Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2021

THE BEST OF PAPADIAMANTIS - ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙ ΤΗΣ ΦΩΚΙΑΣ

 

 

                                                                    image by Yvonne Ayoub

ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙ ΤΗΣ ΦΩΚΙΑΣ



Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

 

 

 

Κάτω από τον κρημνόν, οπού βρέχουν τα κύματα, όπου κατέρχεται το μονοπάτι, το αρχίζον από τον ανεμόμυλον του Μαμογιάννη, οπού αντικρίζει τα Μνημούρια, και δυτικώς, δίπλα εις την χαμηλήν προεξοχήν του γιαλού, την οποίαν τα μαγκόπαιδα του χωρίου, οπού δεν παύουν από πρωίας μέχρις εσπέρας, όλον το θέρος, να κολυμβούν εκεί τριγύρω, ονομάζουν το Κοχύλι —φαίνεται να έχη τοιούτον σχήμα— κατέβαινε το βράδυ βράδυ η γρια-Λούκαινα, μία χαροκαμένη πτωχή γραία, κρατούσα υπό την μασχάλην μίαν αβασταγήν,* δια να πλύνη τα μάλλινα σινδόνιά της εις το κύμα το αλμυρόν, είτα να τα ξεγλυκάνη εις την μικράν βρύσιν, το Γλυφονέρι, οπού δακρύζει από τον βράχον του σχιστολίθου, και χύνεται ηρέμα εις τα κύματα. Κατέβαινε σιγά τον κατήφορον, το μονοπάτι, και με ψίθυρον φωνήν έμελπεν* εν πένθιμον βαθύ μοιρολόγι, φέρουσα άμα την παλάμην εις το μέτωπόν της, δια να σκεπάση τα όμματα από το θάμβος του ηλίου, οπού εβασίλευεν εις το βουνόν αντικρύ, κι αι ακτίνες του εθώπευον κατέναντί της τον μικρόν περίβολον και τα μνήματα των νεκρών, πάλλευκα, ασβεστωμένα, λάμποντα εις τας τελευταίας του ακτίνας.

Ενθυμείτο τα πέντε παιδιά της, τα οποία είχε θάψει εις το αλώνι εκείνο του χάρου, εις τον κήπον εκείνον της φθοράς, το εν μετά το άλλο, προ χρόνων πολλών, όταν ήτο νέα ακόμη. Δύο κοράσια και τρία αγόρια, όλα εις μικράν ηλικίαν της είχε θερίσει ο χάρος ο αχόρταστος.

Τελευταίον επήρε και τον άνδρα της, και της είχον μείνει μόνον δύο υιοί, ξενιτευμένοι τώρα· ο εις είχεν υπάγει, της είπον, εις την Αυστραλίαν, και δεν είχε στείλει γράμμα από τριών ετών· αυτή δεν ήξευρε τι είχεν απογίνει· ο άλλος ο μικρότερος εταξίδευε με τα καράβια εντός της Μεσογείου, και κάποτε την ενθυμείτο ακόμη. Της είχε μείνει και μία κόρη, υπανδρευμένη τώρα, με μισήν δωδεκάδα παιδιά.

Πλησίον αυτής, η γρια-Λούκαινα εθήτευε τώρα, εις το γήρας της, και δι' αυτήν επήγαινε τον κατήφορον, το μονοπάτι, δια να πλύνη τα χράμια* και άλλα διάφορα σκουτιά* εις το κύμα το αλμυρόν, και να τα ξεγλυκάνη στο Γλυφονέρι.

Η γραία έκυψεν εις την άκρην χθαμαλού, θαλασσοφαγωμένου βράχου, και ήρχισε να πλύνη τα ρούχα. Δεξιά της κατήρχετο ομαλώτερος, πλαγιαστός, ο κρημνός του γηλόφου, εφ' ου* ήτο το Κοιμητήριον, και εις τα κλίτη* του οποίου εκυλίοντο αενάως προς την θάλασσαν την πανδέγμονα* τεμάχια σαπρών ξύλων από ξεχώματα, ήτοι ανακομιδάς ανθρωπίνων σκελετών, λείψανα από χρυσές γόβες ή χρυσοκέντητα υποκάμισα νεαρών γυναικών, συνταφέντα ποτέ μαζί των, βόστρυχοι από κόμας ξανθάς, και άλλα του θανάτου λάφυρα. Υπεράνω της κεφαλής της, ολίγον προς τα δεξιά, εντός μικράς κρυπτής λάκκας, παραπλεύρως του Κοιμητηρίου, είχε καθίσει νεαρός βοσκός, επιστρέφων με το μικρόν κοπάδι του από τους αγρούς, και, χωρίς ν' αναλογισθή το πένθιμον του τόπου, είχε βγάλει το σουραύλι από το μαρσίπιόν* του, και ήρχισε να μέλπη φαιδρόν ποιμενικόν άσμα. Το μοιρολόγι της γραίας εκόπασεν εις τον θόρυβον του αυλού, και οι επιστρέφοντες από τους αγρούς την ώραν εκείνην —είχε δύσει εν τω μεταξύ ο ήλιος— ήκουον μόνον την φλογέραν, κι εκοίταζον να ιδώσι πού ήτο ο αυλητής, όστις δεν εφαίνετο, κρυμμένος μεταξύ των θάμνων, μέσα εις το βαθύ κοίλωμα του κρημνού.

 

Μία γολέτα ήτο σηκωμένη στα πανιά, κι έκαμνε βόλτες εντός του λιμένος. Αλλά δεν έπαιρναν τα πανιά της, και δεν έκαμπτε ποτέ τον κάβον τον δυτικόν. Μία φώκη, βοσκούσα εκεί πλησίον, εις τα βαθιά νερά, ήκουσεν ίσως το σιγανόν μοιρολόγι της γραίας, εθέλχθη* από τον θορυβώδη αυλόν του μικρού βοσκού, και ήλθε παραέξω, εις τα ρηχά, κι ετέρπετο εις τον ήχον, κι ελικνίζετο εις κύματα. Μία μικρά κόρη, ήτο η μεγαλυτέρα εγγονή της γραίας, η Ακριβούλα, εννέα ετών, ίσως την είχε στείλει η μάνα της, ή μάλλον είχε ξεκλεφθή από την άγρυπνον επιτήρησίν της, και μαθούσα ότι η μάμμη* ευρίσκετο εις το Κοχύλι, πλύνουσα εις τον αιγιαλόν, ήλθε να την εύρη, δια να παίξη ολίγον εις τα κύματα. Αλλά δεν ήξευρεν όμως πόθεν ήρχιζε το μονοπάτι, από του Μαμογιάννη τον μύλον, αντικρύ στα Μνημούρια, και άμα ήκουσε την φλογέραν, επήγε προς τα εκεί και ανεκάλυψε τον κρυμμένον αυλητήν και αφού εχόρτασε ν' ακούη το όργανόν του και να καμαρώνη τον μικρόν βοσκόν, είδεν εκεί που, εις την αμφιλύκην* του νυκτώματος, εν μικρόν μονοπάτι, πολύ απότομον, πολύ κατηφορικόν, κι ενόμισεν ότι αυτό ήτο το μονοπάτι, και ότι εκείθεν είχε κατέλθει η γραία η μάμμη της· κι επήρε το κατηφορικόν απότομον μονοπάτι δια να φθάση εις τον αιγιαλόν να την ανταμώση. Και είχε νυκτώσει ήδη.

