Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2023

Η ΦΡΙΚΗ ΤΟΥ ΕΓΚΕΛΑΔΟΥ - LORD ENCELADUS' BANE

 


ΣΥΝΤΡΙΜΜΙΑ, ΚΟΜΜΑΤΙΑ.....

 

 

 

Στις πέντε Φεβρουαρίου, με την Κυριακή Τελώνου και Φαρισαίου, νωρίς φέτος, μπήκαμε στο Τριώδιο. Αυτή η περίοδος του χρόνου που αρχίζει το ξεφάντωμα για τις Αποκριές.  Τα Σωματεία και οι Σύλλογοι που μόλις ξεμπέρδεψαν με την Κοπή της Πίτας του Αη Βασίλη ήδη άρχισαν να προγραμματίζουν τα δείπνα και τις ημερίδες τους. Με το ξημέρωμα της Δευτέρας ξυπνήσαμε με την είδηση πως ο Εγκέλαδος και πριν ακόμα φέξει,  στις έξι του Φλεβάρη, πρόλαβε το δικό του ξεφάντωμα. Άντε τώρα να καλημερίσεις, άντε τώρα να ευχηθείς καλή εβδομάδα.....

 

Πήρε συνέταιρο τον Εφιάλτη και βάλθηκε να κομματιάζει με τα γιγαντιαία πέλματά του ότι έβρισκε στο διάβα του για να φέρει την καταστροφή και τον όλεθρο, με τα άγρια πολεμοχαρή χέρια του να σαρώνει με μανία τα πάντα και η άκαρδη καρδιά του να κτυπά για να συντρίβει με αφηνιασμένη αφροσύνη.

 

Στην Ανατολή την τόσο κοντινή μας και εκεί που ο Απόστολος των Εθνών Παύλος συναντήθηκε,  όπως λέγεται, με τον Πέτρο, εκεί που τα συντρίμμια τώρα τρομάζουν και σπαράζουν τα σωθικά και μόνο με την σκέψη ότι γονείς  δεν πρόλαβαν  να προστατεύσουν τα παιδιά τους, παιδιά δεν πρόλαβαν να προστατέψουν τους γέρους τους, παππούδες και γιαγιάδες να παραδίδονται αμαχητί στον θυμό του τρομερού γίγαντα. Θύματα-θύματα-θύματα....

 

Θρήσκοι και άθρησκοι, χιλιάδες,  πιστοί και άπιστοι, ομόθρησκοι και αλλόθρησκοι. Όλοι άνθρωποι με σάρκα και οστά,  υλικές ζημιές και ηθικές αμέτρητες. Τόσο μακριά, μα τόσο κοντά που μας τα φέρνει η τηλεόραση στα καθιστικά μας.   Άγνωστος κόσμος, άγνωστες ψυχές, βουρκώνουν τα μάτια, θολώνει το βλέμμα, μουδιάζει το μυαλό και τρέμει το σώμα, βουβαίνει το στόμα. 

 

Ανάμεσα στα θύματα, μια κοπέλα 32 χρόνων, ανιψιά γνωστού μου, στην Αντιόχεια, την πατρίδα της. Την άκουγαν τις πρώτες ώρες μετά το κακό, έσκαβαν και έσκαβαν τα συνεργεία για να την σώσουν. Προσπαθούσαν να την βρουν, να την φτάσουν. Κάποια στιγμή η φωνή δεν ακουγόταν πλέον. Την βρήκαν,  αλλά πια δεν ανέπνεε. Την έλεγαν, Ιωάννα. Έφεραν την σορό της στην Πόλη και η Κηδεία της έγινε στον Ι. Ναό Της Μεταμόρφωσης στο Σισλί και εκεί τώρα αναπαύεται. 

 

 

Θρηνούν οι δικοί της, θρήνησαν οι καμπάνες, θρηνούν τα κυπαρίσσια που θα την κρατούν συντροφιά και τα πουλιά θα την νανουρίζουν για πάντα.

 

Τόσο μακριά, τόσο κοντά.

 

Νίκη Beales

 

Φεβρουάριος 2023

Buckingham, Αγγλία

 


DEBRIS AND RUBBLE

 

Rendered by Vassilis C. Militsis

 

February 5, Publican and Pharisee Sunday; the Pre-Lent Season [the Orthodox Triodion] started early this year. This period of the year is when the Carnival spree gets going. Associations and clubs have recently gotten over with the tradition of carving St Basil’s Pie* and commenced to plan their banquets and meetings. On the morning of Monday, February 6, we woke up with the horrid news that Enceladus, while it was still dark, caught people by surprise with his own binge. How can you say it is a good morning or wish your neighbor a nice week?

 

The monster joined Nightmare and with his gigantic paws he set out to wreak havoc on everything he found in his path sowing destruction and devastation; with his savage, warlike hands he began to rage with fury through the entire region while his cruelly beating heart struck and smashed with wild insanity.

 

In the Near East, where Paul, the Apostle of the Nations is said to have met Peter, where ruination now appalls and rips our viscera only at the thought that parents could not protect their children; children could not protect their old parents, grandparents and grandmothers, who had fallen prey to the wrath of the terrible giant without fight. Casualties upon casualties.

