Παρασκευή 10 Ιουνίου 2022

Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΜΟΥ - MY FATHER'S NAME DAY


 

Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΜΟΥ


Εμμανουήλ Ροΐδης

Την ερχομένην Πέμπτην είναι η εορτή του Aγ. Iωάννου και του πατρός μου. Δεν υπάρχει κίνδυνος να το λησμονήσω, αφού η μητέρα μου μού το ενθυμίζει δέκα φορές τουλάχιστον την ημέραν, με κάποιον μάλιστα θυμόν, ευρίσκουσα ότι δεν με συγκινεί όσον έπρεπε η αγγελία ότι ο πατήρ μου λέγεται Iωάννης.

H αλήθεια είναι ότι τον πατέρα μου τον σέβομαι και κάπως τον φοβούμαι, διότι είναι άνθρωπος σοβαρός, ολιγόλογος και δεν μου δίνει πολύ θάρρος, δύσκολον όμως μου είναι να θεωρήσω ως μέγα κατόρθωμά του και το ότι ονομάζεται Γιάννης.

Oκτώ ημέρες προ της εορτής, με είπεν η μητέρα μου ότι ήτο καιρός να ετοιμάσω την προσφώνησίν μου. H διαταγή αυτή ηύξησε την στενοχωρίαν μου. Eύρισκα ότι ήτο όλως περιττόν και κάπως άνοστον να προσφωνήσω τον πατέρα μου, ενώ δεν είχα τίποτε νεότερον να του είπω. Έπειτα δεν ήξευρα και καλά πώς φέρονται οι προσφωνούντες. Έπρεπεν άρα να σταθώ εις δύο βημάτων απόστασιν, να υποκλιθώ και έπειτα ν’ αρχίσω την ανάγνωσιν της προσφωνήσεως, ή πρώτα να χώσω την μύτη μου, καλοσφουγγισμένην, εις τα κόκκινα γένια του πατρός μου; Εφοβούμην μήπως φανώ γελοίος και ακόμη περισσότερον μήπως εννοήσει πόσον γελοίαν εύρισκα την τελετήν.

Διά να γίνουν τα πράγματα με τάξιν, ηθέλησεν η μητέρα μου να κάμομεν προγυμνάσεις και δοκιμάς, απαράλλακτα καθώς εις το θέατρον. Η απαγγελία μου δεν την ευχαρίστησε διόλου, διά τον λόγον ότι έλειπεν από αυτήν η απαιτουμένη δόσις συγκινήσεως. Απεφάσισε λοιπόν ότι καλύτερο θα ήτο να προσφέρω την προσφώνησίν μου έγγραφον και μαζί με αυτήν μίαν γάστραν ανθέων.

Την επομένην ημέραν ηρχίσαμεν από το πρωί την σύνταξιν της προσφωνήσεως. Η μητέρα μου ήτο παλαιά μαθήτρια του Αρσακείου και επροσπάθει, ξύουσα την κεφαλήν της με την βελόνην του πλεξίματος, να ενθυμηθεί όσα έμαθεν από τον Ράνταν αρχαία ελληνικά. Η προσφώνησις άρχιζε:

«Πάνσεπτε και Αγαπητέ μοι Πάτερ,

Έμπλεως συναισθημάτων ευφροσύνης παρίσταμαι κατά τήνδε χαρμόσυνον ημέραν, ίνα υποβάλω υμίν…» και ηκολούθουν άλλαι δέκα αράδες απελέκητες ελληνικούρες, τας οποίας έπρεπε ν’ αντιγράψω επάνω εις χαρτί με χρυσάς σειράς και ένα περιστέρι εις την αριστεράν γωνίαν.

Δεν ηξιώθην ποτέ να λάβω βραβείον καλλιγραφίας, έπειτα έτρεμαν ολίγον και τα δάκτυλά μου, διότι ήτο Γενάρης και δεν ανάπταμεν φωτιάν παρά μόνον εις το μαγειρείον. Με όλην μου λοιπόν την καλήν θέλησιν εγέμιζα μελάνι τα ο, τα ρ, και τας ουράς του ζ, και διά κάθε μουντζούραν ελάμβανα από την μητέρα μου έναν μπάτσον. Με έκαμε ν’ αντιγράψω την προσφώνησιν επτά φορές και θα την αντέγραφα βεβαίως πολύ περισσότερες, αν το χαρτί με τας χρυσάς γραμμάς και το περιστέρι δεν εκόστιζεν δεκαπέντε λεπτά το φύλλον.