Η μικρά κατέβη ολίγα βήματα κάτω, είτα είδεν ότι ο δρομίσκος εγίνετο ακόμη πλέον απόκρημνος. Έβαλε μίαν φωνήν, κι επροσπάθει ν' αναβή, να επιστρέψη οπίσω. Ευρίσκετο επάνω εις την οφρύν ενός προεξέχοντος βράχου, ως δύο αναστήματα ανδρός υπεράνω της θαλάσσης. Ο ουρανός εσκοτείνιαζε, σύννεφα έκρυπταν τα άστρα, και ήτον στην χάσιν του φεγγαριού. Επροσπάθησε και δεν εύρισκε πλέον τον δρόμον πόθεν είχε κατέλθει. Εγύρισε πάλιν προς τα κάτω, κι εδοκίμασε να καταβή. Εγλίστρησε κι έπεσε, μπλουμ! εις το κύμα. Ήτο τόσον βαθύ όσον και ο βράχος υψηλός. Δύο οργυιές ως έγγιστα.* Ο θόρυβος του αυλού έκαμε να μη ακουσθή η κραυγή. Ο βοσκός ήκουσεν ένα πλαταγισμόν, αλλά εκείθεν όπου ήτο, δεν έβλεπε την βάσιν του βράχου και την άκρην του γιαλού. Άλλως δεν είχε προσέξει εις την μικράν κόρην και σχεδόν δεν είχεν αισθανθή την παρουσίαν της.

 

Καθώς είχε νυκτώσει ήδη, η γραία Λούκαινα είχε κάμει την αβασταγήν της, και ήρχισε ν' ανέρχεται το μονοπάτι, επιστρέφουσα κατ' οίκον. Εις την μέσην του δρομίσκου ήκουσε τον πλαταγισμόν, εστράφη κι εκοίταξεν εις το σκότος, προς το μέρος όπου ήτο ο αυλητής.

— Κείνος ο Σουραυλής θα είναι, είπε, διότι τον εγνώριζε. Δεν του φτάνει να ξυπνά τους πεθαμένους με τη φλογέρα του, μόνο ρίχνει και βράχια στο γιαλό για να χαζεύη... Σημαδιακός κι αταίριαστος είναι.

Κι εξηκολούθησε τον δρόμον της.

 

Κι η γολέτα εξηκολούθει ακόμη να βολταντζάρη εις τον λιμένα. Κι ο μικρός βοσκός εξηκολούθει να φυσά τον αυλόν του εις την σιγήν της νυκτός.

Κι η φώκη, καθώς είχεν έλθει έξω εις τα ρηχά, ηύρε το μικρόν πνιγμένον σώμα της πτωχής Ακριβούλας, και ήρχισε να το περιτριγυρίζη και να το μοιρολογά, πριν αρχίση τον εσπερινόν δείπνον της.

Το μοιρολόγι της φώκης, το οποίον μετέφρασεν εις ανθρώπινα λόγια εις γέρων ψαράς, εντριβής* εις την άφωνον γλώσσαν των φωκών, έλεγε περίπου τα εξής:

Αυτή ήτον η Ακριβούλα
η εγγόνα της γρια-Λούκαινας.
Φύκια 'ναι τα στεφάνια της,
κοχύλια τα προικιά της...
κι η γριά ακόμη μοιρολογά
τα γεννοβόλια της τα παλιά.
Σαν να 'χαν ποτέ τελειωμό
τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου.

 Γλωσσάρι:

αβασταγή: μπόγος.
έμελπεν: ρ. μέλπω, τραγουδώ.
χράμια: υφαντά, στρωσίδια.
σκουτιά: ρούχα.
εφ' ου: πάνω στο(ν) οποίο.
κλίτη, τα: οι πλαγιές.
πανδέγμων: αυτός που δέχεται τα πάντα.
μαρσίπιον: (υποκορ. του μάρσιπος)· δερμάτινος σάκος, τορβάς.
εθέλχθη: ρ. θέλγομαι· γοητεύομαι.
μάμμη: γιαγιά.
αμφιλύκη: το βραδινό φως, το μούχρωμα.
ως έγγιστα: περίπου.
εντριβής: βαθύς γνώστης.

 

THE SEAL'S DIRGE 


 

