|
Ο ΑΚΑΤΑΝΟΜΑΣΤΟΣ
Πέτρος Αμπατζόγλου
Το παραμύθι είναι μια μεταμφίεση της πραγματικότητας, είπε ο τραπεζικός
υπάλληλος που ψάρευε δίπλα μου. Γνωριστήκαμε εκεί στο βραχάκι με τη θάλασσα
αρυτίδωτη και τα ψάρια αδιάφορα στα δολώματά τους.
Δεν ξέρω
γιατί αισθάνομαι την ανάγκη να σας μιλήσω για την προηγούμενη ζωή μoυ, είπε, κάτι που δεν τόλμησα ούτε με τη
γυναίκα που αγάπησα και ίσως ακόμα αγαπώ. Μου φαίνεται πως σας γνωρίζω
ανέκαθεν, μαντεύω πως είστε αρχαιότερός μου. Μάλλον, ξέρω ποιος είστε, αν και
φοβάμαι να το παραδεχθώ. Νομίζω πως ήρθε η ώρα της εξομολόγησης, μια και
κοντεύω πάλι να πεθάνω.
Ο
άγνωστός μου τραπεζικός ήταν κάποτε διαχειριστής του αιμοδιψούς Τζένγκις Χαν
που έκαψε την Κίνα, την Τρανσκαυκασία, τη Γεωργία και την Αρμενία, εκεί το
δέκατο τρίτο αιώνα, τη σκοτεινότερη περίοδο της ανθρωπότητας. Μονολογώντας
και χωρίς να γυρίσει ούτε μια φορά να κοιτάξει, μου διηγήθηκε αυτή την απλή
ιστορία που για τους ορθολογιστές δεν είναι παρά ένα παιδικό παραμύθι.
Εκείνο το βράδυ με το ολόγιομο φεγγάρι να σκεπάζει με νεκρό φως τις
έρημες στέπες, αλλά και τα πυκνά δάση, κάτι ασυνήθιστο συνέβη. Μια ψυχρή πνοή
διέσχισε το διάστημα απ’ το σημείο του γαλαξία της Ανδρομέδας και σαν εκπνοή
ζώου πεντακοσίων χιλιάδων τόνων, ταξιδεύοντας με ταχύτητα μεγαλύτερη απ’ το
φως, έφτασε στο δάσος του Ταρμακιστάν. Μια πνοή τόσο παγωμένη που ό,τι άγγιζε
το κατέψυχε για πάντα, μεταμορφώνοντάς το σε ξερό πάγο.
Διασχίζοντας το δάσος η πνοή έσπερνε τρόμο στα ζώα και τα φυτά. Κλαδιά
δέντρων στράβωναν για να την αποφύγουν σα να τα λύγιζε ισχυρός άνεμος, μεγάλα
αλλά και μικρά ζώα έπεφταν κεραυνοβολημένα από τρόμο, έντομα και ζουζουνάκια
κρύβονταν κάτω από πέτρες ή πέθαιναν, όπως η παγωμένη πνοή προειδοποιούσε για
τον ερχομό της μ’ έναν ήχο καρδιάς, υπόκωφο και απειλητικό. Τέλος, η πνοή
πήρε κατεύθυνση πέρα απ’ το πυκνό δάσος κι έφτασε σ’ ένα φτωχικό σπιτάκι,
όπου το κίτρινο φως των κεριών τρεμούλιαζε σαν να πάλευε να ζήσει. Έτσι
πάλευε για να ζήσει και το νέο παλικάρι πάνω στο αχυρένιο στρώμα. Το στήθος
του δυσκολευόταν να πάρει αναπνοή, τα μάτια του κλειστά με μαύρους κύκλους
και δίπλα η μητέρα έκλαιγε βουβά. Τα δάκρυά της έτρεχαν πάνω στην ανοιχτή
εγκαταλελειμμένη παλάμη του, μέχρι που ξαφνικά το κουρασμένο στήθος σταμάτησε
ν’ ανεβοκατεβαίνει και στο κίτρινο πρόσωπό του απλώθηκε το άσπρο του θανάτου.
Η
μητέρα έβγαλε μια παρατεταμένη φωνή πληγωμένου αρπακτικού πουλιού και
λιποθύμησε. Συνήλθε από το δροσερό αεράκι που έμπαινε απ’ το ανοιχτό
παράθυρο.
