TΟ ΠΟΔΙ ΤΗΣ
ΜΑΪΜΟΥΣ
Γουίλιαμ
Γουάιμαρκ Τζέικομπς*
Απόδοση:
Βασίλης Κ. Μηλίτσης
Ι.
Έξω
η νύχτα ήταν βροχερή κι έκανε κρύο, αλλά στο μικρό σαλόνι της Βίλας Λαμπούρνουμ, είχαν κατεβάσει τις
γρίλιες και η φωτιά στο τζάκι έκαιγε ζωηρά. Πατέρας και γιος ήταν απορροφημένοι
σε μια παρτίδα σκάκι. Ο πατέρας είχε καινοτόμες ιδέες για το παιχνίδι που
ενείχαν ριζικές αλλαγές, τοποθετώντας τον Βασιλιά σε τέτοιους μεγάλους και
περιττούς κινδύνους πράγμα που προκαλούσε αρνητικά σχόλια ακόμη κι από την
ηλικιωμένη ασπρομάλλα κυρία που έπλεκε ήρεμα κοντά στη φωτιά.
«Για
ακούστε πώς φυσάει», είπε η κυρία Γουάιτ, που βλέποντας πολύ αργά ένα μοιραίο
λάθος του γιου της, θέλησε στοργικά να αποτρέψει το γιο της να το δει.
«Ακούω»,
είπε ο γιος της, ατενίζοντας σκυθρωπά τη σκακιέρα πριν απλώσει το χέρι του στο
πιόνι. «Ρουά».
«Δε
νομίζω πως θα έρθει απόψε», είπε ο πατέρας του με το χέρι του να αιωρείται πάνω
από τη σκακιέρα.
«Ματ»,
απάντησε ο γιος.
«Αυτό
είναι το χειρότερο μέρος να μένει κανείς τόσο μακριά», ξεφώνησε ο κύριος Γουάιτ
με μια ξαφνική και απρόσμενη βιαιότητα. «Απ’ όλα τα βάρβαρα, βορβορώδη, απόμερα
μέρη δε βρίσκεται χειρότερο να μένει κανείς. Το μονοπάτι είναι βάλτος κι ο
δρόμος χείμαρρος. Δεν ξέρω τι σκέφτονται οι άλλοι. Υποθέτω πως, επειδή μόνο δυο
σπίτια σ’ αυτόν το δρόμο είναι νοικιασμένα, λένε ότι δεν τους νοιάζει.
«Μη
χολοσκάς, καλέ μου» είπε η γυναίκα του καθησυχάζοντάς τον. «Ίσως κερδίσεις την
επόμενη φορά».
Ο
κύριος Γουάιτ σήκωσε τα μάτια του θυμωμένα, τη στιγμή ακριβώς για να
ανταλλάξουν μια ματιά με νόημα μάνα και γιος. Τα λόγια που ετοιμαζόταν να πει
πάγωσαν στα χείλη του, και έκρυψε μέσα στα λεπτά του γένια ένα ένοχο μειδίαμα.
«Νάτος
ήρθε», είπε ο Χέρμπερτ Γουάιτ, καθώς η αυλόπορτα βρόντηξε πιο δυνατά από το
κανονικό και ακούστηκαν βαριά βήματα να πλησιάζουν προς την πόρτα του σπιτιού.
Ο
γέροντας σηκώθηκε με φιλόξενη βιασύνη και, ανοίγοντας την πόρτα ακούστηκε να
συμπονεί τον νεοφερμένο για τα χάλια του καιρού. Ο νεοφερμένος οίκτιρε κι αυτός
τον εαυτόν του και η κυρία Γουάιτ έκανε τς,τς! βήχοντας απαλά καθώς ο
άντρας της έμπαινε στο δωμάτιο, ακολουθούμενος από έναν ψηλό, μεγαλόσωμο άντρα,
με ροδαλό πρόσωπο και με μικροσκοπικά μάτια σαν χάντρες.
«Αρχιλοχίας
Μόρις», είπε αυτοσυστηνόμενος.
Μετά
την εθιμοτυπική χειραψία, ο αρχιλοχίας δέχτηκε την προσφερθείσα θέση κοντά στη
φωτιά και με ευχαρίστηση παρακολουθούσε καθώς ο οικοδεσπότης του έβγαλε το
ουίσκι και τα χοντρά ποτήρια και απίθωσε μια χάλκινη χύτρα πάνω στη φωτιά.
Στο
τρίτο ποτήρι τα μάτια του φωτίστηκαν περισσότερο και άρχισε να μιλάει ενώ η
μικρή οικογενειακή ομήγυρη άκουγε με έντονο ενδιαφέρον τούτον τον επισκέπτη από
τα ξένα μέρη, καθώς βόλευε τους τετράγωνους ώμους του στην καρέκλα και
αφηγούταν σκηνές και γενναίες πράξεις, μάχες και λοιμούς και εξωτικούς λαούς.
«Είκοσι
ένα χρόνια γεμάτα», είπε ο κύριος Γουάιτ, νεύοντας στη γυναίκα του και το γιο
του. «Όταν έφυγε ήταν απλά ένα παλικαράκι στην αποθήκη. Για δες τον τώρα».
«Δε
δείχνει να έπαθε και τίποτε». Είπε η κυρία Γουάιτ ευγενικά.
«Κι
εγώ πολύ θα ήθελα να πάω στην Ινδία», είπε ο γέροντας, «απλά να περιηγηθώ για
λίγο, ξέρεις».
«Καλύτερα
εδώ που είστε», είπε ο αρχιλοχίας, κουνώντας το κεφάλι του. Απίθωσε το άδειο
του ποτήρι και αναστενάζοντας ελαφρά, ξανακούνησε το κεφάλι του.
«Θα
ήθελα να δω τους αρχαίους ναούς και τους φακίρηδες και ταχυδακτυλουργούς». Είπε
ο γέροντας. «Τι ήταν εκείνο που άρχισες να μου λες τις προάλλες για ένα πόδι
μαϊμούς, Μόρις;»
«Δεν
ήταν τίποτε», είπε ο στρατιωτικός βιαστικά. «Δεν ήταν κάτι που αξίζει να το
ακούσεις».
«Πόδι
μαϊμούς;» ρώτησε η κυρία Γουάιτ με περιέργεια.
«Να,
είναι κάτι που μπορείς να το πεις ίσως μαγεία», απάντησε ο αρχιλοχίας αδιάφορα.
Οι
τρεις ακροατές του έσκυψαν προς τα μπρος με ανυπομονησία. Ο επισκέπτης έφερε αφηρημένα
το άδειο ποτήρι στα χείλη του και μετά το έβαλε ξανά στο τραπέζι. Ο
οικοδεσπότης του το γέμιζε.
«Βλέποντάς
το», είπε ο αρχιλοχίας ψάχνοντας στην τσέπη του, «είναι ένα συνηθισμένο
ποδαράκι, μουμιοποιημένο».
Έβγαλε
κάτι από την τσέπη δείχνοντάς το. Η κυρία Γουάιτ έκανε πίσω μορφάζοντας, αλλά ο
γιος της το πήρε στο χέρι και το εξέτασε προσεχτικά.
«Τι
το ιδιαίτερο έχει;» ρώτησε ο κύριος Γουάιτ, καθώς το πήρε από τον γιο του, και
έχοντάς το εξετάσει κι αυτός, το άφησε πάνω στο τραπέζι.