Alexandros Papadiamantis

Translated by Peter Constantine*

Beneath the cliff where the waves spray and the path from Mamoyiannis's windmill descends lies the cemetery, and the area to the west, where the shore juts out and the village urchins swim from morning to night all summer long is called Kohili, "shell," as it has the shape of a shell. Toward evening old Loukena, a poor, death-singed woman, came down the path carrying a bundle of clothes under her arm, to wash the woolen blankets in the salty waves and then rinse them in the small fountain of the brackish waters that trickle from the slate rock face and empties calmly into the waves. She walked slowly, down the path, down the slope, singing a mournful dirge in a whispering voice, raising her hand to shade her eyes from the glare of the sun setting behind the mountain across the water, its rays caressing opposite her the small enclosure and the tombs, bleached, whitewashed, shining in the sun's last blaze. She thought of the five children she had buried one after the other in that threshing floor of death, that garden of decay, many years ago when she was still young. Two girls and three boys, all in their infancy. Ravenous death had scythed them down. Death finally seized her husband too, and she was left only two sons, who had moved to foreign lands. One, she had been told, had gone to Australia. He had not sent a letter in three years. She had no idea what had become of him. The other, the younger, traveled the Mediterranean on ships, and still remembered her from time to time. She was also left a daughter, married now with half a dozen children. Old Loukena was working alongside her in her old age, and it was for her that she was walking down the path, down the slope, to wash the woolen blankets and the clothes in the salty waves and then rinse them in the fountain of the brackish waters. The old woman bent over the side of the low, sea-eaten rock and began the wash. To her right lay the smoother and less abrupt slope of the earthen hill on which the cemetery stood, and from whose sides rotting wood rolled toward the all-embracing sea from the unearthings, in other words from the digging up of human remains, and the removal of young women's golden slippers and gold-embroidered clothes that had been buried with them, of tresses of blonde hair and other spoils of death.
    Above her head a little to her right, in a hidden hollow next to the cemetery, sat a young shepherd who had just returned from the meadows with his small flock, and who, without considering the mournfulness of the area, had taken his flute from his bag and begun playing a merry shepherd's tune.
    The old woman's dirge fell silent at the sound of the flute, and the villagers returning from the meadows--the sun had set in the meantime--heard the flute but could not see the flute player who was hidden among the bushes in the deep hollow on the hill. A schooner was preparing to put out to sea and was tacking across the harbor. But its sails were not filling and so it did not reach the open water past the western cape. A seal meandering through the deep waters close to the shore, perhaps hearing the old woman's whispered dirge and enticed by the young shepherd's loud flute, swam into the shallows, taking pleasure in the sound and frolicking in the waves.
    A small girl, one of the old woman's grandchildren, her name was Akrivoula, nine years old, her mother had perhaps sent her, or more likely she had slipped away from under her mother's watchful eye, and hearing that her grandma was down at Kohili, washing clothes by the shore, went to look for her so she could play a little by the waves. But she did not know where the path began by Mamoyiannis's windmill across from the cemetery, and, hearing the flute, she went toward it and found the hidden flute player. Listening to the music and admiring the young shepherd, she saw in the twilight of the approaching darkness a small path that descended steeply, quite sharply, and she thought that that was the path her grandma had taken, and so she began going down the steep slope to find her by the shore. By now night had fallen. The little girl descended another few steps and then saw that the path was becoming even steeper. She called out in fear, and tried to scamper back up the slope. She had come to the rock that hung above the waves twice the height of a man. The sky darkened, clouds hid the stars, the moon was on the wane. She tried to find the path by which she had come down but could not. She turned back toward the edge of the rock and tried to continue her descent. She slipped and--splash--fell into the waves. The sea was as deep as the rock was tall, a good two fathoms. The sound of the flute covered her cry. The shepherd heard the splash, but he could not see the base of the rock and the edge of the shore. Furthermore he had not seen the little girl, he had barely felt her presence. As night had already fallen, old Loukena had finished her wash and was climbing up the path back toward the house. Halfway up the slope she heard the splash, turned, and looked into the darkness in the direction of the flute player. "It must have been him," she said to herself, for she knew the boy. "Not only does he wake the dead with that flute of his, now he's also throwing stones into the sea to pass the time. What a loner and misfit that boy is!" And she went on her way. And the schooner continued tacking back and forth in the harbor, and the young shepherd continued blowing on his flute into the silence of the night. And the seal that had swum into the shallows found the little drowned body of poor Akrivoula and began swimming around it in a dirge before its nighttime feed. An old fisherman, versed in the voiceless language of seals, translated it into the words of man:

Akrivoula lies among the seaweed wild,
Death-singed Loukena's daughter's child,
Garland of sea flowers in her hair,
Her dowry of sparkling shells so rare,
And the old woman still sheds bitter   tears
For the infants lost in distant years.
Man's troubles and sorrows never end.

 

* Peter Constantine’s translations include The Complete Works of Isaac Babel (Norton), Within Four Walls: The Correspondence Between Hannah Arendt and Heinrich Blucher, 1936–1968 (Harcourt Brace), and Elegy for Kosovo (Arcade Books) by Ismail Kadare. His translation of Six Early Stories (Sun & Moon Press) by Thomas Mann was awarded the PEN Translation Prize, and The Undiscovered Chekhov: Thirty-Eight New Stories (Seven Stories Press) received the National Translation Award.

 

 

 

 

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2021

ΔΙΗΓΗΜΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ - AN SF TALE

 

 

Πηγή: dimartblog.com

gerontakos

Heart of gold

 

 

Χριστίνα Ντούση

 

Από:  Λεωνίδα Καρδινό, κάτοικο Αθηνών, οδός  Αγοράς, αρ. 4

 

Προς: 

1. Την πολυώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «HEART OF GOLD TRANSPLANT S.P.», που εδρεύει στη Νέα Υόρκη ΗΠΑ, 505h Avenue 57,   με υποκατάστημα εν Ελλάδι επί της οδού Πολυκαρδιώτη 8, Αθήνα.

 

  1. Το Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία «Δεύτερη Ζωή – Πολυκλινική», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Ευδοκίμου 34,

 

  1. Τον Ιπποκράτη Γαληνό, ιατρό καρδιοχειρουργό, κάτοικο Αθηνών, οδός Στεφανίδου 25.

 

 

Αθήνα, 30.09.2058

 

Κύριοι,

 

Όπως πολύ καλά γνωρίζετε, προ  έξι μηνών, και συγκεκριμένα την 21 Μαρτίου έτους 2058, απευθύνθηκα στον τρίτο από εσάς, ιατρό καρδιοχειρουργό, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το οξύ καρδιακό πρόβλημα  από το οποίο έπασχα, συγκεκριμένα από   καρδιακή ανεπάρκεια τελικού σταδίου.

Ο κ. Γαληνός, στον οποίο απευθύνθηκα, κυρίως επειδή θεωρείται υψηλά εξειδικευμένος στα ζητήματα καρδιάς,  μετά σειρά  διαγνωστικών εξετάσεων στις οποίες με υπέβαλε, συνέστησε ως μόνη λύση τη μεταμόσχευση του οργάνου, εγχείρηση  την οποία θεωρεί «ρουτίνα», όπως πολύ χαρακτηριστικά μου είπε. Συνέστησε δε πολύ συγκεκριμένα, ως μόσχευμα, την τρισδιάστατη εκτύπωση καρδιάς που πραγματοποιεί η πρώτη από εσάς εταιρεία με την επωνυμία “HEART OF GOLD S.P.”,  ως το καλύτερο προϊόν της αγοράς. Αναφέρθηκε μάλιστα ειδικώς στην υψηλή συναισθηματική του αντοχή, στη δυνατότητα του να αισθάνεται επιλεκτικώς ή και καθόλου, στην εξαιρετική του ανταπόκριση  στις κρίσεις, καθώς και στην ιδιαίτερη δυναμική του σε  αγχώδεις καταστάσεις. Με καθοδήγησε μάλιστα και μέσω των γυαλιών brooble μου περιηγηθήκαμε μαζί στον ιστόστοπο της κατασκευάστριας εταιρείας, όπου πολύ αναλυτικά αναφερόταν ο τρόπος εκτύπωσης των οργάνων προς μεταμόσχευση, τα ειδικά χαρακτηριστικά και οι  διαφορετικοί τύποι του καθενός.

Έτσι, δυνάμει της από 3 Απριλίου 2058  παραγγελίας μου προς την πρώτη από εσάς κατασκευάστρια εταιρεία, παρήγγειλα την εκτύπωση  ενός  καρδιακού μοσχεύματος με τα ως άνω χαρακτηριστικά,  μικρών διαστάσεων, σκληρού περιβλήματος, μηδενικής ανοχής στα δάκρυα και στις ικεσίες και απολύτως καμίας ανταπόκρισης στις συμφορές τρίτων.