 

 

 

Thousands of religious and skeptics, believers or non-believers, those within the faith and outsiders; all men with flesh and bone, in material and moral damage, are countless. They are so distant but our TV sets bring their affliction into our sitting rooms. Strangers, souls anonymous – our eyes brim with tears, the vision blurs, the mind goes numb, bodies tremble and we are dumbfounded.

 

Among the casualties in Antioch [Antakya], her native town, there was a thirty-two year old woman, the niece of a friend. They could hear her during the first hours after the horrendous natural disaster; the rescue teams were desperately digging in the wreckage struggling to reach and save her. And at some point her voice could no longer be heard. Finally, they found her but she was breathing no more. Her dead body was brought to Istanbul; her funeral took place at the Transfiguration Holy Church and she was buried in the Şişli cemeteries, where her soul has found rest.

The bells have dismally tolled, her own people mourn her and the cypresses grieve; the birds will be her company and lull her in her eternal slumber.

 

So far, and yet so close.

 

Niki Beales

 

February 2023

Buckingham, England.

*Vasilopita - Wikipedia

 


Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2023

Η ΜΑΣΤΙΓΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ - THE SCOURGE OF GOD

 


Ο ΑΚΑΤΑΝΟΜΑΣΤΟΣ

 


Πέτρος Αμπατζόγλου

 

 

 

Το παραμύθι είναι μια μεταμφίεση της πραγματικότητας, είπε ο τραπεζικός υπάλληλος που ψάρευε δίπλα μου. Γνωριστήκαμε εκεί στο βραχάκι με τη θάλασσα αρυτίδωτη και τα ψάρια αδιάφορα στα δολώματά τους.

            Δεν ξέρω γιατί αισθάνομαι την ανάγκη να σας μιλήσω για την προηγούμενη ζωή μoυ, είπε, κάτι που δεν τόλμησα ούτε με τη γυναίκα που αγάπησα και ίσως ακόμα αγαπώ. Μου φαίνεται πως σας γνωρίζω ανέκαθεν, μαντεύω πως είστε αρχαιότερός μου. Μάλλον, ξέρω ποιος είστε, αν και φοβάμαι να το παραδεχθώ. Νομίζω πως ήρθε η ώρα της εξομολόγησης, μια και κοντεύω πάλι να πεθάνω.

            Ο άγνωστός μου τραπεζικός ήταν κάποτε διαχειριστής του αιμοδιψούς Τζένγκις Χαν που έκαψε την Κίνα, την Τρανσκαυκασία, τη Γεωργία και την Αρμενία, εκεί το δέκατο τρίτο αιώνα, τη σκοτεινότερη περίοδο της ανθρωπότητας. Μονολογώντας και χωρίς να γυρίσει ούτε μια φορά να κοιτάξει, μου διηγήθηκε αυτή την απλή ιστορία που για τους ορθολογιστές δεν είναι παρά ένα παιδικό παραμύθι.

Εκείνο το βράδυ με το ολόγιομο φεγγάρι να σκεπάζει με νεκρό φως τις έρημες στέπες, αλλά και τα πυκνά δάση, κάτι ασυνήθιστο συνέβη. Μια ψυχρή πνοή διέσχισε το διάστημα απ’ το σημείο του γαλαξία της Ανδρομέδας και σαν εκπνοή ζώου πεντακοσίων χιλιάδων τόνων, ταξιδεύοντας με ταχύτητα μεγαλύτερη απ’ το φως, έφτασε στο δάσος του Ταρμακιστάν. Μια πνοή τόσο παγωμένη που ό,τι άγγιζε το κατέψυχε για πάντα, μεταμορφώνοντάς το σε ξερό πάγο.

            Διασχίζοντας το δάσος η πνοή έσπερνε τρόμο στα ζώα και τα φυτά. Κλαδιά δέντρων στράβωναν για να την αποφύγουν σα να τα λύγιζε ισχυρός άνεμος, μεγάλα αλλά και μικρά ζώα έπεφταν κεραυνοβολημένα από τρόμο, έντομα και ζουζουνάκια κρύβονταν κάτω από πέτρες ή πέθαιναν, όπως η παγωμένη πνοή προειδοποιούσε για τον ερχομό της μ’ έναν ήχο καρδιάς, υπόκωφο και απειλητικό. Τέλος, η πνοή πήρε κατεύθυνση πέρα απ’ το πυκνό δάσος κι έφτασε σ’ ένα φτωχικό σπιτάκι, όπου το κίτρινο φως των κεριών τρεμούλιαζε σαν να πάλευε να ζήσει. Έτσι πάλευε για να ζήσει και το νέο παλικάρι πάνω στο αχυρένιο στρώμα. Το στήθος του δυσκολευόταν να πάρει αναπνοή, τα μάτια του κλειστά με μαύρους κύκλους και δίπλα η μητέρα έκλαιγε βουβά. Τα δάκρυά της έτρεχαν πάνω στην ανοιχτή εγκαταλελειμμένη παλάμη του, μέχρι που ξαφνικά το κουρασμένο στήθος σταμάτησε ν’ ανεβοκατεβαίνει και στο κίτρινο πρόσωπό του απλώθηκε το άσπρο του θανάτου.

