|
Η ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΗ ΚΑΜΑΡΑ Αλέξανδρος ΠαπαδιαμάντηςΣχώρα με, Αρετώ, σχώρα με! Θεός σχωρέσ', Θεός σχωρέσ', πατέρα! Μ' όλη την ψυχή σ', κορίτσι μ'
Αρετώ! Μ' όλη την ψυχή μ', πατέρα
σχωρεμένος να 'σαι! Κι εψυχομάχει επί ημέρας κι
εβδομάδας ο γερο-Κουμενής, κι εβασανίζετο φρικτά εις την εσχατιάν του κόσμου
τούτου, εις τα πρόθυρα του άλλου, πριν πατήσει εις του ζοφερού Άδου τον
ουδόν. Και τυραννούμενος, αφανισμένος και
μη δυνάμενος να εξαφανισθεί, πνιγόμενος και μη δυνάμενος ν' αποπνιγεί,
επεκαλείτο την ευχήν, την συγγνώμην του ιδίου τέκνου του, της κόρης του
Αρετής, την οποίαν είχεν από τον πρώτον γάμον. Την επεκαλείτο όχι πλέον με την
ελπίδα ότι θα εγίνετο υγιής, να σηκωθεί από την κλίνην, να ζήσει, αλλά δια να
βαραθρωθεί, να πέσει εις την μαύρην άβυσσον. Ύστερον από χρόνους πολλούς, ομήλιξ
πλέον της μητρός μου, όταν ήμην παιδίον, διηγείτο όλα ταύτα, η Αρετή, η
σύζυγος του Μπόζα, εις την μητέρα μου. Και την ήκουσα ν' απαγγέλλει, με πάθος
και με απλότητα έν άσμα του λαού, εις το οποίον εύρισκεν, ως φαίνεται,
εμφαντικήν αλληγορίαν και έμμεσον σχέσιν με την ιδίαν τύχην της. Καμάρα χτίζαν στο γιαλό, καμάρα
δε στεριώνει αποβραδύ τη χτίζανε, και το πρωί
γκρεμ' ζόταν. Πουλάκι πήγε κι έκατσε δεξά 'πό
την καμάρα, δεν κελαηδούσε σαν πουλί, δε λέει πώς λέει τ΄αηδόνι. μόν΄ κελαηδούσε κι έλεε ανθρωπινή
λαλίτσα: «Α δε στοιχειώστε άνθρωπο,
καμάρα δε στεριώνει, ούτε φτωχόν, ούτ' ορφανό, 'δέ ξένο, 'δέ διαβάτη, μόνο
του πρωτομάστορη την πρώτη του γυναίκα». Ο μάστορης σαν τ' άκουσε,
στέλνει το μαθητή του. «Έλα, έλα, κυρ’ Αρετή, έλα, σε
θέλει αφέντης». «Άνε με θέλει για καλό, να
στολιστώ να έρθω κι άνε με θέλει για κακό, να έρθω όπως είμαι». «Έλα, έλα, κυρ’ Αρετή, έλα και
σε προσμένει»… Τρεις αδερφάδες ήμαστε, κι οι
τρεις στοιχειόν εμπήκαν, την Ευδοκιά στον Τύρναβο, τη Μάρω στο γεφύρι, κι
εμένα, την κυρ’ Αρετή, δεξά 'πό την καμάρα. Και η ταλαίπωρος Αρετή, η Μπόζαινα, ίσως ένεκα της ταυτότητος του
βαπτιστικού ονόματος, εύρισκε μυστηριώδη ομοιότητα μεταξύ της τύχης της
ηρωίδος του άσματος τούτου, και της ιδίας πικράς μοίρας της, υπέφερε πολύ από
την ολιγωρίαν του συζύγου της του καλουμένου Πατσοστάθη ή Μπόζα, όστις,
καίτοι γεωργός με αγρούς και κτήματα, δεν ηγάπα πολύ την εργασίαν, αλλ΄
επροτίμα να μετέρχεται εις την αγοράν το έργον του μακελλάρη, θητεύων πλησίον
άλλων ζωεμπόρων. Του ήρεσκε να κυλίεται εις τα σφαγεία, ως αληθινόν
«χασαπόσκυλο», να τρώγει καθημερινά γιουβέτσια, και χορταίνει τον οίνον και
