Τετάρτη 28 Ιουνίου 2023

ΣΥΖΗΤΩΝΤΑΣ ΜΕ ΝΕΚΡΟ -TALKING WITH A DEADMAN


 

T’ ΑΪ-ΓΙΑΝΝΙΟΥ





Κυριάκος Χαραλαμπίδης

 

T’ Άι-Γιαννιού ανήμερα, πήγα να δω τον φίλο μου τον Γιάννη. Είχε πεθάνει πριν από δυο χρόνια, όμως εγώ πολύ τον νοσταλγούσα για κείνες τις κουβέντες μας γύρω απ’ την ποίηση κι άλλα πολλά ζωικά. Φτάνω στο κοιμητήριο και τονε βλέπω να κάθεται στον τάφο του και να καπνίζει. «Τι κάνεις, Γιάννη; Ακόμη και νεκρός δεν μπόρεσες να κόψεις το τσιγάρο;»
Εκείνος χαμογέλασε: «Κακή συνήθεια, φίλε, και τώρα πια είν’ αργά ν’ αλλάξουμε γραμμή. Δες και τον Περικλή και τον Αλέξανδρο, ας μη αναφέρουμε τον Ευριπίδη και τον Έκτορα, την Πηνελόπη και τον Θουκυδίδη, που η καύτρα του τσιγάρου τους είναι παλιά ιστορία. Μα τι τα θες, ο βίος βραχύς – του κόσμου οι καημοί δεν έχουν τελειωμό (Παπαδιαμάντης). Καλά
να είμαστε, καλά περνάμε κι έτσι, κάνει κακό στα στήθια να παραπονιόμαστε. Κάτσε να σε κεράσω έναν καφέ, αν έχεις χρόνο βέβαια…» «Σώπα, βρε Γιάννη, που έχεις και καφέ! Και μη μου πεις πως είναι και καβουρδισμένος!» «Είναι! δεν σ’ το ’παν τα πουλιά καθώς ερχόσουν; Και μην κοιτάς αυτά στα κυπαρίσσια﮲  δεν φαίνονται αξιόπιστα, τρεκλίζουνε στο πέταγμα. Κι αν θες την άποψή μου, η ποίηση είναι, καθώς το λέει ο Άδης, εγερσίνεκρη – τσιγάρο δρόμος ώσμε την ανάσταση. Η ποίηση, φίλε, θέλει καλοπέραση, τροφή πρώτης γραμμής, γεύση θανάτου… Με συγχωρείς, ξεχάστηκα ο λωλός! Με καρτερούν ο Δάντης κι ο Βεργίλιος έξω απ’ εδώ, πιο κείθε απ’ τον μαντρότοιχο. Τρέχω, μη φύγεις, θα γυρίσω στο λεπτό».
Περνούν δυο χρόνια και δε γύρισε ο

 

ON ST JOHN’S FEAST DAY

 

By

Kyriakos Charalambides

 

 

Rendered by Vassilis C. Militsis

 

On St John’s Feast day I went to see John, my friend. He had died two years before, but I sorely missed him for our chat about poetry and many other interesting topics. As soon as I reached the cemetery, I saw him sitting on his grave smoking. “What’s that you’re doing, John? “Even dead, you couldn’t have given up smoking.”

He smiled: “Nasty habit, buddy; it’s too late now to change. See Pericles and Alexander, let alone mentioning Euripides and Hector; Penelope and Thucydides, whose glowing tip of their cigarettes is an old story. But to no purpose; life is short and there is no end to people’s suffering (Papadiamantis).* Let’s wish for our well-being; in this way we need no more fun. Complaining can harm our hearts. Let me fix you a cup of coffee if you’ve got time, of course…” “Come on, John, do you even have coffee? And don’t tell me it’s roasted, too!” “It surely is! Haven’t the birds twittered it to you on your way here? And don’t look at these cypresses; they aren’t stable, they sway back and forth at the slightest flying. And if you want to know my opinion, according to Hades, poetry is revenant – only a stone’s throw away until its resurrection. Listen, pal, poetry needs pleasure, high quality food and a taste of death… Pardon me, the fool I am; I’ve drifted! I’m being expected by Dante and Virgil; they’re just beyond this stone fence. I’ve to hurry; don’t go away, I’ll be back in a jiffy.”

Two years have gone by and the wretched bum has not come back.

