Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2022

ΤΟ ΖΩΟΦΙΛΟ ΑΦΕΝΤΙΚΟ ΕΝΟΣ ΧΟΙΡΟΥ - A PIG LOVING MASTER

 

  the excavation site

«χοῖρος ὁ πᾶσι φίλος, τετράπους νέος, ἐνθάδε κεῖμαι»

 

Πώς ένα μικρό γουρουνάκι από τη Δαλματία σκοτώθηκε σε τροχαίο στην αρχαία Μακεδονία και έγινε θέμα αρχαιολογικής έρευνας. Τι έγραφε η επιτύμβια στήλη που το απεικόνιζε

ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

mixanitouxronou.gr 

6-7 λεπτά


Γράφει ο ιστορικός Κωνσταντίνος Λαγός

Συχνά καταγράφονται δυσάρεστες ειδήσεις για τροχαία στην Εγνατία Οδό με θύματα άγρια ζώα, κυρίως αρκούδες. Όμως, ίσως το πιο περίεργο τροχαίο που συνέβη στην αρχαία Εγνατία -που περνούσε σχεδόν από την ίδια περιοχή με τη σύγχρονη συνονόματή της οδό- είχε θύμα ένα γουρουνάκι!

Κατά τη διάρκεια της ρωμαϊκής εποχής, τον 2ο ή 3ο αιώνα μ.Χ., στην Έδεσσα της Ημαθίας φιλοτεχνήθηκε μια επιτύμβια στήλη που απεικόνιζε μία τετράτροχη άμαξα με τέσσερα μουλάρια, ένα γουρούνι κάτω από τα μπροστινά τους πόδια και ένα άλλο κάτω από την άμαξα.

Στην στήλη υπάρχουν και οι εξής στίχοι:

«χοῖρος ὁ πᾶσι φίλος,

τετράπους νέος,

ἐνθάδε κεῖμαι

Δαλματίης δάπεδον προλιπὼν

δῶρον προσενεχθείς

καὶ Δυρράχιν δὲ ἐπάτησα

Ἀπολλωνίαν τε ποθήσας

καὶ πᾶσαν γαίην διέβην

ποσὶ μοῦνος ἄλιπτος

νῦν δὲ τροχοῖο βίῃ

τὸ φάος προλέλοιπα

Ἠμαθίην δὲ ποθῶν

κατιδεῖν φαλλοῖο δὲ ἅρμα

ἐνθάδε νῦν κεῖμαι

τῷ θανάτῳ μηκέτ’ ὀφειλόμενος

 

 

 

«Ο χοίρος, ο φίλος όλων, ο τετράποδος νέος, ενδάθε κείμαι, έχοντας αφήσει τα χώματα της Δαλματίας όπου είχα δοθεί ως δώρο. Πόθησα καὶ πάτησα το Δυρράχιο και την Απολλωνία μόνος μου, χωρὶς να μείνω πίσω, διάβηκα όλη τη γη με τα πόδια. Τώρα όμως απὸ τροχαίο έχασα το φως της ημέρας, πάνω στη στιγμὴ που ποθούσα να δω την Ημαθία και την πομπὴ της φαλλοφορίας σε άρμα, και κείμαι εδώ μη χρωστώντας πια τίποτα στον θάνατο».

 

Η στήλη βρέθηκε το 1968 στη διάρκεια αρχαιολογικής ανασκαφής ενσωματωμένη στα υστερορωμαϊκά τείχη της Έδεσσας.

Είναι προφανές ότι εκεί κατέληξε σε δεύτερη χρήση και αρχικά θα πρέπει να βρισκόταν πάνω σε τάφο. Το περιεχόμενό της -μοναδικό για αρχαία επιγραφή- προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στους ειδικούς και δημοσιεύθηκαν διάφορες θεωρίες σχετικά με το συμβάν που μνημόνευε.