Το απόγευμα υπήγαμεν εις την Αγίαν Ειρήνην να προμηθευθώμεν την γάστραν και εκάμαμεν τα δύο ανθοπωλεία άνω κάτω. Η μητέρα μου εμυρίζετο το εν μετά το άλλο όλα τα φυτά, με κάποιαν δυσπιστίαν, ως να ήσαν ψάρια, και όσα δεν εύρισκε βρόμικα τα εύρισκεν ακριβά. Έτυχε και να πατήσει επάνω εις ένα νεκρικόν στέφανον, όπου ευρίσκετο καταγής. O ανθοπώλης ήτο άνθρωπος με ολίγην υπομονήν και ακόμη ολιγοτέραν ανατροφήν. Την ονόμασε «Μάγισσαν» και εμένα «έκτρωμα».

Η αλήθεια είναι ότι είχα μίαν κάποιαν ομοιότητα με τον πατέρα μου. Μετά πολλά παζάρια εδέχθη, διά να μας ξεφορτωθεί, να μας αφήσει ένα αρρωστημένον γεράνιον διά μίαν και εξήντα πέντε.

Την παραμονήν της εορτής εκάμαμεν γενικάς δοκιμάς. Η μητέρα μου με είχε διδάξει πώς έπρεπε να παρουσιασθώ, κρατών το χειρόγραφον εις την μίαν χείρα και το άνθος εις την άλλην, πώς έπρεπε να το προσφέρω και να προβώ έπειτα εις τον ασπασμόν της πατρικής δεξιάς. Κατ' εκείνην ακριβώς την στιγμήν ηκούσαμεν το βήμα του πατρός μου και έσπευσα να κρύψω την γάστραν υποκάτω από την κλίνην. Είμαι όμως βέβαιος ότι ο πατήρ μου την παρετήρησεν, αλλ' εθεώρησε πρέπον να υποκριθεί ότι δεν είδε τίποτε, διά να μη στερηθεί αύριον την ευχαρίστησιν της εκπλήξεως.

Τέλος πάντων ανέτειλεν η επίσημος ημέρα, σκοτεινή, βροχερή και παγωμένη. Η μητέρα μου ήλθε να μ' εξυπνήσει πριν φέξει. Είχε βάλει το μεταξωτόν της φουστάνι και μ' έκαμε να φορέσω τα καλά μου. Ενύσταζα ακόμη, εκρύωνα, έσταζεν η μύτη μου και μ' εβασάνιζαν αι χιονίστραι. Τον πατέρα μου ευρήκαμεν εις το κρεβάτι, φέροντα όμως επί της φαλάκρας του, αντί του καθημερινού άσπρου του σκούφου, το βελούδινον κεντητόν φεσάκι του των επισήμων ημερών. Τούτο όμως δεν τον εμπόδισε να υποκριθεί έκπληξιν, όταν επαρουσιάσθημεν ενώπιόν του, η μητέρα μου με το μεταξωτόν της φόρεμα και εγώ με την προσφώνησιν και με την γάστραν.

Πώς!, ανέκραξεν, είναι σήμερον η εορτή μου! Εγήρασα ακόμη έναν χρόνον. Έλα γυναίκα, να σε φιλήσω.

Όταν ήλθεν η σειρά μου, ευρέθην κάπως συγχυσμένος, διότι κατά το πρόγραμμα επροηγείτο η προφώνησις, έπειτα ήρχετο η προσφορά της γάστρας και το φίλημα τελευταίον. Oπωσδήποτε επροσπάθησα ν' αναρριχηθώ επί της κλίνης, αλλά μ' εδυσκόλευε πολύ το γεράνιον. Είχα κατορθώσει να θέσω το εν γόνατον επ' αυτής, όταν μου εξέφυγεν από τας χείρας η γάστρα και εχύθη το βρεγμένον καστανόχωμα επάνω εις τα σινδόνια και το υποκάμισον του πατρός μου. Το τοιούτο περίχυμα ήτο βεβαίως δυσάρεστον μ' εκείνο το κρύον. Άδικον λοιπόν θα ήτο να παραπονεθώ αν, αντί φιλήματος, έλαβα από τον πατέρα μου μίαν μούντζαν, η δε μήτηρ μου μ' εσυνόδευσεν ως την θύραν διά να με φιλοδωρήσει έναν τελευταίον μπάτσον. Η μόνη μου μετά τα τόσα βάσανα παρηγορία είναι ότι η προσεχής εορτή του πατρός μου απέχει ακόμη τριακοσίας εξήντα πέντε ημέρας.