 * A famous Greek author (1851 - 1911)

See also:

Translation – Kyriakos Charalambides - Arbeit an Europa

 

Σάββατο 24 Ιουνίου 2023

Η ΚΟΝΤΗ ΜΝΗΜΗ ΕΝΟΣ ΛΑΟΥ - THE SHORT MEMORY OF A PEOPLE

 

Τι σημαίνει:

Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΨΑΡΟΥ


 

Παύλος Μεθενίτης

        

Πολλοί νομίζουν πως η μνήμη στα χρυσόψαρα διαρκεί μόνο 3 δευτερόλεπτα. Αυτό όμως είναι μύθος: σύμφωνα με κάποιες επιστημονικές έρευνες, τα συμπαθή ψάρια θυμούνται γεγονότα ακόμη και για ένα διάστημα σχεδόν 2 εβδομάδων. Άλλες έρευνες τους δίνουν πολύ μεγαλύτερη μνημονική ικανότητα, διάρκειας τριών, ακόμα και πέντε μηνών.

Εάν σκεφτεί κανείς πως τα χρυσόψαρα ζουν μόνο 5-10 χρόνια, είναι προφανές πως αυτά τα όμορφα ψαράκια έχουν, κατ’ αναλογίαν, μεγαλύτερη μνήμη από τους ανθρώπους, και ειδικά τους Έλληνες.

Οι Έλληνες λοιπόν, στις εκλογές του Μαΐου, απέδειξαν περίτρανα πως ξέχασαν τα πάντα, όλα τα δεινά που τους επιδαψίλευσε η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Ξέχασαν τους 37 χιλιάδες νεκρούς από την πανδημία του κορονοϊού, που θα ήταν ασφαλώς λιγότεροι εάν η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας δεν ξήλωνε το ΕΣΥ προς όφελος των κλινικαρχών, ξέχασαν τη νόμιμη ληστεία του εισοδήματός τους μέσω των έμμεσων φόρων σε τρόφιμα και καύσιμα, την κατακόρυφη πτώση του βιοτικού τους επιπέδου, ξέχασαν τη γιγαντιαία αναδιανομή του δημόσιου πλούτου προς όφελος των εταιρειών ενέργειας και του μεγάλου κεφαλαίου γενικότερα, την ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ, τους εξωπραγματικούς μισθούς των γκόλντεν μπόις, τα δυσώδη οικονομικά σκάνδαλα των γαλάζιων κολλητών, τη βαθιά σήψη της πολιτικής εξουσίας, ξέχασαν τα πετσωμένα ΜΜΕ, τις τηλεφωνικές υποκλοπές, ξέχασαν τις εκατοντάδες χιλιάδες των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας, την εκτόξευση του δημόσιου χρέους, την άγρια αστυνομική καταστολή και τις εκτελέσεις εν ψυχρώ των Ρομά, ξέχασαν τους νεκρούς των Τεμπών.

 

 



Οι Έλληνες απέδειξαν πως έχουν δυσανεξία προς την αλήθεια. Και αυτό είναι λογικό, ως αμνήμονες. Άλλωστε η αλήθεια, δηλαδή καθετί που συμφωνεί προς τα γεγονότα, προς την πραγματικότητα, αυτό που όντως συνέβη, ή συμβαίνει, ή είναι απολύτως βέβαιο ότι θα συμβεί, ετυμολογείται από το επίθετο «αληθής», που κι αυτό προέρχεται από το στερητικό «α» και το «λήθος», που είναι η λησμονιά. Το επίθετο «αληθής» αρχικά θα προσδιόριζε γεγονότα ή πράγματα που δεν είναι δυνατόν να λησμονηθούν ή να αποκρυβούν, σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας. Ο αληθής είναι ο φανερός, ο ελέγξιμος, ο αψευδής, και η αλήθεια είναι η κατάσταση κατά την οποία τα πράγματα δεν έχουν ξεχαστεί....

Οι Έλληνες όμως ξεχνούν, άρα δεν θέλουν την αλήθεια. Αποστρέφουν το πρόσωπό τους από τη μιζέρια τους, εθελοτυφλούν, επιλέγουν τα βολικά ψέματα από τις ανησυχητικές αλήθειες, αδρανοποιούν τη μνήμη τους. Μνήμη, λέει το Λεξικό, είναι η ικανότητα του νου να συγκρατεί γεγονότα, παραστάσεις, προηγούμενες εμπειρίες, και να τα ανακαλεί με το κατάλληλο ερέθισμα. Η λέξη παράγεται από το «μιμνήσκω», δηλαδή «θυμίζω», με καταγωγή από το ινδοευρωπαϊκό «*men-», που σημαίνει «σκέπτομαι». Ομόρριζο με τη μνήμη είναι το ρήμα «μανθάνω», καθώς κι η «μάθηση», η απόκτηση γνώσεων, η παιδεία...