Είναι χαρακτηριστικό ότι και γνωστοί αρχαιολόγοι της εποχής, όπως ο Σπυρίδων Μαρινάτος και ο Στέφανος Κουμανούδης, ασχολήθηκαν με τη «Στήλη του Χοίρου». Κάποιοι ισχυρίστηκαν ότι ο πρωταγωνιστής δεν ήταν  ζώο, άλλα ένας δούλος που το όνομά του παρέπεμπε σε «χοίρο» και έτσι το γουρούνι στην πραγματικότητα ήταν λαλούν σύμβολο για ένα άνθρωπο. Υπήρξαν και άλλοι που θεωρούσαν την όλη ιστορία φανταστική και τη στήλη μία ευφάνταστη φάρσα από την αρχαιότητα. Όμως, η πιο δημοφιλής θεωρία μέχρι σήμερα είναι ότι η στήλη καταγράφει ένα πραγματικό συμβάν για ένα μικρό γουρούνι που σκοτώθηκε σε τροχαίο στην Εγνατία και ετάφη στην Έδεσσα.

Σύγχρονο αντίγραφο της «Στήλης του Χοίρου» έχει στηθεί στο σημείο εύρεσής της στα αρχαία τείχη της Έδεσσας. Αυτό είναι που κυρίως προκαλεί εντύπωση στους επισκέπτες του αρχαιολογικού χώρου. Σχέδιο μαθητή του 5ου Δημοτικού Σχολείου Εδέσσης μετά από ξενάγηση στην αρχαία Έδεσσα.

Όμως, ενώ έφθαναν κοντά στην Έδεσσα, σε κάποια κατηφόρα συνέβη το τραγικό ατύχημα που στοίχισε τη ζωή στο άτυχο ζώο: μία άμαξα -μάλλον του κυρίου του- πέρασε κατά λάθος από πάνω του και το σκότωσε. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι καθώς η άμαξα κατηφόριζε, το γουρουνάκι πήδηξε από αυτή και κατέληξε κάτω από τις οπλές των μουλαριών και τις ρόδες της άμαξας.

Ο κύριος του περίλυπος έθαψε το νεκρό γουρουνάκι στην Έδεσσα και τοποθέτησε ένα επιτύμβιο ανάγλυφο στον τάφο του. Εκεί απεικονίστηκε το ατύχημά του σε δύο φάσεις: ενώ προπορεύεται στην κατηφόρα και ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν τον πατήσουν τα μουλάρια και στη συνέχεια κάτω από την άμαξα καθώς αυτή περνά από πάνω του και τον αποτελειώνει. Το έμμετρο κείμενο καταγράφει με συγκινητικό τρόπο τον θάνατο του γουρουνιού, όπως το αφηγείται το ίδιο σαν να είναι ζωντανό.

στις Σεπτεμβρίου 09, 2022 

Χάρτης της αρχαίας Εγνατίας Οδού. Το γουρουνάκι ταξίδεψε με τα πόδια από τα Δυρράχιο μέχρι και την Απολλωνία και το τροχαίο του συνέβη λίγο έξω από την Έδεσσα.

 A map showing the pig’s journey from Dyrrhachion to Apollonia as far as the scene of the accident that cost its life.

 Πηγή:

gerontakos

  
 

 

I, a pig, a young quadruped, loved by all, lie here

 

How a piglet from Dalmatia was killed in a road accident in Ancient Macedonia and became an issue of archaeological investigation. Here is the inscription of its tombstone that pictures it in relief.

See mixanitouxronou.gr 

 

Read what historian Konstantinos Lagos writes:

 

 

There is often unpleasant news of road accidents along modern Via Egnatia where wild animals, bears in particular, pay a heavy blood toll. However, the most curious road accident transpired also on Ancient Via Egnatia – which ran along the modern thoroughfare – involving the death of a piggy!

 

During the Roman Times, in the 2nd or the 3rd Centuries AD, at the town of Edessa, Northern Greece, a tombstone was elaborately built picturing in relief a four-wheel-cart drawn by four mules, a pig under their front feet, and another one under the wheels of the cart.