Το
κερί όμως τώρα έκαιγε σταθερά και το νεαρό παλικάρι της χαμογελούσε πονηρά,
λες και ο θάνατός του ήταν μια κακόγουστη φάρσα. Πριν η γυναίκα συνέλθει από
την έκπληξη και την ευτυχία της, ο νέος πετάχθηκε όρθιος, τεντώθηκε, έκανε
ένα πήδο, χασμουρήθηκε κι έβαλε κάτι τρελά γέλια.
-
Θαύμα, είπε, θαύμα, λίγο αδύνατος μου πέφτει, αλλά θα τον παχύνω.
- Ναι,
παιδί μου, θαύμα Κυρίου θαύμα, είπε η γυναίκα και γονάτισε να προσκυνήσει. Θα
σου φτιάξω αμέσως, αγόρι μου, μια σουπίτσα να πιεις να συνέλθεις, που μας
πέθανες.
-
Πεινώ σα λύκος, μάνα, είπε ο νέος και ξαφνικά η φωνή του έγινε τραχιά και
απειλητική.
-
Αμέσως να φέρω την κότα, παιδί μου, είπε η μητέρα.
Ανυπόμονος την ακολούθησε μέχρι το κοτέτσι, όπου στα τυφλά η μητέρα άρπαξε
μια διαμαρτυρόμενη πουλάδα και την έφερε κοντά στην πόρτα με το φως.
-
Κράτα την, παιδί μου, να πάρω το μαχαίρι, είπε και την παρέδωσε.
- Δεν
χρειάζεται μαχαίρι, μάνα, είπε ο νέος γελώντας. Με τρόμο τον είδε να χώνει το
κεφάλι του πουλιού στο στόμα του και με μια δαγκωνιά να το κόβει και το
φτύνει στο χώμα. Το ακέφαλο σώμα σπάραζε όπως ακόμα μισοζώντανο άρχισε να το
ξεπουπουλιάζει.
- Βάλε
νερό στη χύτρα, μάνα, φώναξε. Είμαι έτοιμος. Απ’ το στόμα του έσταζε αίμα.
*
Στο χαμόσπιτο του μάγου, η μητέρα έκλαιγε με λυγμούς.
- Σοφέ
μου, βοήθησε μια δυστυχισμένη. Το παιδί μου έγινε καλά από τον πυρετό, αλλά
έχασε το μυαλό του. Με το στυλιάρι σκότωσε το σκύλο που τόσο πολύ αγαπούσε.
Τον σκότωσε γιατί το ζωντανό κρυβόταν μόλις τον έβλεπε και του σηκωνόταν η
τρίχα. Μια γάτα μας, τη σούβλισε και γελούσε. Τις προάλλες γυρίζει και μου
λέει: «Τον θες αυτόν τον πύργο, αν τον θες στον χαρίζω». «Πώς θα μου
χαρίσεις, παιδί μου, τον πύργο του Γεντί Χαν», του λέω. «Μπορώ να σου χαρίσω
τον κόσμο όλο», μου λέει και γελά. Και ξαφνικά άρχισε να μιλά βραχνά και σαν
με ουρλιαχτό και τα μάτια του έγιναν φωσφορικά, και πότε μίλαγε με φωνή βαριά
και πότε με ψιλή γυναικεία και βγήκε έξω κι άρπαξε τη βαρέλα με το νερό και
τη σήκωσε σαν πούπουλο στον αέρα και την πέταξε δέκα μέτρα, το μικρό αδύνατο
αγοράκι μου, που μόλις είχε γλιτώσει απ’ τον πυρετό. Έλα να το γιατρέψεις,
σοφέ μου δάσκαλε, και θα σου χαρίσω τη γελάδα μου, είκοσι κότες και πάντα
στις προσταγές σου.
Και
προχθές, μεγάλε δάσκαλε, είδαμε τέσσερις καβαλάρηδες του Γεντί Χαν και του
είπα, «κρύψου, γιε μου, θα σε στρατέψουν με το ζόρι» κι έβαλε τα γέλια,
«κοίτα τι θα πάθουν», είπε κι έφτασαν στο σπίτι μας και λέει ο ένας ο πιο
άγριος «έλα μαζί μας, θα γίνεις στρατιώτης του Γεντί Χαν». Κι ο γιος μου
γέλασε και τότε οι τέσσερις πολεμιστές έσυραν τα σπαθιά τους και χτυπήθηκαν
μεταξύ τους και σκοτώθηκαν μπροστά μας και ο γιος μου πήρε τα τρία άλογα και
τα πούλησε και κράτησε το τέταρτο κι έθαψε τα πτώματα στο λάκκο με τον
ασβέστη. Βοήθησέ με, δάσκαλε, να σώσω το παιδί μου.
