξύπνησε – για να πεθάνει μέσα στις φλόγες και τον καπνό,
Μες στις φωνές, τα βογκητά, και τα χτυπήματα με το γιαταγάνι,
Με τις θανατηφόρες βολές να πέφτουν πυκνές και γρήγορες
Σαν αστραπές από το σύννεφο στο βουνό,
Και άκουσε, με φωνή σαν τρομπέτα δυνατή,
Τον Μπότσαρη να ενθαρρύνει τον στρατό του:
«Χτυπάτε! – μέχρι να σβήσει κι ο τελευταίος οπλισμένος εχθρός.
Χτυπάτε! – υπέρ βωμών και εστιών.
Χτυπάτε! – για τους χορταριασμένους τάφους των προγόνων σας,
Τον Θεό και την πατρίδα σας!»

Πάλεψαν – σαν γενναίοι άνδρες, πολλήν ώρα και καλά.
Σώριασαν σ’ εκείνο το χώμα σφαγμένους μουσουλμάνους,
Νίκησαν – αλλά ο Μπότσαρης έπεσε
Αιμόφυρτος.
 Οι λιγοστοί του σύντροφοι που σώθηκαν
Είδαν το χαμόγελό του
όταν αντήχησαν δυνατές οι ζητωκραυγές τους,
Και το κόκκινο πεδίο κερδήθηκε.
Έπειτα είδαν στο θάνατο τα βλέφαρά του να κλείνουν,
Ήρεμα, σαν για ανάπαυση μιας νύχτας,
Όπως τα λουλούδια στο λιόγερμα.

Έλα, Θάνατε, στη νυφική κάμαρα,
Έλα στην κάμαρα της μάνας, όταν νιώθει
Πρώτη φορά την ανάσα του πρώτου της παιδιού.
Έλα, όταν οι ιερές σφραγίδες
Σπάνε κι απλώνεται η πανούκλα,
Και πολυάνθρωπες πόλεις κλαίνε στο χτύπημά της.
 Έλα στην απεχθή μορφή της αποσύνθεσης,
Της σεισμικής δόνησης, της ωκεάνιας καταιγίδας.
Έλα όταν η καρδιά χτυπά δυνατά και ζεστά
Στα συμπόσια με το τραγούδι, το χορό και το κρασί.
Γιατί είσαι φοβερός, Θάνατε – το δάκρυ,
Το βογγητό, η πένθιμη καμπάνα, το πέπλο, το φέρετρο
Και όλα όσα με αγωνία γνωρίζουμε ή ονειρευόμαστε ή φοβόμαστε
Είναι δικά σου.

Αλλά για τον ήρωα, όταν το σπαθί του
Έχει κερδίσει τη μάχη για την ελευθερία,
Η φωνή σου ακούγεται σαν προφητεία.
Και στο υπόκωφο άκουσμά της αντηχούν
Οι ευχαριστίες μύριων μελλοντικών γενεών.
Έλα, όταν θα ’χει επιτελέσει το χρέος του προς τη δόξα,
Έλα, με τα φύλλα της δάφνης, τα αγορασμένα με αίμα,
Έλα, τη στιγμή που τον στεφανώνουν – και τότε
Το απόκοσμο φως των ρουφηγμένων σου ματιών
Γι’ αυτόν θα ’ναι ευπρόσδεκτο όπως η θέα
Τ’ ουρανού με τ’ άστρα για τους φυλακισμένους.
Η αρπάγη σου θα ’ναι ευπρόσδεκτη όπως το χέρι
Του αδελφού σε μια ξένη γη.
Η κλήτευσή σου καλόδεχτη όπως η κραυγή
Που είπε στους Γενουάτες που αναζητούσαν τον κόσμο
Ότι τα ινδικά νησιά ήταν κοντά,
Όταν ο άνεμος της στεριάς, μέσα από δάση φοινικόδεντρων,
Πορτοκαλεώνες και χωράφια βαλσαμόχορτου,
Φύσηξε πάνω απ’ τις θάλασσες της Αϊτής.

Μπότσαρη! με τους χιλιοτραγουδισμένους γενναίους
που γέννησε η Ελλάδα στα χρόνια της δόξας της
Ξεκουράσου – δεν υπάρχει πιο περήφανος τάφος,
Ούτε στο αποκορύφωμα της δόξας της.
Δεν φόρεσε πένθιμο φόρεμα για σένα,
Ούτε πρόσταξε τη σκοτεινή νεκροφόρα να στολιστεί
Σαν κλαδί κομμένο από το χωρίς φύλλα δέντρο του θανάτου
Με της θλίψης την πομπή και την επίδειξη,
Την άκαρδη πολυτέλεια του τάφου.
Αλλά σε θυμάται ως έναν
πολυαγαπημένο που μίσεψε για λίγο καιρό.
Για σένα η λύρα του ποιητή της είναι στεφανωμένη,
Το μάρμαρό της λαξεύτηκε, η μουσική της γεμίζει τον αέρα.
Για σένα χτυπάει τις καμπάνες των γενεθλίων.
Για σένα τα νεογέννητα ψελλίζουν τα πρώτα τους λόγια.
Για σένα κάνει τη βραδινή της προσευχή
Σε ανάκλιντρο παλατιού ή σε κρεβάτι καλύβας.
Κάθε στρατιώτης της που πολεμάει τον εχθρό
Δίνει για χάρη σου το θανατηφόρο πλήγμα.
Η αρραβωνιαστικιά του, όταν φοβάται
Γι’ αυτόν, τη χαρά της νιότης της,
Σκέφτεται τη μοίρα σου, και παύει τα δάκρυά της.
Κι εκείνη, η μητέρα των αγοριών σου,
Αν και στα μάτια της, στα μαραμένα μάγουλά της
Διαβάζεται η θλίψη, η μνήμη της θαμμένης χαράς της,
Δεν πρόκειται να μιλήσει,
Ούτε κι η μάνα που σε γέννησε.
Κοντά στην εστία τους σαν προσκύνημα
Θα μιλάνε για τη μοίρα σου χωρίς αναστεναγμό.
Γιατί τώρα ανήκεις στην Ελευθερία και στη Δόξα,
Ένα από τα λίγα, τ’ αθάνατα ονόματα
Που δεν γεννήθηκαν για να πεθάνουν.

 

 


Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2024

ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΩΡΟ ΤΩΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ - FROM THE REALM OF FANTASY

 

  

                                                               Ο    Γρύπας και ο Διάκονος



                                                       Frank R. Stockton

 Μετάφραση: Βασίλης Κ. Μηλίτσης

 

Πάνω από τη μεγάλη είσοδο μιας παμπάλαιας εκκλησίας, κτισμένη σε μια ήσυχη πόλη μιας μακρινής χώρας ήταν σμιλεμένη σε πέτρα η μορφή ενός μεγάλου γρύπα. Ο αρχαίος γλύπτης είχε κάνει το έργο του με μεγάλη προσοχή, αλλά το άγαλμα που έφτιαξε δεν ήταν ωραίο να το κοιτάζεις. Είχε ένα μεγάλο κεφάλι, με πελώριο ανοιχτό στόμα και τρομακτικά δόντια.