            Η μητέρα έβγαλε μια παρατεταμένη φωνή πληγωμένου αρπακτικού πουλιού και λιποθύμησε. Συνήλθε από το δροσερό αεράκι που έμπαινε απ’ το ανοιχτό παράθυρο.

            Το κερί όμως τώρα έκαιγε σταθερά και το νεαρό παλικάρι της χαμογελούσε πονηρά, λες και ο θάνατός του ήταν μια κακόγουστη φάρσα. Πριν η γυναίκα συνέλθει από την έκπληξη και την ευτυχία της, ο νέος πετάχθηκε όρθιος, τεντώθηκε, έκανε ένα πήδο, χασμουρήθηκε κι έβαλε κάτι τρελά γέλια.

            - Θαύμα, είπε, θαύμα, λίγο αδύνατος μου πέφτει, αλλά θα τον παχύνω.

            - Ναι, παιδί μου, θαύμα Κυρίου θαύμα, είπε η γυναίκα και γονάτισε να προσκυνήσει. Θα σου φτιάξω αμέσως, αγόρι μου, μια σουπίτσα να πιεις να συνέλθεις, που μας πέθανες.

            - Πεινώ σα λύκος, μάνα, είπε ο νέος και ξαφνικά η φωνή του έγινε τραχιά και απειλητική.

            - Αμέσως να φέρω την κότα, παιδί μου, είπε η μητέρα.

            Ανυπόμονος την ακολούθησε μέχρι το κοτέτσι, όπου στα τυφλά η μητέρα άρπαξε μια διαμαρτυρόμενη πουλάδα και την έφερε κοντά στην πόρτα με το φως.

            - Κράτα την, παιδί μου, να πάρω το μαχαίρι, είπε και την παρέδωσε.

            - Δεν χρειάζεται μαχαίρι, μάνα, είπε ο νέος γελώντας. Με τρόμο τον είδε να χώνει το κεφάλι του πουλιού στο στόμα του και με μια δαγκωνιά να το κόβει και το φτύνει στο χώμα. Το ακέφαλο σώμα σπάραζε όπως ακόμα μισοζώντανο άρχισε να το ξεπουπουλιάζει.

            - Βάλε νερό στη χύτρα, μάνα, φώναξε. Είμαι έτοιμος. Απ’ το στόμα του έσταζε αίμα.

*

Στο χαμόσπιτο του μάγου, η μητέρα έκλαιγε με λυγμούς.

            - Σοφέ μου, βοήθησε μια δυστυχισμένη. Το παιδί μου έγινε καλά από τον πυρετό, αλλά έχασε το μυαλό του. Με το στυλιάρι σκότωσε το σκύλο που τόσο πολύ αγαπούσε. Τον σκότωσε γιατί το ζωντανό κρυβόταν μόλις τον έβλεπε και του σηκωνόταν η τρίχα. Μια γάτα μας, τη σούβλισε και γελούσε. Τις προάλλες γυρίζει και μου λέει: «Τον θες αυτόν τον πύργο, αν τον θες στον χαρίζω». «Πώς θα μου χαρίσεις, παιδί μου, τον πύργο του Γεντί Χαν», του λέω. «Μπορώ να σου χαρίσω τον κόσμο όλο», μου λέει και γελά. Και ξαφνικά άρχισε να μιλά βραχνά και σαν με ουρλιαχτό και τα μάτια του έγιναν φωσφορικά, και πότε μίλαγε με φωνή βαριά και πότε με ψιλή γυναικεία και βγήκε έξω κι άρπαξε τη βαρέλα με το νερό και τη σήκωσε σαν πούπουλο στον αέρα και την πέταξε δέκα μέτρα, το μικρό αδύνατο αγοράκι μου, που μόλις είχε γλιτώσει απ’ τον πυρετό. Έλα να το γιατρέψεις, σοφέ μου δάσκαλε, και θα σου χαρίσω τη γελάδα μου, είκοσι κότες και πάντα στις προσταγές σου.

            Και προχθές, μεγάλε δάσκαλε, είδαμε τέσσερις καβαλάρηδες του Γεντί Χαν και του είπα, «κρύψου, γιε μου, θα σε στρατέψουν με το ζόρι» κι έβαλε τα γέλια, «κοίτα τι θα πάθουν», είπε κι έφτασαν στο σπίτι μας και λέει ο ένας ο πιο άγριος «έλα μαζί μας, θα γίνεις στρατιώτης του Γεντί Χαν». Κι ο γιος μου γέλασε και τότε οι τέσσερις πολεμιστές έσυραν τα σπαθιά τους και χτυπήθηκαν μεταξύ τους και σκοτώθηκαν μπροστά μας και ο γιος μου πήρε τα τρία άλογα και τα πούλησε και κράτησε το τέταρτο κι έθαψε τα πτώματα στο λάκκο με τον ασβέστη. Βοήθησέ με, δάσκαλε, να σώσω το παιδί μου.

            Ο δάσκαλος φόρεσε το γούνινο καπέλο του κι έβαλε στο ταγάρι του ένα μπουκαλάκι πολτοποιημένο βάτραχο και σκόνη αράχνης, ένα μπουκαλάκι ζουμί βοτάνων και ένα μπουκάλι νερό απ’ την πηγή των πνευμάτων, που για να το μαζέψεις πρέπει να κρεμαστείς με σχοινί είκοσι μέτρων στο καταρράκτη.