Ο
δάσκαλος φόρεσε το γούνινο καπέλο του κι έβαλε στο ταγάρι του ένα μπουκαλάκι
πολτοποιημένο βάτραχο και σκόνη αράχνης, ένα μπουκαλάκι ζουμί βοτάνων και ένα
μπουκάλι νερό απ’ την πηγή των πνευμάτων, που για να το μαζέψεις πρέπει να
κρεμαστείς με σχοινί είκοσι μέτρων στο καταρράκτη.
Μπροστά η μητέρα και πίσω ο δάσκαλος έφτασαν στην καλύβα και σ’ ένα
συγκλονιστικό θέαμα: ο ασθενικός νέος κρατούσε ένα βαρύ σπαθί όσο το μπόι του
και με άγριες φωνές κομμάτιαζε θεόρατο ευκάλυπτο. Το σπαθί έπεφτε κι έκοβε το
δέντρο, λες κι ήταν από χαρτί κι ώσπου να συνέλθουν απ’ την κατάπληξη δεν
είχε απομείνει τίποτα άλλο εκτός από διάσπαρτα κλαδιά κι ένας διαμελισμένος
καρπός.
Ο
δάσκαλος πέταξε το ταγάρι και χωρίς λέξη το έβαλε στα πόδι. Ο γιος γύρισε και
κοίταξε τη μητέρα σκεπτικός σα να προσπαθούσε ν’ αποφασίσει κάτι δύσκολο, σαν
κάποιος δισταγμός από ανάμνηση του σώματος ν’ αντιστεκόταν, ίσως κάποια κρυφή
διαμαρτυρία των κυττάρων να εμπόδιζαν την τελική κίνηση, αλλά ξαφνικά
ξυπνώντας απ’ τον λήθαργο σήκωσε το σπαθί και την έσκισε στα δύο. Ύστερα
καβάλησε το άλογο κι έφυγε μέσα στο σούρουπο. Στα χωράφια οι χωρικοί
σχολίαζαν αργότερα μεταξύ τους για τον τρελό καβαλάρη. Έλεγαν πως έμοιαζε με
μαύρο σύννεφο σκόνης που άλλαζε συνεχώς σχήμα και πως τον ακολουθούσε ένα
ουρλιαχτό από άνθρωπο σε μεγάλο βάσανο.
Ακόμα
έλεγαν πως το σπίτι του τη νύχτα φωσφόριζε, μπορούσε να το διακρίνει κανείς
από πολύ μακριά, αλλά όταν πλησίαζες ο φωσφορισμός χανόταν, μύριζε όμως
θειάφι.
Τι
απέγινε όμως ο μητροκτόνος; Φήμες για φοβερά και ακατανόητα είχαν διαδοθεί.
Ένα πρωί ο Γεντί Χαν δέχθηκε ένα χλομό και εξασθενημένο νέο τυλιγμένο σε
θαυμάσιες γούνες αρκούδας και ζωσμένο με βαρύτατο σπαθί. Ο νέος είπε πως ήταν
διακεκριμένος νουκούτ, αλλά από μεγάλη τύχη έμαθε το μυστικό να μετατρέπει το
χαλκό σε χρυσάφι. Από το δερμάτινο ταγάρι του παρουσίασε ένα χρυσό μαχαίρι,
ένα χρυσό κύπελλο, μια μεγάλη χρυσή κουτάλα και μια χρυσή ζώνη. Ισχυρίσθηκε
πως όλα αυτά ήταν πριν χάλκινα και πως τα είχε μετατρέψει με τη μυστική
συνταγή σε χρυσά. Με μια περιφρονητική μάλιστα κίνηση, τα χάρισε στο Γεντί
Χαν, σαν να ήταν κάποιο ευτελές δώρο.
Ζήτησε, λοιπόν, να του δώσουν χάλκινα αντικείμενα και να τον κλείσουν τρεις
μέρες σε κάποια αίθουσα και βεβαίωνε πως όλα τα αντικείμενα θα τα μετέτρεπε
σε χρυσά. Ο άρχοντας τον ρώτησε γιατί αφού είχε αυτή την τρομερή δύναμη στα
χέρια του δεν τη χρησιμοποιούσε ο ίδιος για να γίνει πλούσιος και ισχυρός,
αλλά ο νέος απάντησε πως προτιμούσε για αμοιβή του, την κόρη του Χαν και του
αρκούσε να γίνει γαμπρός του και φυσικά κάποτε διάδοχός του. «Την ιστορία δεν
την αγοράζεις, είπε αινιγματικά, την κατακτάς».
