Η ΞΕΝΗ ΤΟΥ 1854
Εμμανουήλ Λυκούδης
(απόσπασμα)
Δυστυχισμένη θεοκατάρατη
χρονιά. Ποιος θα λησμονήσει τι κακά έσυρε μαζί της; Είναι κάτι χρόνοι, όπου
τραβούν οπίσω τους τα βάσανα, τις συφορές, αλυσίδα βαρειά, ατέλειωτη αλυσίδα
που σέρνεται στα στήθια. Αφορία από έτη, καταστροφές από σεισμούς, εθνικές ελπίδες
ξεριζωμένες, η ληστεία να βράζει στην Ελλάδα απ’ άκρη σ’ άκρη. Να μπαίνουν οι
ληστρικές συμμορίες μέσα στας πόλεις, στας Θήβας, στη Λιβαδιά, στα Μέγαρα, η
ξένη Κατοχή υβριστική να πατεί κατάστηθα τη χώρα, χωρίς ούτε καν να πνίξει τη
μαύρη διχόνοια! Και όμως δεν ήσαν αρκετά αυτά. όχι. Πίσω ήταν το
πλιό φαρμακερό ποτήρι.
Ήταν γραφτό να στήσει στον
άμοιρο, στον πολυβασανισμένο τούτο τόπο, το μαύρο τσαντίρι της, στριγγλιάρα
γύφτισσα, η πρασινοκίτρινη αμαζόνα του θανάτου, η Επιδημία.
Κρυφά κρυφά, για να κάμει πρώτη
γνωριμία μαζί μας εταξίδεψε από τη Μασσαλία έως στη Μάλτα μαζί με τον
Μαυροκορδάτο, που ήρχετο από τη Γαλλία για να παραλάβει την Κυβέρνηση. Έτσι
το έγραφαν τουλάχιστον του τέλους Ιουνίου του 1854 οι εφημερίδες.
«Ο κύριος Μαυροκορδάτος
αναχώρησας εκ Μασσαλίας ηναγκάσθη να μείνει εις Μελίτην, διότι εν των μεταξύ
απεβίωσαν εν τω ατμοπλοίω τρεις στρατιώται εκ χολέρας».
Αλλά το βαπόρι εκείνο δεν έφερε
τη χολέρα στην Ελλάδα. Δεν ελευθεροκοινώνησε στη Σύρα που ήταν για να φτάσει.
Πώς μας ήρθεν η θεοκατάρατη Ξένη;
Πολλά λένε. Αλλά περισσότερο
επιστεύθηκε πως μπήκε κρυφά επιβάτης και κρύφτηκε κάτω βαθιά, στο μπαλαούρι,
μέσα σε μία καμαρωμένη φρεγάδα, χυτή, χαριτωμένη, που ήρχουνταν στον Πειραιά
φορτωμένη στρατό για την Κριμαία.
Αχ! Έπρεπε στου κάβου Μαλιά τα
κρεμαστά τα βράχια να εύρει μαύρη βαθιά καταβόθρα, τη μανιωμένη θάλασσα, τόσο
βαθιά που να μην αποφανεί ούτε το πόμολο του μεσιανού της καταρτιού, για να
μη γλυτώσει η Μαύρη Ξένη, για να μη φτάσει να φέρει σ’ αυτό το δύστυχο τον
τόπο την ερήμωση.
Όμως αλλιώς ήταν γραφτό.
γι’ αυτό ακίνδυνα εκαβατζάριζε τον κάβο Μαλιά, κι ανέβαινε περήφανα με ίσια
την πλώρη για τον Πειραιά. Κι ανάσαιναν οι ανατολικές στεριές του Μοριά.
και της έστελναν της άπιστης φρεγάδας σα γλυκοφίλημα τον ανασασμό τους, το
γλυκό ελληνικό μαϊστραλάκι, όπου της φιλούσε τα ολόλευκα πανιά όλα απλωμένα
στο φύσημά του, από τον κόντρα φλόκο ως στη μπούμα, από τον τρίγκο και τη
μαΐστρα ως στους κούντρους. Τα δελφίνια έπαιζαν τρελά εμπρός στην πλώρη της
κι οι γλάροι εφτερούγιζαν χαρωποί ανάμεσα στα ξάρτια της. Περηφανεύουνταν η
εύμορφη φρεγάδα και έγερνε καμαρωμένη από τη δεξιά πλευρά. Τα νερά τα
γαλαζοπράσινα, νωθρά, κοιμισμένα, ότι και τα ξύπναε η πλώρη της η χυτή.