Πάνω στην πλάτη του έφερε τεράστια φτερά, οπλισμένα με κοφτερά κεντριά και διχάλες. Τα μπροστινά του πόδια ήταν χοντροκαμωμένα με προεξέχοντα νύχια, αλλά το πίσω μέρος του σώματος κατέληγε σε μια μακριά και δυνατή ουρά με κεντρί. Ο γρύπας είχε κουλουριασμένη την ουρά κάτω από το σώμα του και μόνο το κεντρί της φαινόταν πίσω από τα φτερά του.

Ο γλύπτης, ή αυτοί που παρήγγειλαν το πέτρινο άγαλμα, ήταν πάρα πολύ ικανοποιημένοι, και γι’ αυτό είχαν επίσης τοποθετηθεί μικρά αντίγραφα αυτού κατά μήκος των πλευρών της εκκλησίας, όχι πολύ ψηλά από το έδαφος έτσι που ο κόσμος εύκολα να τα βλέπει και να μελετάει τις περίεργες μορφές τους. Υπήρχε επίσης ένας σωρός από άλλα γλυπτά έξω από αυτή την εκκλησία, αγίων, μαρτύρων, καθώς και αποκρουστικές κεφαλές ανθρώπων, ζώων, πουλιών και άλλων πλασμάτων που δεν μπορεί κανείς να ονομάσει, γιατί κανείς δεν γνωρίζει ακριβώς τι ήταν. Αλλά κανένα δεν προξενούσε τόσο μεγάλη περιέργεια και ενδιαφέρον όσο ο μεγάλος γρύπας πάνω από την πύλη εισόδου, και οι μικροί γρύπες στους πλευρικούς τοίχους της εκκλησίας.

Σε μια μεγάλη απόσταση, πάρα πολύ μακριά από την πόλη, μέσα σε άγριες ερημιές, σχεδόν άγνωστες στους ανθρώπους, κατοικούσε ο γρύπας που το ομοίωμά του ήταν τοποθετημένο πάνω από την πύλη της εκκλησίας. Κατά κάποιον άγνωστο τρόπο ο αρχαίος γλύπτης τον είχε δει και κατόπιν, όσο πιο καλά μπορούσε να τον θυμηθεί, είχε αντιγράψει τη μορφή του σε πέτρα.

Ο γρύπας δεν είχε ιδέα γι’ αυτό μέχρι που εκατοντάδες χρόνια αργότερα άκουσε από ένα πουλί ή από κάποιο άγριο ζώο ή, από κάπου αλλού που είναι δύσκολο να το μαντέψουμε, ότι υπήρχε ένα ομοίωμά του σε μια παλιά εκκλησία σε μια μακρινή πόλη. Ο γρύπας δεν είχε ιδέα πώς ήταν η μορφή του. Ποτέ δεν είχε κοιταχτεί σε καθρέφτη, και τα ποτάμια όπου κατοικούσε ήταν τόσο ταραχώδη και βίαια που ήταν αδύνατο υπάρξουν ήσυχα νερά για να καθρεφτιστεί. Όντας, όσο μπορεί κανείς να διαπιστώσει, ο τελευταίος γρύπας του είδους του, δεν είχε δει ποτέ του άλλον γρύπα. Γι’ αυτό, όταν έμαθε γι’ αυτό το πέτρινό του ομοίωμα, τον κατέλαβε μεγάλη ανυπομονησία για το πώς έμοιαζε και τελικά αποφάσισε να επισκεφτεί την παλιά εκκλησία και να δει τι σόι πλάσμα ήταν.

Έτσι, λοιπόν, ξεκίνησε αφήνοντας πίσω του τις άγριες ερημιές, και συνέχιζε να πετάει πάνω από κατοικημένες με ανθρώπους χώρες, όπου η εμφάνισή του στον αέρα προκαλούσε μεγάλο τρόμο. Όμως, δεν κατέβηκε πουθενά συνεχίζοντας να πετάει σταθερά μέχρι που έφτασε στα περίχωρα της πόλης όπου υπήρχε η εκκλησία με το ομοίωμά του. Εκεί, αργά το απόγευμα κατέβηκε σ’ ένα πράσινο λιβάδι δίπλα σ’ ένα ρυάκι και τεντώθηκε στο γρασίδι να ξεκουραστεί. Τα μεγάλα του φτερά ήταν καταπονημένα επειδή είχε να πετάξει τόσο μακριά πάνω από έναν αιώνα.

Τα νέα του ερχομού του διαδόθηκαν γρήγορα στην πόλη και οι κάτοικοι, κατατρομαγμένοι από την άφιξη ενός τέτοιου παράξενου επισκέπτη, έτρεξαν και κλειδώθηκαν στα σπίτια τους. Ο γρύπας κάλεσε με δυνατή φωνή να έρθει κάποιος κοντά του, αλλά όσο πιο πολύ φώναζε, άλλο τόσο οι άνθρωποι δεν τολμούσαν να ξεμυτίσουν. Τελικά, είδε δύο εργάτες να σπεύδουν στα σπίτια τους μέσα από τα χωράφια, και με μια βροντερή φωνή τους διέταξε να σταματήσουν. Μην τολμώντας να παρακούσουν, οι δύο άντρες στάθηκαν τρέμοντας.

«Τι πάθατε όλοι σας;» φώναξε ο γρύπας. «Δεν είναι κανείς αρκετά γενναίος να μου μιλήσει;»

«Νομίζω», είπε ο ένας από τους εργάτες, με φωνή να τρέμει έτσι που τα λόγια του με δυσκολία να γίνονται κατανοητά, «ότι – ίσως να ερχόταν ο διάκονος».

«Πήγαινε να τον φωνάξεις, λοιπόν», είπε ο γρύπας. «Θέλω να τον δω».

Ο διάκονος, ένας απλός, κατώτερος εφημέριος της παλιάς εκκλησίας, είχε μόλις τελειώσει τον εσπερινό και έβγαινε από μια πλαϊνή πόρτα, μαζί με τρεις ηλικιωμένες γυναίκες που αποτελούσαν το καθημερινό εκκλησίασμα. Ο διάκονος ήταν ένας νέος άντρας, καλοδιάθετος και πάντα πρόθυμος να κάνει το καλό στους κατοίκους της πόλης. Χώρια από τα καθημερινά εκκλησιαστικά του καθήκοντα, επισκέπτονταν τους αρρώστους και τους πτωχούς, συμβούλευε και βοηθούσε όσους είχαν δυσκολίες και επιπλέον έκανε τον δάσκαλο στα άτακτα παιδιά της πόλης, με τα οποία κανείς άλλος δεν ήθελε να έχει καμιά σχέση. Οπότε κάποιος χρειαζόταν κάτι δύσκολο, πάντα προσέτρεχε στον διάκονο. Γι’ αυτό ο εργάτης σκέφτηκε τον νεαρό κληρικό να πάει και να μιλήσει στον γρύπα.

Ο διάκονος δεν είχε λάβει γνώση για το παράξενο περιστατικό, το οποίο είχε γίνει γνωστό σ’ ολόκληρη την πόλη εκτός από τον ίδιο και τις τρεις γυναίκες, και πληροφορούμενος για το γεγονός ότι ο γρύπας είχε ζητήσει να τον δει, έμεινε κατάπληκτος και τρομοκρατήθηκε.