Όταν όμως οι Έλληνες όχι απλώς δεν τιμώρησαν τη Νέα Δημοκρατία για όλα τα εγκλήματα που διέπραξε εις βάρος τους ως κυβέρνηση, παρά την επιβράβευσαν κιόλας, δίνοντάς της μεγαλύτερο ποσοστό από αυτό που είχε λάβει στις προηγούμενες εκλογές (40,79% από 39,85%), όταν ανέδειξαν τον Κώστα Αχ. Καραμανλή, τον υπουργό της Τραγωδίας, πρώτο βουλευτή Σερρών με 24.651 ψήφους, ε, τότε είναι ολοφάνερο πως ο ελληνικός λαός γενικά δεν εκτιμά ούτε την αλήθεια ή τη μνήμη, ούτε τη σκέψη ή την παιδεία.

Συνεπώς, μακάρι να είχαμε τη μνήμη του χρυσόψαρου.

 

Της Αρνης το νερό
Της Αρνης το νερό
Της αρνησιάς…
Της αρνησιάς τη βρύση
Της Αρνης το νερό το ήπιες και…
το ήπιες και μ’ αρνήθης


Στίχοι:

Της Άρνης το Νερό - Σταύρος Σιόλας

 Πηγή: Efsyn 17-18/6/23, Nησίδες


THE MEMORY OF A GUPPY

(What does it really mean?)

 

By Pavlos Methenitis

 

Rendered by Vassilis C. Militsis

 

Many people contend the guppies’ memory lasts only three seconds. However, this is only a myth. According to certain scientific researches, these lovely fish can remember events even for a time of almost two weeks. More researches allow a far longer memory capacity from three to five months even.

 

If we think that guppies live only from five to ten years, it is obvious that these cute little fish have a memory, mutatis mutandis, longer than some humans do, particularly the Greeks.

The Greeks, consequently, at the May 23 elections, have blatantly proved that they have forgotten everything without exception: all the suffering that the Mitsotakis administration has showered upon them. They have forgotten the 37,000 dead, victims of the Covid pandemic. These casualties would have certainly been fewer had not the New Democracy administration dismantled the National Health System for the benefit of the private hospital owners; they have forgotten the allegedly legal thievery of their income through indirect taxation on foodstuffs and fuel; the plumb decline of the living standard; they have forgotten the huge redistribution of public wealth for the benefit of energy companies and of the big capitalists in general; the privatization of the National Energy Company, the extravagant salaries of its golden boys, the fetid financial scandals perpetrated by the ‘blue’ chums, the deep political corruption; they have forgotten the biased mass media, the cell phone taps of the citizen’s privacy; they have forgotten the hundreds of thousands of primary residences auctions, the soaring public debt, the savage unnecessary law enforcement by the police and their shooting of Roma in cold blood. They have also forgotten the dead at the tragic rail accident at Tempi.

The Greeks have manifestly proved that they have intolerance to truth, which makes them be forgetful. Besides, the term ‘truth’ [alêthêia in Greek], i.e. all that is in accordance with events – what agrees with reality, what has actually transpired or transpires or it is absolutely certain it will – derives from the adjective ‘alêthês’ [truthful], which in turn originates from the negative prefix ‘a’ and ‘lêthê’ which means forgetfulness or oblivion [a+lêthê-ia=no oblivion]. According to the The Dictionary of the Modern Greek Language the adjective ‘alêthês’ originally defined events or things that are impossible to forget or conceal; therefore, a truthful person is crystal clear, controllable, and cannot lie; and ‘truth’ is the situation in which things cannot be forgotten. 

And yet, Greek people forget. Therefore, they despise truth. They are loathe to confront their misery, they turn a blind eye in front of reality, they conveniently opt for lies instead of disturbing truths, thus disabling their memories. According to the Dictionary, memory is the capacity of the mind to maintain facts, events, images, previous experiences, and to recall them at the appropriate stimulus. The term ‘memory’ [mnêmê in Greek] derives from the verb [mimnêskô= remember] and originally from indoeuropean [*men=think]. Moreover, the verb [manthanô=learn], which points to the acquisition of knowledge and education, is of the same root.

 

When, however, the Greek people not only did not punish the administration of the New Democracy party for all its crimes perpetrated at their expense, but they also rewarded this party, awarding it with the greatest percentage this party had received at the 2019 elections: (40.79%  from 39.85%). When the people granted Kostas Ach. Karamanlis, the former Tempi Tragedy Minister 24,651 votes, it is as clear as day that in general the Greek people appreciates neither truth nor memory, not even thinking or education.