«Ένας
γέρος φακίρης έριξε ένα ξόρκι πάνω του», είπε ο αρχιλοχίας. «Ήταν ένας πολύ
άγιος άνθρωπος». Ήθελε να δείξει πως η μοίρα κυβερνάει τη ζωή των ανθρώπων, και
όσοι παρεμβαίνουν σ’ αυτή, τούτο θα τους φέρει δυστυχία. Έριξε ένα ξόρκι πάνω
του ώστε τρεις διαφορετικοί άνθρωποι θα μπορούσαν να εκπληρώσουν τρεις ευχές
τους με τη βοήθειά του».
Ο
τρόπος του ήταν τόσο εντυπωσιακός που οι ακροατές του ένιωσαν να γελούν κάπως
ταραγμένα.
«Λοιπόν,
γιατί δεν κάνετε τρεις ευχές, κύριε;» ρώτησε ο Χέρμπερτ πονηρά.
Ο
στρατιωτικός τον κοίταξε έτσι όπως θα κοίταζε ένας μεγάλος έναν υπερόπτη νεαρό.
«Τις έκανα», είπε σιγανά και το σημαδεμένο του πρόσωπο πάνιασε.
«Και
εκπληρώθηκαν οι τρεις ευχές σας;» ρώτησε η κυρία Γουάιτ.
«Εκπληρώθηκαν»,
είπε ο αρχιλοχίας και το ποτήρι του κροτάλισε τρέμοντας στα δόντια του.
«Έκανε
και κανείς άλλος το ίδιο;» επέμενε η ηλικιωμένη κυρία.
«Ο
πρώτος είδε τις ευχές του να πραγματοποιούνται. Ναι», απάντησε. «Δεν ξέρω τι
ήταν οι πρώτες δυο αλλά η τρίτη ήταν για θάνατο, κι έτσι το πόδι ήρθε στην
κατοχή μου».
Ο
τόνος της φωνής του ήταν τόσο σοβαρός που μια βαριά σιωπή έπεσε στην παρέα.
«Εφόσον
πραγματοποιήθηκαν οι ευχές σου, δε σε χρειάζεται πια, τότε, Μόρις», είπε ο
γέροντας σπάζοντας τη σιωπή. «Γιατί το φυλάγετε;»
Ο
στρατιωτικός κούνησε το κεφάλι του. «Να σας πω», είπε αργά. «Είχα κάποτε την
ιδέα να το πουλήσω, αλλά δε νομίζω πως θα το κάνω. Αρκετή ζημιά έχει κάνει ήδη.
Εξάλλου, ποιος θα θελήσει να το αγοράσει; Το όλο θέμα το θεωρούν ιστορία για
αγρίους. Κάποιοι κι εκείνοι που έχουν μια υποψία γι’ αυτό θέλουν πρώτα να το
δοκιμάσουν και μετά να με πληρώσουν».
«Αν
μπορούσες να πραγματοποιήσεις τις τρεις ευχές σου εκ νέου», ρώτησε ο γέροντας
κοιτάζοντάς τον μέσα στα μάτια, «θα το έκανες;»
«Δεν
ξέρω», απάντησε ο άλλος. «Δεν ξέρω».
«Έπιασε
το πόδι ανάμεσα στο δείκτη και αντίχειρα και κουνώντας το πέρα δώθε το έριξε
ξαφνικά στη φωτιά. Ο Γουάιτ, με μια ανεπαίσθητη κραυγή έσκυψε και το άρπαξε.
«Καλύτερα
να το αφήσετε να καεί», είπε ο στρατιωτικός σοβαρά.
«Αν
δεν το θέλεις, Μόρις», είπε ο άλλος, «δώστο σε μένα».
«Δε
θα σου το δώσω», επέμενε ο φίλος του πεισματικά. «Το έριξα στη φωτιά. Αν το
κρατήσεις, μη με κατηγορήσεις για ό, τι συμβεί. Ξαναρίξε το στη φωτιά σαν
λογικός άνθρωπος».
Ο
άλλος κούνησε το κεφάλι του και εξέτασε το καινούριο του απόκτημα από κοντά.
«Πώς το κάνεις;» ρώτησε.
«Κράτησέ
το ψηλά με το δεξί και ευχήσου φωναχτά», είπε ο αρχιλοχίας, «εγώ όμως σε
προειδοποιώ για τις συνέπειες».
«Ακούγεται
σαν τη Χαλιμά», είπε η κυρία Γουάιτ, καθώς σηκωνόταν να ετοιμάσει το δείπνο.
«Μήπως να ευχηθείς για οχτώ χέρια για μένα;»
Ο
άντρας της έβγαλε το ‘γούρι’ από την τσέπη του και οι τρεις τους ξέσπασαν σε
γέλια καθώς ο αρχιλοχίας με μια φοβισμένη έκφραση στο πρόσωπό του τού έπιασε το
χέρι.
«Αν
πρέπει σώνει και καλά να κάνεις μια ευχή», είπε απότομα, «μην κάνεις καμιά
παράλογη».
Ο
κύριος Γουάιτ το ξανάβαλε στην τσέπη του και τακτοποιώντας τις καρέκλες, ένευσε
στο φίλο του να καθίσει για φαγητό. Στη διάρκεια του δείπνου το ‘γούρι’
ξεχάστηκε εν μέρει, και μετά οι τρεις κάθισαν ν’ ακούσουν μαγεμένοι τη δεύτερη
δόση της εξιστόρησης των περιπετειών του στρατιωτικού στην Ινδία.
«Εάν
η ιστορία του ποδιού της μαϊμούς δεν είναι πιο αληθινή απ’ όσα μας έχει πει»,
είπε ο Χέρμπερτ, καθώς έκλεινε την πόρτα πίσω από τον καλεσμένο τους, που μόλις
προλάβαινε το τελευταίο τρένο, «δεν πρόκειται να βγάλουμε άκρη».
«Του
έδωσες κάτι γι’ αυτό, άντρα μου;» ρώτησε η κυρία Γουάιτ κοιτώντας τον
εξεταστικά.
«Κάτι
ελάχιστα», είπε κοκκινίζοντας ελαφρά. «Δεν ήθελε να δεχτεί αλλά τον πίεσα να τα
πάρει. Κι αυτός για μια φορά ακόμη με πίεσε να το πετάξω».
«Λογικό»,
είπε ο Χέρμπερτ με προσποιούμενη φρίκη. «Να, θα γίνουμε πλούσιοι και φημισμένοι
και ευτυχισμένοι. Αρχίζοντας κάνε μια ευχή, πατέρα, να γίνεις αυτοκράτορας για
να μη σε κάνει ό, τι θέλει η μητέρα».
Έφυγε
τρέχοντας γύρω από το τραπέζι καθώς η κυρία Γουάιτ προσβεβλημένη τον κυνηγούσε
μ’ ένα σεμεδάκι στο χέρι.
Ο
κύριος Γουάιτ έβγαλε το πόδι από την τσέπη του και το εξέτασε με δυσπιστία.
«Δεν ξέρω τι ευχή να κάνω, και τούτο είναι γεγονός», είπε αργά. «Μου φαίνεται
πως έχω όλα όσα θέλω».
«Και
μόνο να αποπλήρωνες το σπίτι, θα ήσουν πια ευτυχής, δεν είναι έτσι;» είπε ο
Χέρμπερτ ακουμπώντας το χέρι πάνω στον ώμο του. «Λοιπόν, κάνε μια ευχή για
διακόσιες λίρες, τότε. Αυτό θα ήταν ό, τι πρέπει».
Ο
πατέρας του, χαμογελώντας ντροπιασμένα, για την ευπιστία του, σήκωσε ψηλά το
‘γούρι’ καθώς ο γιος του με επίσημο ύφος, που το χαλούσε κάπως μ’ ένα κλείσιμο
του ματιού του προς τη μητέρα του, κάθισε μπροστά στο πιάνο και έπληξε λίγες
εντυπωσιακές νότες.