«Εμένα θέλει;» αναφώνησε. «Μα δεν έχει ποτέ ακούσει για μένα! Γιατί, άραγε, να με θέλει;»

«Ω! πρέπει να πας αμέσως!» φώναξαν οι δύο άντρες. «Είναι πολύ θυμωμένος τώρα γιατί τον έχουμε και περιμένει τόσην ώρα. Και κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να γίνει αν δεν βιαστείς».

Ο καημένος διάκονος θα προτιμούσε να του κοπεί το χέρι παρά να βγει και να συναντήσει έναν θυμωμένο γρύπα. Όμως ένιωθε πως ήταν καθήκον του να πάει διότι θα ήταν θλιβερό αν κάτι κακό μπορούσε να συμβεί στους κατοίκους της πόλης επειδή δεν θα ήταν ο ίδιος αρκετά γενναίος να υπακούσει στο κάλεσμα του γρύπα. Γι’ αυτό, ωχρός από τον τρόμο, ξεκίνησε να τον συναντήσει.

«Λοιπόν», είπε ο γρύπας μόλις ο νεαρός πλησίασε. «Χαίρομαι που βλέπω πως υπάρχει κάποιος που έχει το θάρρος να με συναντήσει».

Ο διάκονος δεν ένιωθε και πολύ γενναίος, αλλά έσκυψε το κεφάλι του.

«Σ’ αυτή την πόλη», συνέχισε ο γρύπας, «πού υπάρχει μια εκκλησία με το ομοίωμά μου πάνω από τις πύλες της;»

Ο διάκονος κοίταξε το τρομακτικό πλάσμα που στεκόταν μπροστά του και διαπίστωσε ότι αναμφίβολα έμοιαζε ακριβώς σαν το πέτρινο άγαλμα της εκκλησίας. «Ναι», είπε, έχεις δίκιο».

«Τότε, λοιπόν», είπε ο γρύπας, «θα με πας σ’ αυτό; Θέλω πάρα πολύ να το δω».

Ο διάκονος αμέσως σκέφτηκε ότι εάν ο γρύπας έμπαινε στην πόλη χωρίς να γνωρίζουν οι κάτοικοι για το σκοπό που ήρθε, μερικοί απ’ αυτούς θα πέθαιναν από την τρομάρα τους, γι’ αυτό πάσχισε να κερδίσει χρόνο για να τους καθησυχάσει.

«Αρχίζει να σκοτεινιάζει τώρα», είπε πολύ φοβισμένος καθώς μιλούσε, μήπως τα λόγια του εξοργίσουν τον γρύπα, «και τα αντικείμενα μπροστά από την εκκλησία δεν φαίνονται καθαρά. Θα ήταν καλύτερα να περιμένουμε μέχρι το πρωί, αν θέλεις να δεις καλύτερα το άγαλμά σου».

«Αυτό μου ταιριάζει πολύ καλά», είπε ο γρύπας. «Βλέπω πως είσαι λογικός άνθρωπος. Είμαι κουρασμένος και λέω να πάρω έναν υπνάκο εδώ στο μαλακό αυτό χορτάρι, ενώ θα δροσίσω την ουρά μου στο ρυάκι εδώ κοντά. Η άκρη της ουράς μου πυρακτώνεται και γίνεται κατακόκκινη όταν ερεθίζομαι ή θυμώνω, και αυτή τη στιγμή είναι αρκετά καυτή. Πήγαινε, λοιπόν, αλλά φρόντισε να έρθεις νωρίς αύριο το πρωί και να μου δείξεις τον δρόμο προς την εκκλησία».

Αρκετά ανακουφισμένος ο διάκονος έφυγε και έσπευσε προς την πόλη. Μπροστά στην εκκλησία βρήκε ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων που είχαν συγκεντρωθεί για ν’ ακούσει την αναφορά του από τη συνέντευξή του με τον γρύπα. Αν και πληροφορήθηκαν ότι ο γρύπας δεν ήρθε να προκαλέσει μπελάδες, αλλά απλά για να δει το πέτρινο ομοίωμά του στην εκκλησία, δεν φάνηκαν ούτε ανακουφισμένοι ούτε ευχαριστημένοι, αλλά άρχισαν να κατηγορούν τον διάκονο που συμφώνησε να φέρει αυτό το πλάσμα στην πόλη.

«Τι να έκανα;» φώναξε ο νέος. «Και να μην τον φέρω, ο γρύπας θα έρθει μόνος του, και μπορεί τελικά να βάλει φωτιά στην πόλη με την πυρακτωμένη ουρά του». Οι άνθρωποι συνέχισαν να μην είναι ικανοποιημένοι και προτάθηκαν πολλά σχέδια αποτροπής του ερχομού του γρύπα στην πόλη. Μερικά ηλικιωμένα άτομα παρότρυναν τους νέους να πάνε και να σκοτώσουν τον γρύπα, αλλά οι νέοι χλεύασαν μια τέτοια γελοία ιδέα.

Κατόπιν κάποιος είπε πως θα ήταν καλό να καταστρέψουν το πέτρινο ομοίωμα, κι έτσι ο γρύπας δεν θα είχε καμιά δικαιολογία να μπει στην πόλη. Αυτή η πρόταση έγινε δεκτή με τέτοιον ενθουσιασμό που πολλοί έτρεξαν να φέρουν σφυριά, σκαρπέλα και λοστούς για να γκρεμίσουν και να καταστρέψουν τον πέτρινο γρύπα. Όμως, ο διάκονος αντιτάχτηκε σ’ αυτό το σχέδιο ψυχή τε και σώματι. Έπεισε τον κόσμο ότι αυτή η ενέργεια θα εξόργιζε τον γρύπα πέρα από κάθε μέτρο, γιατί δεν μπορούσαν να του κρύψουν ότι το ομοίωμά του είχε καταστραφεί τη νύχτα. Οι άνθρωποι, όμως, ήταν τόσο αποφασισμένοι να καταστρέψουν τον πέτρινο γρύπα ώστε ο διάκονος έβλεπε πως δεν υπήρχε άλλη διέξοδος παρά να παραμείνει άγρυπνος και να προστατέψει το άγαλμα. Όλη νύχτα περιπολούσε μπροστά από την πύλη της εκκλησίας, απομακρύνοντας τους άντρες που έφερναν σκάλες ν’ ανέβουν στο πέτρινο ομοίωμα και να το κάνουν κομμάτια με τα σφυριά και τους λοστούς. Μετά από ώρες ο κόσμος αναγκάστηκε να παρατήσει κάθε προσπάθεια και να πάει για ύπνο. Όμως, ο διάκονος παρέμεινε στη θέση του μέχρι νωρίς το πρωί και μετά έσπευσε προς το λιβάδι όπου είχε αφήσει τον γρύπα.

Το τέρας μόλις είχε ξυπνήσει και σηκώνοντας τα μπροστινά του πόδια για να τεντώσει το σώμα του είπε πως ήταν έτοιμο να πάει στην πόλη. Έτσι, λοιπόν, ο διάκονος πήρε τον δρόμο της επιστροφής με τον γρύπα να πετάει αργά λίγο πάνω από το κεφάλι του οδηγού του. Οι δρόμοι ήταν εντελώς έρημοι, γιατί όλοι είχαν μαζευτεί μπροστά από την εκκλησία, όπου ο διάκονος του έδειχνε τον πέτρινο γρύπα.