In conclusion, if only our people possessed a guppy’s memory.

You’ve drunk of Arni’s water

You’ve drunk of Arni’s water

Of the fountain of oblivion.

You’ve drunk of Arni’s water

And you’ve denied me

Lyrics:

Arni’s water – Stavros Siolas



.

 


 

   

 


 

 


Παρασκευή 9 Ιουνίου 2023

ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΜΑΤΙΑ ΓΟΗΤΕΥΟΥΝ - ΤΗΕ ENCHANTMENT OF DARK EYES


 

ΜΑΥΡΑ ΜΑΤΙΑ



Πέτρος Γκάτζιας

 

 

 

«Τα μάτια σου» της είπα.

«Τι συμβαίνει με τα μάτια μου;» απάντησε εκείνη.

«Είναι κατάμαυρα» της απάντησα.

«Έτσι γεννήθηκα...» μου αντιγύρισε.

«Δεν μπορώ να μην τα κοιτάζω» σχολίασα.

Μόνο γι’ αυτά τα μάτια, με το τόσο έντονο βλέμμα, δεν μπορούσα να αφήσω αυτή την κοπέλα να φύγει. Δεν με ενδιέφερε πώς είναι το πρόσωπό της, το κορμί της, η προσωπικότητά της, τι κάνει στη ζωή της. Πόσων χρονών είναι. Μόνο τα μάτια της.

Κοντεύω τα σαράντα, αλλά ποτέ μου δεν πλησίασα αυθόρμητα μια γυναίκα – έστω για να της κάνω ένα κομπλιμέντο. Μόνο που εκείνη προφανώς είναι συνηθισμένη σε μια τέτοια αντίδραση. Αυτό το μαύρο βλέμμα είναι σαγηνευτικό. Καθηλωτικό.

Σε αντίθεση με εμένα που είχα γοητευτεί, η Μάρα –έτσι τη λένε– δεν είχε κάτι το αξιοσημείωτο να προσέξει πάνω μου. Παρ’ όλα αυτά, έδειχνε να τη διασκέδαζα, αλλά τι ελπίδες θα μπορούσε να έχει ένας διασκεδαστής;

«Γιατί σου αρέσουν τα μαύρα μου μάτια;» ρώτησε ξαφνικά με ύφος που έλεγε ότι, αν δεν έπαιρνε την κατάλληλη απάντηση, είναι σίγουρο πως θα εξαφανιζόταν. Ήδη, είχε υπερβεί εαυτόν και μου μιλούσε...

Είναι αλήθεια πως φοβήθηκα. Δεν μου είχε ξανατύχει. Ξαφνικά ένιωσα λες και έπαιρνα μέρος σε κάποιο διαγωνισμό, όπου ή θα κέρδιζα το μεγάλο έπαθλο ή θα τα έχανα όλα. Τα μάτια της όμως ήταν το κάτι άλλο. Με τραβούσαν, δεν ήθελα να τα χάσω.

Δεν απάντησα. Έμεινα να την κοιτάζω και εκείνη έφυγε χωρίς να πει λέξη.

Τρία βράδια αργότερα, όμως, τα είδα πάλι αυτά τα μαύρα μάτια μπροστά μου, στη δεξίωση του Βρετανού πρέσβη. Καθόταν μόνη της στο αίθριο, στο ημίφως, ντυμένη εντυπωσιακά και βαμμένη υπέροχα, αλλά θλιμμένη. Φορούσε μαύρη τουαλέτα και τα μαύρα της μαλλιά λαμπύριζαν, παραδόξως, στο σκοτάδι, όμως εμένα με τράβηξαν και πάλι τα μάτια της. Μαύρα, αλλά χαμένα στο τίποτα.

Ήμουν έτοιμος να την πλησιάσω, όταν είδα ότι δίπλα της στεκόταν ένας ηλικιωμένος άνδρας που τη χάιδευε τρυφερά στην πλάτη. Τα μαύρα μάτια της τον κοίταξαν με κάτι που μου φάνηκε σαν απόγνωση και μετά συνέχισαν να χάνονται στο τίποτα.

Αυτή η γυναίκα δεν είναι ευτυχισμένη, σκέφτηκα και άρχισα να βγάζω σενάρια για το τι συμβαίνει. Όλα σταμάτησαν όμως τη στιγμή που σήκωσε το κεφάλι της και με κοίταξε, με εκείνο το βαθύ μαύρο βλέμμα της κατευθείαν μέσα στην ψυχή μου.