Ο
άπληστος Χαν δέχθηκε την πρόταση, γιατί σκέφτηκε πως στο κάτω-κάτω δεν είχε τίποτα
να χάσει. Αν ο νέος έλεγε την αλήθεια, ασφαλώς ήταν ο καλύτερος γαμπρός που
μπορούσε να βρει, αν όχι του έπαιρνε αμέσως το κεφάλι.
Όταν
άνοιξαν τη σφραγισμένη πόρτα, διαπίστωσαν πως όλα τα χάλκινα αντικείμενα
είχαν γίνει πράγματι χρυσά. Γρήγορα έγιναν οι γάμοι και το ζευγάρι τον πρώτο
καιρό έμοιαζε ευτυχισμένο. Μερικοί, όμως, είχαν προσέξει πως η ωραία νύφη
φαινόταν σα χαμένη, σαν να ζούσε σε άλλον κόσμο.
Σιγά-σιγά η αδιόρατη απειλή άρχισε να γίνεται συγκεκριμένη. Από τα
δωμάτια των νεόνυμφων ακούγονταν τη νύχτα άγριες φωνές και σπαρακτικές
άναρθρες επικλήσεις. Ουρλιαχτό λύκου διαπερνούσε τις μεγάλες αίθουσες κι
άλλοτε πάλι μουγκρητά σφαζόμενου ζώου. Η κοπέλα όλο και αδυνάτιζε, τα μάτια
της με πυρετό και κάτι το αλλοπαρμένο, λες κι είχε ζήσει ανείπωτη φρίκη. Αλλά
και ο Γεντί Χαν παραπονιόταν πως το δωμάτιό του μύριζε θειάφι. Νύχτα και μέρα
οι υπηρέτες το έπλεναν και το αρωμάτιζαν, αλλά με το σούρουπο η μυρωδιά του
θειαφιού απλωνόταν παντού διαπεραστική και επίμονη.
Στην
αρχή ο άρχοντας ευημερούσε. Πλούτη συσσωρεύτηκαν και μισθοφόροι ενίσχυσαν το
στρατό του. Όμως, ξαφνικά ήρθε μια αναπάντεχη, ανυπέρβλητη καταστροφή. Οι
αγοραστές του χρυσού που έφτιαχνε ο γαμπρός του ξεσηκώθηκαν να τον αφανίσουν.
Τον έβριζαν κλέφτη και ψεύτη, το χρυσάφι του γαμπρού του μετά από λίγο καιρό
ξαναγινόταν χαλκός. Ο Γεντί Χαν περιφρονημένος, με εχθρούς γύρο από τον πύργο
και τους στρατιώτες του να δραπετεύουν, έπεσε από τις επάλξεις και
κομματιάστηκε.
Η
ωραία κόρη του απελπισμένη και σχεδόν τρελή από ανεξήγητο τρόμο, κρεμάστηκε
στο δωμάτιό της. Τη βρήκαν γυμνή με φρικτά έλκη και βαθιές πληγές σ’ όλο της
το σώμα. Το ίδιο πρωί, ο χλομός νέος εξαφανίστηκε με μερικούς πολεμιστές και
το ίδιο βράδυ ο πύργος πήρε φωτιά και κάηκε σαν πυροτέχνημα. Για μήνες, η
περιοχή μύριζε θειάφι. *
Στη Μεγάλη Στέπα είχαν συγκεντρωθεί οι φοβερές ορδές των Μογγόλων.
Ογδόντα χιλιάδες πολεμιστές νουκούτ, το καλύτερο ιππικό στον κόσμο, που
ζούσαν μόνο για τον πόλεμο. Μια θάλασσα από γυναικόπαιδα και από πολύχρωμες
σκηνές. Ένα τεράστιο πανηγύρι με βόδια να ψήνονται ολόσωμα και το κρασί να
τρέχει ασταμάτητα στα λαρύγγια.
Είχαν
συγκεντρωθεί εδώ οι Χαν για να ανακηρύξουν το Μεγάλο Χαν που θα τους οδηγούσε
στην κατάκτηση της Κίνας, της Κεντρικής Ασίας και της Τρανσκαυκασίας. Ο
μεγάλος αρχηγός της σφαγής και της λεηλασίας. Όλοι ήξεραν ποιος θα ήταν ο
μεγάλος αρχηγός. Ο Τεμουτζίν ο αλύπητος, ο Χαν που κοιμόταν και ζούσε πάνω
στο άλογό του, που σκότωνε πριν ακόμα ο αντίπαλός του σηκώσει το σπαθί.