Ο αληθινός γρύπας βολεύτηκε στην πλατειούλα μπροστά στην εκκλησία και με μεγάλο ενδιαφέρον παρατηρούσε το σμιλεμένο του ομοίωμα. Καθόταν και το κοιτούσε με τις ώρες. Πρώτα έγερνε το κεφάλι του προς τη μια μεριά και κατόπιν προς την άλλη. Μετά έκλεινε το δεξί του μάτι και ατένιζε με το αριστερό, κάνοντας κατόπιν την ίδια ενέργεια με το δεξί. Ύστερα έκανε λίγο προς την μια μεριά κοιτάζοντας το ομοίωμα, και μετά πήγαινε προς την άλλη. Μετά από κάμποση ώρα απευθύνθηκε στον διάκονο, που στεκόταν εκεί όλη την ώρα, και του είπε:

«Είναι, όντως, ένα έξοχο ομοίωμα! Το εύρος ανάμεσα στα μάτια, εκείνο το πλατύ μέτωπο, εκείνα τα ογκώδη σαγόνια! Νιώθω ότι πρέπει να μου μοιάζει. Αν είναι να βρει κανείς κάποιο ψεγάδι, τούτο θα είναι στο σβέρκο που φαίνεται κάπως άκαμπτος. Αλλά αυτό είναι αμελητέο. Είναι ένα θαυμάσιο ομοίωμα! Θαυμάσιο!»

Ο γρύπας καθόταν και μελετούσε την εικόνα του όλο το πρωί και όλο το απόγευμα. Ο διάκονος φοβόταν να φύγει και να τον αφήσει, έχοντας την ελπίδα να ικανοποιηθεί ο γρύπας κατά τη διάρκεια της ημέρας με την επιθεώρησή του και να φύγει πίσω στα μέρη του πετώντας.

Όμως, κατά το βράδυ ο άμοιρος νέος άντρας ήταν πολύ κουρασμένος, και αισθανόταν ότι έπρεπε να φάει και να κοιμηθεί. Εξέφρασε με ειλικρίνεια στον γρύπα το πώς ένιωθε και μάλιστα τον ρώτησε αν ήθελε κι ο ίδιος κάτι να φάει. Πρότεινε το τελευταίο από ευγένεια, αλλά δεν πρόλαβε καλά-καλά να τελειώσει την πρόταση και τρόμος τον κατέλαβε μήπως το τέρας ζητούσε να φάει καμιά ντουζίνα μωρά ή κάποιο λαχταριστό γεύμα αυτού του είδους.

«Ω, όχι», είπε ο γρύπας, «ποτέ δεν τρώω στο διάστημα μεταξύ των ισημεριών. Στην εαρινή και στην φθινοπωρινή ισημερία τρώω ένα καλό γεύμα που με κρατάει μισό χρόνο. Είμαι εξαιρετικά τακτικός στις συνήθειες μου, και γι’ αυτό δεν νομίζω ότι είναι υγιεινό να τρώω σε ακανόνιστα διαστήματα. Αλλά αν εσύ χρειάζεσαι φαγητό, πήγαινε να φας, κι εγώ θα γυρίσω πίσω στο απαλό χορτάρι, όπου κοιμήθηκα χθες τη νύχτα για να ξαναπάρω έναν υπνάκο.

Την επόμενη μέρα ο γρύπας ξαναπήγε στην πλατειούλα μπροστά στην εκκλησία και παρέμεινε εκεί μέχρι το βράδυ, μελετώντας αδιάκοπα τον πέτρινο γρύπα πάνω από την πύλη. Ο διάκονος βγήκε μια ή δυο φορές να τον κοιτάξει, και ο γρύπας φάνηκε πολύ χαρούμενος που τον είδε. Αλλά ο νεαρός κληρικός δεν μπορούσε να μείνει όπως πριν διότι είχε να εκτελέσει πολλά καθήκοντα. Κανείς δεν πάτησε στην εκκλησία, αλλά οι κάτοικοι πήγαν στο σπίτι του διακόνου, και ανήσυχοι τον ρωτούσαν πόσον καιρό επρόκειτο να μείνει ο γρύπας.

«Δεν ξέρω», απάντησε, «αλλά νομίζω πως σύντομα θα χορτάσει να βλέπει το πέτρινο ομοίωμά του και θα φύγει».

Όμως, ο γρύπας δεν έλεγε να φύγει. Κάθε μέρα το πρωί ερχόταν στην εκκλησία, αλλά μετά από λίγο καιρό δεν έμενε όλη μέρα. Φαίνεται να συμπάθησε πολύ τον διάκονο και τον ακολουθούσε εδώ κι εκεί στις δουλειές του.

Τον περίμενε στη διπλανή πόρτα της εκκλησίας, διότι ο διάκονος έψαλλε λειτουργίες κάθε μέρα, όρθρους και εσπερινούς, αν και κανείς δεν ερχόταν πλέον. «Αν τυχόν έρθει κάποιος», μονολογούσε, «πρέπει να με βρει στο πόστο μου».

Όταν ο νεαρός κληρικός έβγαινε από την εκκλησία, ο γρύπας τον συνόδευε στις επισκέψεις του σε φτωχούς και αρρώστους, και συχνά κοίταζε από τα παράθυρα του σχολείου, όπου ο διάκονος έκανε μάθημα στα άτακτα σχολιαρούδια  του. Όλα τα άλλα σχολεία είχαν κλείσει, αλλά οι γονείς των μαθητών του διακόνου έστελναν τα παιδιά τους με το ζόρι, επειδή ήταν τόσο άτακτα που δεν μπορούσαν να τα υποφέρουν όλη μέρα στο σπίτι, γρύπας ξεγρύπας.  Πρέπει, όμως, εδώ να παρατηρήσουμε ότι αυτοί οι μαθητές έδειχναν πολύ καλή διαγωγή όταν το πελώριο τέρας καθόταν πάνω στην ουρά του και τα κοιτούσε από το παράθυρο της αίθουσας.

Όταν πια όλοι έκριναν πως ο γρύπας δεν έδειχνε κανένα σημάδι να φύγει, όλοι όσοι μπορούσαν, εγκατέλειψαν την πόλη. Οι αρχιδιάκονοι και οι ανώτεροι κληρικοί το είχαν σκάσει ήδη από την πρώτη μέρα της επίσκεψης του γρύπα, αφήνοντας πίσω τους μόνο τον διάκονο και κάποιους άλλους που άνοιγαν τις πόρτες και σκούπιζαν την εκκλησία. Όλοι οι πολίτες που είχαν την πολυτέλεια κλείδωσαν τα σπίτια τους και ταξίδεψαν σε μακρινά μέρη. Μόνο οι φτωχοί και οι εργαζόμενοι έμειναν πίσω. Μετά από λίγες μέρες αποτόλμησαν κι αυτοί να ξεμυτίσουν και να πάνε στις δουλειές τους – ειδάλλως θα πέθαιναν της πείνας. Άρχισαν σιγά-σιγά να συνηθίζουν τη θέα τον γρύπα και, μαθαίνοντας ότι τρώει μεταξύ των ισημεριών, δεν τον φοβούνταν τόσο όσο πριν.