Πολλά έχουν ειπωθεί για τα μαύρα μάτια στο παρελθόν, πολλές δοξασίες, όμως εγώ θυμάμαι ακόμη την ομώνυμη ταινία του Μιχάλκοφ, με τον υπέροχο Μαστρογιάνι και τη μαυρομάτα μούσα του, την οποία προσπάθησε να επαναδιεκδικήσει.

Ξαφνικά ένιωσα ένας υπερήρωας που θα προσπαθούσε να τη σώσει από τα δεσμά της, χωρίς όμως να σκεφτώ ότι εκείνη δεν μου είχε δώσει το δικαίωμα. Περίμενα να απομακρυνθεί ο ηλικιωμένος και πήγα να σταθώ μπροστά της επαναλαμβάνοντας, για να με καταλάβει, τα λόγια της πρώτης μας γνωριμίας:

«Τα μάτια σου» της είπα.

Σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε κι έπειτα, λες και έπαιρνε μέρος σε μια συνωμοσία με συνθηματικά, είπε:

«Τι συμβαίνει με τα μάτια μου;»

«Είναι κατάμαυρα» της απάντησα.

«Έτσι γεννήθηκα...» μου αντιγύρισε.

«Δεν μπορώ να μην τα κοιτάζω» σχολίασα.

Και πράγματι δεν μπορούσα να μην τα κοιτάζω. Και τότε συνέβη το αναπάντεχο.

«Πάμε να φύγουμε από δω» μου είπε ξαφνικά, αρπάζοντάς με από το χέρι.

«...Το ωραιότερο πράγμα που μπορούσε να μου προσφέρει η ζωή ήταν ένα ψέμα... Σχεδίαζα όμως να γίνω ένας μεγάλος ψεύτης... Ο καλύτερος τρόπος για να αφηγηθείς ένα γεγονός είναι να το επινοήσεις...» Όση ώρα εκείνη περπατούσε δίπλα μου, εγώ αμίλητος σκεφτόμουν τα λόγια του Αλεξάκη και το πόσο δίκιο είχε. Θυμάμαι ακόμη τη βαριά, αργόσυρτη φωνή του στο τηλέφωνο, όταν έτυχε να μιλήσουμε κάποτε και μετά ανέτρεξα στον Μικρό Έλληνα. Έκτοτε, τα λόγια αυτά με στοίχειωσαν και έδωσαν μια άλλη διάσταση στην επινόηση της πραγματικότητάς μου.

Η παρουσία της μου προκαλούσε αμηχανία. Στην παρόρμηση της στιγμής δεν υπολόγισα ποτέ το τι θα μπορούσε να ακολουθήσει. Ξαφνικά την είχα δίπλα μου, μπορούσα να της μιλήσω, να την αγγίξω, όμως δίσταζα. Εκείνη περπατούσε βυθισμένη σε σκέψεις που δεν μπορούσα να μαντέψω. Άπλωσα το χέρι μου και έσφιξα το δικό της μέσα στην παλάμη μου. Μοιάζαμε με ζευγαράκι που βγήκε τη βόλτα του. Τα δάχτυλά της παγωμένα, λες και δεν είχαν ζωή μέσα τους. Αλύγιστα.

«Αυτός που είδες, είναι ο άντρας μου...» είπε ξαφνικά.

Έπαθα σοκ. Τώρα που την έβλεπα πιο προσεκτικά, δεν πρέπει να ήταν παραπάνω από είκοσι πέντε με τριάντα ετών και ο άντρας είχε ξεπεράσει προ πολλού τα εβδομήντα.

«Αυτά τα μαύρα μάτια είναι η κατάρα μου. Αυτά είδε και γοητεύτηκε, πριν από δέκα χρόνια. Σχεδόν με αγόρασε από τους δικούς μου – πρόσφυγες από τη Ρωσία. Εγώ γεννήθηκα εδώ...»

Όση ώρα μιλούσε, την παρατηρούσα. Ασφαλώς και είναι Ρωσίδα, είπα μέσα μου.

«Είναι καλός, αλλά δεν αντέχω άλλο... Εσύ είσαι ο πρώτος που μου μίλησε αυθόρμητα για τα μάτια μου. Είδα στο βλέμμα σου το πόσο χαμένα τα είχες. Όλοι οι άλλοι το βλέπουν σαν κάτι πικάντικο, που θα τους ερεθίσει περισσότερο στο κρεβάτι».

Ξεροκατάπια. Γιατί είναι αλήθεια πως από την πρώτη στιγμή που την είδα, μου έγινε έμμονη ιδέα και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν το σεξ. Άρα δεν διαφέρω από τους άλλους, όπως εκείνη νομίζει. Χαμογέλασα.