 

The tombstone bears the following inscription in ancient Greek:

 


  I, a pig, a young quadruped, loved by all, am buried here. I have left the land of Dalmatia, where I was given away as a gift. I yearned for and managed to walk in Dyrrhachium and Apollonia, not tarrying behind; I traversed every land on foot, but now after a road accident I forfeited the light of day at the moment when I longed to see Emathia and the phallus procession on a chariot; now I lie here no longer owing anything to death.

 

The tombstone was found in 1968 built in the post-Roman walls of Edessa during an excavation.

 

It is obvious the tombstone ended up for a second use in the building of the walls. Originally, it must have stood at the head of a grave. Its content – unique for an ancient inscription – made a profound impression on the specialists, and various theories were published about the incident it mentioned.

 

It is significant that well-known archaeologists of the time, such as Spyridon Marinatos and Stefanos Koumanoudis, had been working on the Pig’s Stele. Some contended that the subject was not an animal but a slave with perhaps a porcine name, and thus the pig was a speaking symbol of a man. There were also others that regarded the whole affair imaginary and the tombstone an ingenious hoax from antiquity. However, the most popular theory so far has been that the tombstone records an incident of a piglet killed at a road accident on Via Egnatia and buried at Edessa.

 

A contemporary copy of The Pig’s Stele has been mounted at the point of the walls of ancient Edessa, where it was found. The visitors of the archaeological site are deeply impressed. A primary school student made a sketch after a tour at ancient Edessa.

 


In all likelihood, shortly before reaching the town, at a declivity the hapless animal lost its life. A cart –perhaps its master’s – ran over it by mistake and killed it. Supposedly, the little pig might have jumped off the vehicle as it was coasting downhill and ended up under the hooves of the mules and the wheels of the cart.

 

Its grieving master buried the pig at Edessa and erected a tombstone in relief on its grave. The tombstone depicts the accident in two stages: the animal is preceding downhill only seconds before being trampled by the mules; and then the cart runs over it finishing it off. The lyrics of the epigram record the death of the pig in a heart-clenching way as though the animal recounts the event alive.

Rendered in English by Vassilis C. Militsis

 


 

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2022

CHRONICLE - ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ


 

ΔΥΟ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΟ ΤΡΕΝΟ

Αρχοντία Κάτσουρα

 

Πηγή: 22-23 Οκτ. 2022

Δυο γυναίκες στο τρένο | Η Εφημερίδα των Συντακτών - efsyn

 

Την έβλεπε στο τρένο. Στο απέναντι κάθισμα. Προσεκτικά χτενισμένη, προσεκτικά μακιγιαρισμένη, προσεκτικά ντυμένη, ακριβώς όπως πρέπει για την εποχή. Με ένα ελαφρύ πανωφόρι - έκανε πάντα κρύο τόσο νωρίς το πρωί, ακόμη και αν το μεσημέρι η θερμοκρασία ανέβαινε σε αυτό που οι ειδικοί περιγράφουν ως «κανονικά για την εποχή επίπεδα».

Τη συναντούσε συχνά. Την ίδια ώρα, στο ίδιο πάνω-κάτω βαγόνι. Πήγαινε στη δουλειά της, πιθανώς. Κρατούσε μια προσεγμένη γυναικεία τσάντα και ένα μικρότερο τσαντάκι, που πρέπει να περιείχε το κολατσιό της: καφέ, ένα φρούτο, κάτι πρόχειρο για μεσημεριανό, ίσως ένα παγούρι με νερό.

Καθόταν στην ίδια πάντα θέση - πάντα έβρισκε τόσο νωρίς το πρωί. Δεξιά, πλάι στο παράθυρο, κοιτάζοντας προς τα πίσω, ποτέ προς την κατεύθυνση του τρένου. Πάντα ανάποδα. Όλα πάνω της ήταν μετρημένα, τακτοποιημένα. Τα ρούχα, τα παπούτσια, η τσάντα, τα μαλλιά. Τρίχα δεν ξέφευγε από το σύνολο.