Μέρα με τη μέρα ο γρύπας δενόταν όλο και περισσότερο με τον διάκονο. Βρισκόταν κοντά του τον περισσότερο χρόνο και συχνά περνούσε τη νύχτα μπροστά από το σπιτάκι όπου ζούσε ο νεαρός διάκονος μόνος του. Αφενός, αυτή η παράξενη συντροφικότητα ήταν συχνά ενοχλητική για τον διάκονο, αφετέρου, όμως, δεν μπορούσε να αρνηθεί το γεγονός ότι αντλούσε πολύ κέρδος και καθοδήγηση απ’ αυτή. Ο γρύπας ζούσε για εκατοντάδες χρόνια και έχοντας δει πολλά, δίδασκε στον διάκονο πολλά θαυμάσια πράγματα.

«Είναι σαν να διαβάζεις ένα παλιό βιβλίο», έλεγε ο κληρικός μόνος του. «Φαντάσου πόσα βιβλία έπρεπε να μελετήσω για να μάθω όσα μου είπε ο γρύπας για τη γη, τον αέρα, το νερό, για τα ορυκτά και τα μέταλλα, για το πώς να καλλιεργείς τα σπαρτά, και γενικά για όλα τα θαύματα του κόσμου!»

«Έτσι περνούσε το καλοκαίρι και πλησίαζε προς το τέλος του. Και τώρα οι πολίτες άρχισαν και πάλι ν’ ανησυχούν πάρα πολύ.

«Δεν έμεινε πολύς καιρός», έλεγαν, «μέχρι τη φθινοπωρινή ισημερία, και τότε το τέρας θα θελήσει να φάει. Θα πεινάει τρομερά, γιατί έχει κουραστεί τόσο πολύ από το τελευταίο του γεύμα. Θα καταβροχθίσει τα παιδιά μας. Αναμφίβολα, θα τα φάει όλα. Τι θα κάνουμε;»

Κανείς δεν μπορούσε να δώσει απάντηση στην ερώτηση αυτή, αλλά όλοι συμφώνησαν να μην επιτρέψουν να παραμείνει ο γρύπας μέχρι την ισημερία που πλησίαζε. Αφού επί μακρόν συζήτησαν το θέμα, ένα πλήθος ανθρώπων πήγε στον διάκονο όταν ο γρύπας έλλειπε.

«Εσύ φταις αποκλειστικά», παραπονέθηκαν, «που το τέρας είναι ανάμεσά μας. Εσύ τον έφερες εδώ, κι εσύ οφείλεις να φροντίσεις να φύγει. Εξαιτίας σου παραμένει, γιατί, αν και επισκέπτεται το ομοίωμά του καθημερινώς, τον περισσότερο καιρό είναι μαζί σου. Αν δεν ήσουν εδώ, αυτός δεν θα έμενε. Είναι λοιπόν καθήκον σου να φύγεις κι αυτός θα σ’ ακολουθήσει κι έτσι εμείς θα γλιτώσουμε από τον τρομερό κίνδυνο που κρέμεται πάνω μας».

«Φύγετε από μπροστά μου!» φώναξε ο διάκονος, πολύ πικραμένος που του μίλησαν μ’ αυτόν τον τρόπο. «Πού να πάω; Αν φύγω σε μια άλλη πόλη, δεν θα μεταφέρω το πρόβλημα εκεί; Έχω δικαίωμα να κάνω κάτι τέτοιο;»

«Όχι», απάντησαν, «να μην πας σε καμιά άλλη πόλη. Δεν υπάρχει πόλη αρκετά μακριά. Να πας στις άγριες ερημιές όπου ζει ο γρύπας, και μετά θα σ’ ακολουθήσει και θα μείνει εκεί».

Δεν έλεγαν αν προσδοκούσαν, ή όχι, ο διάκονος να μείνει κι αυτός εκεί, και ο ίδιος δεν τους ρώτησε τίποτε γι’ αυτό. Έσκυψε το κεφάλι του και μπήκε στο σπίτι του να σκεφτεί. Όσο περισσότερο σκεφτόταν, τόσο ξεκάθαρο γινόταν το μυαλό του πως ήταν καθήκον του να φύγει και κατ’ αυτόν τον τρόπο να απαλλάξει την πόλη από την παρουσία του γρύπα.

Εκείνο το βράδυ ετοίμασε έναν δερμάτινο σάκο γεμίζοντάς τον με ψωμί και κρέας, και νωρίς το άλλο πρωί ξεκίνησε το ταξίδι του για τις άγριες ερημιές. Ήταν μια μεγάλη, κουραστική και θλιβερή πεζοπορία, ιδίως όταν είχε απομακρυνθεί από τις κατοικήσιμες περιοχές. Όμως, ο διάκονος συνέχισε με θάρρος χωρίς τον παραμικρό δισταγμό. 

Το δρόμος αποδείχθηκε μακρύτερος από το αναμενόμενο και οι προμήθειές του γρήγορα ελαττώθηκαν τόσο πολύ που αναγκάστηκε να τρώει πολύ λίγο κάθε μέρα. Το θάρρος του, όμως, δεν τον εγκατέλειψε και συνέχισε την πορεία του με επιμονή. Μετά από πολλές μέρες επίπονης διαδρομής, έφτασε στις άγριες ερημιές.

Όταν ο γρύπας ανακάλυψε ότι ο διάκονος εγκατέλειψε την πόλη φάνηκε να λυπήθηκε αλλά δεν εξέφρασε καμιά επιθυμία να πάει να τον ψάξει. Δεν πέρασαν, όμως, πολλές μέρες και ο γρύπας ενοχλήθηκε πολύ, και γι’ αυτό ρώτησε κάποιους από τους κατοίκους πού είχε πάει ο διάκονος. Αλλά, αν και οι πολίτες είχαν εκφράσει την ανησυχία τους ώστε να στείλουν τον νεαρό κληρικό στις άγριες ερημιές με την ελπίδα να τον ακολουθήσει αμέσως ο γρύπας, φοβήθηκαν τώρα ν’ αναφέρουν τον προορισμό του διακόνου, γιατί το τέρας φαινόταν ήδη θυμωμένο, και αν υποψιαζόταν το τέχνασμά τους, αναμφίβολα θα εξοργιζόταν υπερβολικά. Έτσι όλοι προσποιήθηκαν άγνοια, και ο γρύπας περιφερόταν εδώ κι εκεί απογοητευμένος. Ένα πρωί κοίταξε μέσα στη σχολική αίθουσα του διακόνου, η οποία ήταν πλέον άδεια, και σκέφτηκε ότι θα ήταν κρίμα να μένει αχρησιμοποίητη εξαιτίας της απουσίας του κληρικού.

«Δεν πειράζει τόσο για την εκκλησία», είπε, «έτσι κι αλλιώς δεν πατάει κανείς πια, αλλά είναι κρίμα για το σχολείο. Σκέπτομαι να κάνω μαθήματα ο ίδιος μέχρι να επιστρέψει αυτός».

Ήταν λοιπόν καιρός ν’ ανοίξει το σχολείο. Ο γρύπας μπήκε στην αίθουσα και τράβηξε το σχοινί που σήμανε το καμπανάκι. Μερικά από τα παιδιά που άκουσαν το καμπανάκι έτρεξαν να δουν το συνέβαινε, υποθέτοντας πως επρόκειτο για φάρσα κάποιου συντρόφου τους. Αλλά βλέποντας τον γρύπα έμειναν αποσβολωμένα και κατατρομαγμένα.

