Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026

ΚΑΒΑΦΗΣ: Ο ΤΑΦΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΙΩΝΟΣ - CAVAFY: EVRION'S TOMB


 

Ο Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ ΚΑΙ Ο ΤΑΦΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΙΩΝΟΣ 



ΔΑΝΙΗΛ, ΑΝΘΟΥΛΑ

 

 Στον Γιάννη Ρηγόπουλο που με «τσίγκλησε» …

Περπατούσε στην πόλη του. Ο κόσμος που τον έβλεπε  στεκόταν και παρατηρούσε το τι φορούσε, πώς το φορούσε, πώς στεκόταν, πώς περπατούσε, πώς κοιτούσε.  πώς μιλούσε. Πώς μιλούσε; Σαν εξωτικό, περίεργα, σαν να διάλεγε τις λέξεις. Ήταν παράξενος, σαν θεατρίνος, όλο σκέρτσα, αλλά επιβλητικός. «Πίσω και πέρα από όλα αυτά υπήρχε μια χειροποίητη προσωπικότητα που δεν τη συναντά κανείς εύκολα στη ζωή του». Ήταν ένας κύριος που κυκλοφορούσε στην Αλεξάνδρεια «με ελαφρήν απόκλιση προς το σύμπαν», όπως τον έβλεπε ο Ε.Μ. Φόρστερ και «γκριζομάλλη κύριο με κεφάλι χελώνας», ο Μαρινέτι. Σαν καρδινάλιο  ή μυστικοσύμβουλο του πάπα στη Φλωρεντία του 15ου αιώνα, τον έβλεπε ο Καζαντζάκης, ρυτιδωμένο Κοραή ή Θέρσο, ο Ουράνης. Για όλους τους άλλους γνωστούς διανοούμενους της εποχής «ήταν ένα  μικρό σύμπαν με πολλά μυστικά και χαριτωμένες παραδοξότητες…». Αυτές και πολλές ακόμα πληροφορίες μας δίνει ο  Δημήτρης Δημηρούλης στον τόμο Κ. Π. Καβάφης ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΚΑΙ ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΑ (Gutenberg 2015)  που επιμελήθηκε. 

 Νέος, λοιπόν, ή ώριμος, πάντα κομψός, ξεχωριστός, μιλούσε περίεργα ή, καλύτερα, «μιλούσε τα ελληνικά με αγγλική προφορά» (Haag, σελ. 119). Δεν ήταν δυνατόν να τον δεις και να μην εντυπωσιαστείς. H φωτογραφία του το 1903 μιλάει και δείχνει, και αυτήν έδειχνε και ο ίδιος στους εκδότες του μέχρι την ωριμότητά του· «Ο Καβάφης πριν από χρόνια». Λογικό ήταν η εμφάνισή του, η στάση του, ο λόγος του, ο τρόπος του, όλα να πηγάζουν από την αινιγματική προσωπικότητά του. Όσοι τον συνάντησαν στην Αλεξάνδρεια ή στην Αθήνα, Έλληνες και ξένοι,  έκαναν λόγο για κάτι αλλιώτικο, μοναδικό και εξωτικό. 



Η Αλεξάνδρεια είναι μία από τις πολλές Αλεξάνδρειες που έχτισε ο Μέγας Αλέξανδρος και φέρουν το όνομά του. Η Καβαφική χτίστηκε το 331π.Χ. κι όταν εκείνος έφυγε  ήρθαν οι Πτολεμαίοι, η Κλεοπάτρα και ο Αντώνιος, μετά οι Ρωμαίοι. Το 641 μ. Χ. την κατέκτησαν οι  Άραβες και εκείνη κατέκτησε όποιον την επισκέφτηκε. Στα νεότερα χρόνια ο Λώρενς Ντάρελ εμπνεύστηκε εκεί τα κουαρτέτα του, ο Τσίρκας γεννήθηκε εκεί και γέννησε τις Ακυβέρνητες πολιτείες του, την τριλογία του. Εκεί, γεννήθηκε το 1863 και ο ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης, όταν η πόλη ήταν στο ζενίθ της εμπορικής έκρηξης του μπαμπακιού,  και εκεί πέθανε το 1933, όταν ήταν 70 ετών. Τον καιρό που έφτασαν οι Γερμανοί,  η Αλεξάνδρεια ήταν «πέντε ράτσες, πέντε γλώσσες,  μια ντουζίνα δόγματα και πέντε στόλοι να κάνουν ελιγμούς… πίσω από τον λιμενοβραχίονα».