και παραμερούσαν με γλυκομουρμούρισμα σα ντροπαλά, ενώ εγλίστραε απάνου τους
σα νεροφίδα η εύμορφη φρεγάδα.
Φαίνεται πως δεν άργησε πολύ να
ρίξει άγκυρα στον Πειραιά.
Γιατί στις 6 Ιουλίου εκολλούσαν
στους τοίχους των Αθηνών χαρτιά και, αφού το τύμπανο εξεκούφαινε τον
φοβισμένο κόσμο, ένας κήρυξ εδιάβαζε στα σταυροδρόμια:
Αριθ. 79
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Το Υπουργείον των Εσωτερικών προς τους Νομάρχας του Κράτους
Σπεύδομεν με λύπην μας να σας
κοινοποιήσομεν, κύριε Νομάρχα, ότι εις τον Πειραιά από προχθές εφάνησαν
τινά περιστατικά εμφαίνοντα χολέραν. Η Κυβέρνησις έλαβε τα συντονότερα
μέτρα κ.λπ.».
Αυτά τα τινά περιστατικά
ήσαν καμιά τριανταριά θάνατοι την ημέρα εις τα νοσοκομεία και εις την πόλιν.
Τα συντονότερα μέτρα ήσαν ότι
δεν είχαν την άδεια να έλθουν από τον Πειραιά οικογένειες και κατοικήσουν εις
τας Αθήνας, μπορούσαν όμως οι άνθρωποι να συγκοινωνούν ελεύθερα για τις
δουλειές τους στα δύο πόλεις, φθάνει μόνον, όταν ανέβαιναν από τον Πειραιά να
τους κύτταζε στα μάτια ένας γιατρός που εστέκετο εκεί που είναι τώρα το γκαζ.
Αλλ’ απ’ αυτή την ενόχληση είχαν απαλλαχθεί όλοι του στρατού της Κατοχής,
γιατί γι’ αυτούς θα ήταν αυθάδεια ένα τέτοιο μέτρο. Αλλά και οικογένειες
ήρχοντο ελεύθερα στας Αθήνας, όταν είχαν μαζί τους κανένα στρατιώτη ξένο.
Και όμως και με όλες αυτές τις
ευκολίες άργησε να ανέβει στας Αθήνας η Ξένη. Λες και βαριότανε χορτάτη από
τον τρύγο που έκανε στον Πειραιά.
Αλλά στο τέλος, αφού έως εις
τας 20 Αυγούστου ερήμαξε τον Πειραιά, ελούφαξε και μόλις εις το τέλος
Σεπτεμβρίου άρχισε να τρυγά εις τας Αθήνας τα πρώτα πριμαρόλια του θανάτου. Εν
εις τας 29 Σεπτεμβρίου εις την οδόν Λυσικράτους. άλλο εις τας 12
Οκτωβρίου εις την οδόν Νίκης και τρία ή τέσσερα εις το Γεράνι εις τας 16
Οκτωβρίου.
-Έτσι πρώτα πρώτα χτυπούσε
ανάρια, σκόρπια. Λες κι εδοκίμαζε τη δύναμή της.
Έπειτα για μερικές ημέρες άφηνε
να λησμονηθεί. Ήθελε να κάμει τον κόσμο να ξεθαρρέψει, όπως το θηρίο αφήνει
λάσκο στο θύμα του να δοκιμάσει τη φυγή, για να το σπαράξει έπειτα σ’ ένα
πήδημα με περισσότερη ευχαρίστηση.
Ο κόσμος εξεθάρρευε και εγύριζε
η γαλήνη στα πρόσωπα και το χαμόγελο στο στόμα.
Μα αυτή έβοσκε σαν την κρυμμένη
τη φωτιά, ελούφαζε σαν την τίγρη πριν χυμήσει, εσέρνουνταν κρυφοδάγκατη οχιά.
Εις τας 21 Οκτωβρίου ξέσπασε
αχόρταγη. Παράλυσε τότε τις ψυχές ο κρύος φόβος και όσοι ημπορούσαν εζήτησαν
σωτηρία στη φυγή. Δεν ήταν φυγή πολέμου αυτή. δεν θα πατούσε τας
Αθήνας ο εχθρός, ούτε ακούονταν από μακριά κούφια, βουβή, του κανονιού η
βροντή. Αλλά τον ένιωθε χωρίς να τον βλέπει τον εχθρό ο άμοιρος ο κόσμος,
παντοδύναμο σαν τον Θάνατο. Και έφευγεν. Η Ιερά οδός, η οδός των Πατησίων,
της Κηφισιάς, του Μαραθώνος, κάθε δρόμος που έφερνε σ’ ένα χωριό της Αττικής
ήτο γεμάτος από κάρα, αμάξια, φορτηγά ζώα, πεζούς, παντού μία ατέλειωτη
αλυσίδα, που εσέρνουνταν και σήκωνε παχύ, ουρανόψηλο τον κουρνιαχτό. Κλάμα
και θρήνος παντού. τα πράγματα ριμμένα άνω κάτω με την τρελή βία
του φόβου, σαν σε πυρκαγιά, μέσα στ’ αμάξια. Ό,τι πρόφθασε ο καθένας. Ω, τα
ελεεινά καραβάνια της συμφοράς!