«Άντε πηγαίνετε να πείτε και στους άλλους μαθητές», είπε το τέρας, «ότι το σχολείο θα ανοίξει αμέσως κι αν δεν βρίσκονται όλοι εδώ σε δέκα λεπτά, θα τους φέρω με το ζόρι». Σε εφτά λεπτά κάθε μαθητής βρισκόταν στη θέση του.

Ποτέ πριν δεν υπήρξε μια τέτοια τάξη σε σχολείο. Ούτε αγόρι ή κορίτσι τολμούσαν να κουνηθούν ή να βγάλουν έστω έναν ψίθυρο. Ο γρύπας ανέβηκε στην έδρα, με απλωμένα τα φτερά του, μια και δεν μπορούσε ν’ ακουμπήσει την πλάτη του στην καρέκλα. Είχε κουλουριασμένη την ουρά του γύρω του και μπροστά από την έδρα, ενώ το αιχμηρό κεντρί της ήταν ανασηκωμένο, έτοιμο να πλήξει αγόρι ή κορίτσι αν δεν συμπεριφερόταν καλά.

Ο γρύπας απευθύνθηκε στους μαθητές λέγοντάς τους ότι είχε την πρόθεση να τους διδάξει όσον καιρό έλειπε ο δάσκαλός τους. Ενώ τους μιλούσε πάσχιζε να μιμηθεί, όσο πιο καλά μπορούσε, την ήπια και απαλή φωνή του διακόνου, αλλά πρέπει να παραδεχθούμε ότι δεν τα κατάφερνε και πολύ καλά. Έδινε μεγάλη προσοχή στο σχολικό πρόγραμμα και ήταν αποφασισμένος να μην τους διδάξει κάτι καινούργιο, αλλά να τους κάνει μια ανασκόπηση για όσα είχαν μάθει. Κι έτσι καλούσε τις διάφορες τάξεις και τους εξέταζε στα προηγούμενα μαθήματα. Τα παιδιά έστυβαν το μυαλό τους να θυμηθούν όσα είχαν μάθει. Φοβούνταν να προκαλέσουν τη δυσαρέσκεια του γρύπα και έλεγαν το μάθημά τους τόσο καλά όσο ποτέ πριν. Ένα από τα αγόρια που καθόταν στο τέλος της αίθουσας έδωσε μια τόσο καλή απάντηση που εξέπληξε τον γρύπα. «Νομίζω πως πρέπει να κάθεσαι μπροστά στην τάξη», είπε. «Είμαι βέβαιος πως ποτέ πριν δεν έλεγες τόσο καλό μάθημα. Πώς γίνεται αυτό;»

«Γιατί μέχρι τώρα απλώς τα φόρτωνα στον κόκορα», απάντησε το αγόρι τρέμοντας ολόκληρο. Αναγκάστηκε να πει την αλήθεια, διότι όλα τα παιδιά σκέφτηκαν πως τα μεγάλα μάτια του γρύπα μπορούσαν να μαντέψουν τι έκρυβαν στην ψυχή τους, και ότι ο γρύπας θα καταλάβαινε πότε έλεγαν ψέματα.

«Πρέπει να ντρέπεσαι για τον εαυτό σου», είπε ο γρύπας. «Πήγαινε τώρα στη θέση σου, και εάν δεν είσαι στο μπροστινό θρανίο σε δυο μέρες, θα μάθω τον λόγο γιατί».

Το επόμενο απόγευμα το αγόρι αυτό ήταν ο πρώτος μαθητής.

Ήταν εκπληκτικό πόσα πράγματα είχαν μάθει τώρα αυτά τα παιδιά από όσα μελετούσαν. Ήταν σαν να είχαν εκπαιδευτεί εκ νέου. Ο γρύπας δεν έδειχνε καμιά αυστηρότητα απέναντί τους, αλλά το βλέμμα του τα έκανε να μη θέλουν να πάνε για ύπνο εάν δεν είχαν κάνει τα μαθήματά τους για την επόμενη μέρα.



Ο γρύπας τώρα σκεφτόταν ότι όφειλε να επισκεφτεί τους αρρώστους και τους φτωχούς. Γι’ αυτό άρχισε να περιδιαβάζει την πόλη γι’ αυτόν τον σκοπό. Η επίδραση πάνω στους αρρώστους ήταν θαυματουργική. Όλοι, εκτός από εκείνους που ήταν πραγματικά άρρωστοι, σηκώθηκαν πηδώντας από τα κρεβάτια τους δηλώνοντας πως ήταν εντελώς καλά. Στους πραγματικά άρρωστους έδινε βότανα και ρίζες –  πράγματα που ποτέ κανείς δεν τα περνούσε ως φαρμακευτικά, αλλά τα οποία ο γρύπας είχε δει να χρησιμοποιούν σε διαφορετικά μέρη του κόσμου – και αμέσως γίνονταν καλά. Όμως, παρ’ όλα αυτά, αργότερα έλεγαν, άσχετα από την αίσια έκβαση, ότι έλπιζαν να μην τύχει να έχουν έναν τέτοιο γιατρό δίπλα στο κρεβάτι τους να εξετάζει τον σφυγμό τους και να βλέπει την γλώσσα τους. Όσο για τους φτωχούς, αυτοί φάνηκαν να έχουν εξαφανιστεί. Όλοι όσοι βασίζονταν στην ελεημοσύνη των άλλων για τον επιούσιο, βρέθηκαν τώρα να δουλεύουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Πολλοί απ’ αυτούς προσφέρθηκαν να δουλέψουν περιστασιακά για τους γείτονές τους ως προς το ζην – πράγμα που πριν σχεδόν ποτέ δεν είχε συμβεί στην πόλη. Έτσι ο γρύπας δεν εύρισκε κανέναν που να χρειάζεται τη βοήθειά του.

Το καλοκαίρι είχε τώρα περάσει και γρήγορα πλησίαζε η φθινοπωρινή ισημερία. Οι πολίτες τώρα βρίσκονταν σε μια κατάσταση μεγάλης ανησυχίας και άγχους. Ο γρύπας δεν έδειχνε κανένα σημάδι να φύγει, αλλά φαινόταν να είχε εγκατασταθεί μόνιμα ανάμεσά τους. Πολύ σύντομα θα έφτανε η μέρα για το εξαμηνιαίο του γεύμα, και τότε τι θα γινόταν; Το τέρας θα ήταν οπωσδήποτε πολύ πεινασμένο και θα καταβρόχθιζε όλα τους τα παιδιά. Και τώρα το μετάνιωσαν πικρά και θρηνούσαν που είχαν διώξει τον διάκονο. Αυτός ήταν ο μόνος στον οποίο μπορούσαν να βασιστούν γι’ αυτήν τους τη συμφορά, επειδή μπορούσε να μιλάει ελεύθερα με τον γρύπα κι έτσι θα εύρισκε λύση στο πρόβλημά του. Αλλά δεν έπρεπε να μείνουν τώρα με τα χέρια σταυρωμένα. Έπρεπε να κάνουν κάτι αμέσως. Έγινε συμβούλιο των πολιτών και ανατέθηκε σε δύο γέροντες να πάνε και να μιλήσουν με τον γρύπα. Τους δόθηκαν οδηγίες να προτείνουν στον γρύπα την προσφορά ενός πλούσιου γεύματος κατά την ισημερία – τέτοιο που να ικανοποιήσει την πείνα του.