«Εύχομαι
ν’ αποκτήσω διακόσιες λίρες», είπε ο γέροντας τονίζοντας μία-μία τις λέξεις.
Μια
ωραία συγχορδία του πιάνου χαιρέτησε τα λόγια, που τα διέκοψε μια έντρομη
κραυγή που έβγαλε ο γέροντας. Η γυναίκα του και ο γιος του έτρεξαν προς το
μέρος του.
«Κουνήθηκε»,
φώναξε ρίχνοντας μια αηδιαστική ματιά στο αντικείμενο που βρισκόταν τώρα στο
πάτωμα.
«Την
ώρα που έκανα την ευχή, αυτό αναδεύτηκε μέσα στο χέρι μου σαν να κρατούσα
φίδι».
«Λοιπόν,
δε βλέπω τα λεφτά», είπε ο γιος του ενώ συγχρόνως το σήκωνε από το πάτωμα και
το έβαζε πάνω στο τραπέζι, «και στοιχηματίζω πως ποτέ δε θα τα δω».
«Θα
ήταν η φαντασία σου, άντρα μου», είπε η γυναίκα του κοιτάζοντάς τον
ανησυχητικά.
Κούνησε
το κεφάλι του. «Δεν πειράζει όμως, δεν έγινε και καμιά ζημιά, αλλά με κλόνισε
μολαταύτα».
Ξανάπιασαν
τις θέσεις τους κοντά στη φωτιά ενώ οι δυο άντρες κάπνιζαν την πίπα τους.
Έξω
ο άνεμος δυνάμωνε όλο και περισσότερο και κάποια στιγμή ο γέροντας πετάχτηκε
νευρικά στο θόρυβο μιας πόρτας που βρόντηξε από το πάνω πάτωμα. Έπεσε μια
ασυνήθιστη και καταθλιπτική σιωπή ανάμεσα στους τρεις τους που κράτησε μέχρι
που το ηλικιωμένο ζευγάρι σηκώθηκε να πάει για ύπνο.
«Φαντάζομαι
να βρεις τα μετρητά μέσα σ’ ένα δεμένο σακουλάκι στο κέντρο του κρεβατιού σας»,
είπε ο Χέρμπερτ καθώς τους καληνύχτισε, «μαζί με κάτι τρομακτικό να κάθεται
ανακούρκουδα στην κορυφή της ντουλάπας και να σας παρακολουθεί καθώς θα
τσεπώνετε τα αθέμιτα κέρδη σας».
Κάθισε
στο σκοτάδι μόνος του ατενίζοντας τη φωτιά που έσβηνε και βλέποντας πρόσωπα
στις φλόγες της. Το τελευταίο πρόσωπο που είδε ήταν τόσο τρομακτικό μαζί και
πηθικίσιο που έμενε κατάπληκτος κοιτάζοντας. Έγινε τόσο ζωντανό που μ’ ένα
ανήσυχο γέλιο άπλωσε το χέρι του στο τραπέζι κι ψάχνοντας ένα μισογεμάτο ποτήρι
νερό να το ρίξει στη φωτιά. Το χέρι του συνάντησε το πόδι της μαϊμούς και
νιώθοντας ένα σύντομο ρίγος το σκούπισε στο σακάκι του κι ανέβηκε να κοιμηθεί.
ΙΙ.
Στο
λαμπρό φως του χειμωνιάτικου ήλιου που έλουζε το τραπέζι του πρωινού το επόμενο
πρωί γελούσε με τους φόβους του. Επικρατούσε μια ατμόσφαιρα υγιούς πεζότητας
στο δωμάτιο που δεν υπήρχε την προηγούμενη νύχτα και το βρώμικο, μουμιοποιημένο
ποδαράκι ήταν ριγμένο παράμερα στον πάγκο με μια ανεμελιά που δε μαρτυρούσε και
μεγάλη πίστη στις μαγικές του δυνάμεις.
«Υποθέτω
πως όλοι οι παλιοί στρατιωτικοί είναι ίδιοι», παρατήρησε η κυρία Γουάιτ. «Για
φαντάσου να καθόμαστε και ν’ ακούμε τέτοιες ανοησίες! Πώς είναι δυνατόν να
εκπληρώνονται ευχές στις μέρες μας; Κι αν ήταν δυνατόν, πώς μπορούσαν να σε
βλάψουν διακόσιες λίρες, άντρα μου;»
«Μπορεί
να πέσουν από τον ουρανό στο κεφάλι του», είπε ο πάντα επιπόλαιος Χέρμπερτ.
«Ο
Μόρις είπε ότι τα συμβάντα έρχονται με τέτοιο φυσικό τρόπο», είπε ο πατέρας
του, «που αν θέλεις τα αποδίδεις σε σύμπτωση».
«Λοιπόν,
μην πέσεις με τα μούτρα στα λεφτά πριν επιστρέψω», είπε ο Χέρμπερτ καθώς
σηκωνόταν από το τραπέζι. «Φοβάμαι μη σε κάνουν φιλάργυρο και τσιγκούνη και θα
αναγκαστούμε να σε αποκληρώσουμε».
Η
μητέρα του γέλασε και ξεβγάζοντάς τον στην πόρτα, τον ακολούθησε με το βλέμμα
της καθώς κατέβαινε το δρόμο. Γυρνώντας πίσω στο τραπέζι του πρωινού, γέλασε με
την καρδιά της σε βάρος της ευπιστίας του άντρα της. Παρόλα αυτά δεν την
εμπόδισε να τρέξει στην πόρτα με το χτύπημα του ταχυδρόμου ούτε την εμπόδισε να
αναφερθεί κάπως απότομα σε οινόφλυγες απόστρατους αρχιλοχίες όταν στο
γραμματοκιβώτιο βρήκε το λογαριασμό του ράφτη.
«Ο
Χέρμπερτ θα κάνει κι άλλη πλάκα, φαντάζομαι, όταν γυρίσει σπίτι», είπε καθώς
κάθισαν για το μεσημεριανό.
«Μάλλον»,
είπε ο κύριος Γουάιτ, γεμίζοντας το ποτήρι του μπίρα, «αλλά μολοταύτα, το
πράγμα κουνήθηκε στο χέρι μου, στο ορκίζομαι».
«Ιδέα
σου ήταν», αποκρίθηκε η γερόντισσα καθησυχαστικά.
«Επιμένω
πως κουνήθηκε», απάντησε ο άλλος. «Δεν ήταν ιδέα μου, απλά να – τι τρέχει;»
Η
γυναίκα του δεν απάντησε. Παρακολουθούσε τις περίεργες κινήσεις ενός άντρα
απέξω, ο οποίος περιεργαζόμενος το σπίτι αναποφάσιστα φαινόταν να διστάζει να
μπει. Συνδυάζοντας στο νου της τις διακόσιες λίρες, παρατήρησε πως ο ξένος ήταν
καλοντυμένος και φορούσε ένα μεταξωτό καπέλο ολοκαίνουριο και γυαλιστερό. Τρεις
φορές κοντοστάθηκε στην αυλόπορτα και κατόπιν έκανε να φύγει. Την τέταρτη
στάθηκε ακουμπώντας τα χέρια του πάνω της και κατόπιν με μια ξαφνική απόφαση
την άνοιξε γρήγορα και ανηφόρισε το μονοπατάκι.