τον ύπνον, αφήνων ως επί το πλείστον νηστικήν κατ’ οίκον την συμβίαν ομού με
τα πέντε παιδιά της. Η Αρετή, χρηστή και φρόνιμη, υπέφερε με «μαρτυρικήν υπομονήν»,
κι εζούσεν, όπως τόσαι άλλαι, οικονομούσα και ξενοδουλεύουσα. Και μαζί με το άσμα της
Στοιχειωμένης Καμάρας, διηγείτο εις την μητέρα μου την απλήν και σύντομον
ιστορίαν της ασήμου ζωής της. Πέντε χρόνων ήτον όταν η μάννα της
την άφησεν ορφανήν εις τον κόσμον. Ο πατήρ της, ύστερον από έτος,
εξαναπανδεύθη. Η μητρυιά της ήτον «από το σόι του Καραμουσαλή». Εξ αρχής την
εμίσησεν, αλλά την υπέφερεν επ΄ ολίγον καιρόν. Όταν μετά έτος άρχισε να
γεννοβολά και να σπαργανίζει, τότε ο φθόνος της προς την προγονήν
ετριπλασιάσθη. Κατ΄ ατυχίαν αυτής της μικράς, είχε γεννήσει θήλυ. Ω, βεβαίως
αυτή η μικρή κουρούνα, η κουκουβάια, έπταιεν. Εάν είχε καλό ποδαρικό, θα
έφερνεν αγόρι κατόπιν της. Τότε και η θέσις της προγονής θα
εγίνετο πολύ ανεκτοτέρα εις την οικίαν. Αλλά δια να είναι τέτοια
«γουρουνοπόδαρη», έφερεν άλλην κόρην όπισθέν της. Επόμενον ήτο να μη
προξενήσει καλόν οιωνόν εις την μητρυιάν της. Αφού η Καραμουσαλίνα ανέθρεψεν επί
έτος με πολλάς φροντίδας την κόρην της, υβρίζουσα, βλασφημούσα, δέρνουσα,
πότε με το τσόκαρο και με το πέλμα της κουντούρας, πότε με τετραπλούν το
σχοινί, όπου άπλωνε καθημερινώς τα σπάργανα της μικράς, γύρω, εις το
πτερύγιον της εστίας (επειδή όλον τον χειμώνα δεν έπαυσε να βρέχει και να
χιονίζει) την δυστυχή προγονήν της, πάλι ευρέθη έγκυος, πριν απογαλακτίσει
ακόμη την μικράν Μαριώ της. Όταν αύτη ήτον 19 μηνών, εβγήκεν εις
το φως της ημέρας η Λενιώ, από την κοιλίαν της μητρός της. Ω, τότε η θέσις της Αρετώς
κατήντησεν αφόρητος. Ιδού εις διάστημα ολιγώτερον των τριών ετών δύο αδελφάς
από τον ίδιον πατέρα της, αυτή η γρουσούζα, έφερε κατόπιν της! Ήτο μίαν πρωίαν, φθινοπωρινήν πρωίαν
σχεδόν τόσον ωραίαν, ως να ήτο εαρινή, όταν ο Κουμενής επήρε μίαν βάρκαν του
γείτονος κι εβαρκαρίσθη χωρίς άλλον σύντροφον, ναύτην ή κωπηλάτην, με σκοπόν
να υπάγει εις ένα γιαλόν αντικρύ του χωρίου, προς το δυτικόν μέρος, στην
Καναπίτσα, εντός του μεγάλου μεσημβρινού λιμένος. Επήρε κι ένα μπαλτάν μαζί του, και
μίαν απόχην, κ΄ένα γάντζον. Ίσως είχε σκοπόν να κόψει ξύλα, να γεμίσει την
βάρκαν, περισσότερον, παρά να γιαλέψει. Επήρε μαζί του και την μικράν οκταετή
Αρετώ· ίσως, δια να του κουβαλά ξύλα, όσον ημπορούσε να σηκώσει από τον
λόγγον τον πλησιέστερον εις την άμμον του γιαλού. Ο Κουμενής έβαλε την κόρην του να