Θα του προσέφεραν το πιο παχύ αρνάκι γάλακτος, το πιο τρυφερό μοσχαρίσιο, ψάρια και διάφορα κυνήγια – και ό, τι άλλο θα τραβούσε η όρεξή του. Αν τίποτε από αυτά δεν ταίριαζε στα γούστα του, επρόκειτο να αναφέρουν ότι υπήρχε ένα ορφανοτροφείο στη διπλανή πόλη. «Οτιδήποτε άλλο θα ήταν καλύτερο», σκέφτηκαν οι πολίτες, «από το από το τα κατασπαράξει τα αγαπημένα μας παιδιά».

Οι γέροντες πήγαν και συνάντησαν τον γρύπα. Όμως οι προτάσεις τους δεν έγιναν ευνοϊκά δεκτές.

«Απ’ όσα έχω παρατηρήσει στους κατοίκους της πόλης», απάντησε το τέρας, «δεν νομίζω πως θα ευχαριστηθώ μ’ οτιδήποτε μου ετοιμάσουν. Όλοι τους φαίνονται δειλοί και, γι’ αυτό, είναι κακοί και φιλοτομαριστές. Ούτε στιγμή δεν μου περνάει από το νου μου να φάω έναν απ’ αυτούς. Αντιθέτως, υπήρξε μόνο ένα πλάσμα σ’ ολόκληρη την πόλη που θα μου έκανε όρεξη, κι αυτός είναι ο διάκονος που έφυγε. Ήταν γενναίος, καλός και έντιμος, και νομίζω ότι πράγματι με πολλή όρεξη θα τον έτρωγα».

«Α!» είπε ένας από τους γέροντες με πολλή ευγένεια, «εν τοιαύτη περιπτώσει, μακάρι να μην τον είχαμε διώξει στις άγριες ερημιές!»

«Τι πράγμα!» ξεφώνισε ο γρύπας. «Τι θέλετε να πείτε; Εξηγηθείτε αμέσως γιατί πράγμα μιλάτε!»

Ο γέροντας, κατατρομαγμένος με αυτό που είπε, αναγκάστηκε να πει πώς οι κάτοικοι είχαν διώξει τον διάκονο, ελπίζοντας ότι ο γρύπας θα είχε παρακινηθεί να τον ακολουθήσει.

Όταν το τέρας άκουσε όλα αυτά, έγινε έξαλλο από οργή. Έφυγε με μανία μακριά από τους γέροντες και ανοίγοντας τα φτερά του άρχισε να πετάει πέρα δώθε πάνω από την πόλη. Ήταν τόσο ταραγμένος που η άκρη της ουράς του πυρακτώθηκε τόσο πολύ που έγινε κατακόκκινη σαν μετεωρίτης στον βραδινό ουρανό. Όταν επιτέλους βολεύτηκε στο λιβαδάκι, όπου συνήθιζε να ξεκουράζεται, και έβαλε την ουρά του στο διπλανό ρυάκι, το νερό έβγαλε ατμό και έτρεξε καυτό μέσα από την πόλη. Οι πολίτες κατατρόμαξαν και πικρόχολα έριξαν το φταίξιμο στον γέρο που τα ξέρασε όλα για τον διάκονο.

«Είναι φανερό», έλεγαν, «ότι ο γρύπας σκόπευε να πάει να τον ψάξει, και εμείς θα γλιτώναμε. Τώρα ποιος μπορεί να πει τι κακό μας έχεις κάνει;»

Ο γρύπας δεν έμεινε πολύ στο λιβαδάκι. Μόλις κρύωσε η ουρά του, πέταξε προς το δημαρχείο και χτύπησε την καμπάνα. Οι πολίτες ήξεραν ότι τους περίμενε εκεί. Αν και φοβόνταν να πάνε, φοβόνταν περισσότερο να μείνουν μακριά. Κι έτσι στριμώχτηκαν όλοι στο δημαρχείο. Ο γρύπας στάθηκε πάνω στην εξέδρα σε μια άκρη, ανοιγοκλείνοντας τα φτερά του και βαδίζοντας πέρα δώθε, ενώ η άκρη της ουράς του ήταν ακόμη τόσο ζεστή που καψάλιζε τα σανίδια καθώς την έσερνε πίσω του.

Όταν όλοι όσοι μπόρεσαν να έρθουν ήταν παρόντες, ο γρύπες στάθηκε ακίνητος και απευθύνθηκε στη συγκέντρωση.

«Δεν έχω καθόλου καλή γνώμη για σας», είπε, «από τότε που ανακάλυψα πόσο κιοτήδες είστε, αλλά ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι είσαστε τόσο αγνώμονες, φιλοτομαριστές και άπονοι όσο σας βρίσκω τώρα. Είχατε τον διάκονο που μοχθούσε μέρα – νύχτα για το καλό σας, και δεν σκεφτόταν τίποτε άλλο από το να σας ευεργετεί και να σας κάνει ευτυχισμένους. Κι εσείς, μόλις φανταστήκατε ότι απειληθήκατε από κάποιο κίνδυνο – επειδή πολύ καλά γνωρίζω πόσο με φοβάστε – τον διώξατε χωρίς τα δίνετε δεκάρα εάν επιστρέψει ή χαθεί, ελπίζοντας μόνο έτσι να γλιτώσετε τον εαυτούλη σας. Επειδή τρέφω μεγάλη συμπάθεια γι’ αυτόν τον νεαρό, είχα σκοπό να πάω να τον βρω σε κάνα δυο μέρες. Τώρα, όμως, άλλαξα γνώμη. Θα πάω, βέβαια, να τον βρω, αλλά θα τον στείλω πίσω να μένει μαζί σας, και θα φροντίσω να ανταμειφθεί για τους κόπους και τις θυσίες του.

«Μερικοί από εσάς να πάτε στους αξιωματούχους της εκκλησίας, που τόσο άνανδρα το έσκασαν όταν πρωτοήρθα, και να τους πείτε να μην τολμήσουν να επιστρέψουν σ’ αυτή την πόλη επί ποινή θανάτου. Κι εάν, όταν επιστρέψει ο διάκονός σας, δεν ταπεινωθείτε μπροστά του, δεν τον βάλετε στην πιο υψηλή θέση ανάμεσά σας και δεν τον υπηρετείτε και τιμάτε για όλη του τη ζωή, φυλαχτείτε από την τρομερή μου εκδίκηση! Δύο καλά υπήρχαν σ’ αυτή την πόλη: ο διάκονος και το άγαλμά μου πάνω από την πύλη της εκκλησίας. Τον ένα τον διώξατε, και το άλλο θα το πάρω εγώ μαζί μου.»

