Πέμπτη 7 Μαΐου 2020

ΔΥΟ ΠΑΝΘΗΡΕΣ ΔΩΡΟ - Α GIFT OF TWO PANTHER CUBS - AN INDIAN SHORT STORY




AN ENCOUNTER WITH A PANTHER
By Anil Chandra [see previous post]

In 1963, after joining IAS, I was posted as Assistant Collector in Ambikapur, District Surguja (MP) for training. My entire life earlier had been mainly spent in Lucknow and Delhi and so I had not even heard of a district called Surguja. Enquiries at Mussoori, where I was under training, revealed it was located in north-east Madhya Pradesh and was largely inhabited by tribals. I also learnt it was formerly a princely state, nearly as large as Kerala, heavily afforested and the district headquarter-Ambikapur- not connected by train. All this was a shock.




After I reached Ambikapur through a long arduous route via rail and bus from Delhi, I was aghast at seeing Ambikapur town. It was no better than a village. It's population was 15-20,000, most houses were a mix of kuccha and pucca with tiled roofs, no water town supply ( water had to be pulled out of wells attached to most houses) and electricity in some houses. There were dry sanitary latrines in most houses, a small market and hardly any cars. What was most irritating was there was no bakery to supply bread, no English newspapers and of course no cinema hall.

In these dreary surroundings my time was spent in my office in the Collectorate, playing tennis in the club in the evenings, listening to radio at my home for news and music and travelling all around the district in a jeep on tours.

The entire district was full of forests and wild life was aplenty. The Raja of Surguja, now living in his dilapidated palace in isolation was rumoured to have shot dead over 1,000 tigers and panthers in his lifetime- a world record. The favourite pastime of village landlords was drinking and shikar. As for the tribal population, it was content with drinking, dancing and merrymaking. Mahua liquor flowed in the district like water. Promiscuity was widespread among locals and the outside non tribal population, mostly traders, took full advantage of it.

And so my bachelor life proceeded with nothing very exciting.

One summer morning as I opened the latch of my door to step outside into my verandah, I saw a two tribal young men standing outside with a covered basket. Behind them stood my domestic servant who came daily to my house around this time to do his usual chores of cooking, cleaning etc.

My servant smiled and said,''Sahib, yeh log gaon se aye hain aur apke liye ek bhet laye hai ( Sir, these people have come from the village and have brought a present for you)''

"What?"I asked.

The two tribal villagers opened the top cover of the basket and I saw two little tiny brown cats with black stripes sitting inside atop a piece of cloth.

"Yeh kya hai? ( What is this?)"I asked

"Tenduae sahib. Aapke laye( Panthers sir,.For you)."

I stood there dazed for a long time. I touched one of them and he moved. There was a small metallic cup with milk inside the basket and one of them licked some milk.

It was a good 3-4 minutes before I recovered my senses and asked:

"Mai kya karunga inka? (What will I do with them?)"

At this one of the tribal man picked up one little cub and shoved it into my hand and said: Rakhiya aur inke sath Khilaye sahib. Bade pyare hain( Keep them and play with them, sir. They are very cute)

I asked my servant to make tea for all of us. I was too dazed to say anything else.

I played with the two cubs for some time. I liked the feel of them crawling around my feet.

It is then that I got talking to the two villagers and asked what at all made them bring this unusual present for me.

They said they are brothers and in one of the land dispute cases which had been going on in their village for many years with their neighbours, I had come to the village talked to the two parties and decided the case on the spot in their favour. They were eternally grateful and had brought these cubs as a present to thank me

"And how did you get them?"

At this my servant replied: "Sir, these people live next to a forest. Very often the panthers stray near their house and sometimes the cubs get left behind. These villagers keep the cubs in their homes for some weeks, feed them with milk, and when the cubs become bigger and dangerous, they let them back into the forest."

"So what do I do when the cubs become older?" I asked

One of the men looked smilingly at me and said, "Put them back in the forest, sahib."

I played with the cubs for a long time while the villagers and I drank our tea. I thought to myself: 'how will I feed them when I am alone and my house is locked for the whole day. Again, after a few weeks how do I go about releasing them back in the forests. No, no, I said to myself. All this is impractical'.

After sometime I told them, "Thank you very much but I cannot keep them. It is too difficult for me."