            Μπροστά η μητέρα και πίσω ο δάσκαλος έφτασαν στην καλύβα και σ’ ένα συγκλονιστικό θέαμα: ο ασθενικός νέος κρατούσε ένα βαρύ σπαθί όσο το μπόι του και με άγριες φωνές κομμάτιαζε θεόρατο ευκάλυπτο. Το σπαθί έπεφτε κι έκοβε το δέντρο, λες κι ήταν από χαρτί κι ώσπου να συνέλθουν απ’ την κατάπληξη δεν είχε απομείνει τίποτα άλλο εκτός από διάσπαρτα κλαδιά κι ένας διαμελισμένος καρπός.

            Ο δάσκαλος πέταξε το ταγάρι και χωρίς λέξη το έβαλε στα πόδι. Ο γιος γύρισε και κοίταξε τη μητέρα σκεπτικός σα να προσπαθούσε ν’ αποφασίσει κάτι δύσκολο, σαν κάποιος δισταγμός από ανάμνηση του σώματος ν’ αντιστεκόταν, ίσως κάποια κρυφή διαμαρτυρία των κυττάρων να εμπόδιζαν την τελική κίνηση, αλλά ξαφνικά ξυπνώντας απ’ τον λήθαργο σήκωσε το σπαθί και την έσκισε στα δύο. Ύστερα καβάλησε το άλογο κι έφυγε μέσα στο σούρουπο. Στα χωράφια οι χωρικοί σχολίαζαν αργότερα μεταξύ τους για τον τρελό καβαλάρη. Έλεγαν πως έμοιαζε με μαύρο σύννεφο σκόνης που άλλαζε συνεχώς σχήμα και πως τον ακολουθούσε ένα ουρλιαχτό από άνθρωπο σε μεγάλο βάσανο.

            Ακόμα έλεγαν πως το σπίτι του τη νύχτα φωσφόριζε, μπορούσε να το διακρίνει κανείς από πολύ μακριά, αλλά όταν πλησίαζες ο φωσφορισμός χανόταν, μύριζε όμως θειάφι.

            Τι απέγινε όμως ο μητροκτόνος; Φήμες για φοβερά και ακατανόητα είχαν διαδοθεί. Ένα πρωί ο Γεντί Χαν δέχθηκε ένα χλομό και εξασθενημένο νέο τυλιγμένο σε θαυμάσιες γούνες αρκούδας και ζωσμένο με βαρύτατο σπαθί. Ο νέος είπε πως ήταν διακεκριμένος νουκούτ, αλλά από μεγάλη τύχη έμαθε το μυστικό να μετατρέπει το χαλκό σε χρυσάφι. Από το δερμάτινο ταγάρι του παρουσίασε ένα χρυσό μαχαίρι, ένα χρυσό κύπελλο, μια μεγάλη χρυσή κουτάλα και μια χρυσή ζώνη. Ισχυρίσθηκε πως όλα αυτά ήταν πριν χάλκινα και πως τα είχε μετατρέψει με τη μυστική συνταγή σε χρυσά. Με μια περιφρονητική μάλιστα κίνηση, τα χάρισε στο Γεντί Χαν, σαν να ήταν κάποιο ευτελές δώρο.

            Ζήτησε, λοιπόν, να του δώσουν χάλκινα αντικείμενα και να τον κλείσουν τρεις μέρες σε κάποια αίθουσα και βεβαίωνε πως όλα τα αντικείμενα θα τα μετέτρεπε σε χρυσά. Ο άρχοντας τον ρώτησε γιατί αφού είχε αυτή την τρομερή δύναμη στα χέρια του δεν τη χρησιμοποιούσε ο ίδιος για να γίνει πλούσιος και ισχυρός, αλλά ο νέος απάντησε πως προτιμούσε για αμοιβή του, την κόρη του Χαν και του αρκούσε να γίνει γαμπρός του και φυσικά κάποτε διάδοχός του. «Την ιστορία δεν την αγοράζεις, είπε αινιγματικά, την κατακτάς».

            Ο άπληστος Χαν δέχθηκε την πρόταση, γιατί σκέφτηκε πως στο κάτω-κάτω δεν είχε τίποτα να χάσει. Αν ο νέος έλεγε την αλήθεια, ασφαλώς ήταν ο καλύτερος γαμπρός που μπορούσε να βρει, αν όχι του έπαιρνε αμέσως το κεφάλι.

            Όταν άνοιξαν τη σφραγισμένη πόρτα, διαπίστωσαν πως όλα τα χάλκινα αντικείμενα είχαν γίνει πράγματι χρυσά. Γρήγορα έγιναν οι γάμοι και το ζευγάρι τον πρώτο καιρό έμοιαζε ευτυχισμένο. Μερικοί, όμως, είχαν προσέξει πως η ωραία νύφη φαινόταν σα χαμένη, σαν να ζούσε σε άλλον κόσμο.