Εμφάνιση χωρίς ψεγάδι. Συμπεριφορά άμεμπτη. Δεν ξέφευγε χιλιοστό από το κάθισμά της, τα πράγματά της τοποθετημένα στα γόνατά της, τα χέρια της ακουμπούσαν προσεκτικά πάνω τους, το βλέμμα, πίσω από τα γυαλιά ηλίου κι ας ήταν ακόμη ημίφως, στραμμένο ελαφρά προς τα έξω. Τις γειτονιές που άφηνε πίσω του το τρένο ενώ προχωρούσε.

Θα έλεγε κανείς ότι είναι κούκλα της βιτρίνας που κάποιος την τοποθέτησε στο κάθισμα και κάποιος άλλος θα την παραλάμβανε στο τέλος της διαδρομής, για να την τοποθετήσει επίσης κάπου: σε ένα γραφείο, πίσω από ένα ταμείο, μπροστά από έναν πάγκο καταστήματος. Και μετά, στην αντίστροφη διαδρομή, με το μακιγιάζ λίγο σπασμένο, αλλά στη θέση του, το τσαντάκι ελαφρύτερο, κοιτάζοντας μπροστά πια, θα επέστρεφε στη θέση της - στο σπίτι της ή σε μια ντουλάπα. Κανένα συναίσθημα δεν θα ξέφευγε πίσω από τα σκούρα κοκάλινα γυαλιά.

Ένα πρωί κάτι άλλαξε.

Τα ρούχα, το μακιγιάζ, τα παπούτσια, η τσάντα, το τσαντάκι για το φαγητό, όπως πάντα προσεγμένα. Το ίδιο και το πανωφόρι της. Τα γυαλιά ηλίου επίσης. Κάθισε σε μια θέση που κοιτούσε μπροστά, χωρίς να τη διαλέξει προσεκτικά. Δεν πήγε στο παράθυρο, αλλά στον διάδρομο. Τα χέρια της έτρεμαν, τα γόνατά της σφίγγονταν. Δυο φορές σε ένα φρενάρισμα του συρμού, παραλίγο να της πέσουν κάτω τα πράγματα, μα τα συμμάζεψε.

Η συνεπιβάτιδά της την παρατήρησε. Η αναπνοή της, ακανόνιστη και βαριά, σχεδόν ακουγόταν. Το σώμα της δεν εξέπεμπε αυτοκυριαρχία και έλεγχο, ούτε τα μάτια της κοιτούσαν αφηρημένα έξω. Δεν κοιτούσαν πουθενά. Το κεφάλι της, σκυφτό και βαρύ, έβλεπε κάτω, στον άδειο διάδρομο αρχικά και στα πόδια των όρθιων επιβατών στη συνέχεια. Και τα μάγουλά της ήταν υγρά. Σταγόνες δάκρυα κυλούσαν στο πηγούνι και έπεφταν στο πανωφόρι της. Αλλά δεν έβγαζε ούτε μαντίλι για να σκουπιστεί.

Ίσως να σκεφτόταν ότι αν αγνοήσει το συμβάν, δεν θα το έβλεπε κανείς, δεν θα το καταλάβαινε κανείς.

Ήθελε να της μιλήσει. Να της προσφέρει ένα μαντίλι, να της πει πως κι άλλοι άνθρωποι έχουν κλάψει στα βαγόνια των τρένων, πως έχουν βγει στον δρόμο με μάτια κόκκινα και πήγαν στις δουλειές τους καταρρακωμένοι. Για λόγους που δεν μπορούσαν να ελέγξουν, για λάθη που δεν διορθώνονταν, για απώλειες χωρίς αποζημίωση, για ελπίδες ματαιωμένες, για όνειρα γκρεμισμένα. Αλλά δεν τόλμησε.