Όση ώρα μού μιλούσε, προσπαθούσα να θυμηθώ πού είχα ξαναδεί τον άντρα της. Πρόκειται για χαρακτηριστική φιγούρα. Φοράει συνήθως ένα σκούρο ριγέ κοστούμι –όπως στη δεξίωση–, χειροποίητα σκαρπίνια και ένα ψάθινο πλατύγυρο καπέλο, που θυμίζει Κουβανό αστό. Κρατάει πάντα ανάμεσα στα δάχτυλά του μια πίπα με το τσιγάρο να αχνοκαίει ακόμη. Κάποτε θα είχε μια γοητεία. Τώρα δεν είναι παρά μια παλιομοδίτικη αντανάκλαση.

Αυτόν τον άνθρωπο λοιπόν τον είχα ξανασυναντήσει. Είχαμε μιλήσει στο παρελθόν. Τυχαία. Ήθελε να μου πει την άποψή του για τον έρωτα. Μου είχε μιλήσει για τη γυναίκα του. Το πόσο περήφανος ήταν που την έχει, ακόμη και αν δεν μπορεί να την αγγίξει πια. Είχε και έχει τη λογική του Μοράβια: Αν έχεις εσύ, δικό σου, το «βάζο» με το μέλι, τότε δεν σε νοιάζει αν τρώνε και άλλοι.

«Είχα τις περιπέτειές μου» μου είπε ξαφνικά, λες και ήθελε να απενοχοποιήσει ένα βρόμικο παρελθόν. «Πήγα με πολλούς άντρες, παρότι είμαι παντρεμένη. Με προέτρεπε συχνά ο ίδιος. Ήθελε να μαθαίνει μετά τα πάντα! Με χάιδευε παντού και έτσι ικανοποιούνταν. Ήθελε όμως να ξέρει τους εραστές μου. Να ελέγχει το σύστημα. Ένα πειθήνιο όργανο στις ορέξεις του. Αυτό ήμουν. Όταν σε είδα πρώτη φορά, κατάλαβα ότι θα μπορούσες να με πάρεις απ’ όλο αυτό. Και όταν σε ξαναείδα, τυχαία, στην πρεσβεία, σιγουρεύτηκα. Είσαι το πεπρωμένο μου!»

«Και πώς να αποφύγεις το πεπρωμένο σου…» ψιθύρισα, χωρίς εκείνη να με ακούσει, παρά το γεγονός πως με κοιτούσε όλη την ώρα.

Έσκυψα ξαφνικά και τη φίλησα. Δεν ήταν ακριβώς φιλί, περισσότερο άγγιξα απαλά τα χείλη της. Δεν ξαφνιάστηκε. Μπορεί και να το περίμενε και, για να είμαι ειλικρινής, δεν κατάλαβα γιατί το έκανα. Η επαφή με τα χείλη της με άφησε αδιάφορο. Κατάλαβα αυτό που είχα καταλάβει και από την αρχή. Όταν την πρωτοείδα να περπατά στον δρόμο: τα μάτια της ήταν εκείνα που ήθελα. Τα μάτια της ποθούσα, σαν μια μάγισσα με σαγήνευε και με τραβούσε στα άδυτα της ψυχής της, όμως εγώ δεν ήθελα ποτέ να περάσω τις «πύλες», αλλά να παραμείνω απέναντί τους και να τις κοιτάζω.

«Το είπα εγώ ότι είσαι το πεπρωμένο μου» αναστέναξε γλυκά και χώθηκε στην αγκαλιά μου.

Λίγο πριν απ’ αυτά τα τελευταία λόγια, είχαμε καθίσει σε ένα παγκάκι, στο διπλανό πάρκο. Εξακολουθούσε να είναι χωμένη στην αγκαλιά μου, με τέτοιο τρόπο μάλιστα που δεν μπορούσα να χαζεύω τα μαύρα μάτια της. Από μακριά μοιάζαμε ερωτευμένοι, αν κάποιος όμως πλησίαζε θα έβλεπε την παγωμένη έκφραση στο πρόσωπό μου.

Το πρώτο πράγμα που πρόσεξα όταν σήκωσα το βλέμμα μου ήταν το τσιγάρο, μέσα στην παλιομοδίτικη πίπα που αχνόκαιε ακόμη και το μανίκι από το σακάκι του. Εκείνο το σκούρο ριγέ κοστούμι. Και μετά τα χειροποίητα σκαρπίνια και το ψάθινο πλατύγυρο καπέλο, που θυμίζει Κουβανό αστό. Φαίνεται πως στεκόταν πολλή ώρα απέναντί μας και μας παρατηρούσε, χωρίς να μιλάει. Μας άκουγε.