Να σημειωθεί εδώ ότι τα  ως  άνω χαρακτηριστικά  μου είναι απολύτως απαραίτητα για την επαγγελματική μου δραστηριότητα, η οποία συνίσταται στην παροχή επενδυτικών συμβουλών σε τράπεζες και οικονομικούς οργανισμούς διαγαλαξιακού διαμετρήματος.

Παρέλαβα την καινούρια μου καρδιά μια εβδομάδα μετά την ως άνω παραγγελία, με μικροτσίπ πλήρους περιγραφής των άνωθεν αναφερομένων χαρακτηριστικών και λειτουργιών της και με δεκαετή εγγύηση. Στις 10 Απριλίου εισήχθην στην Πολυκλινική «η Δεύτερη Ζωή», όπου χειρουργούσε ο κ. Γαληνός, στον οποίον είχα ήδη παραδώσει το μόσχευμα προς εξέταση και έγκριση ως προς την καταλληλότητα του.

Να τονισθεί ότι ουδείς, ούτε ο κ. Γαληνός ως ο κατεξοχήν ειδικός επί του θέματος, αλλά ούτε και κανείς άλλος εκ του ειδικευμένου προσωπικού της κλινικής,  διατύπωσε  αντίρρηση όσον αφορά το  προσκομισθέν ανταλλακτικό.

Χειρουργήθηκα με επιτυχία, ομολογώ, την επόμενη ημέρα και τρεις ημέρες μετά την επέμβαση,  ο θεράπων ιατρός με αποσυνέδεσε από τη μηχανική υποστήριξη και η καινούργια μου καρδιά σημείωσε τους πρώτους της  αυτόνομους χτύπους.

Από την πρώτη στιγμή αισθάνθηκα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Εγώ, που λόγω ιδιοσυγκρασίας και επαγγέλματος, είμαι ψυχρός και ανέκφραστος, ήδη από τις πρώτες ώρες λειτουργίας του νέου μοσχεύματος είχα βάλει τα κλάματα δυο φορές. Προ της εγχειρήσεως,  απευθυνόμουν πάντα  επιβλητικά και κοφτά στους υφισταμένους μου, ήμουν δε εξαιρετικά προσεκτικός στη διαχείριση των οικονομικών μου. Μετά από αυτήν, όχι μόνο μιλώ στις νοσοκόμες σαν να είναι οι χαμένες μου αδελφές,  και τις φιλοδωρώ με σταθερά ποσά καθημερινώς, αλλά δώρισα και σημαντικότατα ποσά σε τρία  φιλανθρωπικά ιδρύματα ήδη.  Έκανα πρόταση γάμου στην από 10ετίας ερωμένη μου, η οποία είχε πάψει πια να ελπίζει σε αυτό και αίτηση υιοθεσίας ενός μωρού 6 μηνών από την  Σομαλία, του οποίου οι γονείς σκοτώθηκαν κατά τους πρόσφατους βομβαρδισμούς του  GΑΤΟ. Παρά τις κοπιώδεις προσπάθειες μου να γυρίσω στην προτεραία μου κατάσταση και συμπεριφορά, ουδέν έχω καταφέρει μέχρι σήμερα, καθημερινώς δε προβαίνω σε πλείστες όσες μικρότερες και μεγαλύτερες καλές πράξεις,  ενάντια στη βαθύτερη θέληση και λογική μου.

Κατόπιν επισταμένης έρευνάς μου,  διαπίστωσα ότι η ριζική (και ανεπιθύμητη) αλλαγή της συμπεριφοράς μου προς το καλύτερο οφείλεται στο μόσχευμα που εσείς με προμηθεύσατε και τοποθετήσατε εντός μου, το οποίο και δεν έφερε τα  υποσχεθέντα χαρακτηριστικά: λόγω εγκληματικής  αμελείας του χειριστού του εκτυπωτικού μηχανήματος, κατά την τρισδιάστατη εκτύπωση του μοσχεύματος μου  χρησιμοποιήθηκε ο αλγόριθμος εκτύπωσης του μοσχεύματος καρδιάς της Μητέρας Τερέζας, τρισέγγονης της διασήμου  καθολικής αγίας με το ίδιο όνομα και με παρόμοια  φιλανθρωπική δράση.

Γίνεται απολύτως αντιληπτό ότι η χρήση του μοσχεύματος σε καθημερινή βάση καθιστά αδύνατη την άσκηση του επαγγέλματός μου, άλλως κινδυνεύω να χαρακτηριστώ κυριολεκτικά και μεταφορικά ως η Μητέρα Τερέζα των χρηματοπιστωτικών αγορών,  δηλαδή να γίνω ο περίγελως του διαγαλαξιακού  τραπεζικού συστήματος, έχει δε άμεσες και καταστροφικές επιπτώσεις στην περιουσιακή  και προσωπική μου κατάσταση.

Ως εκ τούτου, διαμαρτύρομαι εντόνως για την  εγκληματική αμέλεια όλων των εμπλεκομένων στην υπόθεση προσώπων και σας καλώ όπως αντικαταστήσετε εξόδοις σας το ακατάλληλο   και ελαττωματικό τρισδιάστατο μόσχευμα με  αυτό το οποίο είχα παραγγείλει αρχικώς και όπως αποκαταστήσετε κάθε έξοδο στο οποίο προέβην παρά τη θέληση μου, λόγω ακριβώς της μεταμόσχευσης του ελαττωματικού οργάνου, άλλως επιφυλάσσομαι για τη  δικαστική  διεκδίκηση κάθε νομίμου δικαιώματος μου.

Λεωνίδας Καρδινός.

 

Παρατήρηση: το έτος 2058 είναι υπερβολικά νωρίς για την ανθρωπότητα να κατακτήσει το πλανητικό μας σύστημα, πόσο μάλλον τον γαλαξία! B.K.M

 

 

 

 

Heart of gold

 


By Christina Doussi

 

Rendered by Vassilis C. Militsis (Βασίλης Κ. Μηλίτσης)

 

 

 

From: Leonidas Kardinos,

4 Market Street, Athens.

 

To:

1.      Polynomial Company HEART OF GOLD TRANSPLANT S.P. 505th Avenue 57 and its branch in Greece, 8 Polykardioti Str., Athens.

 

2.      Private Legal Entity Polyclinic – Second Life, 34 Evdokimou Str, Athens.

 

 

3.      Dr. Hippocrates Galenos, cardiac surgeon,

25 Stephanidou Str. Athens.

 

Athens, September 9, 2058

 

 

 

Gentlemen,

 

As you full well know, two months ago, specifically on March 21, 2058, I appealed to the third of you, the heart surgeon, in order that my severe heart problem, specifically a last stage heart failure, should be coped with.

As Dr. Galenos is considered a high heart specialist, he put me through a series of diagnostic tests and he clearly ruled a routine heart transplant is the only solution to my problem.