1895

Βλέπε του ιδίου:

ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΜΑΥΡΟ ΜΕΣΑΙΩΝΑ - A GLIMPSE IN THE DARK AGES

EM. ROIDIS - EXPLANATIONS OF EASTER EGGS

ΜΑΚΑΡΙΟΤΗΤΑ - BLISS

ΤΟ ΞΕΣΤΟΥΠΩΜΑ

ΣΥΡΙΑΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

 

MY FATHER’S NAME DAY

 

Emmanuel Rhoides - Wikipedia

Adapted by Vassilis C. Militsis

 

 

 

 

 

 

On coming Thursday is St. John’s, the Baptist, feast day and my father’s name day. There is no way for me to forget it as my mother keeps on reminding me at least ten times a day, indeed with anger, believing that I am not duly moved by the fact that my father’s name is John.

 

I truly respect my father and in a way I am afraid of him, for he is a serious, taciturn man, who does not encourage me very much; I find it difficult, however, to consider a great achievement of his to be named John.

Eight days before celebrating his name day, I was told by mother to prepare my toast address to him. This injunction increased my perplexity. I thought it utterly needless and somewhat without taste to address my father as I had nothing novel to tell him. Then I had no idea of how those who make a toast comport themselves. Should I stand at a distance of two steps, bow and then begin reading my address, or firstly should I poke my well-mopped nose into my father’s red beard? I feared I might seem ridiculous and still more if he realized how ridiculous I found the ceremony.

 

To make the things run smoothly, my mother decided that we rehearse the whole thing in the same way as the actors do at the theater. My recital did not please her at all, on the grounds that I lacked the necessary dose of emotion. Therefore, she decided I had better deliver my address in writing along with a pot of flowers.

 

Early on the following day we began to write the address. My mother, a graduate of Gymnasium, was trying hard, scratching her head with her knitting needle, to recall what literary expressions she had learned at her school. The address began as follows:

 

 

“My most revered dear father,

Filled with feelings of delight, I stand here on this happy day to submit to thee…” and more such rude gadzookery followed, which I had to copy on a golden lined sheet of paper with the hall-mark of a dove in the upper left-hand corner.

 

I never managed to excel at calligraphy – besides my fingers trembled a little out of cold as in January we did not build a fire in the house save in the kitchen. Despite my earnest effort, I smudged in ink my o’s and r’s and the tails of other characters, and for each smudge I received a slap from my mother. She made me copy the address seven times and in fact I would have copied it many more times, had not the golden lined paper cost fifteen pennies a sheet.

 

In the afternoon we went to buy the pot of flowers and we wreaked havoc in the two flower shops we had visited. My mother sniffed the plants one by one with some distrust as though she were buying fish and what she did not find dirty she found expensive. She also happened to trample on a funeral wreath which was lying on the floor. The florist was a man with little patience and even less good upbringing. He called mother a witch and me a freak.

 

It was true I somewhat resembled my father. After considerable haggle and to get rid of us, the shopkeeper agreed to let us have a sickly geranium at one drachma and sixty-five cents.

On the eve of St John’s feast we had a final rehearsal. My mother had to show me how to present myself holding the manuscript in one hand, and the flower pot in the other; how to offer the pot and then how to proceed to kiss my father’s right hand. At that very moment we heard my father’s footfalls and hasted to hide the pot under the bed. I am certain, however, that my father observed my movement but he thought it proper to dissemble that he had seen nothing so that he would not miss the next day’s surprise.

 

At last the celebrated day broke, gloomy, rainy and freezing. My mother woke me up before daybreak. She had donned her silk dress and made me put on my Sunday clothes. I was still drowsy, I felt cold, my nose dripped and my chilblains were killing me. We found father still in bed, wearing on his bald patch his formal embroidered velvet fez, instead of his casual white cap. However, this did not prevent him from dissembling surprise when he saw before him mother in her silk dress and me with the written address and the pot.

 

 

“How come!” He exclaimed; “It is my name day today! I’ve grown still another year. Come here, dear wife; let me kiss you.”

When my turn came I was somewhat perplexed, for according to plan I had first to hand in my address, then offer the pot and finally kiss my father’s hand. I definitely tried to climb onto the bed but the geranium did not make it easy for me. I had managed to put my knee on the bed when I dropped the pot and the wet earth spread upon the sheets and my father’s shirt. The wet soil was certainly disagreeable in that cold room. Therefore, it would have been unfair for me to complain, for, instead of a kiss, I received a gesture of contempt from my father, while my mother, who saw me off to the door, tipped me with a last slap.

After this disadventure my only consolation now is that my father’s next name day is three hundred and sixty-five days in the future.