καθίσει παρά την πρώραν, και ήρχισε να κωπηλατεί. Η βάρκα έπλευσε μακράν,
ανοικτά από το χωρίον, ώστε τα σπίτια εφαίνοντο πλέον ως κοτέτσια μικρά, και
οι άνθρωποι εφαίνοντο πλέον ως ποντίκια πηδώντα, όσοι εβάδιζον επάνω εις την
δυτικήν εσχατιάν, εις τ΄ οροπέδιον· κι αι γυναίκες εφαίνοντο ως σεισουρίδες,
όσαι έπλυνον ρούχα κάτω εις την Φτελιά, εις τον αιγιαλόν, κάτω από τα
Μνημούρια. Επλησίαζεν η βάρκα να φθάσει πέρα,
εις την Καναπίτσαν, και αφού επέρασαν τα νερά τα βαθυκύανα κι άπατα, έφθασαν
εις ρηχά, γαλανά κι αιθέρια νερά, όπου γοργόνες και νεράιδες θα εχαίροντο να
κολυμβούν, και να βουτούν κάτω εις τον μαγικόν πυθμένα, με τα άντρα και τα
βρύα, και τα μαργαρώδη κογχύλια, και με τ΄ απειράριθμα ωραία ψαράκια που
έπαιζαν κοπαδιαστά κάτω. Ο Νικόλας ο Κουμενής εθώπευε λίαν τρυφερώς την μικράν κόρην του, και
της έδειχνε τας καλλονάς του πυθμένος και του γιαλού. Κοίταξε, Αρετάκι μ',
κοίταξε κάτω, βλέπεις τα ψαράκια, πώς γυαλίζουν κοκκινωπά και γαλαζούτσικα; Τα βλέπω, πατέρα. Κοίταξε τα μούσκλια τα πρασινούτσικα, κοίταξε τα φύκια! ιδέ τα
στρειδάκια, τα χαλίκια τι όμορφα που 'ναι, Αρετάκι! Όμορφα, πατέρα. Κοίταξ΄ένα πραματάκι εκεί κάτω!… Το
βλέπεις, Αρετούλα μου; …Σκύψε να ιδείς, σκύψε! Ο Κουμενής είχε κλίνει προς το μέρος
όπου εκάθητο η Αρετούλα, κι έγερνε φοβερά η βάρκα προς εκείνην την πλευράν.
Εβίαζε την παιδίσκην με προτροπάς και με χειρονομίας να σκύψει να ιδεί κάτω.
Η Αρετούλα εκρατείτο σφιχτά και με τα δύο χέρια από την κουπαστήν. Ήρχισεν
αορίστως πως να φοβείται. Ο πατήρ της εξηκολούθει να την βιάζει συντόνως να
σκύψει, δια να ιδεί τα «όμορφα πραματάκια», οπού ήσαν εις τον πάτον κάτω. Επί μίαν στιγμήν, με την χείρα του
την δεξιάν, καθώς προένευεν εμπρός βλέπων προς την πρώραν, άφησε την μίαν
κώπην, κι έδραξεν από τον ώμον την Αρετούλαν. Αλλά μόλις την έθιξε, κι ευθύς
πάλιν την αφήκεν· απέσυρε την χείρα, ως να ετρόμαξεν εις την ιδίαν σκέψιν
του. Α! κακό κορίτσι, δεν θέλεις να
σκύψεις να ιδείς τι όμορφα είναι κάτω! Η Αρετούλα άρχισε τα κλαύματα. Μετ΄ ολίγα δευτερόλεπτα, αφού ο
πατήρ της εκωπηλάτησε μετά μεγάλης βίας και ορμής, ως να μην ήξευρε τι
έκαμνεν, ή να ήτο θυμωμένος με τον ίδιον εαυτόν του, η πτωχή παιδίσκη, με τα
όμματα θολωμένα από τα δάκρυα της, παύσασα πλέον να κοιτάζει οπουδήποτε, και
κλαίουσα χωρίς να ηξεύρει διατί, ησθάνθη ελαφρόν τιναγμόν. Η βάρκα έφθασεν
εις την Καναπίτσα, την μικράν αγκάλην του γιαλού, και η πρώρα της προσώκειλε
μαλακά εις την άμμον. Ανεσήκωσε την ξανθόμαλλον, ακτένιστον μικράν κεφαλήν