Σιγά-σιγά η αδιόρατη απειλή άρχισε να γίνεται συγκεκριμένη. Από τα δωμάτια των νεόνυμφων ακούγονταν τη νύχτα άγριες φωνές και σπαρακτικές άναρθρες επικλήσεις. Ουρλιαχτό λύκου διαπερνούσε τις μεγάλες αίθουσες κι άλλοτε πάλι μουγκρητά σφαζόμενου ζώου. Η κοπέλα όλο και αδυνάτιζε, τα μάτια της με πυρετό και κάτι το αλλοπαρμένο, λες κι είχε ζήσει ανείπωτη φρίκη. Αλλά και ο Γεντί Χαν παραπονιόταν πως το δωμάτιό του μύριζε θειάφι. Νύχτα και μέρα οι υπηρέτες το έπλεναν και το αρωμάτιζαν, αλλά με το σούρουπο η μυρωδιά του θειαφιού απλωνόταν παντού διαπεραστική και επίμονη.

            Στην αρχή ο άρχοντας ευημερούσε. Πλούτη συσσωρεύτηκαν και μισθοφόροι ενίσχυσαν το στρατό του. Όμως, ξαφνικά ήρθε μια αναπάντεχη, ανυπέρβλητη καταστροφή. Οι αγοραστές του χρυσού που έφτιαχνε ο γαμπρός του ξεσηκώθηκαν να τον αφανίσουν. Τον έβριζαν κλέφτη και ψεύτη, το χρυσάφι του γαμπρού του μετά από λίγο καιρό ξαναγινόταν χαλκός. Ο Γεντί Χαν περιφρονημένος, με εχθρούς γύρο από τον πύργο και τους στρατιώτες του να δραπετεύουν, έπεσε από τις επάλξεις και κομματιάστηκε.

            Η ωραία κόρη του απελπισμένη και σχεδόν τρελή από ανεξήγητο τρόμο, κρεμάστηκε στο δωμάτιό της. Τη βρήκαν γυμνή με φρικτά έλκη και βαθιές πληγές σ’ όλο της το σώμα. Το ίδιο πρωί, ο χλομός νέος εξαφανίστηκε με μερικούς πολεμιστές και το ίδιο βράδυ ο πύργος πήρε φωτιά και κάηκε σαν πυροτέχνημα. Για μήνες, η περιοχή μύριζε θειάφι.

                                   *

Στη Μεγάλη Στέπα είχαν συγκεντρωθεί οι φοβερές ορδές των Μογγόλων. Ογδόντα χιλιάδες πολεμιστές νουκούτ, το καλύτερο ιππικό στον κόσμο, που ζούσαν μόνο για τον πόλεμο. Μια θάλασσα από γυναικόπαιδα και από πολύχρωμες σκηνές. Ένα τεράστιο πανηγύρι με βόδια να ψήνονται ολόσωμα και το κρασί να τρέχει ασταμάτητα στα λαρύγγια.

            Είχαν συγκεντρωθεί εδώ οι Χαν για να ανακηρύξουν το Μεγάλο Χαν που θα τους οδηγούσε στην κατάκτηση της Κίνας, της Κεντρικής Ασίας και της Τρανσκαυκασίας. Ο μεγάλος αρχηγός της σφαγής και της λεηλασίας. Όλοι ήξεραν ποιος θα ήταν ο μεγάλος αρχηγός. Ο Τεμουτζίν ο αλύπητος, ο Χαν που κοιμόταν και ζούσε πάνω στο άλογό του, που σκότωνε πριν ακόμα ο αντίπαλός του σηκώσει το σπαθί.

            Εκεί στη μέση του κύκλου με τους χιλιάδες πολεμιστές, στεκόταν ακίνητος στο μαρμαρωμένο άλογό του, με το κράνος με τα κέρα και τον πέλεκυ της εξουσίας. Κανείς δεν αμφισβητούσε την πρωτιά του, όλα είχαν κανονιστεί από την προηγούμενη μέρα. Σε λίγο ο μεγάλος δάσκαλος θα πλησίαζε και θα του έδινε το νερό και το αλάτι και μετά θα φώναζε το καινούργιο του όνομα. «Σε ονομάζω, ταπεινέ Τεμουτζίν, μεγάλο αρχηγό και το όνομά σου θα είναι στους αιώνες Τζένγκις Χαν».

Τώρα οι ορδές πύκνωναν και μεγάλη σιωπή απλώθηκε. Ο μεγάλος δάσκαλος προχώρησε, όταν ξαφνικά ένας κατάμαυρος ιππέας πάνω σε μαύρο άλογο τινάχτηκε μέσα απ’ το πλήθος και τυλιγμένος σε σύννεφο σκόνης, στάθηκε μπροστά στον Τεμουτζίν. Εκείνος τον κοίταξε με έκπληξη και με κάποια ειρωνεία, γιατί μια τέτοια πρόκληση ήταν μονομαχία θανάτου. Τα μάτια του Τεμουτζίν και του χλομού νέου αναμετρήθηκαν και ο Τεμουτζίν αισθάνθηκε μια τρεμούλα ν’ απλώνεται σ’ όλο του το σώμα. Μια ανείπωτη φρίκη τον κυρίεψε και μυρωδιά θειαφιού τον τύλιξε.

