Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2020

Η ΠΙΣΤΙΣ


Η ΠΙΣΤΙΣ
 Μιχαήλ Μητσάκης

     
ΔΙΠΛΑ από τον μαρμαρένιο Καποδίστρια, που ορθώνεται λευ­κός μέσα στον κηπάκο του, αντίκρυ στην πανύψηλην, την επιβλητικήν Ιόνιον Ακαδημίαν, με το αμαυρωθέν από τον και­ρόν χρώμα της και την μεγάλην σκάλαν του απ’ έξω, επί του κα­τηφορικού δρόμου, του αμμοστρώτου και του καγκελοφράκτου, παρά το δεξιόθεν ύψωμα, υπό τα πυκνά δένδρα, προς την ήσυχη Γαρίτσα, της οποίας ολοστρόγγυλος ο κόρφος αναλάμπ’ υπό το φίλημα του πρωινού ήλιου, κατεβαίνουμε μαζί με το μεσίτη, ο οποίος μου κολλήθη, και ρωτά αν «θέλω τίποτσι» ―κάμαρη να μου βρει, λοκάντα να μου δείξει, ή άλλην τινά υπηρεσίαν, μάλ­λον εμπιστευτικήν, να μου προσφέρει.
     Σάββατο, ξάστερος ουρανός, θερμός ήλιος, μαλακή πνοή, από το πέλαγο, φύλλα πράσινα στα δένδρα, έντομα τριζονίζοντα στα χόρτα, χαρά Θεού τριγύρω, εις στερέωμα κι εις πόντον και εις γην.
     Επιθάλασσον, το κάστρο το δικόρυφον, εγείρεται υπέρ τον στρωτόν κόρφον, απ’ εδώ δεσπόζει της λιμνοθαλασσούλας, μακρινός ο ανεμόμυλος, εκεί κάτω· διπλώνει την καμπύλην του, αγκα­λιάζων εκατέρωθεν τ’ αβαθή νερά. Κανένας, εις τον δρόμον. Δεν είναι καιρός του ερχομού των ξένων, και αυγή ακόμα. Κοιμούνται οι Κορφιάτες αργοξύπνητοι. Αλλ’ απ’ οπίσω μας, μία γυ­ναίκα, έρχεται ομοίως, προσπερνά, καλημερίζει το μεσίτη, και τραβά προς τα κάτω, ξέσκουφη, με το χρωματιστό φουστάνι της, κρατούσα εις το χέρι της μέγα μπουκέτο από άνθη. Και ο μεσίτης, υποχρεωτικός, πληροφορών με:
― Τη σερβάρεις αυτήν, αφέντη μου;… Είναι δημόσια… Οβριά… Και ξέρεις πού πάει τώρα; με τα φιόρα;… πάει στο Κοιμητήριο, να ντα βάλει στο λάκκο του μορόζου τση… Αυτήνη, αφέντη μου, που γλέπεις, είχε μορόζο… χριστιανό… εδώ, κορφιάτη…έναν κόγο… μάγερα, αφέντη μου… Κι αυτός, όξ’ από μας… άγιος να μας φυλάει!… έπαθε… αρρώστησε ο άνθρωπος… το πέτο του… φισικός… και αυτήνε, αφέντη μου, τον εβάσταξεν όλη την εποχήν που έκαμ’ άρρωστος… ένα χρόνο και πιλιότερο… τον δια­τήρησε, μ’ όλη ντη ρέγουλα, να ξοδεύ’ αυτή, που δεν μπόρουνε να δουλεύψει ‘κειός, να ντον έχει στην κάμαρή τση, να του πάρει γιατροί, τσι καλύτεροι γιατροί τση Κέρκυρας, να ντο μπερποιέται καλύτερα κι από άντρα τση… να ντου κάνη τη ‘σοκόμα… να κάθεται ναν του καρτεί γκουάρδια απάνω ‘πό το κεφάλι του… όλοι τσοι μήνοι που κατάπεσ’ ο άθρωπος… να κοιμάται αγκαλιά ως το ύστερο μενούτο, ίσιαμε ξεψύχησε, ακούς, αφέντη μου! Κι απέκεια, σαν απόθαν’ αυτός, πήρε, αφέντη μου, τσοι παπάδες, τσοι πλέρωσε, του ‘καμε τη θανή του, του αγόρασε το ντόπο, τον ετάφιασε, όλα τα πάντα… Πήε και στο σιόρ Μίκιο, να πάρει άδγεια να ντου φκιάσει κιβούρι… μόν’ τη μπόδισαν… τσ’ ηύρηκαν δυσκο­λίες… να μη ντην αφήκουν, μαθέ, φτωχιά γυναίκα, να ξοδέψει τόσα όβολα… Κι από τότες, που λες, αφέντη μου, ασκώνεται και πααίνει ταχτικά, του πάει το λάδι του, τ’ ανάφτει το καντήλι του, κάθε αυγή του πάει φιόρα… ‘Κει πααίνει τώρα με τα φιόρα που τη γλέπεις… Μήνοι τούτ’ η δουλειά οπού κρατεί… από τότες που απόθανε… Κι άσε που τόνε βάσταξε άρρωστονε άκνα δυο χρόνια που σου λέω…
― Και είναι δημόσια αυτή;…
― Δημόσια, αφέντη μου!… Δημόσια!… Δε μ’ ακούς που σου λέω; Η Μαρκά με τ’ όνομα… Οβριά, ‘πό την Άρτα ‘νεφερμένη…Είναι γυναίκα δέκα οβολώνε!…
   