«Μ’ αυτά τα λόγια διέλυσε τη συγκέντρωση, και καιρός πια ήταν, διότι η άκρη της ουράς του πυρακτώθηκε τόσο πολύ που υπήρχε κίνδυνος να βάλει φωτιά στο δημαρχείο. Το επόμενο πρωί ο γρύπας πήγε στην εκκλησία και αποσπώντας το πέτρινο ομοίωμά του από το βάθρο του πάνω από τη μεγάλη πύλη, το άρπαξε με τα δυνατά μπροστινά του πόδια και πέταξε ψηλά στον αέρα. Κατόπιν, αφού αιωρήθηκε για μια στιγμή πάνω από την πόλη, κούνησε θυμωμένος την ουρά του και ξεκίνησε την πτήση του προς τις άγριες ερημιές. Όταν έφτασε σ’ αυτή την ερημωμένη περιοχή, ακούμπησε το πέτρινο άγαλμα πάνω στο κράσπεδο ενός βράχου που υψωνόταν μπροστά από το ζοφερό σπήλαιο που είχε για σπίτι του. Εκεί το άγαλμα καταλάμβανε μια θέση παρόμοια μ’ εκείνη που είχε πάνω από την πύλη της εκκλησίας. Ο γρύπας, λαχανιασμένος από την προσπάθεια να μεταφέρει ένα τόσο βαρύ φορτίο σε μια τόσο μεγάλη απόσταση, ξάπλωσε πάνω στο έδαφος και το κοίταζε με μεγάλη ικανοποίηση. Όταν ξεκουράστηκε κάπως, έψαξε να βρει τον διάκονο. Βρήκε τον νεαρό άντρα, αδύναμο και  μισοπεθαμένο από την πείνα, να ξαπλώνει στη σκιά ενός βράχου. Τον σήκωσε και τον μετέφερε στη σπηλιά του. Μετά ο γρύπας πέταξε σ’ έναν μακρινό βάλτο, όπου εφοδιάστηκε με μερικές ρίζες και βότανα τα οποία, πολύ καλά ήξερε, ήταν δυναμωτικά και ωφέλιμα στον άνθρωπο, αν και ο ίδιος ποτέ δεν είχε δοκιμάσει. Αφού ο διάκονος πήρε αυτά τα ιάματα, ανένηψε αμέσως, ανακάθισε και άκουγε ενώ ο γρύπας του ιστορούσε τι είχε συμβεί στην πόλη. «Ξέρεις», είπε το τέρας όταν τελείωσε, «ότι τρέφω μεγάλη συμπάθεια για σένα;»

«Χαίρομαι που το ακούω», είπε με τη συνηθισμένη ευγένεια ο διάκονος.

«Δεν είμαι καθόλου βέβαιος πως θα χαιρόσουν», πρόσθεσε ο γρύπας, «αν καταλάβαινες πλήρως πώς έχουν τα πράγματα. Αλλά αυτό δεν είναι επί της παρούσης. Εάν κάποια πράγματα ήταν διαφορετικά, άλλα πράγματα θα ήταν αλλιώς. Έχω τόσο πολύ εξοργιστεί που ανακάλυψα τον τρόπο που σου φέρθηκαν και γι’ αυτό αποφάσισα να χαρείς επιτέλους τις ανταμοιβές και τις τιμές που δικαιούσαι. Ξάπλωσε τώρα και κοιμήσου ήσυχα, και κατόπιν θα σε πάω πίσω στην πόλη.»

Ακούγοντας αυτά τα λόγια, ο διάκονος σκυθρώπιασε προβληματισμένος.

«Δεν χρειάζεται να ανησυχείς καθόλου», τον διαβεβαίωσε ο γρύπας, «σχετικά με την επιστροφή μου στην πόλη. Τώρα που έχω μαζί μου το θαυμάσιο ομοίωμά μου μπροστά στη σπηλιά μου, όπου μπορώ να κάθομαι και να το κοιτάζω με την άνεσή μου, και το βλέμμα μου να χαϊδεύει τα ευγενικά χαρακτηριστικά και τις υπέροχες αναλογίες, δεν έχω καμιά διάθεση να βλέπω εκείνη την κατοικία των δειλών και ιδιοτελών ανθρώπων».

Ανακουφισμένος από τους φόβους του, ο διάκονος ξάπλωσε και έπεσε σε νάρκη. Κι ενώ βρισκόταν σε βαθύ ύπνο, ο γρύπας τον σήκωσε και τον μετέφερε πίσω στην πόλη. Έφτασε ακριβώς πριν από την αυγή, και ακουμπώντας απαλά τον νεαρό άνθρωπο πάνω στο γρασίδι του λιβαδιού, όπου και ο ίδιος συνήθιζε να ξεκουράζεται, ο γρύπας, χωρίς να γίνει αντιληπτός από τους κατοίκους γύρισε πίσω στα μέρη του πετώντας.



Όταν ο διάκονος έκανε την εμφάνισή του το πρωί στους πολίτες, έγινε ειλικρινά και υπέροχα δεκτός με ενθουσιασμό και εγκαρδιότητα. Τον πήγαν σ’ ένα σπίτι που έμεινε πριν ένας από τους εξόριστους αξιωματούχους του τόπου, και όλοι ήσαν πρόθυμοι να κάνουν τα πάντα για την υγεία και την άνεση του διακόνου. Η εκκλησία συνωστιζόταν όταν ο διάκονος έψαλλε τη λειτουργία, σε τέτοιο βαθμό που οι τρεις ηλικιωμένες εκκλησάρισσες, που μέχρι τότε αποτελούσαν το καθημερινό εκκλησίασμα, αδυνατούσαν να πιάσουν τα καλύτερα στασίδια, όπου πάντα συνήθιζαν να κάθονται. Οι γονείς, πάλι, των άτακτων παιδιών, αποφάσισαν να τα συνετίσουν στο σπίτι τους, έτσι που ο διάκονος ν’ απαλλαγεί από τον κόπο να τα κρατάει στο πρώην σχολείο του. Ο διάκονος διορίστηκε στο ανώτατο εκκλησιαστικό αξίωμα της παλιάς εκκλησίας, και πριν από τον θάνατό του έγινε επίσκοπος.

Κατά τη διάρκεια των πρώτων χρόνων της επιστροφής του από τις άγριες ερημιές, οι άνθρωποι της πόλης τον θαύμαζαν σαν άτομο που έπρεπε να τον τιμούν και να τον σέβονται. Όμως, συχνά, έστρεφαν τα μάτια τους προς τον ουρανό μήπως και δουν τίποτε σημάδια ενός επικείμενου ερχομού του γρύπα. Αλλά, καθώς περνούσε ο καιρός, έμαθαν να τιμούν και να ευλαβούνται τον πρώην τους διάκονο χωρίς τον φόβο της τιμωρίας.

Όμως, δεν χρειάστηκε ποτέ πια να φοβούνται τον γρύπα. Η φθινοπωρινή ισημερία ήρθε και πέρασε και το τέρας δεν έφαγε τίποτε. Εφόσον δεν μπορούσε να φάει τον διάκονο – που τόσο συμπαθούσε – δεν νοιάστηκε για τίποτε άλλο. Κι έτσι, ξαπλωμένος με τα μάτια καρφωμένα στον πέτρινο γρύπα, λίγο – λίγο αδυνάτισε και πέθανε. Αυτό ήταν καλό που κάποιοι άνθρωποι της πόλης δεν το έμαθαν. Αν ποτέ τύχει να επισκεφτείς την παλιά πόλη, θα μπορείς ακόμη να δεις τους μικρούς γρύπες στους πλευρικούς τοίχους της εκκλησίας, αλλά ο μεγάλος πέτρινος γρύπας πάνω από την πύλη λείπει.

 Για το πρωτότυπο αγγλικό βλέπε: 

The Griffin and the Minor Canon