            - Ήρθες, λοιπόν, είπε χωρίς πικρία, ίσως μάλιστα και με κάποια ανακούφιση. Έβγαλε το κράνος και μαζί με τον πέλεκυ του τα παρέδωσε. Ο χλομός νέος τα πήρε και τα έδειξε στις ορδές που μαγεμένες ζητωκραύγασαν. Ο Τεμουτζίν Χαν, ήρεμος τώρα, χαμογέλασε.

            - Τουλάχιστον, είπε, μας χαρίζεις τ’ όνομά σου;

            - Τζένγκις Χαν, απάντησε ο άλλος.

 

Πέτρος Αμπατζόγλου

Ο Πέτρος Αμπατζόγλου γεννήθηκε στην Αθήνα με καταγωγή από το Κέρκαγατς της Μικράς Ασίας από τον πατέρα του και από την Κωνσταντινούπολη από την μητέρα του. Τα πρώτα οχτώ χρόνια της ζωής του τα πέρασε με την οικογένειά του στο Νέο Ηράκλειο και το 1939 η οικογένεια εγκαταστάθηκε στο κέντρο της Αθήνας, όπου ο πατέρας ασχολήθηκε με διαφόρων ειδών επιχειρήσεις (κέντρο διασκέδασης, θέατρο, αργυροχρυσοχοείο), όλες χωρίς επιτυχία και κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής άνοιξε μεταφραστικό και δακτυλογραφικό γραφείο. Ο Αμπατζόγλου κινδύνεψε κατά την περίοδο αυτή να πεθάνει από αβιταμίνωση. Αποφοίτησε από το Γυμνάσιο το 1950 και διορίστηκε μετά από διαγωνισμό στην Ηλεκτρική Εταιρεία Αθηνών - Πειραιώς, από όπου συνταξιοδοτήθηκε πρόωρα λόγω της αδύναμης υγείας του το 1966. Το 1964 παντρεύτηκε την αρχιτέκτονα Καίτη Παπανικολάου. Ασχολήθηκε επίσης με τη σύνταξη κειμένων στη διαφημιστική εταιρεία Έργον και μετά τη συνταξιοδότησή του έφυγε με τη γυναίκα του για το Λονδίνο, όπου πέρασε από τότε μεγάλο μέρος της ζωής του. Το 1969 πήρε χορηγία από το ίδρυμα Φορντ και το 1973 επισκέφτηκε πανεπιστήμια των Η.Π.Α. με υποτροφία του Διεθνούς Προγράμματος Συγγραφέων του Πανεπιστημίου της Αϊόβα. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’60 από τις σελίδες της Νέας Εστίας και το 1962 εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων "Με το Μινώταυρο" και στράφηκε αποκλειστικά στην πεζογραφία με εξαίρεση κάποιες μεταφραστικές απόπειρες σε περιοδικά. Το 1964 τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο για το έργο του "Ισορροπία τρόμου". Ο Πέτρος Αμπατζόγλου ανήκει στους έλληνες πεζογράφους της μεταπολεμικής γενιάς. Βασικό χαρακτηριστικό της γραφής του είναι η απόλυτη κυριαρχία του φαντασιακού στοιχείου και του συνειρμού, σε βαθμό που καταλύει τόσο τις παραδοσιακές αφηγηματικές δομές όσο και την όποια χωροχρονική συνοχή στην εξέλιξη του μύθου. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Πέτρου Αμπατζόγλου βλ. Γιαλουράκης Μανώλης, «Αμπατζόγλου Πέτρος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα, Χάρη Πάτση, 1968, και Ζήρας Αλέξης, «Πέτρος Αμπατζόγλου», στο συλλογικό έργο «Η μεταπολεμική πεζογραφία · από τον πόλεμο του '40 ως τη δικτατορία του '67», Β΄, σ.184-199, Αθήνα, Σοκόλης, 1988. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών γεννημένων από το 19ο αιώνα έως το 1935, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

 Πέτρος Αμπατζόγλου, «Ο Ακατανόμαστος» (Το ελληνικό φανταστικό διήγημα, τόμος Β΄, Μάκης Πανώριος 1993, Αθήνα, εκδόσεις «ΑΙΟΛΟΣ», σς.14-19). Το διήγημα αρχικά είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό «Τρίτο Μάτι», Απρίλιος 1991.

 

 

 

 


THE UNSPEAKABLE KHAN*

(Title of the original Greek:

Ο Ακατανόμαστος)

 

By Petros Ampatzoglou (1931 - 2004)

 

Rendered by Vassilis C. Militsis

 





“A tale is reality in disguise,” said the bank employee, who was fishing next to me. We became acquainted over at the small cliff by the unrippled sea and the fish indifferent to their baits

“I don’t know why I feel the need to tell you about one of my previous lives,” he said, “something I have never dared to confide even to my wife, whom I have loved and perhaps I still do. It seems to me that I have already known you since long ago. I figure you must be more ancient than I. I rather know who you are, though I’m afraid to accept it. I think the hour has come for my confession now that death is drawing near.”

My unknown bank employee claimed he had once been the administrator of the bloodthirsty Genghis Khan, who had laid waste China, Transcaucasia, Georgia and Armenia in the 13th century, the darkest era of humanity.

