|
MANDALAY
Rudyard Kipling
By the old Moulmein Pagoda, lookin' lazy at the sea,
There's a Burma girl a-settin', and I know she thinks o' me; For the wind is in the palm-trees, and the temple-bells they say; "Come you back, you British Soldier; come you back to Mandalay!" Come you back to Mandalay, Where the old Flotilla lay; Can't you 'ear their paddles clunkin' from Rangoon to Mandalay? On the road to Mandalay, Where the flyin'-fishes play, An' the dawn comes up like thunder outer China 'crost the Bay!
'Er petticoat was yaller an' 'er little cap was green,
An' 'er name was Supi-Yaw-Lat jes' the same as Theebaw's Queen, An' I seed her first a-smokin' of a whackin' white cheroot, An' wastin' Christian kisses on an 'eathen idol's foot: Bloomin' idol made o' mud-- Wot they called the Great Gawd Budd-- Plucky lot she cared for idols when I kissed 'er where she stud! On the road to Mandalay ...
When the mist was on the rice-fields an' the sun was droppin' slow,
She'd git 'er little banjo an' she'd sing "Kulla-la-lo!" With 'er arm upon my shoulder an' 'er cheek again my cheek We useter watch the steamers an' the hathis pilin' teak. Elephants a-piling teak In the sludgy, squdgy creek, Where the silence 'ung that 'eavy you was 'arf afraid to speak! On the road to Mandalay ...
But that's all shove be'ind me -- long ago and fur away,
An' there ain't no 'buses runnin' from the Bank to Mandalay; An' I'm learnin' 'ere in London what the ten-year soldier tells: "If you've 'eard the East a-callin', you won't never 'eed naught else." No! you won't 'eed nothin' else But them spicy garlic smells, An' the sunshine an' the palm-trees an' the tinkly temple-bells; On the road to Mandalay ...
I am sick 'o wastin' leather on these gritty pavin'-stones,
An' the blasted English drizzle wakes the fever in my bones; Tho' I walks with fifty 'ousemaids outer Chelsea to the Strand, An' they talks a lot o' lovin', but wot do they understand? Beefy face an' grubby 'and-- Law! wot do they understand? I've a neater, sweeter maiden in a cleaner, greener land! On the road to Mandalay . . .
Ship me somewheres east of Suez, where the best is like the worst,
Where there ain't no Ten Commandments an' a man can raise a thirst; For the temple-bells are callin', and it's there that I would be-- By the old Moulmein Pagoda, looking lazy at the sea; On the road to Mandalay, Where the old Flotilla lay, With our sick beneath the awnings when we went to Mandalay! O the road to Mandalay, Where the flyin'-fishes play, An' the dawn comes up like thunder outer China 'crost the Bay! |
ΜΑΝΤΑΛΕΪ1
Ράντιαρντ Κίπλινγκ (1865 –1936)
Ελεύθερη διασκευή: Βασίλης Κ. Μηλίτσης
Στου
Μουλμέιν2 την Παγόδα, κει στην Άπω Ανατολή
Κόρη
από τη Μπούρμα στέκει και εμένα αναπολεί
Κι
απαλά φυσά τ’ αγέρι μέσα από τις φοινικιές
Και
του ναού οι καμπάνες λένε με φωνές μελωδικές:
«Γύρνα
πίσω φανταράκι,
Γύρνα
εδώ στο Μανταλέι!»
Γύρνα
εδώ στο Μανταλέι,
Όπου
ο στολίσκος πλέει.
Τα
κουπιά δες πώς παφλάζουν
Απ’
τη Ραγκούν στο Μάνταλέι;
Πλέουν
προς το Μανταλέι,
Και
τα φτερωτά ψαράκια παιχνιδίζουν στο νερό
Κι
απ’ την Κίνα ο ήλιος βγαίνει μ’ έναν ήχο βουερό.
Κίτρινη
φορούσε φούστα και σκουφάκι λαχανί
Και
τη λέγαν Σου Σούπι-γιο-λατ
Σαν
του Θίμπο3 τη γλυκιά μαχαρανή
Και
την πρωτόειδα να καπνίζει στριφτό
πούρο και λευκό
Και
φιλιά να χαλαλίζει σ’ έναν ψεύτικο θεό,
Ένα
είδωλο φρικτό, καμωμένο από πηλό.