Εκεί
στη μέση του κύκλου με τους χιλιάδες πολεμιστές, στεκόταν ακίνητος στο
μαρμαρωμένο άλογό του, με το κράνος με τα κέρα και τον πέλεκυ της εξουσίας.
Κανείς δεν αμφισβητούσε την πρωτιά του, όλα είχαν κανονιστεί από την
προηγούμενη μέρα. Σε λίγο ο μεγάλος δάσκαλος θα πλησίαζε και θα του έδινε το
νερό και το αλάτι και μετά θα φώναζε το καινούργιο του όνομα. «Σε ονομάζω,
ταπεινέ Τεμουτζίν, μεγάλο αρχηγό και το όνομά σου θα είναι στους αιώνες
Τζένγκις Χαν».
Τώρα οι ορδές πύκνωναν και μεγάλη σιωπή απλώθηκε. Ο μεγάλος δάσκαλος
προχώρησε, όταν ξαφνικά ένας κατάμαυρος ιππέας πάνω σε μαύρο άλογο τινάχτηκε
μέσα απ’ το πλήθος και τυλιγμένος σε σύννεφο σκόνης, στάθηκε μπροστά στον
Τεμουτζίν. Εκείνος τον κοίταξε με έκπληξη και με κάποια ειρωνεία, γιατί μια
τέτοια πρόκληση ήταν μονομαχία θανάτου. Τα μάτια του Τεμουτζίν και του χλομού
νέου αναμετρήθηκαν και ο Τεμουτζίν αισθάνθηκε μια τρεμούλα ν’ απλώνεται σ’
όλο του το σώμα. Μια ανείπωτη φρίκη τον κυρίεψε και μυρωδιά θειαφιού τον
τύλιξε.
-
Ήρθες, λοιπόν, είπε χωρίς πικρία, ίσως μάλιστα και με κάποια ανακούφιση.
Έβγαλε το κράνος και μαζί με τον πέλεκυ του τα παρέδωσε. Ο χλομός νέος τα
πήρε και τα έδειξε στις ορδές που μαγεμένες ζητωκραύγασαν. Ο Τεμουτζίν Χαν,
ήρεμος τώρα, χαμογέλασε.
-
Τουλάχιστον, είπε, μας χαρίζεις τ’ όνομά σου;
-
Τζένγκις Χαν, απάντησε ο άλλος.
Πέτρος Αμπατζόγλου
Ο Πέτρος Αμπατζόγλου γεννήθηκε στην Αθήνα με καταγωγή από το Κέρκαγατς
της Μικράς Ασίας από τον πατέρα του και από την Κωνσταντινούπολη από την
μητέρα του. Τα πρώτα οχτώ χρόνια της ζωής του τα πέρασε με την οικογένειά του
στο Νέο Ηράκλειο και το 1939 η οικογένεια εγκαταστάθηκε στο κέντρο της
Αθήνας, όπου ο πατέρας ασχολήθηκε με διαφόρων ειδών επιχειρήσεις (κέντρο
διασκέδασης, θέατρο, αργυροχρυσοχοείο), όλες χωρίς επιτυχία και κατά τη
διάρκεια της γερμανικής κατοχής άνοιξε μεταφραστικό και δακτυλογραφικό
γραφείο. Ο Αμπατζόγλου κινδύνεψε κατά την περίοδο αυτή να πεθάνει από
αβιταμίνωση. Αποφοίτησε από το Γυμνάσιο το 1950 και διορίστηκε μετά από
διαγωνισμό στην Ηλεκτρική Εταιρεία Αθηνών - Πειραιώς, από όπου
συνταξιοδοτήθηκε πρόωρα λόγω της αδύναμης υγείας του το 1966. Το 1964
παντρεύτηκε την αρχιτέκτονα Καίτη Παπανικολάου. Ασχολήθηκε επίσης με τη
σύνταξη κειμένων στη διαφημιστική εταιρεία Έργον και μετά τη συνταξιοδότησή του
έφυγε με τη γυναίκα του για το Λονδίνο, όπου πέρασε από τότε μεγάλο μέρος της
ζωής του. Το 1969 πήρε χορηγία από το ίδρυμα Φορντ και το 1973 επισκέφτηκε
πανεπιστήμια των Η.Π.Α. με υποτροφία του Διεθνούς Προγράμματος Συγγραφέων του
Πανεπιστημίου της Αϊόβα. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε στις αρχές της
δεκαετίας του ’60 από τις σελίδες της Νέας Εστίας και το 1962 εξέδωσε τη
συλλογή διηγημάτων "Με το Μινώταυρο" και στράφηκε αποκλειστικά στην
πεζογραφία με εξαίρεση κάποιες μεταφραστικές απόπειρες σε περιοδικά. Το 1964
τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο για το έργο του "Ισορροπία τρόμου".