Speaking as to himself and without turning to look at me even once, he related the following simple story, which for the rationalist is but a child’s fairy tale.

On that evening with a full moon washing with its ghostly light not only the desert steppes but also the dense forests, something unwonted occurred. A cold breath crossed the space from the point of the Andromeda galaxy and like an exhalation of a five hundred thousand ton animal, traveling at a speed higher than that of light reached the forest of Tarmakistan. It was a breath so freezing that whatever it touched it was turned into dry ice.

Blustering through the forest, the breath spread terror to the fauna and flora. Tree boughs buckled in order to avoid it as if they were bent by a forceful gale; big and small animals fell thunderstruck by terror; insects and bugs found refuge under stones or died as the gelid breath announced its arrival with a hollow and menacing heartbeat. Finally, the breath headed beyond the thick forest and reached a humble cottage, where the yellow candle flame quivered as though it struggled to hold on to life. And there a young man lying on the straw mat was likewise striving to hold on to dear life. His chest was moving up and down and had difficulty to breathe; his eyes were shut with black circles around them. His mother, standing at his side, was crying silently. Her tears had been rolling upon his open, limp palm until his chest movement came to a standstill while the pall of death spread on his pallid face.

His mother uttered a long-drawn shriek like that of an injured bird of prey and swooned. She was shortly revived by the cool breeze that blew through the open window.

The candle, however, now burned steadily and the youth smiled slyly as if his death were a cruel prank. Before the woman recovered from her surprising happiness, the youth sprang up, stretched, yawned, jumped and roared with laughter like a madman.

“A miracle,” he said, “a miracle. I’m rather skinny, but I’ll soon get fat.”

“Indeed, my son; it’s a Lord’s miracle,” said the woman and knelt to pray. “I’ll make a light broth, at once, for you, my son, to recover, as you had nearly died.”

 

“I’m as hungry as a wolf, mother,” said the young man and suddenly his voice grew hard and menacing.

“I’ll bring the hen soon, my son,” said the mother.

He impatiently followed her to the coop, where the mother grabbed a protesting pullet and brought her by the door and out into the daylight.

“Hold her, my son, while I go and fetch the knife,” she said and handed the pullet to him.

“You need no knife, mother,” said the youth laughing. Appalled she saw him stick the bird’s head into his mouth, severed it with one bite and spit it out. Then, he began to pluck the headless body, still writhing.

“Put water in the kettle, mother; I’m ready,” he called out. Blood dripped from his mouth.

*

In the shaman’s hovel, the mother had burst into sobs.

“Oh, wise man, help a poor, miserable woman. My son has recovered from his fever, but he’s lost his mind. He’s killed with a long stick his dog he so much loved. He killed him because on seeing him the animal bristled and went into hiding. He’s also skewered our cat and then he was laughing. The other day he turned to me and said:

‘Do you want to have this castle? If you do, I’ll give it to you.’

‘How come you can give me Yedi Khan’s castle, my son?’ I asked him.

‘I can give you the whole world,’ he said laughing. And all of a sudden his voice changed into a hoarse growl and his eyes took on a devilish shine; now he spoke in a deep voice, and now in a thin, woman’s one. Then he went out of the house, grabbed the heavy water tun, lifted it in the air, as if it was a feather, and threw it ten meters away; and that, after my dear boy had convalesced from his fever. Oh, wise master, come and heal my son, and I’ll give you in return a cow, twenty chickens, and I’ll always be at your behest.

”And the day before yesterday, oh great master, we saw four of Yedi Khan’s riders and I warned him: ‘hide, my son, or else they’ll enlist you by force;’ but he roared with laughter. ‘Look what’ll happen to them,’ he said. When they reached our house, one of the riders, the most savage one, told him: ‘Come with us; you’ll join Yedi Khan’s forces.’ My son laughed again and then the four warriors drew their swords killing one another in front of us. After that my son sold the three horses keeping the fourth for himself. He threw the dead bodies in the lime pit. Help me, master, to save my child.”

The shaman donned his felt hat, put in his sack a vial containing the mashed body of a frog together with spider dust, another vial filled with broth of herbs and a bottle of water drawn from the spirits spring, after having lowered himself with a rope twenty meters down to the waterfall.

With the mother leading, they both reached the cottage and found themselves before a dreadful spectacle: the sickly youth was holding a heavy sword as long as his body and uttering wild screams was chopping at a huge eucalyptus. The sword fell and slashed the tree as if it were made of paper and before they could recover from their dismay nothing had been left of the tree save dispersed branches and some smashed fruit.

The master threw his sack away and fled without saying a word. The son turned and looked at his mother pensively as though he was pondering on something difficult, as if he resisted some hesitance before a reminiscence of his body, perhaps some latent protest of his cells trying to thwart a final attempt, but reviving from his lethargy, he lifted his sword and cleaved his mother in two. Then he mounted his horse and disappeared in the dusk. Sometime later, the peasants began to tattle among themselves about the mad rider. They said he looked like a black cloud of dust that constantly changed shape and a howl trailed him as if coming from someone in great torment.

They also claimed that his house glimmered at night with a sort of phosphorescence that could be descried from afar, but at short distance this luminescence vanished giving off a whiff of brimstone.