Την
ίδια στιγμή η κυρία Γουάιτ έβαλε τα χέρια της πίσω της και λύνοντας βιαστικά
την ποδιά της, έβαλε το χρήσιμο αυτό είδος ενδυμασίας κάτω από το μαξιλαράκι
της καρέκλας.
Έμπασε
στο δωμάτιο τον ξένο, ο οποίος έδειχνε αμήχανος. Την κοίταξε κλεφτά και άκουγε
αφηρημένος καθώς η γερόντισσα δικαιολογούταν για την κατάσταση του δωματίου και
για το σακάκι του άντρα της, ρούχο που το προόριζε συνήθως για τον κήπο.
Κατόπιν περίμενε, όσο υπομονετικά την επέτρεπε το φύλο της, να μπει ο ξένος στο
θέμα, αλλά αυτός κατά περίεργο τρόπο παρέμεινε σιωπηλός.
«Μου
… ανέθεσαν να σας επισκεφτώ», είπε
επιτέλους σκύβοντας να μαζέψει ένα κομματάκι βαμβάκι από το παντελόνι του.
«Έρχομαι εκ μέρους των Μο & Μέγγινς».
Η
γερόντισσα ανησύχησε. «Συνέβη κάτι;» ρώτησε με κομμένη την ανάσα. «Έπαθε κάτι
κακό ο Χέρμπερτ; Τι έγινε; Τι έγινε;»
Παρενέβη
ο άντρας της. «Έλα, έλα, καλή μου», είπε βιαστικά. «Κάθισε και μην βγάζεις
βιαστικά συμπεράσματα. Δεν είστε άγγελος κακών, είμαι σίγουρος, κύριε», είπε
κοιτάζοντας τον άλλο σκεπτικά.
«Λυπούμαι
– » άρχισε ο επισκέπτης.
«Τραυματίστηκε;»
έκανε η μητέρα του αλαφιασμένη.
Ο
επισκέπτης έσκυψε συναινώντας. «Τραυματίστηκε άσχημα», είπε σιγανά, «αλλά δεν
πονάει καθόλου».
«Δόξα
τω Θεώ!» είπε η γερόντισσα, σφίγγοντας τα χέρια της. «Δόξα τω Θεώ! Δόξα – »
Σταμάτησε
ξαφνικά καθώς η σκαιά έννοια της πραγματικότητας κυρίεψε το νου της και είδε
την τρομακτική επιβεβαίωσή των φόβων της στο σκυθρωπό πρόσωπο του άλλου.
Κράτησε την ανάσα της και γυρνώντας στον κάπως αργόστροφο σύζυγό της ακούμπησε
το τρεμάμενο χέρι της πάνω στο δικό του. Ακολούθησε μια μακρά σιωπή.
«Πιάστηκε
μέσα στα μηχανήματα», είπε στο τέλος ο επισκέπτης χαμηλόφωνα.
«Πιάστηκε
μέσα στα μηχανήματα», επανέλαβε ο κύριος Γουάιτ ζαλισμένος, «ναι».
Κάθισε
να κοιτάζει σαν χαζός έξω από το παράθυρο, και παίρνοντας το χέρι της γυναίκας
του μέσα στο δικό του, το έσφιξε όπως συνήθιζε να το σφίγγει στις παλιές καλές
μέρες, όταν τις έκανε κόρτε πριν από σαράντα χρόνια.
«Ήταν
το μοναχοπαίδι μας», είπε ο γέροντας αποτεινόμενος στον επισκέπτη. «Είναι
σκληρό».
Ο
άλλος έβηξε αμήχανα, σηκώθηκε και κατευθύνθηκε με αργό βήμα προς το παράθυρο.
«Η εταιρία μού επιφόρτισε να σας εκφράσω τα ειλικρινά τους συλλυπητήρια για την
τρομερή σας απώλεια», είπε χωρίς να κοιτάξει πίσω του. «Παρακαλώ να με
καταλάβετε πως εγώ είμαι απλώς ένας απασχολούμενός τους και εκτελώ οδηγίες».
Δεν
έλαβε καμιά απάντηση. Το πρόσωπο της γερόντισσας πάνιασε, τα μάτια της
γούρλωσαν και η ανάσα της δεν ακουγόταν. Το πρόσωπο του άντρα της πήρε μια
τέτοια έκφραση που θα είχε ο φίλος του ο λοχίας κατά το βάπτισμα του πυρός.
«Μου
ανέθεσαν να σας πω πως οι Μο & Μέγγινς αποποιούνται πάσης ευθύνης»,
συνέχισε ο άλλος. «Δεν φέρουν καμιά απολύτως υποχρέωση αποζημίωσης, αλλά
λαμβάνοντας υπόψη τις υπηρεσίες του γιου σας, επιθυμούν να σας αποζημιώσουν μ’
ένα ορισμένο ποσό».
Ο
κύριος Γουάιτ άφησε το χέρι της γυναίκας του, σηκώθηκε όρθιος και κοίταξε μ’
ένα βλέμμα φρίκης τον επισκέπτη του. Τα στεγνά του χείλη σχημάτισαν τις λέξεις:
«Πόσα;»
«Διακόσιες
λίρες», ήρθε η απάντηση.
Μη
συνειδητοποιώντας το ουρλιαχτό της γυναίκας του, ο γέροντας χαμογέλασε αχνά,
άπλωσε τα χέρια του εμπρός του σαν ένας αόμματος και σωριάστηκε, ένας άψυχος
σωρός, πάνω στο πάτωμα.
III.
Στο τεράστιο καινούριο
νεκροταφείο, κάπως δυο μίλια μακριά, τα δυο γεροντάκια έθαψαν τον νεκρό τους
και επέστρεψαν σπίτι σιωπηλοί και θλιμμένοι. Έγιναν όλα τόσο γρήγορα που αρχικά
με δυσκολία μπορούσαν να το συνειδητοποιήσουν, και παρέμειναν σε μια κατάσταση
προσμονής σαν να επρόκειτο να συμβεί κάτι άλλο ακόμη – κάτι άλλο που θα
ελάφρυνε το βάρος του πόνου τους, ενός πόνου που οι γέρικες καρδιές τους δεν
μπορούσαν να βαστάξουν.
Οι μέρες όμως περνούσαν
και στην προσμονή τους έπαιρνε θέση μια παραίτηση – η απέλπιδα παραίτηση των
γερόντων, που μερικές φορές εσφαλμένα λέγεται απάθεια. Με το ζόρι αντάλλασσαν
μια λέξη, γιατί τώρα τι είχαν άραγε να πουν; Και οι μέρες τους περνούσαν αργές
και κουρασμένες.
Πέρασε δεν πέρασε μια
βδομάδα, κι ο γέροντας, ξυπνώντας ξαφνικά μέσα στη νύχτα, άπλωσε το χέρι του
και ανακάλυψε πως ήταν μόνος του. Το δωμάτιο ήταν βυθισμένο στο σκοτάδι κι ένας
ήχος σιγανού κλάματος ερχόταν από το παράθυρο. Ανασηκώθηκε στο κρεβάτι και
αφουγκράστηκε.
«Έλα πίσω στο κρεβάτι»,
είπε τρυφερά. «Θα κρυώσεις».
«Ο γιος μου κρυώνει
περισσότερο», είπε η γερόντισσα, βάζοντας εκ νέου τα κλάματα.
Οι λυγμοί της έσβηναν
σταδιακά στ’ αυτιά του. Το κρεβάτι ήταν ζεστό και τα μάτια του βαριά από τον
ύπνο. Βυθίστηκε σ’ έναν ταραγμένο ύπνο και συνέχιζε να κοιμάται μέχρι που μια
ξαφνική έξαλλη κραυγή της γυναίκας του τον ξύπνησε απότομα.