Ο Πέτρος Αμπατζόγλου ανήκει στους έλληνες πεζογράφους της μεταπολεμικής
γενιάς. Βασικό χαρακτηριστικό της γραφής του είναι η απόλυτη κυριαρχία του
φαντασιακού στοιχείου και του συνειρμού, σε βαθμό που καταλύει τόσο τις
παραδοσιακές αφηγηματικές δομές όσο και την όποια χωροχρονική συνοχή στην
εξέλιξη του μύθου. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Πέτρου Αμπατζόγλου
βλ. Γιαλουράκης Μανώλης, «Αμπατζόγλου Πέτρος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της
Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα, Χάρη Πάτση, 1968, και Ζήρας Αλέξης, «Πέτρος
Αμπατζόγλου», στο συλλογικό έργο «Η μεταπολεμική πεζογραφία · από τον πόλεμο
του '40 ως τη δικτατορία του '67», Β΄, σ.184-199, Αθήνα, Σοκόλης, 1988.
(Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών γεννημένων από το 19ο αιώνα έως το 1935,
Ε.ΚΕ.ΒΙ.).
Πέτρος Αμπατζόγλου, «Ο Ακατανόμαστος» (Το ελληνικό φανταστικό
διήγημα, τόμος Β΄, Μάκης Πανώριος 1993, Αθήνα, εκδόσεις «ΑΙΟΛΟΣ», σς.14-19).
Το διήγημα αρχικά είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό «Τρίτο Μάτι», Απρίλιος 1991.
|
THE UNSPEAKABLE KHAN*
(Title of the original Greek:
Ο Ακατανόμαστος)
By Petros Ampatzoglou (1931 - 2004)
Rendered by Vassilis C. Militsis
“A tale is
reality in disguise,” said the bank employee, who was fishing next to me. We
became acquainted over at the small cliff by the unrippled sea and the fish
indifferent to their baits
“I don’t know
why I feel the need to tell you about one of my previous lives,” he said,
“something I have never dared to confide even to my wife, whom I have loved
and perhaps I still do. It seems to me that I have already known you since
long ago. I figure you must be more ancient than I. I rather know who you
are, though I’m afraid to accept it. I think the hour has come for my
confession now that death is drawing near.”
My unknown
bank employee claimed he had once been the administrator of the bloodthirsty
Genghis Khan, who had laid waste China, Transcaucasia, Georgia and Armenia in
the 13th century, the darkest era of humanity.
Speaking as to
himself and without turning to look at me even once, he related the following
simple story, which for the rationalist is but a child’s fairy tale.
On that
evening with a full moon washing with its ghostly light not only the desert
steppes but also the dense forests, something unwonted occurred. A cold
breath crossed the space from the point of the Andromeda galaxy and like an
exhalation of a five hundred thousand ton animal, traveling at a speed higher
than that of light reached the forest of Tarmakistan. It was a breath so
freezing that whatever it touched it was turned into dry ice.
Blustering through
the forest, the breath spread terror to the fauna and flora. Tree boughs
buckled in order to avoid it as if they were bent by a forceful gale; big and
small animals fell thunderstruck by terror; insects and bugs found refuge
under stones or died as the gelid breath announced its arrival with a hollow
and menacing heartbeat. Finally, the breath headed beyond the thick forest
and reached a humble cottage, where the yellow candle flame quivered as
though it struggled to hold on to life. And there a young man lying on the
straw mat was likewise striving to hold on to dear life. His chest was moving
up and down and had difficulty to breathe; his eyes were shut with black
circles around them. His mother, standing at his side, was crying silently.
Her tears had been rolling upon his open, limp palm until his chest movement
came to a standstill while the pall of death spread on his pallid face.
His mother
uttered a long-drawn shriek like that of an injured bird of prey and swooned.
She was shortly revived by the cool breeze that blew through the open window.
The candle,
however, now burned steadily and the youth smiled slyly as if his death were a
cruel prank. Before the woman recovered from her surprising happiness, the
youth sprang up, stretched, yawned, jumped and roared with laughter like a
madman.
“A miracle,”
he said, “a miracle. I’m rather skinny, but I’ll soon get fat.”
