Песнь о вещем Олеге
А. С. Пушкин
Как ныне сбирается
вещий Олег
Отмcтить неразумным
хозарам,
Их селы и нивы за буйный набег Обрек он мечам и пожарам; С дружиной своей, в цареградской броне, Князь по полю едет на верном коне.
Из
темного леса навстречу ему
Идет вдохновенный кудесник, Покорный Перуну старик одному, Заветов грядущего вестник, В мольбах и гаданьях проведший весь век, И к мудрому старцу подъехал Олег.
«Скажи
мне, кудесник, любимец богов,
Что сбудется в жизни со мною? И скоро ль, на радость соседей-врагов, Могильной засыплюсь землею? Открой мне всю правду, не бойся меня: В награду любого возьмешь ты коня».
«Волхвы
не боятся могучих владык,
А княжеский дар им не нужен; Правдив и свободен их вещий язык И с волей небесною дружен. Грядущие годы таятся во мгле; Но вижу твой жребий на светлом челе.
Запомни
же ныне ты слово мое:
Воителю слава — отрада; Победой прославлено имя твое; Твой щит на вратах Цареграда; И волны и суша покорны тебе; Завидует недруг столь дивной судьбе.
И
синего моря обманчивый вал
В часы роковой непогоды, И пращ, и стрела, и лукавый кинжал Щадят победителя годы... Под грозной броней ты не ведаешь ран; Незримый хранитель могущему дан.
Твой
конь не боится опасных трудов;
Он, чуя господскую волю, То смирный стоит под стрелами врагов, То мчится по бранному полю. И холод и сеча ему ничего... Но примешь ты смерть от коня своего».
Олег
усмехнулся — однако чело
И взор омрачилися думой. В молчанье, рукой опершись на седло, С коня он слезает угрюмый; И верного друга прощальной рукой И гладит и треплет по шее крутой.
«Прощай,
мой товарищ, мой верный слуга,
Расстаться настало нам время; Теперь отдыхай! уж пе ступит нога В твое позлащенное стремя. Прощай, утешайся — да помни меня. Вы, отроки-други, возьмите коня,
Покройте
попоной, мохнатым ковром;
В мой луг под уздцы отведите; Купайте; кормите отборным зерном; Водой ключевою поите». И отроки тотчас с конем отошли, А князю другого коня подвели.
Пирует
с дружиною вещий Олег
При звоне веселом стакана. И кудри их белы, как утренний снег Над славной главою кургана... Они помипают минувшие дни И битвы, где вместе рубились они...
«А
где мой товарищ?— промолвил Олег,—
Скажите, где конь мой ретивый? Здоров ли? все также ль легок его бег? Все тот же ль он бурный, игривый?» И внемлет ответу: на холме крутом Давно уж почил непробудным он сном.
Могучий
Олег головою поник
И думает: «Что же гаданье? Кудесник, ты лживый, безумный старик! Презреть бы твое предсказанье! Мой конь и доныне носил бы меня». И хочет увидеть он кости коня.
Вот
едет могучий Олег со двора,
С ним Игорь и старые гости, И видят — на холме, у брега Днепра, Лежат благородные кости; Их моют дожди, засыпает их пыль, И ветер волнует над ними ковыль.
Князь
тихо на череп коня наступил
И молвил: «Спи, друг одинокой! Твой старый хозяин тебя пережил: На тризне, уже недалекой, Не ты под секирой ковыль обагришь И жаркою кровью мой прах напоишь!
Так
вот где таилась погибель моя!
Мне смертию кость угрожала!» Из мертвой главы гробовая змия, Шипя, между тем выползала; Как черная лента, вкруг ног обвилась, И вскрикнул внезапно ужаленный князь.
Ковши
круговые, запенясъ, шипят
На тризне плачевной Олега; Князь Игорь и Ольга на холме сидят; Дружина пирует у брега; Бойцы поминают минувшие дни И битвы, где вместе рубились они.
Πηγή:
А. С. Пушкин. Песнь о вещем Олеге |
Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΔΥΣΜΟΙΡΟΥ ΟΛΕΓ
Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν
Απόδοση: Βασίλης Κ. Μηλίτσης
Και
να, ξεκινάει ο δύσμοιρος Ολέγ
Τους
άμυαλους να εκδικηθεί Χαζάρους
Τους ληστρικούς και άξεστους βαρβάρους.
Με
σπαθί να ερημώσει και φωτιά
Τους
αγρούς και τα χωριά.
Μπροστά πηγαίνει ο
Ολέγ
Καβάλα
στο πιστό του το φαρί
Ντυμένος
σε βυζαντινή αρματωσιά
Και
πίσω η φρουρά ν’ ακολουθεί
Από το
σκοτεινό το δάσος μέσα βγαίνει
Ένας
γέρος μάγος εμπνευσμένος,
Πιστός
του τρανού Περούν* λειτουργός
Της
μοίρας να λέει τα γραμμένα.
Η ζωή
του όλη σε χρησμούς και προσευχές δοσμένη,
Κι ο
πρίγκιπας στο γέρο το σοφό με προσμονή πηγαίνει.
«Πες
μου, σοφέ προφήτη, των θεών αγαπημένε,
Τι
κρύβει για μένα το μέλλον;
Μήπως
προς χαρά των εχθρικών γειτόνων
Του
τάφου θα με σκεπάσει το χώμα;
Την
πάσα αλήθεια στο φως χωρίς φόβο βγάλε
Και
σαν δώρο σου διάλεξε κι ένα άλογο πάρε».
«Οι
μάντεις δεν σκιάζονται ηγέτες ισχυρούς
Κι
ούτε από πριγκιπικά δώρα έχουν χρεία.
Αληθινός
κι ελεύθερος ο μαντικός τους λόγος
Και
στου Θεού το θέλημα υπόλογος.
Μες
στην αχλή βλέπω το μέλλον σου θαμπό
Μα στη
λαμπρή μορφή σου τη μοίρα σου θωρώ.
Θυμήσου
λοιπόν τα λόγια μου αυτά
Και
δώστα μεγάλη αξία:
«Στον
πολεμιστή μεγάλη η δόξα,
Με
νίκες ονομαστό το όνομά σου,
Στις
Βασιλεύουσας τις πύλες
Την
ασπίδα σου θα κρεμάσεις**.
Γη και
ύδωρ θα εξουσιάσεις,
Και η
λαμπρή σου τύχη φθόνος στους εχθρούς σου.
Και
του μπλάβου πελάγου το δόλιο κύμα,
Στη
μοιραία ώρα του άγριου καιρού,
Η
σφενδόνη και το βέλος, και το ύπουλο μαχαίρι
Σε,
τον νικητή, απείραχτο θ’ αφήσουν.
Στη
γερή σου αρματωσιά δε θα νιώσεις πληγή.
Αόρατος
φύλακας τους δυνατούς φυλάει.
Το άτι
σου ατρόμητο σε παράτολμα ρίσκα,
Γιατί,
νοιώθοντας του αφέντη του τη θέληση,
Πότε
θα στέκεται ήσυχο κάτω από βέλη
εχθρικά Πότε θα ορμάει ακάθεκτο στης μάχης τη δίνη.
Και
κρύο και τραύματα αδιάφορα θα παίρνει.
Όμως
το άτι σου θάνατο σου φέρνει».
Ο Ολέγ
χαμογέλασε, και συλλογή σκίασε
Την
όψη και το βλέμμα του.
Σιωπηλά
απίθωσε το χέρι του στη σέλλα και
Σκυθρωπός
ξεπέζεψε.
Και
στον πιστό του φίλο αποχαιρετισμού άπλωσε χέρι,
Και
χάιδεψε και στοργικά χτύπησε το στητό λαιμό του.
«Γεια
και χαρά σου σύντροφε, πιστέ μου υπηρέτη
Έφτασε
του χωρισμού η ώρα. Τώρα ξεκουράσου!
Πόδι
πια δε θα πατήσει το χρυσό σου αναβατήρα.
Έχε
γεια, νάσαι καλά – και ποτέ μη με ξεχνάς.
Ε
σεις, ιπποκόμοι, το άλογό μου πάρτε!
Σκεπάστε
το με κατασάρκι, με χνουδωτό χαλάκι.
Πιάστε
του τα χαλινάρια,
Οδηγήστε
το στα πράσινά μου τα λιβάδια,
Πλύντε
το και με διαλεχτό καρπό ταΐστε το,
Και με
νερό απ’ την πηγή ποτίστε το».
Οι
ιπποκόμοι τότε αμέσως το παίρνουν
Κι έν’
άλλο άτι στον πρίγκιπα φέρνουν.
Ξεφαντώνει
με τη συνοδεία του ο τραγικός Ολέγ
Με
χαρούμενα των ποτηριών τσουγκρίσματα.
Τα
μαλλιά του άσπρα σαν χιόνι πρωινό
Που
γενναίου ήρωα σκεπάζει μνημούρι.
Θυμούνται
μέρες περασμένες
Και
μάχες μαζί κερδισμένες.
«Αχ,
πού νάναι ο σύντροφός μου;-φώναξε ο Ολέγ-
Πείτε
μου πού βρίσκεται το ζηλευτό φαρί μου;
Είναι
καλά; με σβέλτα ακόμη πόδια τρέχει;
Είναι
το ίδιο άραγε, φουριόζο, παιχνιδιάρικο;».
Κι
αμέσως παίρνει την απάντηση:
«σε
λόφο ψηλό, εδώ και καιρό
Ήσυχα
κοιμάται τον ύπνο τον αξύπνητο».
Ο
κραταιός Ολέγ το κεφάλι του σκύβει
Και
συλλογιέται: «του κάκου η πρόβλεψή σου!
Αχ,
μάγε, ψεύτη, τρελόγερε! Ανάθεμα στην μαντική σου!
Το άτι
μου και τώρα θα με κουβαλούσε».
Και του
αλόγου του τα οστά να δει ποθούσε.
Να,
λοιπόν, απ’ το παλάτι ο τρανός Ολέγ, καβάλα βγαίνει.
Μαζί
του ο Ίγορ κι οι φίλοι οι παλιοί,
Και
βλέπουν: Στο λόφο, στου Δνείπερου τις όχθες
τα
ευγενικά του αλόγου του τα κόκαλα σπαρμένα.
Ξασπρισμένα
απ’ τις βροχές, κι απ’ τη σκόνη σκεπασμένα,
Και
πάνω τους ο άνεμος τις ψηλές φτέρες να κουνάει.
Ο
πρίγκιπας βάζει απαλά το πόδι του πάνω στου αλόγου το κρανίο
Και
λέει: «κοιμήσου, μοναχικέ μου φίλε!
του
γέρου σου αφέντη του άφησες χρόνους,
στο
ξόδι του, που δε θ’ αργήσει να ‘ρθει,
δε θα
ματώσεις μαζί του πεσμένος από γιαταγάνι στις ψηλές φτέρες,
κι
ούτε τη σκόνη μου το ζεστό σου αίμα θα
ποτίσει!
Ώστε
αυτός λοιπόν είναι ο όλεθρός μου;
Των
άψυχων οστών η απειλή;»
Και
τότε από το νεκρικό κεφάλι μέσα βγαίνει
φίδι
φαρμακερό σφυρίζοντας, και σαν ταινία μαύρη, στα πόδια του τυλίγεται.
Κι
δαγκωμένος ο πρίγκιπας, κραυγή πόνου βγάζει.
Λεβέτια στρογγυλά βράζουν κι αφρίζουν,
Κουτάλες το γύρο κάνουν
Στο δύσμοιρο του Ολέγ το ξόδι.
Πάνω σε λόφο κάθονται η
Όλγα και ο Ίγορ.
Στου ποταμού την όχθη γλεντά η ακολουθία .
Θυμούνται
μέρες περασμένες
Και
μάχες μαζί κερδισμένες.
1822
Η
δυναστεία του Ρούρικ, των Ρώσων (Ρος) του Κιέβου.
Ο
Ρούρικ υπήρξε σκανδιναβός πρίγκιπας, Βαράγγειος Βίκιγκ. Σύμφωνα με ένα ρωσικό
χρονικό του 12ου αιώνα, ο Ρούρικ το 862 συγκέντρωσε τις σλαβικές
ομάδες της περιοχής του Νοβγκόροντ και ίδρυσε το κράτος των Ρος (Ρώσων). Ο
Ολέγ (περί ου και το ποίημα του Πούσκιν που ακολουθεί), συγγενής του Ρούρικ,
ίδρυσε το μεγάλο πριγκιπάτο του Κιέβου. Τον Ολέγ διαδέχθηκε ο Ίγορ, ο οποίος
θεωρείται ο πραγματικός ιδρυτής του Ρωσικής πριγκιπικής δυναστείας του
Κιέβου. Η σύζυγος του Ίγορ η Όλγα, θεωρείται αγία από τη ρωσική εκκλησία
*Στο προχριστιανικό σλαβικό πάνθεον, ο Περούν
είναι ο θεός των καταιγίδων. Λατρευόταν κυρίως από τα ανατολικά σλαβικά φύλα, ειδικά
από τους Ρώσους. Ταυτίζεται με
το Θωρ της σκανδιναβικής μυθολογίας και το Δία της ελληνικής μυθολογίας. Πιθανότατα ο Περούν να αντικατέστησε τον παλαιότερο θεό Ροδ και να αποτέλεσε την κορυφή του ανατολικού σλαβικού πάνθεου.
** Ο Ολέγ είχε πολιορκήσει την Κωνσταντινούπολη το 911,
κρεμώντας την ασπίδα του στις πύλες της πόλης. Τελικά έλυσε την πολιορκία
κατόπιν συμβιβασμού.
|
Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2020
Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΔΥΣΜΟΙΡΟΥ ΟΛΕΓ
-
Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΠΟΥ ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΑ ΠΑΛΙΑ Τάσος Καλούτσας «Τι κάνει σήμερα η γιαγιά;» ρώτησα την Ιβάνκα, βγαίνοντας στο μπαλκονά...
-
EXORCISM By Vassilis C. Militsis Father Parthenios, abbot of the monastery of Our Beatific Holy Lady, was a 75-year-old man, of...
-
Ο ΔΟΚΗΣΙΣΟΦΟΣ του Ανδρέα Λασκαράτου (1811-1901) Ο δοκησίσοφος έλαβε από τη φύση του το χάρισμα του ...