Specifically, he recommended as a transplant the 3D heart print, the best product in the market, made by your first firm HEART OF GOLD S.P. He also mentioned in particular the high tolerance of the product to emotion, its ability to selectively feel or not feel at all, to its excellent response to crises as well as its special dynamics to anxiety. He guided me through my brooble glasses and we together surfed on the website of the manufacturing firm, where the printing method of the transplant organs, their special features and the different types of each was described in detail.

Thus, according to my order of April 3, 2058 to the first maker firm, I requested the print of a small size cardiac implant with the above features, made with a hard sheath, of zero tolerance to tears and entreaties and of no response at all to the misfortunes of third parties.

It should be noted that the above features are thoroughly indispensable to my professional activities, which deal in investment counseling of banks and financial organizations of intergalactic range.

In accordance with my above order and after a week, I received my heart with microchips bearing thorough description of the above mentioned features and operations, and with a ten-year guarantee. On April 10, I was admitted to the polyclinic Second Life, where Dr Galenos operated, to whom I had already handed the implant for examination and approval as to its suitability.

It should be noted that neither Dr Galenos, as the specialist par excellence on the issue nor any other of the specialized staff of the clinic brooked any objections concerning the supplied spare part.

I admit I was successfully operated on and after a couple of days the attending physician disconnected me from the life support system and my new heart began to beat independently.

However, right at the beginning, I felt that something was wrong. By temperament and profession, I am cool and impassive; but since the first hours of operation of my new implant I had already wept twice. Before the surgery I had always been abrupt and commanding to my subordinates, and, in addition, rather frugal in managing my financial affairs. After the operation, not only do I treat the nurses as if they were my lost sisters, but also I tip them generously every day; moreover, I have also donated considerable sums of money to three charities. I have also proposed to marry my mistress with whom I had been having an affair for ten years and who had given up hope to marry me. Furthermore, I have applied to adopt a six-month old baby from Somalia, whose parents had been killed during the recent GATO bombardments. Despite my strenuous efforts to return to my former situation and behavior, I have managed to do nothing at all till today; and I daily proceed with a great number of altruistic acts, to a more or lesser degree, against my profounder will and reason.

After a thorough research, I have realized that my radical as well as undesired conduct to the ‘better’ is put down to the implant you have implanted into my body. This implant has not brought off the features promised, and this is due to the criminal negligence of the operator of the printer; during the process the printing algorithm of the implant was that of Mother Teresa’s great-great granddaughter with the same name and the similar philanthropic activity of the celebrated catholic saint.

It goes without saying that the daily use of my implant renders the exercise of my profession impossible, as I risk being both literally and figuratively likened to Mother Teresa of the financial markets; in other words I shall become the laughing stock of the intergalactic banking system. The whole affair will be detrimental to my financial assets as well as my personal situation.

Therefore, I strongly protest against the criminal negligence of the persons involved and I demand that you replace at your expense the defective 3D implant with the one I had initially ordered and recompense me for the expenses I unwittingly incurred because of it; otherwise, I reserve the right to follow every legal action.

 

Leonidas Kardinos

 

 

Note: 2058 is too early for humanity to conquer outer space. V.C.M

Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2021

ΣΑΤΑΝΑΣ ΣΕ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ


 

ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΣ

 

Του Βασίλη Κ. Μηλίτση

Ο πατήρ Παρθένιος, ηγούμενος της μονής Παμμακαρίστου, ήταν εβδομηνταπεντάρης μετρίου αναστήματος, λιγνός με κάτασπρη μακριά γενειάδα. Τα μακριά μαλλιά του, δεμένα σε κότσο και αραιωμένα στο κρανίο, καλύπτονταν από τον καλογερικό σκούφο. Τα μάτια του, ανοιχτόχρωμα γαλανά, ανέδιδαν μια γλυκύτητα που άγγιζε την αγιότητα.  Τα ράσα του, πολυφορεμένα, είχαν ξεφτίσει με τον καιρό  και είχαν ήδη πάρει ένα γκριζωπό χρώμα. Ανασήκωσε εξεταστικά τα μάτια του προς τον ουρανό και κούνησε ικανοποιημένος το κεφάλι του. Η απριλιάτικη μέρα προμηνυόταν καλή και ζεστή παρόλη την πρωινή υγρασία. Στην ανατολή ζωγραφίζονταν δυο ανακατεμένες λουρίδες από πορτοκαλί, κόκκινα και μενεξελιά χρώματα που φάνταζαν πάνω από τα μακρινά βουνά και που προανάγγελλαν την ανατολή του ήλιου. Τα αστέρια είχαν ήδη χαθεί σ’ έναν γαλακτερό ουρανό αφήνοντας μόνο τον Αυγερινό καρφιτσωμένο σαν διαμάντι στο ανατολικό στερέωμα, ενώ ένα ολόγιομο ωχρό φεγγάρι ήταν έτοιμο να βυθιστεί στα δυτικά βουνά. Αριστερά υψώνονταν επιβλητικά οι δαντελωτοί προμαχώνες του νότιου τείχους του μοναστηριού, όπου στεγάζονταν τα κελιά των  μοναχών. Πίσω του ο ηγούμενος έσερνε με το καπίστρι το πεισματάρικο γαϊδουράκι κατηφορίζοντας το κακοτράχαλο μονοπάτι που δεν ήταν κατάλληλο να το κατεβεί καβάλα.  


 

Εκατέρωθεν του μονοπατιού οργίαζε η απριλιάτικη βλάστηση, με ανοιχτό πράσινο χρώμα, αποτελούμενη από βαλανιδιές, κουτσοπιές, καστανιές, μελιούς, και άπειρους φουντωτούς μικρούς θάμνους. Μέσα σ’ αυτή την οργιώδη βλάστηση ακουγόταν ένα πανδαιμόνιο από κελαηδίσματα και τιτιβίσματα πουλιών, κρυμμένων στα δέντρα και τους θάμνους.

Ήθελε ακόμη περίπου ένα εικοσάλεπτο να φτάσει στους πρόποδες του βουνού, οπότε με την ανατολή του ήλιου θα καβαλούσε το υποζύγιό του για να διανύσει με άνεση το επόμενο δίωρο μέχρι τον προορισμό του, το παζάρι της χώρας, που γινόταν κάθε Τετάρτη.

Φτάνοντας  στο παζάρι, αναμείχτηκε στο διαφορετικό πλήθος που συνέρρεε όχι μόνο από τα γύρω χωριά του κάμπου, αλλά και από τα βουνίσια χωριά. Όλος αυτός ο κόσμος ερχόταν να πωλήσει ή ν’ αγοράσει ή να ανταλλάξει πραμάτειες, κι αφού θα τελείωνε η δουλειά τους, θα επέστρεφαν το βράδυ στις εστίες τους, καλοί νοικοκυραίοι και ψωμοκουβαλητές.