«Το πόδι!» φώναξε
αλαφιασμένη. «Το πόδι της μαϊμούς!»
Σηκώθηκε ανήσυχος.
«Πού; Πού είναι; Τι τρέχει;»
Τον πλησίασε
σκοντάφτοντας από την άλλη άκρη του δωματίου. «Το θέλω», είπε σιγανά. «Δεν το
κατέστρεψες, έτσι;»
«Είναι στο σαλόνι, πάνω
στο κρεμαστάρι», απάντησε με απορία. «Γιατί;»
Αυτή άρχισε να κλαίει
και να γελάει συγχρόνως, και σκύβοντας προς το μέρος του, τον φίλησε στο
μάγουλο.
«Μόλις τώρα το
σκέφτηκα», φώναξε υστερικά. «Πώς και δεν το είχα σκεφτεί νωρίτερα; Εσύ γιατί
δεν το σκέφτηκες;»
«Να σκεφτώ τι;» ρώτησε.
«Τις άλλες δυο ευχές»,
απάντησε γρήγορα. «Κάναμε μόνο μία».
«Και δεν ήταν αρκετή;»
ρώτησε με αγριότητα.
«Όχι», ανέκραξε θριαμβευτικά.
«Θα κάνουμε ακόμη μία. Κατέβα και φέρε το γρήγορα και ευχήσου να ζωντανέψει το
αγόρι μας».
Ο άντρας της ανακάθισε
στο κρεβάτι και πέταξε τα σκεπάσματα από τα τρεμάμενα άκρα του. «Θεέ και Κύριε,
τρελάθηκες;» ξεφώνισε εμβρόντητος.
«Φέρε το», είπε
ασθμαίνοντας. «Φερ’ το γρήγορα και ευχήσου – ω, αγόρι μου, αγόρι μου!»
Ο άντρας της πήρε τα
σπίρτα και άναψε το κερί. «Γύρνα στο κρεβάτι», είπε με τρεμάμενη φωνή. «Δεν
ξέρεις τι λες».
«Μήπως δεν μας βγήκε η
πρώτη ευχή;», είπε η γερόντισσα με ασυνήθιστη ένταση. «Γιατί να μην αληθεύσει η
δεύτερη;»
«Σύμπτωση ήταν»,
τραύλισε ο γέροντας.
«Σύρε, πάρτο και
ευχήσου», φώναξε η γυναίκα του τρέμοντας από έξαψη.
Ο γέροντας γύρισε και
την κοίταξε, μιλώντας την με φωνή που έτρεμε: «Είναι νεκρός εδώ και δέκα μέρες,
κι εξάλλου αυτός – δε θα σου τόλεγα αλλιώς – τον αναγνώρισα μόνο από τα ρούχα
του. Αν παραήταν φοβερό να τον δεις τότε, πώς θα τον δεις τώρα;»
«Φέρτον πίσω», φώναξε η
γερόντισσα, σέρνοντάς τον προς την πόρτα. «Νομίζεις πως φοβάμαι το παιδί που
θήλασα;»
Κατέβηκε στα σκοτεινά,
ψηλαφώντας την πορεία του μέχρι το σαλόνι και κατόπιν στο περβάζι. Το ‘γούρι’
ήταν στη θέση του, και ένας απαίσιος φόβος πως η σιωπηρή ευχή θα έφερνε μπροστά
του τον ακρωτηριασμένο γιο του πριν μπορέσει να ξεφύγει από το δωμάτιο τον
κυρίεψε, και κράτησε την ανάσα του καθώς ανακάλυψε ότι είχε χαθεί και δεν
μπορούσε να βρει την πόρτα. Με το μέτωπό του να το λούζει κρύος ιδρώτας, έκανε
το γύρο του τραπεζιού ψηλαφώντας και κατόπιν πιάνοντας στα τυφλά τον τοίχο,
βρέθηκε στο στενό διάδρομο με το σιχαμερό αντικείμενο στο χέρι του.
Ακόμη και της γυναίκας
του το πρόσωπο άλλαξε καθώς μπήκε στο δωμάτιο. Είχε πανιάσει με μια προσμονή,
και με τρόμο ο γέροντας παρατήρησε μια αφύσικη έκφραση ζωγραφισμένη πάνω στο
πρόσωπό της. Τη φοβήθηκε.
«Ευχήσου!» φώναξε με
δυνατή φωνή.
«Είναι ανοησία και
αμαρτία!» τραύλισε.
«Ευχήσου!» επανέλαβε η
γυναίκα του.
Σήκωσε το χέρι του.
«Εύχομαι να ζωντανέψει ο γιος μου».
Το ‘γούρι’ έπεσε στο
πάτωμα και το κοίταξε με φόβο. Ύστερα σωριάστηκε τρέμοντας σε μια καρέκλα καθώς
η γερόντισσα, με μάτια που έκαιγαν, κατευθύνθηκε προς το παράθυρο και ανέβασε
τη γρίλια.
Κάθισε στη θέση του
μέχρι που το κρύο τον περόνιασε, ρίχνοντας περιστασιακές ματιές στη γυναίκα
του, που κοίταζε εξεταστικά από το παράθυρο. Το απολειφάδι του κεριού που έκαιγε
κάτω από το χείλος του πορσελάνινου κηροπήγιου έριχνε τρεμάμενες σκιές στο
ταβάνι και τους τοίχους μέχρι που με μια αναλαμπή εντονότερη από τις άλλες
έσβησε εντελώς. Ο γέροντας με μια ανείπωτη αίσθηση ανακούφισης για την αποτυχία
του ‘φετίχ’ σύρθηκε πίσω στο κρεβάτι και μετά από κάνα δυο λεπτά ήρθε και η γυναίκα του και με
απάθεια ξάπλωσε δίπλα του σιωπηλά.
Κανείς τους δε μιλούσε,
μόνο έμειναν ξαπλωμένοι ακούγοντας το τικ-τακ του ρολογιού. Ένα σκαλί έτριξε
και ένα ποντίκι διέτρεξε τον τοίχο σκούζοντας. Το σκοτάδι ήταν καταθλιπτικό,
και αφού έμεινε ξαπλωμένος για κάμποση ώρα, πήρε το κουτί με τα σπίρτα, κι
ανάβοντας ένα, κατέβηκε να ψάξει για κερί.
Στο τελευταίο σκαλί το
σπίρτο έσβησε, και κοντοστάθηκε ν’ ανάψει άλλο. Συγχρόνως στην εξώπορτα
ακούστηκε ένας χτύπος, σιγανός και φευγαλέος, σχεδόν ανεπαίσθητος.
Τα σπίρτα έπεσαν από το
χέρι του και σκόρπισαν στο διάδρομο. Στάθηκε ασάλευτος, κρατώντας την ανάσα του
μέχρι που ο χτύπος ξανακούστηκε. Κατόπιν γύρισε τρέχοντας σαν αστραπή ξανά στο
δωμάτιο και έκλεισε πίσω του την πόρτα. Ακούστηκε ένας τρίτος χτύπος
διαπερνώντας ολόκληρο το σπίτι.
«Τι είναι αυτό;»
ξεφώνισε κι ανασηκώθηκε η γερόντισσα ξαφνιασμένη.
«Ένας ποντικός», είπε ο
γέροντας με φωνή που έτρεμε – «ένας ποντικός. Με προσπέρασε στη σκάλα».
Η γυναίκα του ανακάθισε
στο κρεβάτι και αφουγκράστηκε. Ένας δυνατός χτύπος συγκλόνισε δονώντας ολόκληρο
το σπίτι.