Πολλοί δυστυχισμένοι, που δεν
είχαν τις τρακόσες ή τετρακόσες δραχμές που είχε φθάσει το αγώι ενός αμαξιού
έως εις τα περίχωρα, έφευγαν φορτωμένοι ολίγα ρούχα στον ώμο, ένα καλάθι με
ψωμί στο χέρι, κι οι γυναίκες έσερναν τα παιδιά. Ακολουθούσαν και κάτι
αραχνιασμένοι γέροι και γριές, ξεκλειδωμένες υπάρξεις, κουρέλια της ζωής, που
δεν είχαν μεγάλες ελπίδες ότι θα τραβήξουν μακριά. Αλλά η ζωή είναι φως.
Αποχαιρετώντας τη ζωή ο Αίας του ηλίου το φως αποχαιρετούσε, για τούτο είναι
μεγάλη η αγάπη της ζωής στις φωτεινές τις χώρες, που τις σκεπάζει γαλάζιος,
ηλιοχρύσωτος ουρανός.
Τριάντα χιλιάδες ψυχές είχαν
τότε αι Αθήναι. Δεν έμειναν μέσα στην πόλη περισσότερες από οκτώ.
Μακριά, μακριά από το φαρμάκι
που ξερνάει ο ανασασμός της θεοκατάρατης της Ξένης.
«Η ξένη του 1854», Διηγήματα, Νεφέλη, Αθήνα 1990, σ. 57-61.
|
THE BANE OF 1854
Emmanuel Lykoudis (1849-1925)
[Greek author]
From his short story “Hê Xenê of 1854”
Rendered by Vassilis C. Militsis (Βασίλης Μηλίτσης)
Foreword
The epidemic of cholera
in Athens (1854) belongs to the third cholera pandemic (1839-1856), which
started from Bengal (India) in 1839, spread worldwide to Middle East, Russia,
struck the Western Europe and furthermore North and Latin America. In 1854,
the pandemic moved from France to Greece and Turkey, by French troops
returning from the Crimean War. Cholera first affected the port of Piraeus
and soon reached Athens.
In 1854–59,
following the Crimean War, Piraeus was
occupied by the Anglo-French fleet allegedly to forestall Greek expansionist
intentions.
A woebegone, God-cursed year. Who will forget the misfortunes that
year brought? There are some years that drag along sufferings and calamities,
an endless heavy chain of them strung around our chests. Years of failing
crops, earthquake devastations, uprooted national expectations and banditry
prevailing throughout the country. Gangs of bandits raided the towns of
Thiva, Livadia, Megara, not to mention the foreign insolent occupation [of
Anglo-French troops] that crushed the nation, not even being able to quell
the grim discord among the various political factions! And all those were not
enough, for the most venomous cup was to follow.
It was fated that the despicable witch, the ashen Amazon of Death –
the epidemic – pitch her black tent in
this unfortunate, long-suffering place
It traveled furtively to make its first acquaintance with us from
Marseilles to Malta with Mavrokordatos, who came from France to take charge
of the government. That was what the papers wrote at least by the end of June
in 1854.
“Embarking at Marseilles for Greece, Mr Mavrokordatos had to stay in
quarantine at Melite [?], because three soldiers had died of cholera on the
steamer.”
But it was not that ship that brought the cholera to Greece. She did
not dock at Syros where she was scheduled to arrive. Then, how did the
God-accursed alien Bane visit us?
Many rumors have it that a passenger sneaked in and hid deep in the
hold of a well built, graceful frigate that was heading to Pireaus carrying
troops from Crimea.
Ah! Would that she had foundered deep in the black trench of the
raging sea by the bluffs of Cavo Malias. Would that she had sunk into such an
abyss that not even her main mast top could be visible so that the Black Bane
could not have reached this ill-fated place and brought its devastation.