Ο ηγούμενος ξεπέζεψε μπροστά στο χάνι αφήνοντας στον ιδιοκτήτη του τη φροντίδα του ζώου και έσπευσε να κάνει τις απαραίτητες βδομαδιάτικες προμήθειες του μοναστηριού του. Μαζί με τις αγορές που θα έκανε, πρόσβλεπε με προσμονή και στη συνάντηση του φίλου του, του πατρός Αρσενίου, που ήταν κι αυτός ηγούμενος σ’ ένα μοναστήρι νότια της χώρας. Εδώ και πολύν καιρό βλεπόντουσαν και τα λέγανε. Αφού τελείωσε τα ψώνια, κατευθύνθηκε στο ταβερνάκι του Θωμά, όπου θα συναντιόταν με το φίλο του Αρσένιο να φάνε το λιτό τους γεύμα και να συζητήσουν με την ηρεμία τους.

Ο πατήρ Αρσένιος ήταν ήδη εκεί, καθισμένος στη συνηθισμένη του γωνιά και σκούπιζε με το μαντήλι του το ιδρωμένο πρόσωπό του. Είχε ήδη κι αυτός κάνει τις αγορές του και περίμενε το φίλο του να φάνε. Σε αντίθεση με τον γέροντα Παρθένιο, ο πατήρ Αρσένιος ήταν ένας ψηλός και στιβαρός νέος άντρας, γύρω στα σαράντα πέντε, με κορακίσια γένια και μαλλιά, ριγμένα στους ώμους. Τα μαύρα του μάτια είχαν ένα διαπεραστικό άγριο βλέμμα που προκαλούσε φόβο. Φορούσε κατάμαυρα ράσα και καλυμμαύχι, πολύ καλής ποιότητας, λες κι ήταν από μετάξι.


 

-          Την ευχή σου, γέροντα, τον χαιρέτησε ο ηγούμενος.

-          Του Κυρίου, ανταπέδωσε ο Αρσένιος.

Παρήγγειλαν, ο Παρθένιος έκανε το σταυρό του, μη δίνοντας σημασία στο ότι ο Αρσένιος δεν έκανε το ίδιο, και  άρχισαν να τρώνε ενώ παράλληλα κουβέντιαζαν.

-          Τα νέα σου, γέροντα Αρσένιε, πώς πάει το μοναστήρι; Πολύ θα ήθελα να σας επισκεφτώ, να συλλειτουργήσουμε.

-          Τον καιρό αυτό κάνουμε επισκευές και ανακατατάξεις και δε θα είναι βολικό για την αγάπη σου να μας επισκεφτείς.

-          Τότε θα ήθελα να σε προσκαλέσω εγώ στο δικό μου μοναστήρι να περάσουμε με ηρεμία και προσευχή λίγο καιρό.

-          Μετά χαράς, γέροντα. Ας το κανονίσουμε από τώρα για την ερχομένη Τετάρτη, μετά το παζάρι.

Αφού κανονίστηκε η επίσκεψη του πατρός Αρσενίου, ο καθένας πήρε το δρόμο επιστροφής για το μοναστήρι του.

***

Είχε ήδη περάσει η Μεσοσαρακοστή και σε λιγότερο από τρεις βδομάδες θα ερχόταν το Πάσχα. Όπως είχε κανονιστεί, μετά από το παζάρι της Τετάρτης στην πόλη, οι δυο γέροντες – Παρθένιος και Αρσένιος – πήραν το δρόμο για το μοναστήρι του Παρθένιου. Μπροστά πήγαινε ο Παρθένιος καβάλα στο γαϊδουράκι του και πίσω του ακολουθούσε ο Αρσένιος πάνω στο μεγαλόσωμο μουλάρι του. Ο καιρός είχε ήδη ανοίξει και ήταν χαρά Θεού. Σ’ έναν καταγάλανο ουρανό έλαμπε ένας ολόλαμπρος και ζεστός ήλιος. Η μέρα έμοιαζε περισσότερο καλοκαιρινή και λιγότερο ανοιξιάτικη. Κι όμως στο διάβα της παρέας κάτι δεν πήγαινε καλά: απ’ όπου περνούσαν επικρατούσε μια βαριά και απόκοσμη ατμόσφαιρα, κάτι σαν να σκοτείνιαζε μέσα στην τόση λαμπρότητα, και τα πουλιά ξαφνικά βουβαίνονταν, για να ξαναρχίσουν να κελαηδούν μετά το πέρασμα της «πομπής». Και τα υποζύγια έδειχναν μια ανησυχία, σαν να φοβούνταν από κάτι.

Ο διάλογος μεταξύ των δύο ανδρών ήταν ολιγόλογος και στις ερωτήσεις του Παρθένιου ο Αρσένιος απαντούσε κοφτά και μονολεκτικά, λες και βαριόταν να απαντήσει. Ο καλοκάγαθος Παρθένιος απέδιδε αυτήν την παράξενη συμπεριφορά του συνταξιδιώτη του σε πιθανή κούραση.

Είχαν κιόλας φτάσει στους πρόποδες του βουνού διανύοντας το μισό της διαδρομής τους. Τώρα έπρεπε να πάρουν την ανηφόρα και μετά από ένα δίωρο θα έφταναν επιτέλους στη μονή της Παμμακαρίστου. Τα άσπρα κτήρια της μονής καθώς και ο τρούλος του καθολικού φάνταζαν σαν ζωγραφιά στην απότομη πλαγιά, όπου το μοναστήρι κούρνιαζε σαν σε αετοφωλιά.

Το μοναστήρι, κτισμένο τον 12ο αιώνα, απαρτιζόταν από ένα τετράγωνο συγκρότημα οικοδομών περιβαλλόμενο από ένα εξωτερικό τείχος στην κορυφή του οποίου υπήρχαν πυργίσκοι και επάλξεις. Το νότιο μέρος του συγκροτήματος στέγαζε τα κελιά των μοναχών, ενώ στο βόρειο ήσαν οι αποθήκες, η τράπεζα, το κελάρι καθώς και οι αχερώνες. Το ανατολικό μέρος αποτελούσε τον εξώστη πάνω από έναν απρόσιτο γκρεμό. Η κύρια είσοδος της μονής βρισκόταν στο δυτικό τμήμα του συγκροτήματος και το δέσποζε ένα τεράστιο καμπαναριό.  Μετά την είσοδο και δεξιά της, καθώς έμπαινες, υπήρχε το αρχονταρίκι, όπου ο προσκυνητής γινόταν φιλόξενα δεκτός. Το καθολικό της μονής, κτισμένο σε σταυροειδή βυζαντινό ρυθμό, έπιανε ακριβώς το κέντρο του συγκροτήματος. Ήταν ένας μολυβοσκέπαστος ναός  με δυο μικρά καμπαναριά και έναν κεντρικό τρούλο με το σταυρό στην κορυφή του, στον οποίο ήταν προσαρμοσμένο ένα αλεξικέραυνο. Εσωτερικά ήταν διακοσμημένο με σπάνιες αγιογραφίες και εικόνες, ενώ το ξυλόγλυπτο τέμπλο του ήταν ένα σπανιότατο έργο τέχνης.