«Ο Χέμπερτ είναι!»
ούρλιαξε. «Είναι ο Χέρμπερτ!»
Έφυγε τρέχοντας προς
την πόρτα, αλλά ο άντρας της μπήκε μπροστά της και πιάνοντάς της από το μπράτσο,
την κράτησε σφικτά.
«Τι πας να κάνεις;»
ψιθύρισε βραχνά.
«Ήρθε το αγόρι μου,
είναι ο Χέρμπερτ!» ξεφώνισε, πασχίζοντας μηχανικά να ελευθερωθεί. «Ξέχασα ότι
το νεκροταφείο είναι δυο μίλια μακριά. Γιατί με κρατάς; Άφησέ με. Πρέπει ν’
ανοίξω την πόρτα».
«Για όνομα του Θεού,
μην αφήσεις αυτό το πράγμα να μπει», ξεφώνισε ο γέροντας τρέμοντας.
«Φοβάσαι τον ίδιο το
γιο σου», φώναξε πασχίζοντας να ελευθερωθεί. «Άφησέ με. Έρχομαι, Χέρμπερτ,
έρχομαι».
Ακούστηκε κι άλλος
χτύπος, κι άλλος. Η γερόντισσα με μια απότομη κίνηση ξέφυγε και βγήκε τρέχοντας
από το δωμάτιο. Ο άντρας της την ακολούθησε μέχρι το κεφαλόσκαλο, καλώντας την
παρακλητικά να γυρίσει πίσω καθώς αυτή κατέβαινε βιαστικά τη σκάλα. Άκουσε το
κροτάλισμα της αλυσίδας και τη μπάρα να σέρνεται με δυσκολία από την υποδοχή
της. Κατόπιν άκουσε τη φωνή της γερόντισσας λαχανιασμένη από το ζόρισμα.
«Τη μπάρα», φώναξε
δυνατά. «Κατέβα. Δεν μπορώ να τη φτάσω».
Ο σύζυγός της όμως,
πεσμένος στα τέσσερα, έψαχνε έξαλλος στα τυφλά το πάτωμα να βρει το πόδι. Αχ
και να μπορούσε να το βρει πριν το πράγμα απέξω έμπαινε μέσα. Μια ολόκληρη
ομοβροντία από χτύπους ταρακούνησε το σπίτι, και άκουσε το ξύσιμο μιας καρέκλας
στο πάτωμα καθώς η γυναίκα του την έβαζε πίσω από την πόρτα. Άκουσε επίσης και
το τρίξιμο της μπάρας καθώς έβγαινε από την υποδοχή της, ενώ την ίδια στιγμή
βρήκε και το πόδι της μαϊμούς, και έξαλλος έκανε ανασαίνοντας βαριά την τρίτη και τελευταία
ευχή.
Οι χτύποι σταμάτησαν
ξαφνικά αν και ο αντίλαλος συνέχιζε να ηχεί μέσα στο σπίτι. Άκουσε την καρέκλα
να τραβιέται ξανά πίσω και την πόρτα ν’ ανοίγει. Ένα ψυχρό ρεύμα αέρος ανέβηκε
ορμώντας στα σκαλιά, και μια μακρόσυρτη, γοερή ολολυγή απογοήτευσης και
ανείπωτης θλίψης από τη γυναίκα του τού έδωσε θάρρος να κατέβει τρέχοντας στο
πλάι της και να τη συνοδεύσει μέχρι πέρα στην αυλόπορτα. Η λάμπα του δρόμου
απέναντι έφεγγε τρεμοπαίζοντας έναν ήσυχο και έρημο δρόμο.
*Ο Γουίλιαμ Γουάιμαρκ
Τζέικομπς (8 Σεπτ. 1863 – 1 Σεπτ.
1943) υπήρξε άγγλος συγγραφέας διηγημάτων και μυθιστορημάτων. Αν και τα
περισσότερα έργα του είναι χιουμοριστικά, έγινε διάσημος από το μακάβριο
διήγημα Το Πόδι της Μαϊμούς.
THE MONKEY'S PAW (1902)
Without,
the night was cold and wet, but in the small parlour of Laburnam Villa the
blinds were drawn and the fire burned brightly. Father and son were at chess,
the former, who possessed ideas about the game involving radical changes,
putting his king into such sharp and unnecessary perils that it even provoked
comment from the white-haired old lady knitting placidly by the fire. “Hark at
the wind,” said Mr. White, who, having seen a fatal mistake after it was too
late, was amiably desirous of preventing his son from seeing it. “I'm
listening,” said the latter, grimly surveying the board as he stretched out his
hand. “Check.” “I should hardly think that he'd come to-night,” said his
father, with his hand poised over the board. “Mate,” replied the son. “That's
the worst of living so far out,” bawled Mr. White, with sudden and unlookedfor
violence; “of all the beastly, slushy, out-of-the-way places to live in, this
is the worst. Pathway's a bog, and the road's a torrent. I don't know what
people are thinking about. I suppose because only two houses on the road are
let, they think it doesn't matter.” “Never mind, dear,” said his wife
soothingly; “perhaps you'll win the next one.” Mr. White looked up sharply,
just in time to intercept a knowing glance between mother and son. The words
died away on his lips, and he hid a guilty grin in his thin grey beard. “There
he is,” said Herbert White, as the gate banged to loudly and heavy footsteps
came toward the door. 2 The old man rose with hospitable haste, and opening the
door, was heard condoling with the new arrival. The new arrival also condoled
with himself, so that Mrs. White said, “Tut, tut!” and coughed gently as her
husband entered the room, followed by a tall burly man, beady of eye and
rubicund of visage. “Sergeant-Major Morris,” he said, introducing him. The
sergeant-major shook hands, and taking the proffered seat by the fire, watched
contentedly while his host got out whisky and tumblers and stood a small copper
kettle on the fire. At the third glass his eyes got brighter, and he began to
talk, the little family circle regarding with eager interest this visitor from
distant parts, as he squared his broad shoulders in the chair and spoke of
strange scenes and doughty deeds; of wars and plagues and strange peoples.
“Twenty-one years of it,” said Mr. White, nodding at his wife and son. “When he
went away he was a slip of a youth in the warehouse. Now look at him.” “He
don't look to have taken much harm,” said Mrs. White, politely. “I'd like to go
to India myself,” said the old man, “just to look round a bit, you know.”
“Better where you are,” said the sergeant-major, shaking his head. He put down
the empty glass, and sighing softly, shook it again. “I should like to see
those old temples and fakirs and jugglers,” said the old man. “What was that
you started telling me the other day about a monkey's paw or something,
Morris?” “Nothing,” said the soldier hastily. “Leastways, nothing worth
hearing.” 3 “Monkey's paw?” said Mrs. White curiously. “Well, it's just a bit
of what you might call magic, perhaps,” said the sergeant-major off-handedly.
His three listeners leaned forward eagerly. The visitor absentmindedly put his
empty glass to his lips and then set it down again. His host filled it for him.
“To look at,” said the sergeant-major, fumbling in his pocket, “it's just an
ordinary little paw, dried to a mummy.” He took something out of his pocket and
proffered it. Mrs. White drew back with a grimace, but her son, taking it,
examined it curiously. “And what is there special about it?” inquired Mr.
White, as he took it from his son and, having examined it, placed it upon the
table. “It had a spell put on it by an old fakir,” said the sergeant-major, “a
very holy man. He wanted to show that fate ruled people's lives, and that those
who interfered with it did so to their sorrow. He put a spell on it so that
three separate men could each have three wishes from it.” His manner was so
impressive that his hearers were conscious that their light laughter jarred
somewhat. “Well, why don't you have three, sir?” said Herbert White cleverly.