της, είδεν ότι έφθασαν, ηθέλησε να σηκωθεί και να πηδήσει έξω. Ο πατήρ της
την επρόλαβε. Την ήρπασε βαναύσως από την μασχάλην, την εταλάντευσεν επί μίαν
στιγμήν, και την έρριψεν έξω εις την άμμον, ως μικρόν σάκκον με φρύγανα. Τον
δούπον της πτώσεώς της αυτός μόνος τον ήκουσε ν΄ αντηχήσει εις τα σπλάγχνα
του. Είτα εσήκωσε την μίαν κώπην,
αβαράρισε την άμμον, και απεμακρύνθη, ως να ήλλαξε σχέδιον. Ίσως δεν ήθελε
πλέον να κόψει ξύλα. Αφού απεμακρύνθη πολλάς οργυιάς, έλαβε τον κάμακα ή την
απόχην, κι εστάθη όρθιος, κύπτων επί της πρώρας, δια να ζητήσει άγραν. Η Αρετούλα έπαυσε να κλαίει. Δεν
εφώναξε τον πατέρα της να έλθει να την επάρει στην βάρκαν πίσω. Ορμεμφύτως
ησθάνετο ότι θα ήτο καλά εκεί. Εβάδισεν ολίγα βήματα, κι εκάθισεν όπισθεν
υψηλών θάμνων, πλησίον ερειπίου τινός παλαιάς καλύβης, οπού εκρύπτετο από το
βουνόν. Εις κανένα εκ των σπανίων διαβατών όσοι εβάδιζον προς τους αγρούς, ή
επέστρεφον, δεν έδωκε σημείον ζωής, και κανείς δεν την ανεκάλυψε. Πλησίον του
ερειπίου υπήρχε μικρά χαράδρα, όπου ίδρωνεν ολίγον νερόν. Εκεί έσκυψεν η
Αρετούλα κι έπιεν, έφαγε τρέφλα, είδος τριφυλλίων ή αγρίας αντράκλας, τα
οποία εφύτρωναν σιμά εις την μικράν φλέβα του νερού. Εκεί έμεινε κρυπτομένη
όλην την ημέραν. Ήρχισε να νυκτώνει ήδη. Μικρά,
πτωχή, πειναλέα, εγύρισε προς ανατολάς, εκεί όπου έβλεπε τα σπιτάκια του
χωριού, ηύρε τον δρόμον, και άρχισε να βαδίζει, .να σύρεται μάλλον προς τα
εκεί. Δύο καλοί ζευγολάται, πατήρ και υιός, επιστρέφοντες από τους αγρούς
των, οι τελευταίοι νυκτώσαντες εξωμερίται, την είδαν να μαυρίζει και να έρπει
εις την άκρην του δρόμου, και την επήραν μαζί των εις το μικρόν δυτικόν
προάστιον, τα Γελαδάδικα, εις την εσχατιάν της πολίχνης. Εις τας ερωτήσεις
των απήντησεν ότι ο πατήρ της την είχε πάρει το πρωί με την βάρκαν, και την
άφησε προς ώραν εις την αμμουδιάν, και αυτή ήλπιζεν ότι θα γυρίσει να την
επάρει, αλλά δεν εγύρισε. Τόσον μόνον είπε. Η Αρετούλα δεν ηθέλησε πλέον να
ξαναπατήσει εις την οικίαν της μητρυιάς της. Εις τας επιπλήξεις των εκ μητρός
συγγενών της απήντησεν ότι «η μάννα της η Καραμσαλίνα» δεν την θέλει, και ότι
δασκαλεύει την μικράν Μαριώ πώς να την τσιμπά και να της τραβά τα μαλλιά. Αι
συγγενείς της μητρός της, πτωχαί όπως αυτή, θέλουσαι μη θέλουσαι, την
εκράτησαν πλησίον των, την έμαθαν καθ΄ όσον εμεγάλωνε, να πλύνει, να
σφουγγαρίζει, ν΄ ασβεστώνει εις ξένα σπίτια, προσέτι να βοτανίζει, να
θερίζει, να συλλέγει ελαίας, κατ΄ εποχάς, και να τρέφει «καματερό», δηλ.