Η συνεπιβάτιδά της βγήκε στον ίδιο σταθμό που έβγαινε πάντα. Τα βήματά της ήταν όπως πάντα σταθερά. Η εικόνα της τελειότητάς της πανομοιότυπη καθώς απομακρυνόταν. Την περίμενε ένα γραφείο, ένα ταμείο ή ένας πάγκος καταστήματος. Ώσπου να φτάσει, θα είχε ανασυστήσει τη μάσκα της τελειότητας. Κανείς δεν θα μάθαινε τίποτα.

Όσο για τη γυναίκα που έκλεψε μερικές στιγμές αδυναμίας της, δεν την ενδιέφερε πιθανώς. Μέσα από την προσεγμένη πανοπλία της και πίσω από τα μαύρα γυαλιά της, μάλλον δεν είχε καταλάβει ότι την συμπόνεσε. Μπορεί να μην ήξερε τι σημαίνει αυτό.

Της ίδιας:

ΕΝΑ ΠΟΥΛΑΚΙ ΜΟΥ ΕΙΠΕ

 

TWO WOMEN ON THE TRAIN

 

By Archontia Katsoura

 

Rendered by Vassilis C. Militsis

 

 She used to see her on the train; on the opposite seat. Meticulously coiffed carefully made up, smartly dressed, according to the season. She wore a light overcoat – it was always cold so early in the morning even though at noon the temperature rose to what the weathermen describe as ‘the normal ranges for the season.’

 

 

She met her frequently; at the same hour, usually in the same car. She might have been going to work. She held a well-cared-for handbag along with a smaller bag, which must have contained her lunch: coffee, fruit – pack snacks or perhaps a flask of water

 

She would always sit on the same seat – she could easily find it so early in the morning; on the right by the window against the direction of the train. Always looking backwards. Everything on her was measured and neatly arranged; her clothes, shoes, bag and hair. Nothing was missing from her ensemble.

Polished appearance; impeccable deportment. Not an inch did she slip from her seat: her things placed on her lap, her hands resting carefully on them. Her eyes were covered behind a pair of dark glasses even in the dim light and her face turned slightly aslant towards the places the train passed by.

 

One would think she was a window shop mannequin placed on the seat to be picked by someone else at the end of the journey and be mounted somewhere: at an office, behind a cash desk or in front of a shop counter.

And then, she was on the way back; her make up a bit faded but still in place; looking straight in front her, her bag lighter, which she would put it back some place at home, perhaps in a cupboard. She would betray no feeling behind the horn-rimmed dark glasses.

 

 One morning something was different.

The clothes, the make-up, the bag, the smaller bag with her food, her overcoat and the sunglasses – all in order, as usual. This time she took a seat, without minding, to the direction of the train. She did not sit by the window but by the aisle. Her hands were trembling, her knees tightly close together. When the train braked twice, she almost dropped her things, but she rescued them at the last minute.

The woman in the seat across took a look at her. Her breath, almost heard, was irregular and heavy; her body manifested no self-composure; nor did she look absently outside; her eyes were vacant. Her head bent and weighed down. Her eyes were cast down at the empty aisle at first and then at the feet of standing passengers. Her cheeks were moist; tear drops were rolling down her chin and falling on her overcoat. But she did not even take out a handkerchief to wipe them.

 

She might have been thinking that if she had ignored the incident, no one would have taken notice of it; none would have realized what had happened.

Her fellow passenger would have liked to talk to her; to offer a handkerchief, to assure her that others have also cried in rail carriages, that they have been in the street with red eyes and gone to work grieving and devastated; for unjustified reasons, for uncorrectable mistakes, for unrecompensed losses, for thwarted expectations, for shattered dreams; but she did not dare.

Her fellow commuter rode off at the same station as always. Her gait was steady as always. Her perfect image identical as she was walking away. An office, a cash desk or a shop counter might have been expecting her. By the time she has reached her destination, she would have reconstructed the mask of perfection. None would have known.

 

And she probably had taken no interest in the woman who has stolen some moments of her weakness. Protected in her impenetrable panoply and behind her dark glasses, she was likely to have not realized that her fellow passenger had empathized with her. She might have been immune to such sensitivity.