The soldier regarded him in the way that middle age is wont to regard
presumptuous youth. “I have,” he said quietly, and his blotchy face whitened. “And
did you really have the three wishes granted?” asked Mrs. White. “I did,” said
the sergeant-major, and his glass tapped against his strong teeth. “And has
anybody else wished?” inquired the old lady. 4 “The first man had his three
wishes, yes,” was the reply. “I don't know what the first two were, but the
third was for death. That's how I got the paw.” His tones were so grave that a
hush fell upon the group. “If you've had your three wishes, it's no good to you
now, then, Morris,” said the old man at last. “What do you keep it for?” The
soldier shook his head. “Fancy, I suppose,” he said slowly. “If you could have
another three wishes,” said the old man, eyeing him keenly, “would you have
them?” “I don't know,” said the other. “I don't know.” He took the paw, and
dangling it between his front finger and thumb, suddenly threw it upon the
fire. White, with a slight cry, stooped down and snatched it off. “Better let
it burn,” said the soldier solemnly. “If you don't want it, Morris,” said the
old man, “give it to me.” “I won't,” said his friend doggedly. “I threw it on
the fire. If you keep it, don't blame me for what happens. Pitch it on the fire
again, like a sensible man.” The other shook his head and examined his new
possession closely. “How do you do it?” he inquired. “Hold it up in your right
hand and wish aloud,” said the sergeant-major, “but I warn you of the
consequences.” “Sounds like the Arabian Nights,” said Mrs. White, as she rose
and began to set the supper. “Don't you think you might wish for four pairs of
hands for me?” Her husband drew the talisman from his pocket and then all three
burst into laughter as the sergeant-major, with a look of alarm on his face,
caught him by the arm. 5 “If you must wish,” he said gruffly, “wish for
something sensible.” Mr. White dropped it back into his pocket, and placing
chairs, motioned his friend to the table. In the business of supper the
talisman was partly forgotten, and afterward the three sat listening in an
enthralled fashion to a second instalment of the soldier's adventures in India.
“If the tale about the monkey paw is not more truthful than those he has been
telling us,” said Herbert, as the door closed behind their guest, just in time
for him to catch the last train, “we shan't make much out of it.” “Did you give
him anything for it, father?” inquired Mrs. White, regarding her husband
closely. “A trifle,” said he, coloring slightly. “He didn't want it, but I made
him take it. And he pressed me again to throw it away.” “Likely,” said Herbert,
with pretended horror. “Why, we're going to be rich, and famous, and happy.
Wish to be an emperor, father, to begin with; then you can't be henpecked.” He
darted round the table, pursued by the maligned Mrs. White armed with an
antimacassar. Mr. White took the paw from his pocket and eyed it dubiously. “I
don't know what to wish for, and that's a fact,” he said slowly. “It seems to
me I've got all I want.” “If you only cleared the house, you'd be quite happy,
wouldn't you?” said Herbert, with his hand on his shoulder. “Well, wish for two
hundred pounds, then; that'll just do it.” His father, smiling shamefacedly at
his own credulity, held up the talisman, as his son, with a solemn face
somewhat marred by a wink at his mother, sat down at the piano and struck a few
impressive chords. “I wish for two hundred pounds,” said the old man
distinctly. 6 A fine crash from the piano greeted the words, interrupted by a
shuddering cry from the old man. His wife and son ran toward him. “It moved, he
cried, with a glance of disgust at the object as it lay on the floor. “As I
wished it twisted in my hands like a snake.” “Well, I don't see the money,”
said his son, as he picked it up and placed it on the table, “and I bet I never
shall.” “It must have been your fancy, father, “ said his wife, regarding him
anxiously. He shook his head. “Never mind, though; there's no harm done, but it
gave me a shock all the same.” They sat down by the fire again while the two
men finished their pipes. Outside, the wind was higher than ever, and the old
man started nervously at the sound of a door banging upstairs. A silence
unusual and depressing settled upon all three, which lasted until the old
couple rose to retire for the night. “I expect you'll find the cash tied up in
a big bag in the middle of your bed,” said Herbert, as he bade them good-night,
“and something horrible squatting up on top of the wardrobe watching you as you
pocket your ill-gotten gains.” He sat alone in the darkness, gazing at the
dying fire, and seeing faces in it. The last face was so horrible and so simian
that he gazed at it in amazement. It got so vivid that, with a little uneasy
laugh, he felt on the table for a glass containing a little water to throw over
it. His hand grasped the monkey's paw, and with a little shiver he wiped his
hand on his coat and went up to bed. 7 II In the brightness of the wintry sun
next morning as it streamed over the breakfast table Herbert laughed at his
fears. There was an air of prosaic wholesomeness about the room which it had
lacked on the previous night, and the dirty, shrivelled little paw was pitched
on the sideboard with a carelessness which betokened no great belief in its
virtues. “I suppose all old soldiers are the same,” said Mrs White. “The idea
of our listening to such nonsense! How could wishes be granted in these days?
And if they could, how could two hundred pounds hurt you, father?” “Might drop
on his head from the sky,” said the frivolous Herbert. “Morris said the things
happened so naturally,” said his father, “that you might if you so wished
attribute it to coincidence.” “Well, don't break into the money before I come
back,” said Herbert, as he rose from the table. “I'm afraid it'll turn you into
a mean, avaricious man, and we shall have to disown you.” His mother laughed,
and following him to the door, watched him down the road, and returning to the
breakfast table, was very happy at the expense of her husband's credulity. All
of which did not prevent her from scurrying to the door at the postman's knock,
nor prevent her from referring somewhat shortly to retired sergeant-majors of
bibulous habits when she found that the post brought a tailor's bill. “Herbert
will have some more of his funny remarks, I expect, when he comes home,” she
said, as they sat at dinner. “I dare say,” said Mr. White, pouring himself out
some beer; “but for all that, the thing moved in my hand; that I'll swear to.”
8 “You thought it did,” said the old lady soothingly. “I say it did,” replied
the other. “There was no thought about it; I had just—What's the matter?” His
wife made no reply. She was watching the mysterious movements of a man outside,
who, peering in an undecided fashion at the house, appeared to be trying to
make up his mind to enter. In mental connection with the two hundred pounds,
she noticed that the stranger was well dressed and wore a silk hat of glossy
newness. Three times he paused at the gate, and then walked on again. The
fourth time he stood with his hand upon it, and then with sudden resolution
flung it open and walked up the path. Mrs. White at the same moment placed her
hands behind her, and hurriedly unfastening the strings of her apron, put that
useful article of apparel beneath the cushion of her chair. She brought the
stranger, who seemed ill at ease, into the room. He gazed at her furtively, and
listened in a preoccupied fashion as the old lady apologized for the appearance
of the room, and her husband's coat, a garment which he usually reserved for
the garden. She then waited as patiently as her sex would permit, for him to broach
his business, but he was at first strangely silent. “I—was asked to call,” he
said at last, and stooped and picked a piece of cotton from his trousers. “I
come from Maw and Meggins.” The old lady started. “Is anything the matter?” she
asked breathlessly. “Has anything happened to Herbert? What is it? What is it?”
Her husband interposed. “There, there, mother,” he said hastily. “Sit down, and
don't jump to conclusions. You've not brought bad news, I'm sure, sir” and he
eyed the other wistfully. “I'm sorry”—began the visitor. 9 “Is he hurt?”
demanded the mother. The visitor bowed in assent. “Badly hurt,” he said
quietly, “but he is not in any pain.” “Oh, thank God!” said the old woman,
clasping her hands. “Thank God for that! Thank”— She broke off suddenly as the
sinister meaning of the assurance dawned upon her and she saw the awful
confirmation of her fears in the other's averted face. She caught her breath,
and turning to her slower-witted husband, laid her trembling old hand upon his.