However, what was the life and state of the matricide like thereafter? Rumors of dreadful and unheard of events had been bandied around. One morning, Yedi Khan received a pale and weak young man swaddled in fine bear furs and girt with a very heavy sword. The youth said he was a distinguished warrior, but by a stroke of fortune he had learned to change copper into gold. He fished out of his leather sack a gold knife, a large gold ladle and a gold belt. He professed that all these things had been originally made of copper and he had changed them into gold by a secret formula. And indeed with a scornful gesture, he presented them to Yedi Khan, as if they were some trivial gifts.

He then asked to be given copper objects and be left undisturbed for three days in a room. He warranted that he would turn all those things into gold. The potentate wanted to know, since he possessed such a great power, why he did not use it to become rich and mighty; but the youth replied that as a reward he would rather have Khan’s daughter for his wife and it sufficed to him to be his son-in-law and as a matter of course his successor. “You don’t buy History,” he said cryptically, “you conquer it.”

The greedy Khan accepted the proposal, for he thought he had nothing to lose after all. If the young man was sincere, he would certainly be the best bridegroom he could find; otherwise he would immediately behead him.

When they opened the sealed door, they ascertained that all the copper objects had been turned into gold. The wedding soon took place and the couple seemed happy in the early days. However, some people had noticed that the beautiful bride appeared to be at a loss as though she lived in a different world.

An elusive threat gradually began to take shape. At night from the chambers of the newlyweds one could hear wild voices and heartrending, inarticulate invocations. Wolf howls pierced through the large halls and sometimes you could hear moans and screeching as if from an animal being slaughtered. The girl was gradually losing weight, her eyes were feverish and she lent a moonstruck appearance as though she had experienced ineffable horrors. And Yedi Khan himself complained that his chambers reeked of brimstone. Day and night the servants washed and scented it, but by the dusk the stench of brimstone had permeated the premises all over again.

At first the Khan prospered. Wealth had accumulated and mercenaries strengthened his army. However, an unexpected and irreparable disaster struck all of a sudden. The purchasers of the gold forged by the Khan’s son-in-law revolted and sought to destroy him. They called him a liar and a thief, for after a while the gold was changed back to copper. Yedi Khan, despised by all and surrounded with enemies around his castle, and seeing his soldiers defecting, threw himself from the battlements to the ground, where he was found mangled.

His fair daughter, desperate and half mad out of an inexplicable terror, hanged herself in her chamber. She was found naked bearing horrible ulcerations and deep wounds all over her body. On that morning, the pale young man disappeared together with a number of warriors and in the same evening the castle caught fire and was burnt down to cinders. For months afterward, the entire area stank of brimstone.

*

The gruesome hordes of the Mongols had gathered in the Vast Steppe: eighty thousand warriors – the best riders in the world – lived only for fighting. A sea of women and children dwelled in multicolored tents. A huge feast with steers roasted whole was in full swing and the wine was unceasingly being swallowed down the banqueters’ gullets.

All the khans had collected together to declare the Great Khan, their mighty chief of massacre and pillage, who was destined to lead them to the conquest of China, Central Asia and Transcaucasia. All knew who was to be their great leader: Temüjin, the ruthless Genghis Khan, who lived and slept on his horse; who killed even before his foe could draw his saber.

There, in the middle of the circle of thousands of warriors, bearing on his head the horned helmet and holding the axe of power the rider on his horse stood motionless as though they had both turned to stone. None questioned his leadership, as all had been arranged the previous day. The great master would shortly approach, give him water and salt and call him with his new name: “Oh, humble Temüjin, I pronounce you great leader and your new name shall be Genghis Khan in the centuries to come.”

Now the hordes grew more crowded and deathly silence prevailed. The great master proceeded when suddenly a pitch black rider on a black horse, in a cloud of dust, leaped up out of the crowd and stood before Temüjin. The latter looked at him in surprise and in a sort of irony, for such a challenge meant a duel to the death. Temüjin’s eyes confronted those of the pale young man and Temüjin felt a tremor fill his entire body. He was seized by a grim horror and enveloped by the stench of brimstone.

“So then you’ve come,” he said without regret and perhaps with some relief. He took off his helmet and axe handing them over to him. The pale youth accepted and showed them to the spellbound hordes that cheered. Temüjin Khan, calm now, smiled.

“At least, can you spare us your name?”

“Genghis Khan,” replied the other.

 


*Genghis Khan - Wikipedia

 

 Petros Ampatzoglou

He was born in Athens. He worked for the Electrical Company in Athens and Piraeus in charge of public relations. He published novels and short stories. His main works are: With The Minotaur - Με το Μινώταυρο (1962), The Equilibrium of - Ισορροπία του τρόμου Terror (1964), Death of an Employee - Θάνατος μισθωτού  (1971), Superman’s Birth - Η γέννηση του Σούπερμαν (1974), Peter’s Fairy Tales  -Παραμύθια του Πέτρου (1974), Personal Revelation - Προσωπική αποκάλυψη  (1978), Signs and Wonders - Σημεία και τέρατα (1981), What Does Mrs. Freeman Want? - Τι θέλει η κυρία Φρίμαν  (1987) and others. He was awarded by the State Award for the last two books