A DRY SPELL (Original: Ðurrkur) |
ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΞΗΡΑΣΙΑΣ
ΕΙΝΑΡ Χ. ΚΒΑΡΑΝ*
Μετάφραση από τα αγγλικά: Βασίλης Κ. Μηλίτσης
Έβρεχε για ένα δεκαπενθήμερο – όχι όλο το διάστημα ραγδαία, αλλά
μια μελαγχολική ομίχλη κρεμόταν πάνω στις βουνοκορφές και δεν έλεγε να
ξεκολλήσει από την ατμόσφαιρα κάνοντας ολόκληρη την πλάση να δείχνει μουντή
και γκρίζα. Κάθε λίγο αμολούσε μια ψιλή ψιχάλα ή μια δυνατή νεροποντή πάνω σ’
ό, τι υπήρχε πάνω στη γη, και ιδιαίτερα πάνω στον σανό. Μόνο οι πέτρες
περιστασιακά στέγνωναν – πoτέ όμως το χόρτο.
Είχαμε κουραστεί με το μαγαζί – εδώ που τα λέμε, θα ήθελα να ξέρω
ποιανού θα του άρεσε η δουλειά. Το μαγαζί υπήρχε από τις αρχές του περασμένου
αιώνα: ένα πισσωμένο, κατάμαυρο, ετοιμόρροπο καλύβι. Τα παράθυρα ήταν χαμηλά
και μικρά με κάτι μικροσκοπικά τζάμια. Το ταβάνι επίσης χαμηλό. Όλα ήταν
βαλμένα με τέτοιο τρόπο που απέκλειαν τη δυνατότητα ανώτερων σκέψεων ή
οραματισμών.
Εδώ και ώρα ούτε ψυχή δεν πέρασε, ούτε καν εκείνοι οι ανεπρόκοποι
τύποι που την έβγαζαν με περιστασιακές δουλειές στο χωριό και συναντιούνταν
στην καθημερινή τους μάζωξη στο μαγαζί. Εμείς συχνά τους αναθεματίζαμε για
τις παρατεταμένες τους επισκέψεις, αλλά τώρα που προσλήφθηκαν για το μάζεμα
του σανού, συνειδητοποιήσαμε ξαφνικά πως ήταν πολλές φορές διασκεδαστικοί.
Έκαναν πολλά αστεία σχόλια και μας έλεγαν τα νέα της γειτονιάς. Και τώρα
αναθεματίζαμε την απουσία τους.
Καθόμασταν εκεί και καπνίζαμε, κοιτάζοντας ανέκφραστα τα μισοάδεια
ράφια, μη έχοντας τίποτε άλλο να κάνουμε παρά να τουρτουρίζουμε στο υγρό
δωμάτιο. Δεν υπήρχε θέρμανση στο μαγαζί, χειμώνα καλοκαίρι, και η σόμπα του
γραφείου, όταν τη χρησιμοποιούσαμε, μας φλόμωνε με ντουμάνια καπνού από κάθε
άνοιγμά της εκτός από την καπνοδόχο. Είχε να καθαριστεί από το χειμώνα, και
ήμασταν αρκετά φιλόδοξοι να επαναλάβουμε το έργο του καθαρισμού της μέσα στο μεσοκαλόκαιρο.
Προσπαθούσαμε να κατευθύνουμε τις σκέψεις μας από το μαγαζί στον
έξω κόσμο. Κάναμε έξυπνα σχόλια σχετικά με το ότι οι αγρότες τώρα είχαν
άφθονη υγρασία στα λιβάδια τους και ότι ήταν κρίμα εάν ξεκινούσαν τώρα η
βροχές στην αρχή της εποχής που έπρεπε να μαζέψουν τον σανό. Επί του θέματος
δεν είχαμε τίποτε άλλο να πούμε, αλλά επαναλαμβάναμε τα ίδια από μέρα σε
μέρα. Εν ολίγοις, ήμασταν δύσθυμοι που τα πράγματα εν γένει πήγαιναν στραβά,
μέχρι την περίοδο που ήρθε η ξηρασία.
Ένα πρωί, κατά τις εννιά η ώρα, η μάζα της ομίχλης άρχισε να
αραιώνει. Πρώτα εμφανίστηκε ένα άνοιγμα στο μέγεθος του χεριού σου, και μέσα
απ’ αυτό φάνηκε στο ανατολικό στερέωμα το λαμπερό γαλάζιο χρώμα του ουρανού.