“Indeed, my
son; it’s a Lord’s miracle,” said the woman and knelt to pray. “I’ll make a
light broth, at once, for you, my son, to recover, as you had nearly died.”
“I’m as hungry
as a wolf, mother,” said the young man and suddenly his voice grew hard and
menacing.
“I’ll bring
the hen soon, my son,” said the mother.
He impatiently
followed her to the coop, where the mother grabbed a protesting pullet and
brought her by the door and out into the daylight.
“Hold her, my
son, while I go and fetch the knife,” she said and handed the pullet to him.
“You need no
knife, mother,” said the youth laughing. Appalled she saw him stick the
bird’s head into his mouth, severed it with one bite and spit it out. Then,
he began to pluck the headless body, still writhing.
“Put water in
the kettle, mother; I’m ready,” he called out. Blood dripped from his mouth.
*
In the
shaman’s hovel, the mother had burst into sobs.
“Oh, wise man,
help a poor, miserable woman. My son has recovered from his fever, but he’s
lost his mind. He’s killed with a long stick his dog he so much loved. He
killed him because on seeing him the animal bristled and went into hiding. He’s
also skewered our cat and then he was laughing. The other day he turned to me
and said:
‘Do you want
to have this castle? If you do, I’ll give it to you.’
‘How come you
can give me Yedi Khan’s castle, my son?’ I asked him.
‘I can give
you the whole world,’ he said laughing. And all of a sudden his voice changed
into a hoarse growl and his eyes took on a devilish shine; now he spoke in a deep
voice, and now in a thin, woman’s one. Then he went out of the house, grabbed
the heavy water tun, lifted it in the air, as if it was a feather, and threw
it ten meters away; and that, after my dear boy had convalesced from his
fever. Oh, wise master, come and heal my son, and I’ll give you in return a
cow, twenty chickens, and I’ll always be at your behest.
”And the day
before yesterday, oh great master, we saw four of Yedi Khan’s riders and I
warned him: ‘hide, my son, or else they’ll enlist you by force;’ but he
roared with laughter. ‘Look what’ll happen to them,’ he said. When they
reached our house, one of the riders, the most savage one, told him: ‘Come
with us; you’ll join Yedi Khan’s forces.’ My son laughed again and then the
four warriors drew their swords killing one another in front of us. After
that my son sold the three horses keeping the fourth for himself. He threw
the dead bodies in the lime pit. Help me, master, to save my child.”
The shaman
donned his felt hat, put in his sack a vial containing the mashed body of a
frog together with spider dust, another vial filled with broth of herbs and a
bottle of water drawn from the spirits spring, after having lowered himself
with a rope twenty meters down to the waterfall.
With the
mother leading, they both reached the cottage and found themselves before a dreadful
spectacle: the sickly youth was holding a heavy sword as long as his body and
uttering wild screams was chopping at a huge eucalyptus. The sword fell and
slashed the tree as if it were made of paper and before they could recover
from their dismay nothing had been left of the tree save dispersed branches
and some smashed fruit.
The master
threw his sack away and fled without saying a word. The son turned and looked
at his mother pensively as though he was pondering on something difficult, as
if he resisted some hesitance before a reminiscence of his body, perhaps some
latent protest of his cells trying to thwart a final attempt, but reviving
from his lethargy, he lifted his sword and cleaved his mother in two. Then he
mounted his horse and disappeared in the dusk. Sometime later, the peasants began
to tattle among themselves about the mad rider. They said he looked like a
black cloud of dust that constantly changed shape and a howl trailed him as
if coming from someone in great torment.
They also
claimed that his house glimmered at night with a sort of phosphorescence that
could be descried from afar, but at short distance this luminescence vanished
giving off a whiff of brimstone.
However, what
was the life and state of the matricide like thereafter? Rumors of dreadful
and unheard of events had been bandied around. One morning, Yedi Khan
received a pale and weak young man swaddled in fine bear furs and girt with a
very heavy sword. The youth said he was a distinguished warrior, but by a
stroke of fortune he had learned to change copper into gold. He fished out of
his leather sack a gold knife, a large gold ladle and a gold belt. He professed
that all these things had been originally made of copper and he had changed
them into gold by a secret formula. And indeed with a scornful gesture, he
presented them to Yedi Khan, as if they were some trivial gifts.
He then asked
to be given copper objects and be left undisturbed for three days in a room. He
warranted that he would turn all those things into gold. The potentate wanted
to know, since he possessed such a great power, why he did not use it to
become rich and mighty; but the youth replied that as a reward he would
rather have Khan’s daughter for his wife and it sufficed to him to be his
son-in-law and as a matter of course his successor. “You don’t buy History,”
he said cryptically, “you conquer it.”