I still remember the two tribal brothers leaving my house with smiling faces.
ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΠΑΝΘΗΡΑ
Ανίλ Τσάντρα [βλέπε προηγούμενη ανάρτηση]
Απόδοση: Βασίλης Κ. Μηλίτσης

Το 1963, αφού μπήκα στο δημόσιο, διορίστηκα εκπαιδευόμενος βοηθός φοροεισπράκτορα στο Αμπικαπούρ, στην περιοχή Σουργκούτζα (Μάντχια Πραντές). Όλη μου την προηγούμενη ζωή την πέρασα κατά κανόνα στο Λούκναου και στο Δελχί, και γι’ αυτό δεν είχα καν ακούσει για μια περιοχή με το όνομα Σουργκούτζα. Έρευνες που έκανα στο Μασούρι, όπου εκπαιδευόμουν, αποκάλυψαν ότι η περιοχή βρισκόταν βορειοανατολικά του Μάντχια Πραντές και κατά το μεγαλύτερο μέρος της κατοικούνταν από διάφορες φυλές. Έμαθα επίσης ότι στο παρελθόν ήταν πριγκιπάτο, είχε έκταση σαν την Κέραλα, καλυπτόταν από πυκνά δάση και η πρωτεύουσα – το Αμπικαπούρ – δεν είχε σιδηροδρομική σύνδεση. Όλες αυτές οι πληροφορίες με συντάραξαν.
Φτάνοντας στο Αμπικαπούρ μετά από επίπονη διαδρομή με τρένο και λεωφορείο από το Δελχί, έμεινα αποσβολωμένος βλέποντας την πόλη. Δεν ήταν καλύτερη από ένα χωριό. Ο πληθυσμός της ήταν 15 – 20.000, τα περισσότερα σπίτια ήταν φτιαγμένα από ένα μείγμα σαθρών υλικών και λάσπης με κεραμοσκεπές, χωρίς παροχή νερού (το νερό έπρεπε να αντληθεί από πηγάδια ορυγμένα κοντά στα περισσότερα σπίτια) και ηλεκτρισμού, εκτός από μερικά. Τα περισσότερα σπίτια ήταν εφοδιασμένα με στεγνές, υγειονομικές τουαλέτες. Υπήρχε επίσης μια μικρή αγορά και τα αυτοκίνητα ήταν σχεδόν ανύπαρκτα. Το πιο εκνευριστικό ήταν πως δεν υπήρχε κανένας φούρνος για ψωμί, ούτε αγγλικές εφημερίδες και φυσικά ούτε κινηματογράφος.
Μέσα σ’ αυτό το μουντό περιβάλλον περνούσα τον καιρό μου μοιράζοντάς τον στο γραφείο του φοροεισπράκτορα, παίζοντας τένις στη λέσχη τα βράδια, ακούγοντας τις ειδήσεις από το ραδιόφωνο στο σπίτι μου και κάνοντας εξορμήσεις σ’ όλη τη γύρω περιοχή με το τζιπ.
Ολόκληρη η περιοχή ήταν γεμάτη με πυκνά δάση με άφθονη άγρια πανίδα. Ο πρίγκιπας της Σουργκούτζα, ο οποίος τώρα ζούσε απομονωμένος στο ερειπωμένο του παλάτι, είχε τη φήμη πως είχε σκοτώσει πάνω από 1000 τίγρεις και πάνθηρες στη ζωή του – πετυχαίνοντας παγκόσμιο ρεκόρ. Η αγαπημένη ασχολία των νοικοκυραίων του χωριού ήταν το ποτό και το κυνήγι. Ο αυτόχθονος πληθυσμός ήταν ικανοποιημένος με το ποτό, τον χορό και τα πανηγύρια. Το ποτό Μάχουα έρεε στην περιοχή σαν νεράκι. Η ακολασία ήταν ευρέως διαδιδομένη ανάμεσα στους αυτόχθονες και οι ξένοι, κυρίως οι έμποροι, έκαναν πλήρη χρήση αυτής.


Κι έτσι η εργένικη ζωή μου κυλούσε χωρίς να γίνεται κάτι το συναρπαστικό.

Ένα καλοκαίρι καθώς σήκωνα το μάνταλο της πόρτας μου για να βγω στη βεράντα, είδα δυο αυτόχθονες νεαρούς να στέκονται απ’ έξω κρατώντας ένα σκεπασμένο καλάθι. Πίσω τους στεκόταν επίσης ο υπηρέτης μου που ερχόταν καθημερινώς στο σπίτι μου περίπου αυτήν την ώρα για τις συνήθεις δουλειές, όπως το μαγείρεμα, το καθάρισμα και άλλες.