Άπλωσε το άλλο του χέρι και η Μάρα, πειθήνια, σηκώθηκε από δίπλα μου και πήγε κοντά του. Εκείνος δεν μίλησε. Την αγκάλιασε. Την κοίταξε για λίγο μέσα στα μαύρα μάτια της και μετά την τράβηξε απαλά για να φύγουν.

Θυμήθηκα αυτό που μου είχε πει κάποτε: «Αν έχεις το βάζο με το μέλι, τι σε νοιάζει αν τρώνε και άλλοι...»

Δεν με ενόχλησε που τελικά μου έλεγε ψέματα ότι ήμουν το πεπρωμένο της. Λυπόμουν που έχανα τα μαύρα της μάτια. Αυθόρμητα, φώναξα:

«Τα μάτια σου».

«Τι συμβαίνει με τα μάτια μου;» απάντησε εκείνη, χωρίς να γυρίσει.

«Είναι κατάμαυρα» της απάντησα.

«Έτσι γεννήθηκα...» μου αντιγύρισε.

«Δεν μπορώ να μην τα κοιτάζω» σχολίασα.

Μόνο τότε γύρισε και μου χάρισε το βλέμμα της. Μέσα στη νύχτα, τα μάτια της μου φάνηκαν ακόμη πιο μαύρα και θλιβερά...

 

Ο Πέτρος Γκάτζιας είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.

 

DARK EYES

 

By Petros Gatzias

 

Rendered by Vassilis C. Militsis

 

“Your eyes,” I told her.

“What’s wrong with my eyes?” she responded.

“They’re pitch-black,” I replied.

“That’s the way I was born…” she answered back.

“I can’t help not looking at them,” I commented.

Only because of these eyes, with such an intense gaze, I could not let this girl go. I did not care what her face, her figure and her personality were like or what she did in her life; or how old she was. Only her eyes fascinated me.

I am in my late thirties, and I have never approached a woman on an impulse – even to pay her a compliment. But obviously she is accustomed to such a reaction. This black stare of hers is enticing; captivating. Unlike me who have been charmed, Mara – that is her name – did not find something remarkable on me. Nevertheless, she seemed to be amused with me; but what chance could an entertainer have to hope for?

“Why do you like my dark eyes?” she suddenly asked with an air that meant if she did not get the right answer, she would vanish for certain. She had already surpassed herself to speak to me…

I was really scared. Such a thing had not happened to me before. I suddenly felt as if I were taking part in a sort of competition, where I would either win a prize or lose everything. However, her eyes were something else. I was so attracted to them that I did not want to lose them.

I did not give an answer. I only kept looking at her and she left without saying a word. Three evenings later, however, I saw the dark eyes before me again at the reception of the British ambassador. She was sitting alone in the patio, in the half light, impressively dressed and made up, but she looked sad.

She was wearing a black toilet and her dark hair glistened bizarrely in the dark; however, I was again attracted by her eyes – dark but lost in nothingness.

I was about to approach her when I saw an aged man who was standing by her and tenderly stroking her back. Her dark eyes looked at him in a way that appeared to me as despair and then they went on fading into void again.

“This woman cannot be happy,” I thought and began to speculate about what was going on. And then I stopped in my tracks at the moment she lifted her head and looked at me with that deep, dark stare that penetrated right into my soul.

A lot has been said about dark eyes in the past – a host of folk beliefs, but as far as I am concerned I still remember Mikhalkov’s motion picture Dark Eyes, starring the wonderful Marcello Mastroianni and Yelena Safonova, his dark-eyed muse, whom he tried hard to reclaim.

 

 

I suddenly felt like a superhero that was going to break her chains without, however, thinking that she had not given me the right to do so. I waited until the aged man left and I went to stand in front of her and to refresh her memory, I repeated the words of our first meeting.

 

“Your eyes,” I told her.

She raised her head and looked at me. Then, as if she were a member of a conspiracy of passwords, she said:

“What about my eyes?”

“They’re pitch-black,” I replied.

“That’s the way I was born…” she answered back.

“I can’t help not looking at them,” I commented.

In fact, I could not help not looking at them. And then something unexpected occurred.

“Let’s get out of here,” she said grabbing my hand.