Επιτέλους μετά από επίπονο αγκομαχητό έφτασαν στο εξωτερικό προαύλιο της μονής. Ο καιρός, όμως, είχε αλλάξει. Βαριά μαύρα σύννεφα προμήνυαν καταιγίδα, ενώ σηκώθηκε ένας ψυχρός αέρας που προκαλούσε ένα δυσάρεστο τουρτούρισμα στο σώμα. Ο στατικός ηλεκτρισμός στην ατμόσφαιρα έκανε  να ορθώνονται οι τρίχες του δέρματος. Τέτοιο φαινόμενο δεν είχε ποτέ πριν πέσει στην αντίληψη του γέροντα Παρθένιου, ο οποίος καταλήφθηκε από έναν παράξενο φόβο. Όταν έγινε γνωστή η άφιξή τους, έγιναν αποδεκτοί με χαρμόσυνες  κωδωνοκρουσίες προς τιμήν του επιφανούς καλεσμένου. Ξαφνικά εκεί που τραβούσε το σχοινί της καμπάνας ο αρμόδιος μοναχός, η καμπάνα ράγισε και με απαίσιο θόρυβο, σαν να γκρεμίστηκε ολόκληρο το καμπαναριό, έπεσε στο πλακόστρωτο και σκόρπισε σε χίλια κομμάτια. Την ίδια στιγμή μια αστραπή έσκισε τον αέρα πριν ακουστεί σχεδόν ταυτόχρονα ο ορυμαγδός της βροντής.  Έντρομος ο αγαθός Παρθένιος σταυροκοπήθηκε πέφτοντας στα γόνατα, ενώ ο Αρσένιος ατάραχος πάνω στο μουλάρι του μ’ ένα σαρκαστικό μειδίαμα, απευθύνθηκε στο γέροντα.

-          Τόσο λιπόψυχος είσαι, άγιε ηγούμενε, να φοβάσαι ένα καιρικό φαινόμενο;

-          Μα γέροντα, δεν είδες και την καμπάνα; Πώς το ερμηνεύεις αυτό;

-          Απλά, μια σύμπτωση. Όλα τα πράγματα κάποτε χαλάνε και σπάζουν.

Μετά από αυτά τα γεγονότα μπήκαν στην εσωτερική αυλή του μοναστηριού, όπου ο αρχοντάρης με τους λοιπούς μοναχούς υποδέχτηκαν φιλόξενα τον επισκέπτη τους και προθυμοποιήθηκαν να τον κεράσουν κάτι στο αρχονταρίκι. Ο Αρσένιος όμως προφασιζόμενος κούραση από την επίπονη διαδρομή, ζήτησε να τον οδηγήσουν  αμέσως στο κελί του.

-          Η τράπεζα, γέροντα, θα είναι έτοιμη σε λίγο. Αφού φρεσκαριστείς κι είσαι έτοιμος, θα σε περιμένουμε στο κοινόβιο.

-          Μη με περιμένετε εμένα, θα ήθελα να δειπνήσω μόνος μου στο κελί. Είμαι κατάκοπος, γι’ αυτό μετά το φαγητό, θα κατακλιθώ. Πείτε μόνο στο μάγειρα να μου φέρει λίγο τυρί, ψωμί και κρέας, αν υπάρχει.

-          Αλλά, γέροντα, ξεχνάς πως διανύουμε περίοδο νηστείας λόγω Σαρακοστής;

-          Η υγεία μου, πάτερ Παρθένιε, δεν μου επιτρέπει την πολυτέλεια της νηστείας. Έπειτα δεν ξέρεις την έκφραση ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει;

Όχι μόνο παραξενεύτηκε αλλά και πολύ στενοχωρήθηκε ο Παρθένιος από τη συμπεριφορά του φίλου του. Δεν είπε όμως τίποτε. Έδωσε τις απαιτούμενες οδηγίες σ’ έναν εμβρόντητο από κατάπληξη μάγειρα και αποσύρθηκε για τα περαιτέρω.

Εν τω μεταξύ είχε ξεσπάσει μια φοβερή καταιγίδα, με δυνατή βροχή και χαλάζι, ενώ αλλεπάλληλες αστραπές έσχιζαν τον ουρανό, και εκκωφαντικές βροντές τάραζαν τα πάντα. Οι κεραυνοί έπλητταν ασταμάτητα το μοναστήρι, το οποίο ευτυχώς προστατευόταν από το πρόσφατα εγκατεστημένο αλεξικέραυνο, αλλιώς θα είχε γίνει στάχτη.

Μετά την τράπεζα, από την οποία έλειπε ο υψηλός φιλοξενούμενος, οι μοναχοί  ένας – ένας αποσύρθηκαν ήσυχα στα κελιά τους να κοιμηθούν μέχρι την ώρα του όρθρου. Ο ηγούμενος Παρθένιος, κατευθυνόμενος στο δικό του ησυχαστήριο, πέρασε από κελί του Αρσένιου με σκοπό να δει τι κάνει ο επισκέπτης τους. Έφτασε στην πόρτα και ήταν έτοιμος να χτυπήσει, αλλά κάτι το ανεξήγητο τον εμπόδισε. Από το κελί αναδυόταν μια βαριά μυρωδιά ροδέλαιου ανακατεμένη με οσμή ξιδιού και πίσσας, ενώ ένα ρεύμα παγερού αέρα έβγαινε από τις χαραμάδες. ‘Ας μην τον ενοχλήσω’, σκέφτηκε ο ηγούμενος, ‘πρέπει να είναι πολύ κουρασμένος, ας κοιμηθεί μέχρι τον όρθρο’. Απέδωσε τις μυρωδιές σε τυχόν αλοιφές που ενδεχομένως να άλειψε το σώμα του ο Αρσένιος για θεραπευτικούς σκοπούς, ενώ το κρύο σε ανοιχτό παράθυρο του κελιού.

Στη μία η ώρα τη νύχτα σήμανε το σήμαντρο για τον όρθρο και οι μοναχοί άρχισαν να προσέρχονται για τη λειτουργία του όρθρου, εκτός από τον μοναχό Ιερεμία, ο οποίος επιφορτισμένος με τη φύλαξη της μονής, έπρεπε να κάνει τις απαιτούμενες νυχτερινές περιπολίες. Και πάλι ο Αρσένιος προκάλεσε κατάπληξη στον ηγούμενο και τους μοναχούς με την απουσία του. ‘Θα τον πλάκωσε το πάπλωμα’, σκέφτηκε ειρωνικά ο πατήρ Παρθένιος. Εν τω μεταξύ, η μπόρα είχε σταματήσει, η νύχτα όμως ήταν σκοτεινή σαν πίσσα, καθώς μαύρα, απειλητικά σύννεφα συνέχιζαν να καλύπτουν τον ουρανό.