Ο Ντάρρελ, που έζησε και έγραψε στην Αλεξάνδρεια, είπε κάτι σημαδιακό: «η αληθινή ζωή μου μοιάζει να υπάρχει μόνο στα βιβλία ή στα όνειρα». «Σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ, Αίγυπτο!  Τι θέλγητρα, τι μαγικό λίκνισμα». Ο αναγνώστης θα μπορούσε να χρεώσει στον Καβάφη αυτές τις φράσεις γιατί και ο Καβάφης ζει μέσα στην Ιστορία και στα όνειρα,  στις ράτσες, στις γλώσσες και στα δόγματα, όπως τα βλέπουμε και στα ποιήματα… 

Με όλα αυτά στη σκέψη, προκύπτει το ερώτημα: ποιο είναι το αληθινό πρόσωπο του ποιητή, πίσω από την ιδιάζουσα γλώσσα τα σκέρτσα και τις παραδοξότητες; Το «τσίγκλησμα» προκλήθηκε από το ποίημα 

                   Ευρίωνος τάφος

Εις το περίτεχνον αυτό μνημείον,

ολόκληρον εκ λίθου συηνίτου,

που το σκεπάζουν τόσοι μενεξέδες, τόσοι κρίνοι,

είναι θαμμένος ο ωραίος Ευρίων.

Παιδί αλεξανδρινό, είκοσι πέντε χρόνων.

Απ’ τον πατέρα του, γενιά παλιά των Μακεδόνων·

από αλαβάρχας της μητέρας του η σειρά.

Έκαμε μαθητής του Αριστοκλείτου στην φιλοσοφία,

του Πάρου στα ρητορικά. Στας Θήβας τα ιερά

γράμματα σπούδασε. Του Αρσινοΐτου

νομού συνέγραψε ιστορίαν. Αυτό τουλάχιστον θα μείνει.

Χάσαμεν όμως το πιο τίμιο — την μορφή του,

που ήτανε σαν μια απολλώνεια οπτασία.

1912-1914                                          

 

 

 

 

 

 

 

Το ποίημα γράφτηκε το 1912 και πρωτοδημοσιεύτηκε τον Μάρτιο του 1914. Ο Ευρίων, σύμφωνα με το ποίημα, είναι μια εξαιρετική προσωπικότητα: Αλεξανδρινός με μακεδονική καταγωγή. Έμαθε φιλοσοφία πλάι στον Αριστόκλειτο και ρητορική πλάι στον Πάριο. Σπούδασε στις  Θήβες τα «ιερά γράμματα», (οι Θήβες αναφέρονται ως Διόσπολις από τον  Όμηρο στην Ιλιάδα και Diospolis Magna από τους Ρωμαίους). Τέλος «συνέγραψε ιστορίαν». Όπως θα μπορούσε να λέει και το όνομά του, ο Ευρίων έχει όλα τα προσόντα  σε αφθονία.  Και, ενώ ξέρουμε τόσα πολλά γι’ αυτόν, δεν ξέρουμε «το πιο τίμιο - την μορφή του», την οποία ο Καβάφης αποκαλεί «Απολλώνια οπτασία». 