There was a long silence. “He was caught in the machinery,” said the visitor at
length, in a low voice. “Caught in the machinery,” repeated Mr. White, in a
dazed fashion, “yes.” He sat staring blankly out at the window, and taking his
wife's hand between his own, pressed it as he had been wont to do in their old
courting days nearly forty years before. “He was the only one left to us,” he
said, turning gently to the visitor. “It is hard.” The other coughed, and
rising, walked slowly to the window. “The firm wished me to convey their
sincere sympathy with you in your great loss,” he said, without looking round.
“I beg that you will understand I am only their servant and merely obeying
orders.” There was no reply; the old woman's face was white, her eyes staring,
and her breath inaudible; on the husband's face was a look such as his friend
the sergeant might have carried into his first action. “I was to say that Maw
and Meggins disclaim all responsibility,” continued the other. “They admit no
liability at all, but in consideration of your son's services they wish to
present you with a certain sum as compensation.” 10 Mr. White dropped his
wife's hand, and rising to his feet, gazed with a look of horror at his
visitor. His dry lips shaped the words, “How much?” “Two hundred pounds,” was
the answer. Unconscious of his wife's shriek, the old man smiled faintly, put
out his hands like a sightless man, and dropped, a senseless heap, to the
floor. III In the huge new cemetery, some two miles distant, the old people
buried their dead, and came back to a house steeped in shadow and silence. It
was all over so quickly that at first they could hardly realize it, and
remained in a state of expectation as though of something else to
happen--something else which was to lighten this load, too heavy for old hearts
to bear. But the days passed, and expectation gave place to resignation--the
hopeless resignation of the old, sometimes miscalled, apathy. Sometimes they
hardly exchanged a word, for now they had nothing to talk about, and their days
were long to weariness. It was about a week after that that the old man, waking
suddenly in the night, stretched out his hand and found himself alone. The room
was in darkness, and the sound of subdued weeping came from the window. He
raised himself in bed and listened. “Come back,” he said tenderly. “You will be
cold.” “It is colder for my son,” said the old woman, and wept afresh. The
sound of her sobs died away on his ears. The bed was warm, and his eyes heavy
with sleep. He dozed fitfully, and then slept until a sudden wild cry from his
wife awoke him with a start. “The paw!” she cried wildly. “The monkey's paw!”
He started up in alarm. “Where? Where is it? What's the matter?” 11 She came
stumbling across the room toward him. “I want it,” she said quietly. “You've
not destroyed it?” “It's in the parlor, on the bracket,” he replied, marveling.
“Why?” She cried and laughed together, and bending over, kissed his cheek. “I
only just thought of it, “ she said hysterically. “Why didn't I think of it
before? Why didn't you think of it?” “Think of what?” he questioned. “The other
two wishes,” she replied rapidly. “We've only had one.” “Was not that enough?”
he demanded fiercely. “No,” she cried, triumphantly; “we'll have one more. Go
down and get it quickly, and wish our boy alive again.” The man sat up in bed
and flung the bedclothes from his quaking limbs. “Good God, you are mad!” he
cried aghast. “Get it,” she panted; “get it quickly, and wish—Oh, my boy, my
boy!” Her husband struck a match and lit the candle. “Get back to bed,” he
said, unsteadily. “You don't know what you are saying.” “We had the first wish
granted,” said the old woman, feverishly; “why not the second.” “A
coincidence,” stammered the old man. “Go and get it and wish,” cried the old
woman, quivering with excitement. The old man turned and regarded her, and his
voice shook. “He has been dead ten days, and besides he—I would not tell you
else, but—I could only recognize him by his clothing. If he was too terrible
for you to see then, how now?” 12 “Bring him back,” cried the old woman, and
dragged him toward the door. “Do you think I fear the child I have nursed?” He
went down in the darkness, and felt his way to the parlor, and then to the
mantelpiece. The talisman was in its place, and a horrible fear that the
unspoken wish might bring his mutilated son before him ere he could escape from
the room seized upon him, and he caught his breath as he found that he had lost
the direction of the door. His brow cold with sweat, he felt his way round the
table, and groped along the wall until he found himself in the small passage
with the unwholesome thing in his hand. Even his wife's face seemed changed as
he entered the room. It was white and expectant, and to his fears seemed to
have an unnatural look upon it. He was afraid of her. “Wish!” she cried, in a
strong voice. “It is foolish and wicked,” he faltered. “Wish!” repeated his
wife. He raised his hand. “I wish my son alive again.” The talisman fell to the
floor, and he regarded it fearfully. Then he sank trembling into a chair as the
old woman, with burning eyes, walked to the window and raised the blind. He sat
until he was chilled with the cold, glancing occasionally at the figure of the
old woman peering through the window. The candle end, which had burnt below the
rim of the china candlestick, was throwing pulsating shadows on the ceiling and
walls, until, with a flicker larger than the rest, it expired. The old man,
with an unspeakable sense of relief at the failure of the talisman, crept back
to his bed, and a minute or two afterward the old woman came silently and
apathetically beside him. 13 Neither spoke, but both lay silently listening to
the ticking of the clock. A stair creaked, and a squeaky mouse scurried noisily
through the wall. The darkness was oppressive, and after lying for some time
screwing up his courage, the husband took the box of matches, and striking one,
went downstairs for a candle. At the foot of the stairs the match went out, and
he paused to strike another, and at the same moment a knock, so quiet and
stealthy as to be scarcely audible, sounded on the front door. The matches fell
from his hand. He stood motionless, his breath suspended until the knock was
repeated. Then he turned and fled swiftly back to his room, and closed the door
behind him. A third knock sounded through the house. “What's that?” cried the
old woman, starting up. “A rat, “said the old man, in shaking tones—“a rat. It
passed me on the stairs.” His wife sat up in bed listening. A loud knock
resounded through the house. “It's Herbert!” she screamed. “It's Herbert!” She
ran to the door, but her husband was before her, and catching her by the arm,
held her tightly. “What are you going to do?” he whispered hoarsely. “It's my
boy; it's Herbert!” she cried, struggling mechanically. “I forgot it was two
miles away. What are you holding me for? Let go. I must open the door.” “For
God's sake, don't let it in,” cried the old man trembling. “You're afraid of
your own son,” she cried, struggling. “Let me go. I'm coming, Herbert; I'm
coming.” There was another knock, and another. The old woman with a sudden
wrench broke free and ran from the room. Her husband followed to the landing,
and called after her appealingly as 14 she hurried downstairs. He heard the
chain rattle back and the bottom bolt drawn slowly and stiffly from the socket.
Then the old woman's voice, strained and panting. “The bolt,” she cried loudly.
“Come down. I can't reach it.” But her husband was on his hands and knees
groping wildly on the floor in search of the paw. If he could only find it
before the thing outside got in. A perfect fusillade of knocks reverberated
through the house, and he heard the scraping of a chair as his wife put it down
in the passage against the door. He heard the creaking of the bolt as it came
slowly back, and at the same moment he found the monkey's paw, and frantically
breathed his third and last wish. The knocking ceased suddenly, although the
echoes of it were still in the house. He heard the chair drawn back and the
door opened. A cold wind rushed up the staircase, and a long loud wail of
disappointment and misery from his wife gave him courage to run down to her
side, and then to the gate beyond. The street lamp flickering opposite shone on
a quiet and deserted road.
|
|