μεταξοσκώληκας, το θέρος. Όταν έγινε δεκατριών χρόνων, την υπάνδρευσαν. Τον
καιρόν εκείνον αι κόραι του πτωχού λαού υπανδρεύοντο ταχύτερον και
ευκολώτερον παρ΄ όσον εις τας ημέρας μας. Και όμως η μητρυιά της την
εκατάτρεχεν ακόμη. Ενώ επρόκειτο να νυμφευθεί η κόρη, ο πατήρ της μίαν ημέραν
της «έρριξεν αβανιά», όσον απίστευτον και αν φανεί τούτο. Προφανώς, «τον είχε
βάλει και πάλιν στα λόγια, η Καραμσαλίνα, η μάννα της». Πώς έγινε τούτο, ακριβώς δεν
ηξεύρομεν. Φαίνεται ότι η μητρυιά ελογάριαζεν ότι, εάν είχε λείψει εγκαίρως
από την μέσην η προγονή της, το σπιτάκι και τ΄ αμπέλι και τον μικρόν ελαιώνα
της μακαρίτισσας θα τα εκληρονόμει αυτοδικαίως ο Κουμενής, και είτα με τον
καιρόν, θα τ΄ απέκτων το Μαριώ και το Λενιώ, αι δύο θυγατέρες της, αίτινες
άλλως δεν είχον να πάρουν μεγάλην προίκα. Ο πατήρ της, φευ! την διέβαλε με ένα
άνθρωπον, όστις ήτο απλώς διαβάτης και ξένος, γυρολόγος, και τυχαίως διήρχετο
από την γειτονιάν. Αι γειτόνισσαι προς καιρόν το επίστευσαν. Αλλά μετ΄ολίγον
εβγήκεν «ως φως και ως μεσημβρία το κρίμα της», της Αρετώς, και απεδείχθη η
αθωότης της. Και ο γάμος δεν εματαιώθη. Είχαν περάσει είκοσι χρόνια και
παραπάνω από τότε. Ο γερο-Νικόλας ο Κουμενής εψυχομάχει, κι εσκυλογαύγιζε,
και δεν ήθελε να βγει η ψυχή του. Σχώρα με, Αρετώ, σχώρα με! Σχωρεμένος να 'σαι, πατέρα μου!
απήντα δακρυρροούσα η Αρετώ. Με όλην την καρδιά σ΄, Αρετώ! -Με όλην την καρδιά μου, πατέρα! Εφώναζεν η μαρτυρική και πραεία γυνή Και τέλος, μετά πολλάς ημέρας και
νύκτας φρικώδους βασάνου, εξεψύχησεν ο άθλιος πατήρ -όστις είχε θελήσει ποτέ
να ρίψει την μικράν κόρην του εις τον πυθμένα της θαλάσσης, ως δια να την
στοιχειώσει. Κι εμένα, την κυρ΄Αρετή, δεξά ΄πο
την καμάρα. (1904) |
THE HAUNTED
ARCH OF THE BRIDGE Alexandros PapadiamantisRendered by Vassilis C. Militsis -
Forgive me,
Areto dearest. I plead for your pardon! -
May God have
mercy on you, father! -
Wish it with
all your soul, Areto, my daughter! -
With all my
heart and soul, father; may God absolve you! For days and
weeks old Koumenis had been barely
clinging to life, being horribly tormented between the outpost of this world
and the verge of the hereafter before setting his foot on the grim threshold
of the netherworld. And thus
tyrannized, petered out but unable to be annihilated, foundered but not being
able to drown, he invoked the blessing and the pardon of his own child, of
his daughter, Areti, begotten from his first marriage. He invoked her
benison, no longer in the hope to convalesce, to get out of his bed and live
on, but to plunge into the gloomy abyss. A great number
of years later, when I was still a child, Areti, Boza’s wife, coeval with my
mother, was relating this tale to her. I even heard her reciting passionately
but in all simplicity a folk song, in which she, seemingly, found a
significant allegory as well as an indirect relationship to her own fate. Building an arched bridge upon the sand is impossible to stand. They would erect it all night But in the morn it collapsed to their plight. A little bird whereupon flew by And perched on the right arch forbye. It did not chirp like a bird of the sky; neither did it like a nightingale cry, Nor did it rejoice But it spoke in human voice: “Unless you sacrifice a human soul, No bridge shall be your goal. And no poor child, nor orphan, No traveler, no stranger shall you sacrifice Only the chief mason’s wife will suffice.” On hearing this, the mason’s heart is pierced as if by knife And sadly sends his prentice to fetch his wife. “Come, lady Areti, come; my master has sent for you.” “If it is going to be good, let me dress up and come; If it is to be bad, I shall come the way I am.” “Hurry up, lady Areti, for you are expected.” Three sisters were we all And have been the cornerstones withal: Evdokia haunted Tyrnavos, Maro the bridge, And I the right arch. Thus wretched
Areti, Bozas’ spouse, perhaps due to the synonymy with the song’s heroine,
found a cryptic resemblance of the former’s destiny to her own bitter fate.