Κατόπιν από ένα άλλο άνοιγμα φώτισε ο ήλιος.
Εμείς ξέραμε τι σήμαινε όλο αυτό και σχολιάσαμε μεταξύ μας: απλά
‘μια πρωινή υπόσχεση’ – υπονοώντας κάτι μη αξιόπιστο. Η ομίχλη άρχισε να
αραιώνει όλο και πιο πολύ και να παρασύρεται γρηγορότερα κατά μήκος της
απέναντι οροσειράς. Κατόπιν συγκεντρώθηκε σ’ ένα βαθύ διάσελο και παρέμεινε
εκεί σωριασμένη σαν πρόσφατα ξασμένο, ολόλευκο μαλλί. Από τις δυο μεριές τα
βουνά φάνταζαν μ’ ένα υπέροχο μπλε χρώμα και μέσα στον θρίαμβό τους αγνοούσαν
σχεδόν εντελώς την ομίχλη. Όταν αποτολμήσαμε να ρίξουμε μια ματιά έξω από το κατώφλι
του μαγαζιού, δεν είδαμε τίποτε άλλο από τον καθαρό, γαλανό ουρανό και τον
ήλιο να λάμπει.
Στην απέναντι όχθη του φιόρδ, οι άνθρωποι μας φαίνονταν σαν σωροί
με πέτρες πάνω σε χέρσα γη, μόνο που αυτοί οι μικροσκοπικοί σωροί κινούνταν
εφ’ ενός ζυγού εδώ κι εκεί μέσα στα λιβάδια.
Είχα την εντύπωση πως μύριζα το γλυκό άρωμα του σανού στα
λιβάδια, αλλά, φυσικά, ήταν μόνο της φαντασίας μου. Επίσης φανταζόμουν πως
άκουγα τις κοπέλες να γελούν, ειδικά μία απ’ αυτές. Με μεγάλη προθυμία
θα θυσίαζα πολλά να βρεθώ εκεί πέρα για να τη βοηθήσω να στεγνώσει τον σανό.
Αλλά καλά θα κάνω να μην πω περισσότερα. Δεν ξεκίνησα να γράψω μια ερωτική
ιστορία – τουλάχιστο όχι με τη συνηθισμένη έννοια της λέξης.
Η ξηρασία διαρκούσε πολύ. Εμείς, οι υπάλληλοι, εκ περιτροπής μέναμε
έξω όσο μπορούσαμε και ‘ρουφούσαμε με απληστία τo
χρυσαφένιο στοιχείο της λιακάδας’.
Το απόγευμα της τρίτης μέρας, πέρασα από τον γιατρό. Ένιωθα
κάποια κούραση κατά το περπάτημα – και μια νωχέλεια – και περίμενα ανυπόμονα
να πέσω στον καναπέ του γιατρού και να μιλήσω μαζί του.
-
Πούρο; Ρώτησε ο γιατρός.
-
Ευχαρίστως, πούρο, απάντησα. Μόνο
έξι κάπνισα σήμερα.
-
Μπίρα ή ουίσκι με νερό; Ξαναρώτησε
ο γιατρός.
-
Ένα μικρό ποτηράκι ουίσκι,
αποκρίθηκα.
Άναψα το πούρο μου, εισπνέοντας βαθιά το άρωμά του και εκπνέοντας
τον καπνό από τα ρουθούνια και το στόμα. Αναστέναξα με ευχαρίστηση. Το πούρο
ήταν εξαιρετικό.
Κατόπιν αρχίσαμε να πίνουμε το ουίσκι με το νερό με το πάσο μας.
Ακούμπησα στο κεφαλάρι του καναπέ, τέντωσα τα πόδια μου απολαυστικά και προς
στιγμή σκέφτηκα την άλλη όχθη του φιόρδ, όπου οι άλλοι προτιμούσαν να μένουν.
Ο γιατρός είχε τα κέφια του. Μιλούσε για τους Γιαπωνέζους και
τους Ρώσους, τις πιο πρόσφατες ακτίνες που ανακαλύφθηκαν, και τα τελευταία
ευρήματα για το πώς νιώθει κάποιος τη στιγμή του θανάτου.
