Σάββατο 8 Αυγούστου 2026
KARKAVITSAS & HEMINGWAY
|
Πρόδρομος
Μάρκογλου(1935-2024) Παραλληλίζοντας δύο εμβληματικά έργα τους Ο
αείμνηστος Πρόδρομος Μάρκογλου(1935-2024), σ΄ ένα σύντομο κείμενό του,
του 2023, παραλλήλισε δύο εμβληματικά έργα, το μυθιστόρημα "Ο
γέρος και η θάλασσα" , του Χεμινγουέι , και το δημοφιλέστατο από τα
μαθητικά μας χρόνια διήγημα του Καρκαβίτσα , "Το γιούσουρι". Ο αείμνηστος συγγραφέας διαπιστώνει στο κείμενο που αναρτούμε ότι οι ήρωες των δύο κειμένων παλεύουν όχι μόνο για την επιβίωση αλλά και την κοινωνική τους ανάδειξη , μέσα από την πάλη με τα "στοιχειά" της φύσης . gerontakos.blogspot.com Όταν
διάβασα για πρώτη φορά, στις αρχές της δεκαετίας του ‘60, τη νουβέλα του
Χέμινγουεϊ «Ο γέρος και η θάλασσα» το κείμενο μου φάνηκε
οικείο και τότε σκέφτηκα, ήρθε στο μυαλό μου, το διήγημα του Καρκαβίτσα «Το
Γιούσουρι» που κλείνει τον τόμο «Λόγια της πλώρης». Ξαναθυμήθηκα
πρόσφατα τα κείμενα αυτά καθώς θέλησα να ελέγξω μια περιγραφή. Και στα δύο
υπάρχει ένας ναυτικός. Στον Χέμινγουεϊ ένας γέρο ψαράς, ο Σαντιάγκο. Στον
δικό μας Καρκαβίτσα, ο σφουγγαράς Γιάννος Γκάμαρος. Ο Σαντιάγκο θέλει ν’
ανακτήσει την παλιά του φήμη και αίγλη σαν δεινός ψαράς, για να ξαναβρεί το
παρελθόν του. Ο Γκάμαρος, αντίθετα, είναι νέος εικοσάχρονος που επιζητεί με
τις πράξεις του να προβληθεί και να κερδίσει το μέλλον. Στις
πράξεις τους εισχωρεί μια μεταφυσική, αφού και οι δύο προσπαθούν να δαμάσουν
τον χρόνο. Ο
Σαντιάγκο ζει στην Αβάνα. Ψαρεύοντας στ’ ανοιχτά, από όπου τη νύχτα βλέπει τα
φώτα της Αβάνα να τρεμοφέγγουν, το φέρνει η τύχη και πιάνει ένα ψάρι
τεράστιο, έναν καρχαρία τιμπουρόν. Παλεύει με το ψάρι, που
αντιστέκεται νυχθήμερα, μέχρι να το δαμάσει, να το εξαντλήσει και να το δέσει
κατάκοπος στη βάρκα του. Περήφανος και πλήρως καταπονημένος παίρνει το δρόμο,
μέσα απ’ το ρεύμα του Κόλπου, για την επιστροφή. Ο
Γκάμαρος ψάχνει στον κόλπο του Βόλου το μυθικό γιούσουρι. Ένα
δέντρο που μέχρι τώρα κανείς δεν μπόρεσε να το ξεριζώσει, να το σύρει έξω στη
στεριά και να καρπωθεί το κέρδος και τη φήμη. Ένα δέντρο τής θάλασσας που
πάνω του άφησαν τα κόκαλά τους όλοι οι επίδοξοι άρπαγες. Το εντοπίζει και
παλεύει. Αγωνίζεται κι αυτός βλέποντας το βράδυ τα φώτα του Βόλου. Τέλος
κόβει τις ρίζες, το ανεβάζει στην επιφάνεια της θάλασσας, το δένουν με
σχοινιά και το σέρνουν με το καΐκι τους για το νησί. Ένα νησί που δεν
κατονομάζεται άλλα βρίσκεται μόλις έξω απ’ τον κόλπο τού Βόλου. Ο
Σαντιάγκο αφήνει το αεράκι να σπρώξει τη βάρκα του για το λιμανάκι τής
πολιτείας του. Οι καρχαρίες οσμίζονται το δεμένο στη βάρκα ψάρι κι αρχίζουν
τις επιδρομές. Όλες οι προσπάθειες του γέρου να τους αποτρέψει αποβαίνουν
μάταιες. Κατάκοπος και με αφόρητους πόνους στο σώμα εγκαταλείπει τον αγώνα.