Αν κάθε ποίημα είναι ένα «επιτύμβιο», όπως έλεγε ο Έλιοτ –Every poem an epitaph-  τότε ο «Ευρίωνος τάφος» είναι «πιο επιτύμβιο», γράφει ο Γ.Π. Σαββίδης (Μικρά Καβαφικά, τ. Β΄ Ερμής 1987, σελ. 460), ο οποίος κάνει λόγο για τα τρία «Tombeaux» του Μαλαρμέ και την  Spoon River Anthology του Έντγκαρ Λη Μάστερς. Θα πρέπει να τονίσουμε ότι δεν έχει καμία σημασία αν πρόκειται για πραγματικό ή φανταστικό πρόσωπο ούτε, αν πράγματι, το ποίημα αναφέρεται σε πραγματικό τάφο. Ο Σαββίδης απαριθμεί τίτλους με σχετικό θέμα, αρχής γενομένης από τα λιτά και σύντομα αρχαία Επιγράμματα, αλλά και,  στα νεότερα χρόνια, τα εκτεταμένα ποιήματα όπως είναι οι  Τάφοι-Sepolcri  του Φόσκολου,  το In Memoriam του Τέννυσον, τα Μνημόσυνα του Βαλαωρίτη ή ο Τάφος του Παλαμά. Το θέμα το παρακολουθεί και στους προ-ρομαντικούς, στους κλασικότροπους  και στους νεότερους παρνασσιστές και φτάνει στους  νεοτεριστές ρομαντικούς και υπερρεαλιστές ποιητές. 

Κατά τον Σαββίδη, ο Καβάφης κατατάσσεται στους γόνους του γαλλικού Παρνασσισμού και από το 1886 έως το 1923 συνθέτει δώδεκα, λίγο πολύ, επιτύμβια ποιήματα, στα οποία ανήκει και το «Ευρίωνος Τάφος». Πάντα σύμφωνα με το Σαββίδη, ο Ευρίων θα μπορούσε να ήταν μαθητής του Λυσίου Γραμματικού (το πρόσωπο δεν πρέπει να συγχέεται με τον ρήτορα Λυσία της Αθήνας). Επίσης, από όλους αυτούς τους ανύπαρκτους  θνητούς κανείς δεν παρουσιάζεται ως ποιητής ή εραστής ποιητή· «εκτός από τον νεκρομάντη Καβάφη», στον οποίο,  ο Σαββίδης υποστηρίζει ότι «τούτα τα φάσματα οφείλουν την μόνη πραγματική τους ύπαρξη και χάρτινη υστεροφημία». Με άλλα λόγια είναι πλάσματα της φαντασίας και η ιδέα πίσω από τα πρόσωπα είναι που έχει σημασία. 

Ο Δημηρούλης, επίσης, διευκρινίζει ότι ο Ευρίων είναι φανταστικό πρόσωπο,  ότι ο συηνίτης είναι πολύτιμος κοκκινωπός λίθος από την Συήνη (Ασουάν) της Αιγύπτου και συμπληρώνουμε ότι, λόγω χρώματος και για την ωραία του εμφάνιση, χρησιμοποιείται σε επιστρώσεις, όπως και στο συγκεκριμένο ποίημα. Λέει ακόμα ότι οι Αλαβάρχες ήταν Εβραίοι αξιωματούχοι, ο Αριστόκλειτος κι ο Πάρος είναι φανταστικά πρόσωπα, τα ιερά γράμματα είναι εβραϊκά  ιερά κείμενα ή, κατ’ άλλους, ιερή γραμματεία της αρχαίας Αιγύπτου, οι Θήβες είναι Αρσινοΐτης νομός, τοπωνύμιο της Αιγύπτου και τέλος το τίμιο είναι το πολύτιμο. 

Ο Καβάφης, λοιπόν, συνθέτει ένα επιτάφιο ποίημα για έναν ανύπαρκτο νέο άντρα 25 ετών στα 1914, δηλαδή στα 51 δικά του χρόνια, που είναι τα διπλά συν ένα από του ήρωά του.  Ο πολυτελής τάφος «περίτεχνον μνημείον», η εξαιρετική του παιδεία και μόρφωση, η σημαντικότατη καταγωγή, ένα κράμα μακεδονικής-ελληνικής, αιγυπτιακής και εβραϊκής, οι οποίες φέρουν πίσω τους μεγάλη πολιτισμική κληρονομιά, είναι στοιχεία που μας οδηγούν να τον θεωρήσουμε εξαιρετικά εξαιρετικό. Να θυμίσουμε ότι και στους Αλεξανδρινούς βασιλείς, οι Αλεξανδρινοί που «μαζεύτηκαν να δουν της Κλεοπάτρας τα παιδιά/ τον Καισαρίωνα και τα μικρά του αδέλφια», επευφημούσαν «ελληνικά, κι αιγυπτιακά και ποιοι εβραίικα».  Η βασίλισσα Κλεοπάτρα είναι «αίμα των Λαγιδών» – μακεδονικής καταγωγής- Ελληνίδα δηλαδή, Αιγυπτία βεβαίως, με τους Εβραίους να αποτελούν σημαντική πολιτισμική  παρουσία στον τόπο.