Χαμογελώντας ο υπηρέτης μου είπε: «Σαχίμπ, γιε λογκ γκαόν σε χάιν άουρ άπκε εκ μπχετ λάγιε χάι» ( κύριε, τούτοι εδώ ήρθαν απ’ το χωριό και έχουν ένα δώρο για σας.)

«Τι;» ρώτησα.

Οι δύο χωρικοί άνοιξαν το πάνω μέρος του καλύμματος από το καλάθι και είδα να κάθονται μέσα του πάνω σ’ ένα κομμάτι ύφασμα δύο μικρούλικα, καφετιά γατάκια με μαύρες ρίγες.

«Γιε κγια χάι;» (Τι είναι αυτά;) ρώτησα.

«Τέντουάε, σαχίμπ. Άαπκε λάγιε» (Πάνθηρες, κύριε. Για σας).


Έμεινα στη θέση μου εμβρόντητος για πολλή ώρα. Άγγιξα ένα κι αυτό κουνήθηκε. Υπήρχε ένα μεταλλικό κύπελλο με γάλα μέσα στο καλάθι κι ένα απ’ αυτά έγλειψε λίγο γάλα.


Πέρασαν τρία με τέσσερα λεπτά μέχρι να συνέλθω και ρώτησα:


«Μάι κγια καρούνγκα ίνκα; (Τι να τα κάνω;)


Τότε ένας από τους χωρικούς σήκωσε το ένα μικρό γατάκι και το έχωσε στο χέρι μου λέγοντας: «Ράκχιγια άουρ ινκε σατχ κχίλαγιε, σαχίμπ. Μπάντε πγιάρε χάιν.» (Κρατήστε τα  για να παίζετε μαζί τους, κύριε. Είναι τόσο χαριτωμένα).

Είπα στον υπηρέτη μου να ετοιμάσει τσάι για όλους μας. Τα είχα ακόμη χαμένα και γι’ αυτό δεν είπα τίποτε άλλο.
Έπαιξα με τα δύο πανθηράκια για κάμποση ώρα. Μ’ άρεσε να τα νιώθω να σέρνονται γύρω απ’ τα πόδια μου.

Και μετά άρχισα να μιλάω με τους δυο χωρικούς και τους ρώτησα τι ήταν αυτό που τους έκανε να μου φέρουν αυτό το ασυνήθιστο δώρο.

Απάντησαν πως ήταν αδέρφια και είχαν κτηματικές διαφορές, μια από τις πολλές του χωριού τους, με τους γείτονές τους. Είπαν πως εγώ, ερχόμενος στο χωριό τους, είχα μιλήσει στους δυο αντίδικους και είχα αποφασίσει αμέσως υπέρ αυτών. Είπαν πως μου ήταν αιώνια ευγνώμονες και μου είχαν φέρει αυτά τα δυο μικρά σαν ευχαριστήριο δώρο.

«Και πώς τα πιάσατε;»

Στην ερώτηση απάντησε ο υπηρέτης μου: «Κύριε, οι άνθρωποι αυτοί ζουν κοντά στο δάσος. Πολύ συχνά οι πάνθηρες πλησιάζουν στα σπίτια τους και τα μικρά τους μένουν πίσω. Αυτοί οι χωρικοί κρατούν τα μικρά στα σπίτια τους για μερικές βδομάδες, τα ταΐζουν με γάλα, και όταν αυτά μεγαλώνουν και γίνονται επικίνδυνα, τα αφήνουν πίσω στο δάσος».



«Κι εγώ τι να κάνω όταν αυτά τα μικρά μεγαλώσουν;» ρώτησα.

Ένας απ’ αυτούς με κοίταξε και χαμογελώντας είπε: «Αφήστε τα ελεύθερα πίσω στο δάσος, σαχίμπ».


Συνέχιζα να παίζω με τα μικρά για πολλή ώρα πίνοντας συγχρόνως με τους χωρικούς το τσάι μας. ‘Πώς θα τα ταΐζω,’ σκέφτηκα, ‘ενώ είμαι μόνος και το σπίτι μου είναι κλειστό όλη μέρα; Και πάλι, μετά από λίγες εβδομάδες πώς θα πάω να τα απελευθερώσω πίσω στο δάσος; Ω, όχι. Κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο’.


Μετά από λίγο τους είπα: «Σας ευχαριστώ πολύ αλλά μου είναι πάρα πολύ δύσκολο να τα κρατήσω».

Ακόμη θυμούμαι τα δυο αδέρφια καθώς έφευγαν από το σπίτι μου χαμογελαστά.