Κρατά μόνο το δοιάκι για να μην χάσει το δρόμο του. Αργά το βράδυ μπαίνει στο
λιμανάκι. Ο
Γκάμαρος κι οι σύντροφοί του έχουν δέσει το τεράστιο γιούσουρι με σχοινιά και
το σέρνουν κωπηλατώντας. Βγαίνοντας όμως από τον κόρφο του Βόλου, τους ορμάει
η Νοτιά «Το κύμα ψήλωνε βουνό, ανέμιζε φωσφορούχους τους αφρούς κ’ έχυνε
φως κάτασπρο, θαμπό και άχαρο ... Δεν ήταν θάλασσα, ήταν θυμός και σείσμα».
Αγωνίζονται όλη τη νύχτα με την θυμωμένη θάλασσα. Αγωνίζονται να κρατήσουν το
γιούσουρι. Με το φως του ήλιου αντικρίζουν, κατάκοποι από τον αγώνα με την
αγριεμένη θάλασσα, το νησί τους. Τέλος το καΐκι άραξε στο ακρογιάλι, στην
αμμουδιά. Ο γέρο Σαντιάγκο μόλις έχει τη δύναμη
να βγει από τη βάρκα του και να τη δέσει σε μια πέτρα. Κοίταξε πίσω του, ότι
είχε απομείνει από το ψάρι δεμένο στη βάρκα, «είδε την άσπρη
απογυμνωμένη γραμμή της ραχοκοκαλιάς του και τον σκοτεινό όγκο του κεφαλιού
με το ρύγχος μπροστά, κι ανάμεσα τη γύμνια». Πήρε το δρόμο και μπήκε στην
καλύβα του για να πλαγιάσει. Ο
Γκάμαρος τρέχει στην πρύμη, τραβάει το σχοινί να σύρει το δέντρο, κι
ακούγεται η σπαρακτική φωνή του: Σχοινί κομματιασμένο κρατώ μόνο στα
χέρια μου. Κι έτσι έμεινε για μια ζωή. Το μυθικό γιούσουρι το πήρε πάλι η
θάλασσα. Ο
Σαντιάγκο αποκοιμήθηκε, «ο γέρος στον ύπνο του ονειρευόταν λιοντάρια».
Λιοντάρια που είχε δει σ’ ένα ταξίδι του στην Αφρική, αφού σαν ναυτικός είχε
γυρίσει πολλά λιμάνια. Οι συγγραφείς με τους ήρωές τους
θέλουν να περιγράψουν τον αγώνα για την επιβίωση, τον αγώνα του ανθρώπου με
τη φύση, αφού κάποτε ο άνθρωπος ξεχώρισε από τη φύση. Να περιγράψουν τα
όνειρα για κοινωνική και υπαρξιακή ολοκλήρωση και, μέσα από όλα αυτά , να
δαμάσουν τον χρόνο και την μεταφυσική αγωνία. Τα
δύο κείμενα έχουν πολλές ομοιότητες λες κι ο Αμερικάνος αντέγραψε τον
εκ Λεχαινών ορμώμενο συνάδελφό του. Διαφέρει η αίσθηση του τέλους. Ο
Καρκαβίτσας είναι πλήρως απαισιόδοξος, ο Χέμινγουεϊ περισσότερο αισιόδοξος.
Αλλά εκείνα τα λιοντάρια τα βρίσκω λίγο συμβατικά σε σχέση με το
κομματιασμένο σχοινί στα χέρια του Γκάμαρου. Ο οποίος έζησε την υπόλοιπη ζωή
του με το να θαλασσοδέρνεται για το καρβέλι, όπως κι ο Σαντιάγκο μισό αιώνα
μετά, μέχρι τα βαθιά γεράματα, για το καρβέλι πάλευε χωρίς καμιά κοινωνική
πρόνοια στα χρόνια του Μπατίστα. Σίγουρα ο κοσμοπολίτης
Χέμινγουεϊ είχε να μας πει περισσότερα πράγματα και πλέον γοητευτικά από τον
λιτό επαρχιακό Καρκαβίτσα. Αλλά πιστεύω όχι επί της
ουσίας. Νομίζω πως αξίζει τον κόπο να
επανέλθουμε στα ίδια τα κείμενα. Πηγή: Περιοδικό Ένεκεν - Αρ. Τεύχους: 57, Ιούλιος-Δεκέμβριος 2023 ... |
Comparing two emblematic works of theirs. The unforgettable Prodromos Markoglou, in a short
essay, compared Ernest Hemingway’s novel The
Old Man and the Sea the most popular of our school years short tale by
Andreas Karkavitsas’ The Youssouri. gerontakos.blogspot.com On reading for the first time in the early sixties Hemingway’s novel The Old Man and the Sea, the text felt familiar to me; whereupon I thought—it came to my mind actually—of Karkavitsas’ short story The Youssouri, the last tale in the volume Words of the Prow. Recalling these two works, I felt like making a comparison. Both works refer to two men of the sea. Hemingway introduces us to Santiago, an old fisherman. In Karkavitsas tale we meet Yannos Gamaros, a sponge diver. Santiago strives to regain his former fame and prestige as a competent fisherman and restore his glorious past. On the other hand, Gamaros is a twenty year-old lad who through his actions seeks to promote himself and secure his future. A
transcendental factor enters into their conduct, as they both try to tame
time. Santiago lives
in Havana. Fishing out at sea, from where at night he can see the lights of
Havana glimmering, luck favors him and he catches a huge fish, a whale shark.