Επομένως, ο Καβάφης επιμένει στο στοιχείο της καταγωγής, ελληνική και αιγυπτιακή, στην παιδεία για την οποία προβάλλονται οι Αλεξανδρινοί, όπως φαίνεται και στον  «Ηγεμόνα εκ Δυτικής Λιβύης» και όχι μόνο.  

Και ενώ γενικά στα ποιήματα του, υπάρχει πάντα σχεδόν  περιγραφή κοσμημάτων και ενδυμάτων στολισμένων με πολύτιμους λίθους («Βάρβαροι», «Καισαρίων» κ.ά), εδώ, ο πολύτιμος λίθος εμφανίζεται βεβαίως, όμως όχι ως κόσμημα, αλλά ως πλάκα στον τάφο που καλύπτει τον ήρωα, κοσμημένος ωστόσο και αυτός με μενεξέδες και κρίνους, λουλούδια εφήμερα. Κι ενώ ξέρουμε τόσα πολλά για τον νεκρό, δεν ξέρουμε τίποτα για τη μορφή του. 

Ποια είναι λοιπόν η μορφή του; Ποια θα μπορούσε να είναι;

Στην περίπτωση του «Καισαρίωνα» ο Καβάφης λέει:

Α να, ήρθες συ με την αόριστη /γοητεία σου. Στην ιστορία λίγες
γραμμές μονάχα βρίσκονται για σένα,/κ' έτσι πιο ελεύθερα σ' έπλασα μες στον νου μου/…/ 
 Η τέχνη μου στο πρόσωπό σου δίνει/μιαν ονειρώδη συμπαθητική εμορφιά. /Και τόσο πλήρως σε φαντάσθηκα… 

 

Οι στίχοι αυτοί μας επιτρέπουν να πούμε πως η μορφή του Ευρίωνος, όπως και του Καισαρίωνα, είναι κρυμμένη μέσα στα συμφραζόμενα του ποιήματος, τα οποία μας επιτρέπουν, με τη σειρά τους, κάπως να τη φανταστούμε. Πολυτελή ενδύματα και κοσμήματα, ο ένας (όπως γνωρίζουμε και από του «Αλεξανδρινούς βασιλείς»), σπουδαία καταγωγή και παιδεία, ο άλλος ωστόσο, αγνοούμε «το πιο τίμιο — την μορφή του,/ που ήτανε σαν μια απολλώνεια οπτασία».

Κι εδώ θα σταθούμε  σε δύο στοιχεία: στο τίμιο = πολύτιμο, το οποίο θέλοντας και μη παραπέμπει στο ωραίο, όπως μπορεί κάποιος να εννοήσει το «ωραίο». Το δεύτερο είναι η «απολλώνια οπτασία». Άρα, αν θα μπορούσαμε να υποθέσουμε τη μορφή του Ευρίωνος θα την υποθέταμε σαν μορφή του Απόλλωνα. Ποιου Απόλλωνα; Εκείνου του άγνωστου μοντέλου που χρησιμοποίησε ο καλλιτέχνης για να πλάσει τον αρχαίο ανύπαρκτο θεό και το όνομά του χάθηκε αλλά σώθηκε στη μορφή του ανύπαρκτου θεού; Θεού του φωτός, του χρησμού και της ποίησης; Πώς λοιπόν μπορεί να φανταστεί κανείς τον  προκείμενο νεκρό μέσα στο «περίτεχνον μνημείον» του; 

Αφήνω ανοιχτό το ερώτημα και λέω μόνο πως ο Καβάφης στη νεότητά του έχει όλα τα χαρακτηριστικά της, στα καθ’ ημάς, απολλώνειας ομορφιάς, όπως η φωτογραφία που μνημονεύσαμε πιο πάνω.   