“…the best thing life could grant me was a lie… I was planning to be a big liar… the best way to tell about an event is to invent it…” While she was walking next to me, I remained silent dwelling on Alexakis’ words and how right he was. I still remember his deep, drawn-out voice on the phone, when we once happened to talk and then I looked up his novel The Little Greek. Ever since, these words have haunted me lending another dimension to my reality.

Her presence put me in an awkward position. On the spur of the moment I could not guess what might come next. All of a sudden she was next to me; I could speak to her, touch her but I hung back. She was walking deep in thoughts, which I could not conjecture. I reached out and clasped her hand in mine. We looked like a cute couple enjoying a romantic stroll. Her fingers felt frozen as though they were lifeless – rigid.

“The man you saw me with is my husband…” she said suddenly.

I was shocked. When I espied her more carefully, I guessed she could not have been older than in her late twenties whereas her husband must have already been past his seventies.

“These dark eyes of mine are my curse. He was enchanted by them ten years ago; he almost bought me from my own – refugees from Russia. I was born here…” The whole time she was talking, I was observing her. She certainly is Russian, I thought to myself.

"He’s kind, but I can’t stand it any longer… You’re the first to speak to me so spontaneously about my eyes. I noticed in your glance how bewildered you’d been. The rest see it rather sexually arousing.”

I gulped; for it is true that since I had seen her for the first time, all I had in my mind was sex, which obsessed me. Therefore, I do not differ from the rest, as she believed. I smiled.

While she was talking to me, I was trying very hard to remember where I had seen her husband before. He presented a typical figure. He usually wears a striped, dark suit – the way he was dressed in the reception – custom-made shoes and a wide-brimmed straw hat, which makes him appear as a Cuban bourgeois. He always holds between his fingers a holder with a cigarette, which is still smoldering. He must have had some charm in his youth, which now is but his old fashioned reflection.

I met this man before. We had a chance talk in the past. He wanted to tell me his point of view about love. He had talked to me about his wife; how proud he was to have her even though he could no longer touch her. He went along with Moravia’s logic: if the pot of honey is yours, you don’t care if others taste of it, too.

“I used to have my own love affairs,” she told me suddenly, as if she wanted to be exonerated from a wicked past.

“I had lain with quite a few men, though I’m married. He often urged me himself and then he wanted to be told everything! He would then caress me all over and so he was gratified. He wanted, however, to know my lovers so that he could be in full control of the situation. Docile to his depraved whims – that’s what I was. When I first saw you, I realized you could take me away from all this. And when I met you again by chance at the embassy, I was sure. You are my destiny!”

“And how can you run from fate…” I muttered without her hearing me though she was regarding me all the while.

I suddenly bent down and kissed her. It was not a kiss exactly; it was only a soft brushing on her lips. She was not startled.

She might have been expecting it, in fact; but, to be true, I wonder why I did it. The contact with her lips left me utterly indifferent. I realized now what I had known right at the start. When I had first seen her walking in the street, it was her eyes I craved for as if they belonged to a sorceress who seduced and allured me into the innermost depths of her soul. However, I never wanted to go through those twin ‘portals’ but to be in front of them just looking on.

“I was sure you were my destiny” she heaved a sweet sigh and snuggled into my arms.

A short while before she spoke her last words, we had sat on a bench in the nearby park. She kept on being tucked in my arms in such a way that I could not even look into her dark eyes. We appeared like two love birds from a distance; but if one could come closer, one could see the frozen look on my face.

The first thing I noticed when I raised my eyes was the cigarette that glowed in an old-fashioned holder and the sleeve of his jacket; that striped, dark suit. And then the custom made shoes and the wide-brimmed straw hat that reminds you of a Cuban bourgeois. He was apparently standing there for quite a bit of time and watching us without speaking. He was only listening. He reached out his hand and Mara submissively rose from me and went to him. He said nothing. He embraced her. He looked into her dark eyes for a while and then he gently pulled her away and they left. I remembered what I was once told: if you have the pot of honey all your own, you don’t care if others taste of it, too.

The fact that she had lied to me that I was her destiny did not bother me. I was only sorry that I was going to miss her dark eyes. Impulsively, I cried:

“Your eyes.”

“What’s wrong with my eyes?” she responded without turning around.

“They’re pitch-black,” I replied.

“That’s the way I was born…” she answered back.

“I can’t help not looking at them,” I commented.

Only then did she turn granting me her glance. In the dark of the night they seemed to me still darker and sadder…

 

Petros Gatzias is a journalist and writer

By the same:


ΕΝΑΣ ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ - A DOG WITH FEELINGS

ΕΝΑΣ ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΗΣ ΜΙΚΡΟΣ ΣΩΤΗΡΑΣ - A MYSTERIOUS