     

THE FAITH (NON-CHRISTIAN)

By Michael Mitsakis
Rendered by Vassilis C. Militsis

By the marble statue of Capodistria, which stands white in its lawn, across from the weather blackened towering and imposing building of the Ionian Academy, with its long, outer staircase, I and a realtor – who leeched on me obliging to help with anything, such as finding a room, or showing me a tavern or doing me some confidential service, or other – are descending the sand-strewn, rail-fenced declivitous road on the right hill that, through the thickly-foliaged trees, leads to serene Garitsa  circular gulf, which sparkles with the kiss of the morning sun.




It is Saturday, the sky is clear, the warm sun is shining from over the sea, the tree leaves are lushly green, insects are buzzing in the verdure – all around is merry and brilliant: the firmament, the sky and the earth.
The twin towers of the castle by the sea soar over the calm gulf and dominate the small lagoon while in the distance a windmill stoops over embracing the shallow waters on both sides. Not a soul in the street; it is not yet time for the tourist season, and besides it is still early in the morning. The late risers Corfu residents are still in bed. However, a woman is walking behind us, overtakes us, greets the realtor and heads down the street, wearing a colored dress, her head uncovered and holds a bouquet of flowers in her hand. Not failing to oblige, the realtor keeps me to date on her:


-          Take a look at her, master! She’s common, a Jew. And d’ you know where she’s after with the flowers? To God’s acre to put them of her dead lover’s grave. Y’ see, she had a Christian lover, a Corfu native, a cook – a silly bloke but an angel. He’d fallen ill – far from us – his chest, consumptive, and she nursed him all the time he’d been ill, over a year, kept him in comfort at of her own expenses, since he could not work. She had him in her room, called the best doctors in Corfu, and looked after him better than after a husband – if she’d had one. She used to watch over him like a nurse all these long months and slept in the same bed until he gave up his ghost – can you believe that, master? And after he’d passed away, she summoned the priests and paid them for his funeral; she bought his grave in the cemetery and buried him in all dignity and decorum. Then she went to Signor Mikio [perhaps a marble carver] to have a tomb made but she was short of money – she’d been reduced to poverty, so she could not afford the tomb. Ever since, master, she gets up very early and regularly goes to his grave; she fills his lamp with oil and lights it, and takes him flowers every morning, as you can see yourself. She’s been doing this for months, since he died, let alone that she nursed him for about two years
-           And is she really common?
-          In truth, master! Common! Aren’t you listening to me? She’s widely known as ‘Marka”, a Jew, recently come from Arta. She’s a ten mite woman.