Ο Γιάννης Ρηγόπουλος γράφει στο «Εγκώμιο προσώπου»: «Επιτάφιον εγκώμιο αποτελεί το ποίημα ‘‘Ευρίωνος τάφος’’. Η σύνθεση του ποιήματος δεν απέχει πολύ από όσα συμβουλεύει ο Ερμογένης στα Προγυμνάσματα του», από τα οποία μεταφέρω εδώ σε πρόχειρη μετάφραση (για τη διευκόλυνση του αναγνώστη) τα εξωτερικά  χαρακτηριστικά του εγκωμίου ενός άντρα: ωραίος, σωματικά επιβλητικός, γρήγορος και δυνατός. Στα χαρακτηριστικά της ψυχής, αναφέρονται: δίκαιος, σώφρων, σοφός, ανδρείος… και κοντά σ’ αυτά πρέπει να εγκωμιάσεις τον  βίο, φιλοσοφικό ή ρητορικό  ή στρατιωτικό και κυρίως τις πράξεις. Και ο Ρηγόπουλος παραθέτει για αντιπαραβολή τα ποιήματα «Αριστόβουλος», «Ιγνατίου τάφος», «Για τον Άμμονη που πέθανε 29 ετών, στα 610», «Από την Σχολή του περιωνύμου φιλοσόφου», «Επιτύμβιον Αντιόχου βασιλέως Κομμαγηνής» κ.ά. (Ut Pictura, Poesis,  σελ. 21 και 34). 

Όμως, αγαπητέ αναγνώστη, όσο και να νομίζω πως έχω βάλει το νερό στο αυλάκι, κάτι ακόμα με τριβελίζει και είναι αυτό που κουδουνίζει με όλα τα τελικά -ν- των λέξεων του ποιήματος. Σαν οι λέξεις να τονίζουν τον στόμφο που έχει η ματαιοδοξία, η ομορφιά, η παιδεία, τα έργα· όλα τα καλύπτει ένας ωραίος κοκκινωπός λίθος που όσο κι αν είναι «περίτεχνος», μια πλάκα τάφου είναι, εντέλει, που καλύπτει τα πάντα και χάνονται. Το μόνο που θα μείνει είναι το ότι έγραψε ιστορία. 

Κι εγώ ένας Ευρίων είμαι, έρχομαι από μακριά, η ομορφιά των 25 χρόνων μου χάθηκε πια και τώρα ενθάδε κείμαι. Έγραψα όμως ποιήματα, που αυτά τουλάχιστον θα μείνουν!  

                                              *********

 Ξαναπιάνοντας το νήμα από την αρχή στέκομαι στα σχόλια:

Απολλώνεια οπτασία, αόριστη γοητεία, "απόκλιση προς το σύμπαν" (μακριά από τον κόσμο, φευγάτος), κεφάλι χελώνας (χωμένος μονόχνοτος στο καβούκι του), μυστικοσύμβουλος του, ρυτιδωμένος Κοραής (σοφός) ...και η δική μου παρατήρηση απολλώνια μορφή: τίνος;  του ανύπαρκτου θεού,  το άγνωστο μοντέλο... πόσο τίποτα ουσίας πίσω από τα λόγια, "τα κούφια λόγια". Εκείνο που μένει αν μένει είναι το έργο... 

Για τον εαυτό μιλάει, αυτός είναι το "περίτεχνο μνημείο" κάτω από τον πολύτιμο λίθο, (το κομψό κοστούμι) τη σπουδαία παιδεία και τη σημαντική καταγωγή    αλλά κανείς δεν το λέει. ΕΓΩ το είπα!!!

και έχω μέσα μου μια ταραχή....                                