She greatly suffered by her husband’s neglect of her. He went by the
appellation Patsostathis or Bozas, who, though he owned farms and
land, shirked hard work and preferred to do the work of a butcher associating
with other livestock traders. He enjoyed wallowing in the slaughterhouses,
like a true mutt, eating pots of stew daily, being replete with wine and
falling fast asleep while his wife and his five children went often hungry at
home. Areti, honest and prudent – the exact opposite of her husband – endured
like a martyr and lived on, like a host of similar other women, sparingly and
working as a char woman. In addition to
the song of the haunted bridge, she expounded to my mother her simple and
short course of her insignificant life. She was only
five when her mother passed away leaving her an orphan in the world. Her
father remarried a year later. Her stepmother belonged to the Karamoussali clan. She hated the girl
right from the beginning, but she had put up with her for a short time. When
after a year she began to ‘spawn’ and swaddle babies, she grew three times as spiteful to her stepdaughter as before. Seemingly, it was the girl’s bad luck
that she had given birth to a female baby. Oh, certainly the little crow, the
hexed owl was to blame. If the girl had brought a good omen, she would have given birth to a boy.
In such a case, her stepdaughter’s place in the family would have been better
tolerated. But for being so ‘pigfooted’, her stepmother brought one more girl
to the world. Consequently, she was an evil omen to her stepmother. After the
Karamoussouli woman reared her true daughter with great care for a year, and
at the same time cursing, blaspheming, beating her hapless stepdaughter – now
with a clog, then with the sole of a shoe, sometimes with a four-times folded
clothes line, on which she hung the baby girl’s swaddles around the hearth
(throughout the winter it never ceased to rain and snow), she had been found
with child again before her little Mario was weaned. When the
latter was nineteen months old, Lenio, another girl, saw daylight out of her
mother’s womb. Alas, Aretis’
place became unbearable. Lo, in an interval shorter than three years, this jinx
of a girl brought along two sisters from the same father! One autumnal
morning almost as pleasant as a spring’s one Koumenis borrowed a neighbor’s
fishing boat and rowed alone without a sailor or another oarsman as far as
Kanapitsa, an opposite shore, to the west of the village, inside the large
southern harbor. He also took
along an axe, fishing net and a hook. Perhaps he intended to cut firewood
rather than fish. And to that effect he took along his little eight-year old
daughter, Areti. Probably he needed her to carry as much firewood as she
could to the beach from the adjacent copse of trees. Koumenis had
his daughter sit by the prow and began to row. He rowed the boat far out in
the sea away from the village; from that distance the houses looked like
chicken coops and the men like mice scurrying along the farthest west coast
to the plateau; and the women, who were washing clothes down at Ftelia, at
the beach under the Graves, gave
the resembled a flock of wagtails. The boat was
reaching Kanapitsa after they had rowed over bottomless, deep blue seas until
they attained the shallow, azure and ethereal waters into which mermaids and
water nymphs would delight in swimming and diving down to the enchanting
bottom amongst the caves, the sea moss and the nacreous shells, where schools
of numerous beautiful tiny fish played. Nicholas
Koumenis stroke tenderly her little daughter showing the beauties of the
bottom and the shore. “Look, my dearest Areti, look down; can you see how the
little reddish and bluish fish shine?” “I can see
them, father.” “Now look at
the greenish moss and regard the seaweed! See how beautiful the little oyster
shells and the pebbles are, Areti, dearest!” “They are all
beautiful, father.” “Look at that