But our country was ill-starred; that is why she safely weathered Cavo
Malias and was plodding proudly in the direction of Pireaus. The eastern
coast of the Peloponese breathed and sent, like a sweet kiss, the unfaithful
frigate its fair northerly wind that kissed her snow-white sails, stretched
from the jib sail to the boom, from the fore and mainsails to the topgallant
sails. The frolicsome dolphins played before the prow and the sea gulls
fluttered merrily among her rigging. Fair and proud, the frigate listed gracefully
to starboard. The blue green waters, indolent and drowsy, were roused by the
ship’s shapely bows; and they parted asunder with a soft, shy splash as the
pretty frigate glided on them like a water snake.
Shortly she dropped anchor at Piraeus.
On July 6, placards were posted on the walls in Athens and the drums
made a deafening din upon the ears of the terrified populace, while a crier boomed
out in the crossroads:
Article 79
KINGDOM OF GREECE
The Ministry of Interior.
To the Prefects of the State:
We regret herewith to inform you that at Piraeus have been some
cases leading to cholera. The government has taken the appropriate
measures…
These some cases were about forty deaths a day in the town
hospitals.
The appropriate measures were the barring of families from going from Piraeus and staying in
Athens; but workers, professionals and self-employed could freely commute to
both cities, provided they had their eyes examined by a doctor stationed on the
city borders. The forces of occupation had been exempted from this
inconvenience, for their impudence and arrogance went beyond all measure.
Even families accompanied by an Anglo-French officer could freely go up to
Athens.
Despite such lenient measures, the Bane took its time to break out in
the capital; as though it had been satiated by the Piraeus harvest and was
weary to ascend to Athens.
By August 20 the Bane had laid Piraeus waste and after some respite it
began to take its toll in the capital right at the end of September. On September 29 there was one death in
Lysikratous, another one died in Nikis Street on October 12 and three or four
more at Gerani on October 16.
At first it struck loosely as if it tested its power.
After a couple of days it lay dormant. Perhaps it let people feel safe
like a predator that stalks its prey and as the poor creature dares to get
free, the brute pounces on and devours it with more relish.
The people began to feel comfortable and grew restful and carefree.
But the Bane was a smoldering fire, a lurking tiger before springing
on its victim, an insidious slithering venomous viper.
On October 21, it broke out rampant. Gelid fear paralyzed the people’s
souls; those who could, they sought safety in fleeing the city. They were not
running away from war. No tangible enemy was invading Athens. No distant
cannon mutter could be heard. The ill-fated people felt an unseen foe, as
omnipotent as Death. And they were continually fleeing. Every street in
Athens that led to a countryside village in Attica was crowded with carts,
coaches, pack animals and people on foot – everywhere an endless chain that
crawled and raising clouds of dust as high as the sky. Weeping and ululation
was heard all over the way. Things had been thrown on the vehicles helter
skelter in mad panic as though a fire had broken out. Each took whatever he
could lay his hands on. Oh, the miserable trail of woe!
A host of unfortunate ones that could not afford to pay for a carriage
to take them to the countryside walked away with a bundle of clothes and a
hamper of bread loaves on their shoulders while the women dragged their
children by hand. There followed a few decrepit old men and women, disjointed
entities, tatters of life, with very few expectations to reach their
destinations. However, life is sweet light. When in the Homeric poems Ajax
bade farewell to life, he actually said farewell to the sun light, for the sun
light is the great love of life in the sun bathed countries that are dominated
by a blue and sun golden sky.
At those times Athens was inhabited by thirty thousand souls, of which
not more than eight thousand had stayed behind.
The rest were fleeing from the virulence vomited by the breath of the
god-accursed Bane.
“Hê Xenê of 1854” Short Stories, Nefeli Publ. 1990, pp. 57 –
61.
|
Δευτέρα 20 Απριλίου 2020
Η ΞΕΝΗ ΤΟΥ 1854 - ΤΗΕ 1854 CHOLERA EPIDEMIC IN ATHENS
-
Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΠΟΥ ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΑ ΠΑΛΙΑ Τάσος Καλούτσας «Τι κάνει σήμερα η γιαγιά;» ρώτησα την Ιβάνκα, βγαίνοντας στο μπαλκονά...
-
EXORCISM By Vassilis C. Militsis Father Parthenios, abbot of the monastery of Our Beatific Holy Lady, was a 75-year-old man, of...
-
Ο ΔΟΚΗΣΙΣΟΦΟΣ του Ανδρέα Λασκαράτου (1811-1901) Ο δοκησίσοφος έλαβε από τη φύση του το χάρισμα του ...