Βιβλία από τα οποία άντλησα πληροφορίες

1.    Δημήτρης Δημηρούλης, Κ. Π. Καβάφης ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΚΑΙ ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΑ (Gutenberg 2015)

2.     Γ. Π. Σαββίδης,  Μικρά Καβαφικά, τ. Β΄ Ερμής 1987

3.    Michael  Haag, Αλεξάνδρεια, Η πόλη της μνήμης, μτφρ. Αντώνης Καλοκύρης, εκδ. Πατάκη, 2019

4.    Δημήτρης Δασκαλόπουλος και Μαρία Στασινοπούλου, Ο βίος και το έργο του Κ. Π. Καβάφη,  Εκδ. Μεταίχμιο 2013

5.    Γιάννης Ρηγόπουλος, Ut Pictura, Poesis,  Το «εκφραστικό», Σύστημα της Ποίησης και της Ποιητικής  του Κ. Καβάφη, εκδ. Σμίλη 1991.

                

                                       

 

 

 

C.P.CAVAFY AND THE TOMB OF EVRION

By Anthoula Daniil

Litt.D. and literary critic. She is a member of the Writer’s Union and the Greek Musical and Drama Critics Union.

Rendered and slightly adapted by

Vassilis C. Militsis

To Yannis Rigopoulos, who goaded me…

He walked in his city. Those who saw him would pause and scrutinized what he wore, the way he wore it, how he stood, how he walked, looked and spoke. How did he really speak? He spoke in a strange manner as if he selected his words. He was peculiar, histrionic and affected but imposing. “Beyond all this he possessed a ‘handmade’ personality that no one finds easily in his life.” E. M. Forster described him: He was “a Greek gentleman in a straw hat, standing absolutely motionless at a slight angle to the universe.” Marinetti saw him as a ‘grey haired gentleman with a tortoise-like head’. Kazantzakis* portrayed him as a cardinal or a papal privy councilor in 15th century Florence, and Ouranis* likened him to a wizened Korais* or Thyrsos. Cavafy was ‘a small universe abounding in countless secrets and charming oddities…’ This and more such information has been derived by Dimitris Dimiroulis in his volume K. P. Cavafy, Published and Unpublished Poems (Gutenberg 2015) 

 

Young or mature, always smartly dressed, unique, he spoke in an odd way or rather he spoke Greek with a British accent (Haag). You could not help seeing him without being impressed. That is what a 1903 photo of him does, and it is this one he himself used to show to his publishers until his maturity; “Cavafy years ago.” It was logical that his appearance, his stance, his discourse, and his bearing derive from his cryptic personality. Those who happened to know him in Alexandria or in Athens, both Greeks and foreigners spoke of someone distinctive, unique and exotic.

Alexandria is one of the numerous cities built by and named after Alexander the Great. Alexandria, Cavafy’s birthplace, was built in 331 BCE. After Alexander’s death the city passed to the Ptolemy dynasty, to Antony and Cleopatra, and later to the Romans. In 641 AD was conquered by the Arabs; but the city conquered all those who had visited her. In modern times Lawrence Durrell was inspired by her for his quartets; that is where Stratis Tsirkas* was born and created his trilogy The Drifting Cities. That is where the poet Constantine P. Cavafy was also born in 1863, when the city was at the peak of the booming cotton trade, and that is where he died in 1933, at the age of 70. When the Germans arrived, Alexandria was comprised of “five races and languages, a dozen faiths, and five fleets maneuvering in the lee of the jetty.”

Lawrence Durrell, who lived and wrote in Alexandria, said something momentous: “My real life seems to exist only in books or in dreams.” “Thank you, thank you, Egypt! What a lure, what a magical sway of the cradle.” The reader could as well attribute such locutions to Cavafy himself for the latter is part of History and lives in the dreams, the races, the tongues and the faiths, as it can be seen in his poems.

Pondering on all this, an issue arises: which is the real person of the poet behind his peculiar language, his affectations and his oddities?  The ‘goading’ to deal with the poem was provoked by the poem itself.

 

Tomb of Evrion

In this tomb—ornately designed,
the whole of syenite stone,
covered by so many violets, so many lilies—
lies handsome Evrion,
an Alexandrian, twenty-five years old.
On his father’s side, he was of old Macedonian stock,
on his mother’s side, descended from a line of magistrates.
He studied philosophy with Aristokleitos,
rhetoric with Paros, and at Thebes
the sacred scriptures. He wrote a history
of the province of Arsinoites. That at least will survive.
But we’ve lost what was really precious: his form—
like a vision of Apollo.
(1912-1914)

[Reprinted from C. P. CAVAFY: Collected Poems Revised Edition, translated by Edmund Keeley and Philip Sherrard, edited by George Savvidis. Translation copyright © 1975, 1992 by Edmund Keeley and Philip Sherrard. Princeton University Press. For reuse of these translations, please contact Princeton University Press.]