Κι
όταν εγώ τη φίλησα εκεί στα πεταχτά
Δεκάρα
πια δεν έδωσε για είδωλα χαζά
Πηγαίνοντας
στο Μανταλέι…
Όταν
το πούσι έπεφτε πάνω στην άγρια φύση
Κι
ο ήλιος έπαιρνε να γείρει προς τη δύση,
Αυτή
συνήθιζε να παίρνει το μπάντζο με χαρά
Και
με φωνούλα τρυφερή να παίζει ‘τρα-λα-λά’
Το
μπράτσο της τους ώμους μου με χάρη ν’ αγκαλιάζει,
Τ’
όμορφο μαγουλάκι της, στο δικό μου να φωλιάζει.
Στον
ποταμό χαζεύαμε τα πλοία να περνούν
Και
μες τις λάσπες οι ελέφαντες
Μαόνι
να κουβαλούν.
Και
η σιωπή που έπεφτε ήτανε τόσο βαθιά
Που
τρομάρα να μιλήσεις σ’ έπιανε βαριά.
Πηγαίνοντας
στο Μανταλέι…
Όλα
τούτα περασμένα τώρα ο νους μου μού τα
λέει
Κι
απ’ τον Τάμεση λεωφορείο δε σε πάει στο Μανταλέι.
Κι
οι παλαίμαχοι στο Σίτι όλο και το μολογούν
Πως
όταν της Ανατολής το κάλεσμα γροικούν
Δεν
προσέχουν τίποτ’ άλλο παρά μόνο ευωδιές πικάντικες, σκορδάτες
Μεθυστικές
και πιπεράτες,
Και
το πρόσωπο τους να χαϊδεύει η τροπική λιακάδα
Και
οι γλυκόηχες καμπάνες να τους προκαλούν ζαλάδα
Πηγαίνοντας
στο Μανταλέι…
Μπούχτισα
σόλες να φθείρω στου Λονδίνου τα στενά
Κι
η μούχλα της Αγγλίας να μου τρώει τα οστά.
Κι
αν απ’ το Τσέλσι ως το Στραντ με πενήντα δουλικά που τα’ χω
Κι
όλο γι’ αγάπη μου μιλάνε, τι υπομονή πια να’ χω;
Μοσχαρίσιες
φάτσες και χέρια όλο απλυσιά
Σε
μια πιο πράσινη χώρα μια γλυκιά με περιμένει κοπελιά
Πηγαίνοντας
στο Μανταλέι…
Φορτώστε
με και στείλτε με πιο πέρα απ’ το Σουέζ
Εκεί
που δεν ισχύουν οι Δέκα Εντολές
Και
το καλό και το κακό έχουν την ίδια φύση
Κι
όλοι μας δικαιούμαστε ένα γερό μεθύσι.
Οι
καμπάνες της παγόδας με καλούν να πάω εκεί
Που
εμένα μία κόρη εξωτική με νοσταλγεί
Πηγαίνοντας
στο Μανταλέι
Όπου
ο στολίσκος πλέει
Με
ξαπλωμένους τους αρρώστους μας κάτω από τις σκηνές
Όπου
φτερωτά ψαράκια παιχνιδίζουν στο νερό
Κι
απ’ την Κίνα ο ήλιος βγαίνει μ’ έναν ήχο βουερό.
Σημειώσεις:
1Το Μανταλέι
είναι το οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο της Άνω Μιανμάρ.
2Το Μουλμέιν είναι η τέταρτη μεγαλύτερη πόλη ανατολικά του
Μιανμάρ, εμπορικό κέντρο και λιμάνι.
3Ο Θίμπο ήταν ο τελευταίος βασιλιάς της Βιρμανίας. Η βασιλεία του
έληξε όταν η Βιρμανία ηττήθηκε από τα στρατεύματα της Βρετανικής
Αυτοκρατορίας, κατά τον τρίτο Αγγλο-Βιρμανικό πόλεμο, στις 29 Νοεμβρίου 1885,
πριν την επίσημη προσάρτηση στη Βρετανία την 1 Ιανουαρίου 1886.
|
Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2020
MANDALAY
-
Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΠΟΥ ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΑ ΠΑΛΙΑ Τάσος Καλούτσας «Τι κάνει σήμερα η γιαγιά;» ρώτησα την Ιβάνκα, βγαίνοντας στο μπαλκονά...
-
EXORCISM By Vassilis C. Militsis Father Parthenios, abbot of the monastery of Our Beatific Holy Lady, was a 75-year-old man, of...
-
Ο ΔΟΚΗΣΙΣΟΦΟΣ του Ανδρέα Λασκαράτου (1811-1901) Ο δοκησίσοφος έλαβε από τη φύση του το χάρισμα του ...