He battles all night long with the fish until he, utterly spent, subdues,
exhausts, and ties it, to his boat. Proud and completely drained, he rows the way back through the Gulf
Stream On the other hand, Gamaros searches the legendary youssouri in the gulf of Volos. It is a tree that no man so far managed to uproot, drag out to the land and reap the rewards and glory. It is a sea tree upon which all aspired looters left their bones. He spots its den and fights to get it. He is also struggling with it while, at the same time, he can see the lights of Volos. Finally, he cuts off its roots, brings it to the surface, his mates and he tie it with ropes to the sloop and drag it heading to the island. The island is not mentioned but it supposedly lies just outside the gulf of Volos. Back to
Santiago: he lets the breeze drift his boat to the cove of his town. The
sharks get wind of the fish, which is tied to his boat, and begin to assault
it. All the old man’s endeavors to oust them turn out to be in vain. Dead
tired and with unbearable physical pains abandons the strife. All he does now
is to hold the tiller steadily in order not to drift astray. Late in the
evening he docks in the cove. Gamaros and
his mates have tight the enormous youssouri
to the boat and drag it rowing. However, exiting the gulf of Volos, they find
themselves against the south wind. The waves
billowed and soared as high as insurmountable mountains, foamed and shimmered
shedding a white, dim and uncanny glimmer around… That was no ordinary sea:
it was sheer wrath and seaquake. They do their best to hold the youssouri. At first light, dead tired to the bone battling against the
raging seas, they espy their island. Finally the boat drops anchor near the
beach. Old Santiago has barely the strength to get out of his boat and tie it to a rock. He looked
back and saw the white naked line of
his [sic] backbone and the dark
mass of the head with the projecting bill and all the nakedness between.
He started ut the road and entered his shack to lie down. Gamaros rushes
to the prow, pulls on the rope to drag the tree out, and then lets out a
heart rending cry: Alas! Torn and
frayed rope is what’s left in my hands. And thus he has remained in his entire life.
The sea took back the mythical youssouri. Santiago
drops off to sleep: the old man was
dreaming about the lions. Lions he has seen on a passage to Africa, since
he had visited many ports as a seaman. Both writers
try through their heroes to describe man’s struggle for survival, his battle
with nature, as man separated himself from her. They want to describe the
dreams for social and existential fulfillment, and, through all this, to tame
time and metaphysical agony. Both texts
possess many similarities, as if the American author had copied his colleague
from Lechaina, Peloponnese. The sense of the ending differs. Karkavitsas is utterly pessimistic, while Hemingway is more optimistic. But those lions seem somewhat conventional to me in relation to the tattered
rope in Gamaros's hands. Gamaros spent his life being tossed by the sea in
order to earn his bread; half a century later Santiago, to his ripe old age,
he was also battling for his daily bread with no social welfare during the Fulgencio
Batista administration. Certainly, the
cosmopolitan Hemingway had more charming things to tell us than the austere,
provincial Karkavitsas. Yet I believe these things are not here of great
significance. I think it is
worth the trouble to read and compare the two texts. |
-
Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΠΟΥ ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΑ ΠΑΛΙΑ Τάσος Καλούτσας «Τι κάνει σήμερα η γιαγιά;» ρώτησα την Ιβάνκα, βγαίνοντας στο μπαλκονά...
-
EXORCISM By Vassilis C. Militsis Father Parthenios, abbot of the monastery of Our Beatific Holy Lady, was a 75-year-old man, of...
-
Ο ΔΟΚΗΣΙΣΟΦΟΣ του Ανδρέα Λασκαράτου (1811-1901) Ο δοκησίσοφος έλαβε από τη φύση του το χάρισμα του ...