The poem was written in 1912 and appeared for the first time in March, 1914. The poem depicts Evrion as an exceptional personality: an Alexandrian of Macedonian descent, he was taught philosophy by Aristokleitos and rhetoric by Paros. He studied the sacred scriptures at Thebes (mentioned by Homer as Diospolis in the Iliad, and Magna by the Romans.) Eventually, he wrote a history. As his name denotes, Evrion possesses all the talents in abundance. Whereas we know a plethora of things about him, we are ignorant of his most precious trait – his form, which Cavafy says it is like a vision of Apollo.

 

G.P. Savvidis (Minor Cavafian Studies, 1987) writes: If every poem is an epitaph, according to T. S. Eliot, the Tomb of Evrion is the paramount one.

He also refers to the three Mallarme’s Tombeaux as well as to Edgar Lee Masters’ Spoon River Anthology. It should be pointed out that it is of no importance whether the hero is a real or a fictional person; nor if the poem really concerns a real sepulcher. Starting from a number of modest and short ancient epigrams as well as, in modern times, from long poems such as Foskolos’ Sepolcri, Tennyson’s In Memoriam, Valaoritis’ Memorials and Palamas’ The Grave, Savvidis enumerates titles dealing with relevant subjects. He follows the matter from the pre-romantic school, the classicists and latter-day Parnassists to the modern romantics and surreal poets.

 

 

 

According to Savvidis, Cavafy is classified to the offspring of the French Parnassism and from 1886 to 1923 had written no fewer than twelve epitaphs, which include the Tomb of Evrion. According to Savvidis, Evrion could have been a disciple of the Grammarian Lysias (the name bears no association with the Athenian rhetorician Lysias.) It should be also noted that among all those non-existent mortals none is presented as a poet or the poet’s lover “save the necromancer Cavafy,” to whom, Savvidis contends, “all these phantoms owe their real existence and ‘paper’ posthumous reputation.” In other words, they are fictional entities and what is of importance is only the idea behind the fiction.

 

Dimiroulis also elucidates that Evrion is imaginary, that syenite is a precious reddish stone mined at Syene (nowadays Aswan) of Egypt and we complete, too, that due to its eye-catching color is used for coatings as the poem in question implies. He goes on to explain that the term Alavarchas in the Greek text refers to Hebrew magistrates; Aristokleitos and Paros are also fictional heroes. The sacred scripture can be either the Hebrew sacred texts or the divine literature of ancient Egypt. Thebes is a city in the province of Arsinoites, a place-name in Egypt and finally the Greek word τίμιος is rendered by the term precious.

 

Cavafy composed an epitaph poem for an unreal young man of around 25 years old in 1914 when he was 51, twice as old plus one year as his hero. The sumptuous tomb – an ornately designed monument – his excellent education and erudition, his most eminent ancestry – a Macedonian Greek, Egyptian and Hebrew blend – that bequeath a great legacy, are elements leading us to deem him outstandingly exceptional. It should be reminded that in the poem Alexandrian Kings the denizens of Alexandria, who “gathered to see Cleopatra’s children, Kaisarion and his little siblings,” cheered them “in Greek, Egyptian and several of those in Hebrew.” Queen Cleopatra is of the “Lagids blood” – from Macedonian stock – a pure Greek, but the successor of Egyptian patrimony, as well. The Jews play a major cultural role in the country.

 

Consequently, Cavafy insists on the element of origin – both Greek and Egyptian – the learning, for which the Alexandrians are distinguished, as becomes obvious from the satirical poem A Prince from the Western Libya, and a host of other factors.

And although generally in his poems there is almost always a description of jewelry and elegant attires bedecked with precious stones (Waiting for the Barbarians, Kaisarion, et al.) in this poem the precious stone is not a piece of jewelry but a gravestone, ornate by so many violets, so many lilies – evanescent flowers –, which covers the hero. And whereas we do know so many things about the dead man, we know nothing of his form.