The greedy
Khan accepted the proposal, for he thought he had nothing to lose after all.
If the young man was sincere, he would certainly be the best bridegroom he
could find; otherwise he would immediately behead him.
When they
opened the sealed door, they ascertained that all the copper objects had been
turned into gold. The wedding soon took place and the couple seemed happy in
the early days. However, some people had noticed that the beautiful bride
appeared to be at a loss as though she lived in a different world.
An elusive
threat gradually began to take shape. At night from the chambers of the
newlyweds one could hear wild voices and heartrending, inarticulate invocations.
Wolf howls pierced through the large halls and sometimes you could hear moans
and screeching as if from an animal being slaughtered. The girl was gradually
losing weight, her eyes were feverish and she lent a moonstruck appearance as
though she had experienced ineffable horrors. And Yedi Khan himself
complained that his chambers reeked of brimstone. Day and night the servants
washed and scented it, but by the dusk the stench of brimstone had permeated the
premises all over again.
At first the Khan
prospered. Wealth had accumulated and mercenaries strengthened his army. However,
an unexpected and irreparable disaster struck all of a sudden. The purchasers
of the gold forged by the Khan’s son-in-law revolted and sought to destroy
him. They called him a liar and a thief, for after a while the gold was
changed back to copper. Yedi Khan, despised by all and surrounded with
enemies around his castle, and seeing his soldiers defecting, threw himself
from the battlements to the ground, where he was found mangled.
His fair
daughter, desperate and half mad out of an inexplicable terror, hanged
herself in her chamber. She was found naked bearing horrible ulcerations and
deep wounds all over her body. On that morning, the pale young man
disappeared together with a number of warriors and in the same evening the
castle caught fire and was burnt down to cinders. For months afterward, the
entire area stank of brimstone.
*
The gruesome
hordes of the Mongols had gathered in the Vast Steppe: eighty thousand
warriors – the best riders in the world – lived only for fighting. A sea of
women and children dwelled in multicolored tents. A huge feast with steers
roasted whole was in full swing and the wine was unceasingly being swallowed
down the banqueters’ gullets.
All the khans
had collected together to declare the Great Khan, their mighty chief of
massacre and pillage, who was destined to lead them to the conquest of China,
Central Asia and Transcaucasia. All knew who was to be their great leader: Temüjin, the
ruthless Genghis Khan, who lived and slept on his horse; who killed even
before his foe could draw his saber.
There, in the middle of
the circle of thousands of warriors, bearing on his head the horned helmet
and holding the axe of power the rider on his horse stood motionless as
though they had both turned to stone. None questioned his leadership, as all
had been arranged the previous day. The great master would shortly approach,
give him water and salt and call him with his new name: “Oh, humble Temüjin,
I pronounce you great leader and your new name shall be Genghis Khan in the
centuries to come.”
Now the hordes grew more
crowded and deathly silence prevailed. The great master proceeded when
suddenly a pitch black rider on a black horse, in a cloud of dust, leaped up
out of the crowd and stood before Temüjin. The latter looked at him in
surprise and in a sort of irony, for such a challenge meant a duel to the
death. Temüjin’s eyes confronted those of the pale young man and Temüjin felt
a tremor fill his entire body. He was seized by a grim horror and enveloped
by the stench of brimstone.
“So then you’ve come,” he
said without regret and perhaps with some relief. He took off his helmet and
axe handing them over to him. The pale youth accepted and showed them to the spellbound
hordes that cheered. Temüjin Khan, calm now, smiled.
“At least, can you spare
us your name?”
“Genghis Khan,” replied
the other.
*Genghis Khan - Wikipedia
Petros Ampatzoglou
He was born in Athens. He
worked for the Electrical Company in Athens and Piraeus in charge of public
relations. He published novels and short stories. His main works are: With The Minotaur - Με το Μινώταυρο (1962), The Equilibrium of - Ισορροπία του τρόμου Terror (1964), Death of an Employee - Θάνατος μισθωτού (1971), Superman’s Birth - Η γέννηση του Σούπερμαν (1974), Peter’s Fairy Tales
-Παραμύθια του Πέτρου (1974), Personal Revelation - Προσωπική αποκάλυψη (1978), Signs and Wonders - Σημεία και τέρατα (1981), What Does Mrs. Freeman
Want? - Τι θέλει η κυρία Φρίμαν (1987) and others. He was
awarded by the State Award for the last two books
|