little thing down there!... Can you see it, my pretty Areti? Lean over to see
better, bend over! Koumenis moved
over to the place where Areti was sitting and the boat perilously tilted on
its side. Koumenis urged and goaded the little child nodding her to lean over
the side allegedly to see better. The girl had gripped the gunwale tightly
with both hands. Vaguely, she grew apprehensive. Her father went on prompting
and goading her to lean over the side of the boat in order to admire ‘the
pretty things’ at the bottom of the water. For a moment,
as he turned his eyes to the prow, he let go of one oar and grabbed little
Areti by the shoulder. Hardly had he touched her when he relinquished her
again; he withdrew his hand as though he dreaded what he intended to do. “Oh, bad girl;
you refuse to bend over and see how beautiful is down there!” whereupon Areti
started weeping. A few moments
later, her father rowed forcibly and in great rush as though he were quite
unaware of what he was doing or of being angry with himself while the poor
child, her eyes still dim with the tears – no longer looking at anywhere and
still weeping without realizing why – felt a slight jolt. The boat docked at
the cove of Kanapitsa with its prow and ran aground gently on the sand. The
girl put up her little head, her disheveled blond hair swaying in the breeze,
and realized they had arrived at their destination. She intended to stand up
and spring out of the boat. Her father caught up with her. He grabbed her
cruelly by her armpits, swayed her to and fro for a moment and threw her out
upon the sand like a bag dried twigs. The thud of the fall, which he alone
heard, resonated in his viscera. Then he lifted
one oar and shoving it into the sand he set the boat afloat and rowed out to
the sea as if he had changed plans. He might not have felt like gathering
firewood any longer. Having drawn away several fathoms, he got hold of the
hook or the net and stood on his feet leaning on the prow in order to fish. Little Areti
stopped crying. She did not call to her father to take her back in the boat.
She sensed by instinct that she was safer there. She took some steps and sat
behind a number of high shrubs, next to the ruin of an old hut, hidden by a hill.
No sign of life did she give to the sparse toilers walking to the fields or returning
therefrom. None discovered her. Next to the ruin there was a ravine where a
modicum of water oozed. Areti bent to quench her thirst; she ate some trefoil
a sort of alfalfa or wild parsley that thrived near the small trickle of
water. She stayed there hiding all day long. Night was
already falling. Puny, destitute and starving, she turned to the east, where
she could discern the small houses of the village, and took to walking,
rather dragging herself, towards that place. Two good outlanders, both
plowmen, father and son, returning late from their fields, saw her crawling
by the roadside and took her with them to their small place, the Cow Pastures, lying in the extremity
of the village. Upon questioning her she replied that her father had taken her
in the boat in the morning and left her at the beach for some time; she had
hoped he would come back and get her, but he did not. That was all she said. Little Areti
no longer wished to set foot on her stepmother’s home. To the reprimands of
her mother’s kin, Areti responded that her stepmother, the Karamoussali
woman, hates her and coaches her little half-sister, Mario, to pinch her and
pull her hair. The relatives on her mother’s side, willy-nilly, kept her with
them, and as she was growing up they showed her to clean and whitewash the
houses of others and mop their floors. In addition, she had to weed gardens,
reap and gather olives at right seasons; she also learned to feed silkworms
in the summer. They married her off at thirteen. In those times, the girls of
the poor folk were married sooner and more easily than nowadays. But still, her
stepmother continued to harass her. Before her wedding, Areti’s father spread