Μετά το τέλος της λειτουργίας και αφού έφαγαν την πρώτη τράπεζα, βγήκαν στον αυλόγυρο και κατευθύνθηκε ο καθένας στα καθήκοντά του. Ο ηγούμενος πήγε να εκτιμήσει τις ζημιές της νυχτερινής καταιγίδας. Το χαλάζι ρήμαξε όλα τα οπωρικά, απογυμνώνοντας τα δέντρα από τα φύλλα και τους καρπούς. Μέσα στην άνοιξη το τοπίο φάνταζε χειμωνιάτικο με τα γυμνά κλαδιά των δέντρων. Οι ορνιθώνες είχαν καταστραφεί με τα πτώματα των ορνίθων να κείτονται εδώ και κει. Οι λίγες κότες που είχαν επιζήσει καθόντουσαν κουρνιασμένες στις γωνιές του ορνιθώνα που είχαν μείνει απείραχτες. Ο γέροντας Ιωήλ ήρθε τρέχοντας και λαχανιασμένος να αναγγείλει ότι η καλύτερη αγελάδα βρέθηκε νεκρή, χτυπημένη πιθανόν από κεραυνό ενώ έβοσκε. Την ώρα εκείνη έρχεται ασθμαίνοντας ο μοναχός Ιερεμίας, με άγρια και κατακόκκινα μάτια, τρέμοντας από έναν ανείπωτο φόβο, κραδαίνοντας ένα κουζινομάχαιρο.

-          Άγιε πατέρα, την ευχή σου. Πρέπει να εξορκίσουμε το κακό που μπάσαμε άθελά μας στο μοναστήρι. Χθες τη νύχτα κατά την περιπολία μου, τον είδα … το τέρας ήταν εκεί στο ανατολικό μέρος, ψηλός και κατάμαυρος μέσα στο ράσο του, με τα μαλλιά του ξέπλεκα και με κάτι αυτιά μυτερά. Είχε την πλάτη του γυρισμένη, αλλά με αντιλήφθηκε. Γύρισε, το πρόσωπό του κατάχλωμο, και με μάτια που πέταγαν αστραπές με κοίταξε με μίσος και σαρκασμό, ενώ έβγαλε από το στόμα του ένα απόκοσμο γέλιο. Ο αέρας γύρω του είχε μια βαριά, απαίσια μυρωδιά αρώματος ανακατεμένη με κατράμι. Μ’ έλουσε κρύος ιδρώτας κι από την τρομάρα μου δεν μπορούσα ούτε να προσευχηθώ. Έτρεξα αμέσως στο μαγειρείο και άρπαξα ετούτο δω το μαχαίρι. Βγήκα τρέχοντας και τη φορά αυτή τον είδα να στέκεται με την πλάτη στραμμένη προς το μέρος μου στην κύρια είσοδο. Όρμισα να τον καρφώσω το μαχαίρι στην πλάτη, μα το μαχαίρι διαπέρασε το κορμί του λες κι ήταν αέρας. Ο Θεός να μας φυλάει, άγιε ηγούμενε!

Και καθώς μιλούσε έκοβε με το κουζινομάχαιρο πέρα-δώθε τον αέρα.

Ο ηγούμενος σταυροκοπήθηκε και έστειλε τον Ιερεμία να φωνάξει τους υπόλοιπους μοναχούς να συγκεντρωθούν αμέσως στην τράπεζα.

***

‘Αδελφοί μου,’ άρχισε ο ηγούμενος απευθυνόμενος στους μοναχούς,’ όπως έχετε αντιληφθεί, ο Θεός θέλησε να μας βάλει σε πειρασμό και δοκιμασία. Έχουμε ανάμεσά μας το κακό, κι όπως θα έχετε καταλάβει αυτό βρίσκεται στο πρόσωπο του καλεσμένου μας. Έχουμε άμεση γνώση γι’ αυτό, τόσο εγώ, όσο κι ο αδελφός Ιερεμίας. Πρέπει λοιπόν να εξορκίσουμε το δαίμονα. Πρώτα απ’ όλα θα σφραγίσουμε τις πύλες εξόδου με αγιασμό και σταυρούς για να τον εγκλωβίσουμε για να μη φύγει. Κατόπιν θα προχωρήσουμε με τον ορθόδοξο τρόπο στις ευχές του εξορκισμού και μετά θα τελέσουμε τη θεία λειτουργία’.

***

Αφού σφραγίστηκαν οι πύλες, ο ηγούμενος με τους μοναχούς άρχισαν με κατάνυξη την τελετουργία του εξορκισμού: ‘Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος…’ την ώρα εκείνη ο Αρσένιος, τρομοκρατημένος, επιχειρούσε να βγει από το μοναστήρι. Μια ανεξήγητη δύναμη τον απωθούσε από τις εξόδους, προκαλώντας του παράλληλα ανείπωτο φόβο. Μέσα στην εκκλησία συνεχιζόταν η τελετουργία.  Από έξω ο Αρσένιος άρχισε να δυσφορεί και να αλλάζει παράξενα το σώμα του. Άρχισε σταδιακά να πρήζεται και να κοκκινίζει το πρόσωπό του. Καθώς προχωρούσε η λειτουργία το πρόσωπό του άρχισε να παίρνει ένα απαίσιο μπλάβο χρώμα ενώ το σώμα του μεγάλωνε όλο και περισσότερο σαν μια φούσκα. Από το ναό τότε ακούστηκε: ‘Εξαιρέτως της Παναγίας Αχράντου, … όταν ξαφνικά ακούστηκε ένας πάταγος, σαν κάτι να σκάζει. Έντρομοι οι μοναχοί, αφήνοντας τον ηγούμενο και τους ψάλτες να περατώσουν τη λειτουργία, πετάχτηκαν έξω και είδαν τον Αρσένιο να γίνεται χίλια κομμάτια, τα οποία σκόρπισαν στις πλάκες τις αυλής, άλλα να καπνίζουν κι άλλα να φλέγονται ακόμη. Στο τέλος έγιναν στάχτη και μια ελαφριά και ευχάριστη αύρα τα παρέσυρε και τα απομάκρυνε από τον αυλόγυρο. Αμέσως ο ουρανός καθάρισε μονομιάς και έλαμψε ξανά χαρωπός και ζεστός ο ήλιος.

Τότε οι μοναχοί απελευθερωμένοι από το κακό, επανήλθαν στο ναό και με το πέρας της λειτουργίας, τέλεσαν ευχαριστήρια δοξολογία.

Σε λίγο καιρό θα έμπαινε η Μεγάλη Εβδομάδα και με μια ευχάριστη προσμονή θα περίμεναν την Ανάσταση του Κυρίου.

 
See also:

EXORCISM