Η προτιμώμενη απασχόλησή μου για να περνώ την ώρα είναι ν’ ακούω
τι λένε οι άλλοι. Ποτέ δε δείχνω ικανός να σκέφτομαι θέματα άξια προς
συζήτηση ο ίδιος, αλλά τείνω μάλλον να ισχυρισθώ ότι η ικανότητά μου ν’ ακούω
τους άλλους έχει εξελιχθεί σε τέχνη. Μπορώ να παραμένω σιωπηλός με ύφος ενός
που δείχνει βαθύ ενδιαφέρον, και κάπου – κάπου να πετάω καμιά γνώμη ή να
επιδεικνύω ότι κάτι ξέρω κι εγώ – αν και δεν κατέχω τίποτε – αλλά απλά να
υπαινιχθώ καινούρια θέματα στον ομιλητή και να ποικίλω τη συζήτηση έτσι ώστε αυτός
να μην κουραστεί μιλώντας μονότερμα.
Ένιωθα εξαιρετικά άνετος στον καναπέ. Και θεωρούσα ιδιαίτερα διασκεδαστικό ν’ ακούω
τον γιατρό να μου εξηγεί πώς αισθάνεται κανείς την ώρα του θανάτου. Υπάρχει
πάντα κάτι ευχάριστα συναρπαστικό με τον θάνατο – όταν βέβαια αυτός είναι
μακριά μας. Και φαινόταν τόσο ωραία απομακρυσμένος από το άρωμα του καπνού,
τη γεύση του ουίσκι και την άνεση του καναπέ. Και όταν ο νους μου
περιπλανήθηκε σ’ αυτή στην απέναντι όχθη του φιόρδ – περιπλανήθηκε
παρ’ όλη την μελετημένη μου προσοχή – τότε ο θάνατος φάνηκε τόσο πιο πολύ
απομακρυσμένος από την όχθη που μόλις μπορούσα να παρακολουθήσω την περιγραφή
πώς κάποιος αισθάνεται όταν πεθαίνει.
Εν μέσω αυτής της ονειρικής ευχαρίστησης και του κατακλυσμού
πληροφοριών από τον γιατρό, άνοιξε κάπως βιαστικά η πόρτα. Εγώ κοίταζα από
την άλλη μεριά και νόμισα πως θα ήταν κάποιο από τα παιδιά του γιατρού.
Ήταν όμως ο γερο-Θόρδουρ από το Μπεντ.
Τον ήξερα καλά. Ήταν πάνω από πενήντα, ψηλός και με μεγάλα άκρα,
με μια τούφα από ψαρά μαλλιά και πλακουτσωτή μύτη. Ήξερα επίσης πως είχε μια
στρατιά από παιδιά – κάποτε βρέθηκα στην πόρτα του κι αυτά άλλα όρμησαν, άλλα
ποδοβόλησαν, άλλα σύρθηκαν κι άλλα ήρθαν παραπατώντας στο κατώφλι και με
χάζευαν μ’ ανοιχτό το στόμα. Μου φαινόταν τόσο αδύνατο να προσπαθήσω να τα
μετρήσω όσο ένα μεγάλο κοπάδι πρόβατα. Ήξερα ότι δεν είχαν κανένα έσοδο εκτός
απ’ ό, τι ο γέρος και η γυναίκα του – και ίσως τα μεγαλύτερα παιδιά –
κατόρθωναν να κερδίσουν από μέρα σε μέρα. Ο εργοδότης μου στην Κοπεγχάγη μου
είχε ρητά απαγορεύσει να δίνω πίστωση σε κάτι τέτοιους – και φυσικά αυτός
τώρα μας χρωστούσε περισσότερα απ’ ό, τι ήταν ποτέ σε θέση να πληρώσει.
Ούτε καν χτυπάει ο αχρείος,
είπα από μέσα μου.
Κρίνοντας από την εμφάνισή του, κάτι δεν πήγαινε καλά. Το πρόσωπό
του ήταν αφύσικα μαβί και τα μάτια του γυάλιζαν παράξενα – κι επιπλέον ήταν
ανέκφραστα. Μου φάνηκε επίσης πως τα πόδια του έτρεμαν.