vicious slander about her, as incredible as it may seem. Apparently, he was
swayed again by the Karamoussali woman, her stepmother. We are
ignorant of the reason behind such an act. Seemingly, the stepmother figured
out that if she got rid of her stepdaughter, the small house, the vineyard
and the small olive grove belonging to the late Areti’s mother would
rightfully be inherited by Koumenis, and the inheritance would eventually be
passed on to Mario and Lenio, her two true daughters; otherwise they would
not get adequate dower. But her father
had spread his slanderous words to a random stranger, a peddler, who had
happened to pass by the vicinity. The crones of the neighborhood believed it
for some time. But shortly the truth shone out as bright as daylight,
exonerating Areti. In this way, the wedding was not foiled. More than
twenty years later, old Nicholas Koumenis was breathing his last and barking
like a dog in his deathbed, but his soul would not be released m -
Forgive
me, Areto dearest. I plead for your pardon! -
May God have
mercy on you, father! -
Wish it with
all your soul, Areto, my daughter! -
With all my
heart and soul, father; The suffering
but meek woman soothed him. And finally,
after quite a few days and nights of dreadful torture, the wretched father –
who once tried to sink her little daughter to the bottom of the sea as
thought to haunt it – gave up his ghost. And he
intended to haunt me, Lady Areti,
on the right of the arch. (1904) Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ -THE TRAGIC ENDING OF AN EASTER TALE Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ A ROMANCE TRIANGLE - ΣΥΖΥΓΙΚΗ ΑΠΑΤΗ TRAGIC DEATH IN THE SNOW - A. PAPADIAMANTIS A. PAPADIAMANTIS - HUMAN SOLIDARITY THE BEST OF PAPADIAMANTIS - ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙ ΤΗΣ ΦΩΚΙΑΣ EPIPHANY BROUGHT A NEW BORN BABE - ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ -... ΕΙΣ ΜΝΗΜΗ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ - ALEXANDROS PAPADIAMANTIS ... Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης - Εποχές και Συγγραφείς PAPADIAMANTIS - THREE HEAVENLY GIFTS UNDELIVERED ALEXANDROS PAPADIAMANTIS - LAZY CHRISTMAS - Ένας α... A. PAPADIAMANTIS - UTTER POVERTY A. PAPADIAMANTIS - A TRAGIC CHRISTMAS STORY A. PAPADIAMANTIS - IN THE GRIP OF THE ELEMENTS CHRISTMAS CAROLS IN PAPADIAMANTIS' ISLAND Ο ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΚΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ - THE GLEANER - A CHR... A. PAPADIAMANTIS - A TALE OF UNREQUITED LOVE ΠΑΣΧΑΛΙΝΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ - AMOR OMNIA VINCIT ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ - TRAGEDY AT EASTER THE ATHENS EPIDEMIC OF CHOLERA IN 1854 EASTER IS FOR CHILDREN - ΠΑΙΔΙΚΗ ΠΑΣΧΑΛΙΑ TRANSLATING MR. ALEXANDROS - Ο ΑΛΙΒΑΝΙΣΤΟΣ ΠΑΣΧΑΛΙΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ - EASTER STORIES - Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜ... Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΤΗΣ ΑΠΕΡΑΝΤΗΣ ΦΤΩΧΕΙΑΣ - Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑ... HER LUCK CAME FROM AMERICA (PART ONE) MORBID CURIOSITY - ΝΟΣΗΡΗ ΠΕΡΙΕΡΓΕΙΑ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ - MORE PAPADIAMANTIS ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΚΑΙΡΟΥ - TALES OF YORE |
Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026
ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ: ΜΙΚΡΑ ΑΠΑΝΤΑ - PAPADIAMANTIS: SHORT TALES
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
-
Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΠΟΥ ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΑ ΠΑΛΙΑ Τάσος Καλούτσας «Τι κάνει σήμερα η γιαγιά;» ρώτησα την Ιβάνκα, βγαίνοντας στο μπαλκονά...
-
EXORCISM By Vassilis C. Militsis Father Parthenios, abbot of the monastery of Our Beatific Holy Lady, was a 75-year-old man, of...
-
Ο ΔΟΚΗΣΙΣΟΦΟΣ του Ανδρέα Λασκαράτου (1811-1901) Ο δοκησίσοφος έλαβε από τη φύση του το χάρισμα του ...

