|
Let mans Soule be a Spheare, and then, in this,
The intelligence that moves, devotion is,
And as the other Spheares, by being growne
Subject to forraigne motion, lose their owne,
And being by others hurried every day,
Scarce in a yeare their naturall forme obey:
Pleasure or businesse, so, our Soules admit
For their first mover, and are whirld by it.
Hence is't, that I am carryed towards the West
This day, when my Soules forme bends toward the
East.
There I should see a Sunne, by rising set,
And by that setting endlesse day beget;
But that Christ on this Crosse, did rise and fall,
Sinne had eternally benighted all.
Yet dare I'almost be glad, I do not see
That spectacle of too much weight for mee.
Who sees Gods face, that is selfe life, must dye;
What a death were it then to see God dye?
It made his owne Lieutenant Nature shrinke,
It made his footstoole crack, and the Sunne winke.
Could I behold those hands which span the Poles,
And tune all spheares at once peirc'd with those
holes?
Could I behold that endlesse height which is
Zenith to us, and our Antipodes,
Humbled below us? or that blood which is
The seat of all our Soules, if not of his,
Made durt of dust, or that flesh which was worne
By God, for his apparell, rag'd, and torne?
If on these things I durst not looke, durst I
Upon his miserable mother cast mine eye,
Who was Gods partner here, and furnish'd thus
Halfe of that Sacrifice, which ransom'd us?
Though these things, as I ride, be from mine eye,
They'are present yet unto my memory,
For that looks towards them; and thou look'st
towards mee,
O Saviour, as thou hang'st upon the tree;
I turne my backe to thee, but to receive
Corrections, till thy mercies bid thee leave.
O thinke mee worth thine anger, punish mee,
Burne off my rusts, and my deformity,
Restore thine Image, so much, by thy grace,
That thou may'st know mee, and I'll turne my face.
|
ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 1613
ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΠΡΟΣ ΤΗ ΔΥΣΗ
Donne, John, 1572-1631
Ελεύθερη απόδοση: Βασίλης Κ. Μηλίτσης
Το παρακάτω ποίημα
γράφτηκε τη Μεγάλη Παρασκευή του 1613, ενώ ο Τζον Ντον ταξίδευε από το Γουόρικσαρ
(Warwickshire) στην Ουαλία. Στο ποίημα ο ποιητής εκφράζεται με
βαθιές θρησκευτικές ενοράσεις και με
ειλικρινή προσωπική μετάνοια που είναι αναγκασμένος να ταξιδέψει τη μέρα
αυτή.
Μια
σφαίρα φαντάσου του ανθρώπου την ψυχή,
κι
αυτό που την κινεί είναι στο Θεό η προσήλωση.
Αλλ’
οι ουράνιες σφαίρες με ξένη πορευμένες κίνηση,
τη
δική τους χάνουν μες την περιδίνηση.
Και
ενόσω ολοένα από άλλες επισπεύδονται,
μόλις
που μπορούν στο χρόνο από τη φυσική τους ροπή να διέπονται:
κι
έτσι σχόλη και δουλειά η ψυχή μας επιτρέπει
και
μ’ αυτές κινούμενη το έργο της αποτρέπει.
Αν
και σήμερα ο δρόμος μου δυτικά με οδηγεί,
Την
Ανατολή όμως η ψυχή μου νοσταλγεί.
Εκεί
θα δω έναν Ήλιο ν’ ανατέλλει για να δύσει
Και
με τη δύση του μια ατέλειωτη ημέρα θα γεννήσει.
Αλλά
ο Χριστός πάνω στον Σταυρό Του ανέβηκε και πέθανε γιατί η αμαρτία τα πάντα είχε αιώνια σκοτίσει.
Κι
όμως, σχεδόν χαίρομαι που αυτό το θέαμα δε βλέπω, πολύ βαρύ για μένα είναι.
Βλέποντας
κάποιος του Θεού το πρόσωπο, την ίδια τη ζωή, να πρέπει να πεθάνει,
τι
θα ήταν τότε ο θάνατος όταν άπασα
η
Πλάση να βλέπει τον πλάστη της να χάνει;
Θα
έκανε την ίδια Του τη φύση να φρίττει,
το
υποπόδιό του να θρυμματίζεται
και
ο ήλιος να σκοτίζεται.
Θα
μπορούσα άραγε να δω τρυπημένα εκείνα τα χέρια
που
από πόλο σε πόλο τη γη αγγίζουν
και
του σύμπαντος τις σφαίρες συντονίζουν;
Θα
μπορούσα ν’ αντικρίσω το απέραντό Του ύψος,
Που
το ζενίθ και το ναδίρ αποτελεί για μας, να μικραίνει ταπεινά κάτω από μας;
Ή
το αίμα Του, που είναι η βάση των Ψυχών μας, αν όχι της δικής Του,
Στο
χώμα και τη σκόνη να χύνεται;
Ή
η σάρκα Του, η θεϊκή,
σαν
φορεμένη στολή, να σκίζεται
και
κουρέλια να γίνεται;
Αν
αυτά δε θα μπορούσα κοιτάξω,
θα
τολμούσα μήπως στη μάνα Του
τη
δύσμοιρη το βλέμμα μου να ρίξω,
Κι
Αυτή του Θεού σύντροφος που ήταν
Τη
μισή θυσία πήρε πάνω της
Εμάς
για να λυτρώσει;
Κι
αν όλα αυτά, στον δρόμο μου,
δε
βρίσκονται μπροστά μου,
είναι
όμως στον νου μου χαραγμένα
γιατί
εσέ κοιτάζει αυτός κι Εσύ εμένα,
καθώς
επί ξύλου σήμερα είσαι σταυρωμένος.
Την
πλάτη μου Σου γύρισα, κι Εσύ σαν τιμωρία
Τα
δικαιώματά Σου ‘δίδαξόν με’,
Μέσα
από το άπειρο Μέγα Έλεός Σου.
Ω,
θεώρησέ με άξιο της οργής Σου, τιμώρησέ με,
Εξάλειψε
το ρύπος μου και ‘στο αρχαίον κάλος αναμόρφωσέ με’.
Εις
το ‘κατ’ εικόνα Σου’ η χάρη Σου να με επαναγάγει,
Ώστε
να με αναγνωρίσεις, για να μπορώ
κι
εγώ προς Σε την όψη μου θα στρέψω.
|
Κυριακή 5 Απριλίου 2020
JOHN DONNE - EARLY MODERN ENGLISH POETRY - GOOD FRIDAY
-
Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΠΟΥ ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΑ ΠΑΛΙΑ Τάσος Καλούτσας «Τι κάνει σήμερα η γιαγιά;» ρώτησα την Ιβάνκα, βγαίνοντας στο μπαλκονά...
-
EXORCISM By Vassilis C. Militsis Father Parthenios, abbot of the monastery of Our Beatific Holy Lady, was a 75-year-old man, of...
-
Ο ΔΟΚΗΣΙΣΟΦΟΣ του Ανδρέα Λασκαράτου (1811-1901) Ο δοκησίσοφος έλαβε από τη φύση του το χάρισμα του ...