Μήπως ο φτωχοδιάβολος είναι πιωμένος – καταμεσής στην εποχή του
μαζέματος του σανού – και με τέτοια ξηρασία; Αναρωτήθηκα.
Ο γιατρός προφανώς δεν μπορούσε να θυμηθεί ποιος ήταν.
-
Σε καλημερίζω, καλέ μου άνθρωπε,
είπε, αλλά ποιο είναι το πρόβλημά σου;
-
Απλά πέρασα να πάρω εκείνες τις
τέσσερις κορώνες.
-
Ποιες τέσσερις κορώνες; Ρώτησε ο
γιατρός.
Ο Θόρδουρ ύψωσε τη φωνή του: ‘Τις τέσσερις κορώνες που μου
χρωστάς’.
Ήταν πλέον φανερό πως με δυσκολία μπορούσε να σταθεί όρθιος.
Ήμουν σίγουρος πως το παλιοκάθαρμα είχε πιει τον αγλέουρα. Έμεινα
κατάπληκτος. Ποτέ δεν τον είχα ακούσει να συμπεριφέρεται μ’ αυτόν τον τρόπο.
Ζούσε εκεί έξω στην πλαγιά του λόφου σε μικρή απόσταση από το χωριό. Άρχισα
να αναρωτιέμαι που μπόρεσε να βρει τόσο ποτό – ασφαλώς όχι από το μαγαζί μας.
-
Πώς σε λένε; Ρώτησε ο γιατρός.
-
Πώς με λένε; Δεν ξέρεις το όνομά
μου; ώστε δε με ξέρεις; Ο Θόρδουρ είμαι – ο Θόρδουρ από το Μπεντ. Και θέλω να
μου δώσεις αμέσως τα λεφτά μου.
-
Α, έτσι λοιπόν – είσαι ο Θόρδουρ
από το Μπεντ, είπε ο γιατρός. Και σηκώθηκες; Αλλά άκου, καλέ μου άνθρωπε, δε
σου οφείλω τίποτε. Εσύ μου χρωστάς ένα μικρό ποσό – αλλά αυτό δεν έχει καμιά
σημασία για μένα.
-
Δε με νοιάζει καθόλου αυτό, αλλά
πολύ θα ήθελα να πάρω τα λεφτά μου αμέσως, επανέλαβε ο Θόρδουρ.
-
Μου επιτρέπεις να δω τον σφυγμό
σου για ένα λεπτό; Ρώτησε ο γιατρός.
Ο Θόρδουρ άπλωσε το χέρι του, αλλά μου φάνηκε πως δεν ήξερε τι
έκανε. Το απλανές του βλέμμα του ήταν προσηλωμένο στο κενό, σαν να σκεφτόταν
άλλα πράγματα – ή μάλλον σαν να ήταν το μυαλό του εντελώς άδειο από σκέψεις.
Παρατήρησα τα δάχτυλα του γιατρού πάνω στον καρπό του.
-
Είσαι άρρωστος, του είπε.
-
Άρρωστος; Ναι, βέβαια, είμαι
άρρωστος. Πρέπει λοιπόν να σε πληρώσω τέσσερις κορώνες; Δεν τις έχω τώρα.
-
Δεν έχουν καμιά σημασία αυτές οι
τέσσερις κορώνες, αλλά γιατί σηκώθηκες έτσι που είσαι; Ξέχασες που σου είπα
να μείνεις στο κρεβάτι όταν σε εξέτασα τις προάλλες;
-
Να μείνω στο κρεβάτι; Πώς στην ευχή να μείνω στο κρεβάτι; Μπορείς να
μου πεις;
-
Δεν πρέπει να σηκώνεσαι στην
κατάστασή σου. Μα, εσύ παραληρείς!
-
Μα τι ανόητος που είσαι. Δε
βλέπεις ότι έχουμε ξηρασία;
-
Ναι, ΕΙΜΑΙ ενήμερος για την
ξηρασία.
Προφανώς ο γιατρός απόρησε τι σχέση μπορεί να είχε η ξηρασία με
την περίπτωσή του.
-
Κάθισε να το συζητήσουμε.