Which is then his form? What could he have looked like?

 

In the case of Kaisarion Cavafy says:

And there you were with your indefinable charm. Because we know so little about you from history, I could fashion you more freely in my mind. …  My art gives your face a dreamy, an appealing beauty. And so completely did I imagine you…

[Reprinted from C. P. CAVAFY: Collected Poems Revised Edition, translated by Edmund Keeley and Philip Sherrard, edited by George Savvidis. Translation copyright © 1975, 1992 by Edmund Keeley and Philip Sherrard. Princeton University Press. For reuse of these translations, please contact Princeton University Press.]

 

These verses enable us to easily deduce that Evrion’s form, like that of Kaisarion’s, is concealed in the context of the poem. We know that Kaisarion, well educated and of noble birth (as we know from the Alexandrian Kings), wears splendid garments and jewelry; however, we are ignorant of Evrion’s most precious trait – his form, which was like an Apollonian vision.

 

 

And at this point let us dwell on two things: the first is the τίμιο (honorable in Greek), which means precious in this context and refers us casually to something beautiful. The second is the Apollonian vision. Therefore, should we suppose Evrion’s form like Apollo’s form? But which Apollo? Apollo’s unknown model the artist employed to fashion the ancient unreal god, whose name had been forgotten but his form survived? The god of light, of the oracle and poetry? How can one imagine the present dead hero within the ornately designed tomb?

 

 

 

 

I let the question go answered and what I only say is that Cavafy in his youth possessed all the attributes, according to our present taste, of an Apollonian beauty, like his photograph mentioned above.

 

Yannis Rigopoulos in his Eulogy of a Person writes: Evrion’s Tomb is an epitaph poem. Its composition is not far from Ermogenis’ counsels in his Progymnasmata (Preparatory Exercises). The bodily features of a man’s encomium are: being handsome, physically imposing, swift and strong. Morally, he is expected to be just, prudent, wise and brave… in addition one ought to praise his philosophical, rhetorical or military life, and, above all, his actions. Herein, Rigopoulos juxtaposes the poems Aristobulus, Tomb of Ignatius, For Ammonis, who had passed away at the age of 29, in 610 AD, From the School of the Renowned Philosopher, Epitaph of Antiochos, King of Kommagini, et al. (See Ut Pictura, Poesis, pp 21 and 34).    

 

 

And yet, dear reader, much as I believe I have set things in motion, there is still something that nags me and that is the bombast lurking in the mimicking of archaic words. Pompous words such as vainglory, pulchritude, erudition and oeuvres. All these notions are covered by a refined, reddish stone, which, much as it is ‘ornately designed’, is still a gravestone that hides all that eventually perish. What is left is what History has rescued.

 

I am also an Evrion, who comes from afar and the beauty of my 25 years has been lost forever and on my tomb is written: HIC JACET (here lies). At least, I leave behind the poems I have composed.

                                            *********

 Picking up the thread from the beginning, I shall dwell on the comments:

At a slight angle to the universe (out-worldly), tortoise-like head (introvert), papal privy councilor, a wizened Korais (wise)… and my own remark: Apollonian form. Whose form? That of the unreal god, the unknown model… they are merely hollow words. What remains is the work…

The poet speaks of himself; he is the one under the precious stone (the elegant garb), the vast erudition and the glorious ancestry, but none dare say it. I have; and I have been in turmoil ever since…

  

*Adamantios Korais   

*Nikos Kazantzakis     

*Kostas Ouranis   

*Stratis Tsirkas

 

 Sources:

1.      Dimitris Dimiroulis (Gutenberg Published and Unpublished Poems, 2015)

2.      Savvidis (Minor Cavafian Studies, 1987)

3.      Michael Haag Alexandria

4.      Dimitris Daskalopoulos C. P. Cavafy, Life and Works

5.      Yannis Rigopoulos Ut Pictura, Poesis, To ‘ekphrastiko’ Cavafy’s System of Poetry and Versification.

Unfortunately, all the above reference is in Greek.


By the same: