|
ΣΤΟΝ ΠΥΡΓΟ ΤΟΥ ΔΕΣΠΟΤΗ της Μαρίας Κοτοπούλη Πιο σωστά, θα έλεγα στον Κήπο του Δεσπότη, όπου υπήρχαν άφθονα φυτά, δέντρα και λουλούδια. Σ’ αυτό τον παραδεισένιο κήπο ήταν το Βασίλειο των Παγονιών και το δικό μου «βασίλειο». Είχαμε αναπτύξει μια σχέση μοναδική με τα παγόνια που τριγύριζαν ελεύθερα και όταν έφτανα κοντά τους, άνοιγαν τα πολύχρωμα φτερά τους να με υποδεχτούν. Τα χάιδευα και τα φιλούσα, κι αυτά από τη χαρά τους έτρεχαν γύρω μου διεκδικώντας την προσοχή και το χάδι μου. Άλλοτε, πάλι, με τα πανέμορφα φτερά τους σαν βεντάλιες ανοιγμένα, έκοβαν βόλτες καμαρωτά. Άλλοτε τρίβονταν στα πόδια μου κι όταν καθόμουν, κούρνιαζαν στην ποδιά μου. Η πιο ωραία μας στιγμή ήταν όταν συναγωνιζόμασταν στον αγώνα δρόμου. Εγώ έτρεχα κι αυτά προσπαθούσαν να με προλάβουν και να κερδίσουν το έπαθλο της νίκης, ένα απαλό, τρυφερό χάδι. Με το τρεχαλητό, τα παγόνια κι εγώ ξεφεύγαμε καμιά φορά και μπαίναμε στον λαχανόκηπο και τότε ο κυρ Βασίλης, ο κηπουρός, μας κυνηγούσε. Ο Δέσποτας, όπως τον έλεγε η μητέρα μου, από ψηλά παρακολουθούσε και όταν άκουγε τον κυρ Βασίλη να με μαλώνει, άνοιγε το παράθυρό του και φώναζε: «Κύριε Βασίλη, άσε το παιδί να παίξει», «Μα Σεβασμιότατε», απαντούσε οργισμένος, «μη καταστρέφ’ τα λάχαναμ». «Δεν πειράζει, τα λάχανα θα ξαναγίνουν, το παιδί, όμως, πού θα ξαναβρεί μια τέτοια στιγμή ξεγνοιασιάς!» Ο κυρ Βασίλης μούγκριζε και έλεγε: «Ε, άντε, βρε διαβουλάρ’, παίξει, αφού του λέγ’ η Δισπότ’ς». Να υπενθυμίσω ότι στην ντοπιολαλιά της Μυτιλήνης και ο Δεσπότης μας είναι γένος θηλυκού! Μετά την έγκριση του κυρ Βασίλη, το τρεχαλητό γινόταν ακόμα πιο έντονο και όταν πια ένιωθα εξουθενωμένη, έτρεχα στην κρήνη, με τη σκαλισμένη πάνω από τον κρουνό πανέμορφη Γοργόνα, που τότε δεν αντιλαμβανόμουν την αξία και την ομορφιά της, μα, μεγάλη πια, τη θαύμασα και τη φωτογράφισα για να την έχω στα τιμαλφή μου. Η κρήνη αυτή βρισκόταν κάτω από τις πυκνές βάγιες και έτρεχα τότε να πιω νερό με τις χούφτες μου, δροσερό κρυστάλλινο νερό που τροφοδοτούσε όλο το χωριό, όταν η πετρόχτιστη, μεγάλη δεξαμενή της πλατείας άδειαζε. Βλέπω ακόμα μπροστά μου τις κοπέλες του χωριού μας με τις στάμνες τους στον ώμο, να έρχονται να τις γεμίζουν. Τις θαύμαζα καθώς τις παρατηρούσα από μακριά και αναρωτιόμουν, πού είχα δει τόση ομορφιά; Ήταν κλεισμένη στα βιβλία που μου χάρισαν στη γιορτή μου, Βιβλιοθήκη Τέχνης, που έκρυβε μέσα της όλους τους θησαυρούς του κόσμου! Θησαυρούς, που λίγο πριν είχα δει ολοζώντανους στον δρόμο, όπως την περίφημη Αναδυομένη Αφροδίτη και τη Μεγάλη Οδαλίσκη, δημιουργήματα του Γάλλου νεοκλασικού ζωγράφου Ντομινίκ Ενγκρ, και τόσες άλλες κόρες ζωγραφισμένες από ανθρώπινο χέρι, που φάνταζαν όμοιες με τις κοπέλες του χωριού μου. Όμως προβληματιζόμουν, πώς ένας Γάλλος καλλιτέχνης ζωγράφισε κόρες σαν τις συγχωριανές μου, δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι στο Παρίσι οι γυναίκες κουβαλούσαν νερό με τις στάμνες, ώσπου διάβασα την ημερομηνία που δημιουργήθηκε η Μεγάλη Οδαλίσκη, 1814, και τότε μου λύθηκε η απορία και συγχρόνως μου ήρθε μια ιδέα. Να δώσω στην κάθε κοπέλα και στον κάθε νέο του χωριού ένα όνομα από τα έργα των μεγάλων ζωγράφων και ποιητών μας. «Αφροδίτη» ονόμασα την πιο όμορφη, την Κατερίνα, και τα κορίτσια του Ελύτη μας, «η Έρση, η Ρωξάνη, η Φωτεινή» ήρθαν να διεκδικήσουν τον Ερμή, τον νεαρό βοηθό του κυρ Γιώργη που τις φλερτάριζε. Είχα μπροστά μου τον Θεό που κατεύθυνε κάθε βράδυ «των ζωντανών τα όνειρα την ώρα που κοιμούνται». Ίσως ήταν η πιο πετυχημένη ονομασία που έδωσα ποτέ, γιατί, αν του έβαζες φτερά και του έδινες να κρατά το κηρύκειο, το έμβλημα του αγγελιαφόρου των θεών, δε θα μπορούσες να ξεχωρίσεις τον πραγματικό θεό από τον άνθρωπο. Τον φίλο μου τον Παναγιώτη, που έμοιαζε με αερικό, «Ζέφυρο» τον ονόμασα και, καθώς έσερνε το κάρο του κυρ Κωνσταντή, στη μνήμη μου ερχόταν το Κάρο με τ’ άχυρα του Ιερώνυμου Μπος και αναρωτιόμουν αν βαδίζει προς την κόλαση αυτός, ο αγνός και ταπεινός Παναγιώτης μου. Τη δε Πελαγίτσα, που την περιτριγύριζε συνεχώς, της έδωσα το όνομα της Νύμφης Χλωρίδας. Την έντυσα με αραχνοΰφαντα πέπλα και έβαλα στο στόμα της ένα κλαράκι με καταπράσινα φύλλα. Ήταν πράγματι σαν τη Νύμφη του βιβλίου μου, για να μην πω πως ήταν ομορφότερη! Και να ξαφνικά την ώρα που έφευγα, ο κυρ Βασίλης, έτρεξε, μ’ άρπαξε απ’ την κοτσίδα και μου είπε αυστηρά: «Μην ξαναπατήσεις εδώ μέσα, γιατί αλίμονό σου». Αυτό μου φάνηκε σαν προσβολή και αποφάσισα, με πόνο στην ψυχή μου, να μην ξαναπάω στον Κήπο του Δεσπότη. Με τα παγόνια πάντα στη σκέψη μου, περνούσα τις μέρες μου διαβάζοντας κάτω από τη μυγδαλιά μας, μιας και ήταν κατακαλόκαιρο, όταν ξαφνικά, ένα απόγευμα, ακούω κάποιον να τρέχει στο σοκάκι και να ανεβαίνει τη σκάλα της αυλής μας. Βλέπω τον κυρ Βασίλη έξαλλο. «Πού είσι, βρε διαβουλάρ’, έλα γρήγουρα κι κλαιν τα παγόνια, μένειν νηστκά τα κακόμοιρα». Παράτησα τα βιβλία μου κάτω από τη μυγδαλιά και έτρεξα ξυπόλυτη, όπως ήμουν, στον Κήπο του Δεσπότη. Τα παγόνια μόλις έφτασα κοντά τους με υποδέχτηκαν με ανοιγμένα φτερά κι έτρεχαν γύρω μου, επιδεικνύοντας την ομορφιά τους. Τα αγκάλιασα, με την υπόσχεση ότι δε θα τα εγκαταλείψω ποτέ ξανά. Μ’ αγκάλιασαν κι εκείνα. Με είχαν συγχωρήσει που άργησα να τα επισκεφτώ. Η Μαρία Κοτοπούλη γεννήθηκε στη Μυτιλήνη. Σπούδασε θέατρο στη σχολή Πέλου Κατσέλη και στο Ινστιτούτο Θεάτρου της Σορβόνης. Παρακολούθησε τα μαθήματα του Θεάτρου των Εθνών και την τάξη υποκριτικής στο Κονσερβατουάρ του Παρισιού. Το μυθιστόρημα "Για του Αλέξανδρου τη χάρη" είναι το τρίτο της βιβλίο. "Το μυθικό ταξίδι της Γης" είναι το πρώτο και "Τα μαγικά δώρα του Διονύσου" είναι το δεύτερο, όλα από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Έχει συνεργαστεί με τα περιοδικά "Η Λέξη", "Ελίτροχος", 'Νέα Πορεία", "Φιλολογική Πρωτοχρονιά", "Έρευνα", "Εντευκτήριο και συνεργάζεται με τα περιοδικά "diastixo" και "Περί ου". Επίσης συνεργάστηκε με το Γ΄ Πρόγραμμα στην έκδοση "Ρήγας-Σολωμός. Εις Μνήμην" (1998), στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών.
|
AT THE BISHOP’S CASTLE
By Maria Kotopouli
Rendered by Vassilis C. Militsis
To be more precise I should say in the Bishop’s Garden, where there were plenty of trees and flowers. In this paradise were the Kingdom of Peacocks and my own ‘kingdom.’ I had developed a unique relationship with the peacocks that roamed around in freedom and when I went closer to them, they fanned their colorful tails as a sign of welcome. I caressed and kissed them and they would rush around me vying for a cuddle from me. Some other times again they strutted here and there with their tails open like fans. They sometimes rubbed themselves on my legs and when I sat they nestled on my lap. Our most beautiful moment was when we raced one another. I was running in front and they strove to catch up with me so as to win the victory trophy – a soft, tender caress. While racing along, the peacocks and I deviated some time or other and trespassed into the vegetable garden; and then Mister Vassilis, the gardener, would drive us out. The Bishop watched us from above and when he heard Mister Vassilis reproach me, he opened the window and hollered: “Mister Vassilis, let the kid play,” “But, your Grace,” he replied furiously; “they’re ruinin’ the plants.” “Never mind the plants; they’ll grow again, but the kid won’t be so happy and carefree!” Mister Vassilis would groan: “OK, little devil, you can play as long as the Bishop allows it.” After Mister Vassilis’ approval, the racing grew even more intense and when I finally felt exhausted, I hurried to the fountain, with the exquisitely chiseled fair Mermaid over the tap; I could not then realize its value and beauty, but when I grew up into a young woman, I took a photo of it in admiration, and now I keep this picture among my valuables. That fountain was located under a dense cluster of bay leaves. I would rush to drink in my cupped palms the cool, crystal water, which supplied the whole village when the stone reservoir in the square emptied. I can still picture in my mind the village girls carrying their pitchers on one shoulder, and going to the fountain to fill them. I stood in admiration as I watched them from a distance and I wondered where on earth I had seen such beauty. It was in the Library of Art, books, given to me as birthday presents, which included all the treasures of the world! Treasures that I had seen all-alive in the street such as the celebrated Vénus Anadyomène and La Grande Odalisque, creations of the neoclassic painter Jean-Auguste-Dominique Ingres, and many more maidens portrayed by human hand – all resembling the damsels of my village. However, I was wondering how a French artist painted girls like those of my village and I could never imagine that there were women in Paris who carried water in pitchers; and when I read that La Grande Odalisque was painted in 1814, my question was answered and it occurred to me to give each young girl and young man in the village a name out of the masterpieces of our great artists and poets. Thus I called Katerina, the most beautiful girl, after Aphrodite, and our Elytes’ girls, Ersi, Roxane and Foteini, came to contest for the heart of Hermes, Mister Giorgi’s young apprentice, who courted them. I had God before me who each night was guiding ‘the dreams of the living at the time of their slumber.’ Perhaps Hermes was the most suitable appellation I had ever given to that young man; for if he were given the caduceus, the emblem of the gods’ herald, and wings to his feet, one could not tell him between the true god and man. I called my friend, Panayiotis, after Zephyrus because he looked like a fairy, and as he was driving Mister Konstantis’ dray, I recalled Hieronymus Bosch’s The Haywain Triptych;
and I was wondering
whether my virtuous and humble Panayiotis was heading to Hell, too. He was always
sticking around Pelagitsa, whom I called after Botticelli’s Primavera Flora.
I had dressed her in gossamer veils and put a sprig of deep green leaves in her mouth. She was really like the Nymph in my book, I daresay more beautiful! And suddenly when I was just leaving, Mister Vassilis darted at me, grabbed my pigtail and said sternly: “Never dare you set your foot in here, or else woe to you!” I took it as an insult and, despite my distress, I decided never to go to the Bishop’s Garden.
The peacocks being always in my mind, I spent my days reading under our almond tree, as it was high summer, when one afternoon I heard someone scurrying in the alley and climbing the stairs of our courtyard. I saw a frantic Mister Vassilis: “Where are you, little imp? Come over quickly. The peacocks have been left alone and they weep. The poor things refuse to eat.” I left my books under the almond tree, and barefoot as I was, I hurried to the Garden of the Bishop. As soon as I arrived, the peacocks fanned their tails and ran around me flaunting their beauty. I fondled them and promised I would never again run out on them. They also reciprocated my embrace, having forgiven me for delaying my visit to them.
Maria Kotopouli was born in the Mytilene. She studied acting both in Greece and at Sorbonne, France. She attended lesson at the Theater of Nations and acting at the Paris Conservatory. She wrote the novels For Alexander’s Sake, the Mythical Travel of Earth and Dionysus’ Magical Gifts. She has worked with various journals, such as Diastoxo, wherefrom the present short story was taken. |
Σάββατο 11 Ιουνίου 2022
ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΓΟΝΙΑ - THE GIRL AND THE PEACOCKS
-
Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΠΟΥ ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΑ ΠΑΛΙΑ Τάσος Καλούτσας «Τι κάνει σήμερα η γιαγιά;» ρώτησα την Ιβάνκα, βγαίνοντας στο μπαλκονά...
-
EXORCISM By Vassilis C. Militsis Father Parthenios, abbot of the monastery of Our Beatific Holy Lady, was a 75-year-old man, of...
-
Ο ΔΟΚΗΣΙΣΟΦΟΣ του Ανδρέα Λασκαράτου (1811-1901) Ο δοκησίσοφος έλαβε από τη φύση του το χάρισμα του ...




.jpg)