-
Να καθίσω; Όχι! Ποιος τότε θα
στεγνώσει τον σανό στο λιβάδι; Είχα θερίσει λίγο όταν αρρώστησα – γιατί με
πας κόντρα; Και τα παιδιά έκαναν κάποιες προσπάθειες στον θερισμό, αλλά ποιος
θα φροντίσει στο στέγνωμα; Όχι, βέβαια η Γκούντρουν – αυτή δεν μπορεί να τα
κάνει όλα. Τα παιδιά; Τι ξέρουν για το στέγνωμα του σανού; Ποιος, λοιπόν, θα
το κάνει; Μήπως ΕΣΥ;
-
Έχει ο Θεός και για σένα, είπε ο
γιατρός με κάποια αβεβαιότητα.
-
Έχει ο Θεός και για μένα; Τίποτε
ποτέ δεν έχει για ΜΕΝΑ.
Κρύο ρίγος διαπέρασε το κορμί μου. Η παρατήρησή του ακούστηκε
αληθινή: ήξερα πως τίποτε ποτέ δεν είχε ο Θεός γι’ αυτόν. Ένιωσα ζάλη κοιτάζοντας
μέσα σε μια τέτοια άβυσσο απελπισίας. Αμέσως κατάλαβα ότι η αλήθεια αυτής της παραληρηματικής δήλωσης
με αφορούσε περισσότερο απ’ όσο η σοφία όλων των εποχών.
-
Θα μου δώσεις τις τέσσερις κορώνες
που μου χρωστάς; Είπε ο Θόρδουρ.
Είχε αρχίσει τώρα να τρέμει ολόκληρος έτσι που χτυπούσαν και τα
δόντια του.
Ο γιατρός έβγαλε τέσσερις κορώνες από το πορτοφόλι του και του
τις έδωσε. Ο Θόρδουρ τις ακούμπησε πάνω στο τραπέζι και κατευθύνθηκε
τρεκλίζοντας προς την πόρτα.
-
Ξέχασες να πάρεις τις κορώνες σου,
του είπε ο γιατρός.
-
Δεν τις έχω μαζί μου, αλλά θα σου
τις δώσω μόλις μπορέσω είπε ο Θόρδουρ, χωρίς να κοιτάξει πίσω του πασχίζοντας
να φτάσει στην πόρτα.
-
Μήπως υπάρχει άδειο κρεβάτι πάνω
από το μαγαζί; Ρώτησε ο γιατρός.
-
Ναι, απάντησα. Θα σε πάμε στο
μαγαζί, Θόρδουρ.
-
Θα με πάτε; Διάολε! Εγώ θα πάω
κατευθείαν στο λιβάδι.
Τον ακολουθήσαμε μέχρι έξω βλέποντάς τον να ξεκινάει. Μετά από
λίγο κατέρρευσε. Τον ανεβάσαμε στο πάνω πάτωμα του μαγαζιού.
Λίγες μέρες αργότερα θα μπορούσε να μας είχε πει, αν κάποιος
μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί του, εάν ήταν σωστές ή λάθος εκείνες οι
θεωρίες του πώς νιώθει κάποιος την ώρα του θανάτου.
-
Αλλά ποιος θα στεγνώσει τον σανό
στο λιβάδι του τώρα;
*Ο Einar Hjörleifsson Kvaran ήταν
Ισλανδός μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής, εκδότης και
πνευματιστής. Επηρέασε την ισλανδική κοινωνία να ανατρέφουν τα παιδιά τους με
ήπιο τρόπο ξεφεύγοντας από την ορθόδοξη αυστηρότητα.
|
Τετάρτη 11 Μαρτίου 2020
Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΜΙΑΣ ΛΙΛΙΠΟΥΤΕΙΑΣ ΧΩΡΑΣ
-
Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΠΟΥ ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΑ ΠΑΛΙΑ Τάσος Καλούτσας «Τι κάνει σήμερα η γιαγιά;» ρώτησα την Ιβάνκα, βγαίνοντας στο μπαλκονά...
-
EXORCISM By Vassilis C. Militsis Father Parthenios, abbot of the monastery of Our Beatific Holy Lady, was a 75-year-old man, of...
-
Ο ΔΟΚΗΣΙΣΟΦΟΣ του Ανδρέα Λασκαράτου (1811-1901) Ο δοκησίσοφος έλαβε από τη φύση του το χάρισμα του ...

