Κυριακή 21 Ιουνίου 2020

ΚΑΛΗ ΙΤΑΛΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ


ΟΣΑ ΦΕΡΝΕΙ Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ
(LE RAGIONI DELL’ INVERNO)


Elena Vesnaver è nata a Trieste e vive a San Vito al Tagliamento. Inizia a scrivere con testi originali e adattamenti per la sua compagnia teatrale. Amante della cosiddetta letteratura “di genere”, scrive  romance e noir, con qualche sortita nella letteratura per ragazzi.Nel 2005 conquista il terzo posto al concorso Profondo Giallo con La faccia nera della luna. Suoi racconti sono presenti in diverse antologie. Vince lo Sherlock Magazine Award 2008 con Il caso dell'unicorno nero e il racconto appare sul numero 13 della rivista dedicata agli appassionati di Sherlock Holmes. Il libro Le ragioni dell'inverno, un giallo dalle sfumature fosche, esce nel giugno 2009 per la A.Car Edizioni e nello stesso periodo la casa editrice Lineadaria pubblica Cime Tempestose (odio i fantasmi) con le belle illustrazioni di Sandro Natalini. Dal 2009 collabora con il settimanale Confidenze, per il quale scrive novelle, romanzi brevi e a puntate. Nel 2011 esce per Edizioni di Karta la ristampa in ebook di Sixta pixta rixa xista. Nel 2013 esce per la casa editrice Coccole Books il libro illustrato per ragazzi Il segreto della dire. Nel 2014 inizia a scrivere per Delos Digital, pubblicando nella collana Sherlockiana i tre racconti apocrifi Sherlock Holmes e il caso dell’unicorno nero, Sherlock Holmes e le ragazze di Madame Jai, Sherlock Holmes e l’avventura della casa di campagna; per la collana Senza sfumature, il romance erotico Senza scampo e per la collana History Crime, il giallo storico Lo sbaglio di Winckelmann.


Έλενα Βεσνάβερ (Elena Vesnaver)

Μετάφραση από το ιταλικό: Βασίλης Κ. Μηλίτσης

Στους γονείς μου που μ’ έκαναν πολυσύνθετη
Στον Τζεφφ γιατί τον αγαπώ
Τελεία

21 Δεκεμβρίου

Την πρώτη βραδιά που πέρασα στο Κορμόνς μετά από τρία χρόνια εκπατρισμού, αποφάσισα να πάω θέατρο.
Δε γνώριζα ποιο έργο διαφήμιζε η αφίσα με το πρόγραμμα, μα λίγο και μ’ ενδιέφερε. Εκείνο που για μένα είχε σημασία ήταν να ξαναβρώ το νήμα της ζωής μου από εκεί που το είχα διακόψει και να δοκιμάσω να γίνω ένα κανονικό άτομο, ό, τι κι αν σήμαινε αυτό.
Ήταν ένας παγωμένος Δεκέμβρης που προμηνούσε έναν μακρύ και άσχημο χειμώνα. Ο κόσμος, λίγος αυτή την ώρα, περπατούσε σκυμμένος για να προστατευτεί από το κρύο που εισέβαλλε από τη μεριά του καθεδρικού ναού. Κάποιο χέρι σηκωνόταν ενίοτε σ’ έναν γρήγορο χαιρετισμό και ορισμένοι ξαφνιάζονταν από την επιστροφή μου. Δεν μου ήταν εύκολο να  αναγνωρίσω όλες εκείνες τις φάτσες κρυμμένες μέσα στις στρώσεις από εσάρπες και σκούφους.
Έκλεισα την καγκελόπορτα της αυλής και οσμίστηκα τον αέρα που ανάδιδε ένα προαίσθημα χιονιού. Μου είχε λείψει αυτός ο αέρας, μου είχαν λείψει τα πάντα: το σπίτι μου, ο δρόμος, ο ουρανός, οι ρίζες που, χωρίς να το αντιλαμβάνομαι, είχαν γαντζωθεί στις κληματαριές, σπιτάκια και λόφοι, τόσο που να με κάνουν να νιώθω ξένη οπουδήποτε αλλού στον κόσμο.
Έχωσα κι εγώ το πρόσωπό μου μέσα στο γιακά μου και κατευθύνθηκα με γρήγορα βήματα προς το δημοτικό θέατρο, ήδη έχοντας μετανιώσει που βγήκα. Σχεδόν τη στιγμή που ήμουν έτοιμη να γυρίσω πίσω, υποσχέθηκα στον εαυτό μου να περάσω από το στέκι του Φραντζ για ένα μπουκάλι Τοκάι, όπως τις παλιές καλές μέρες.
Τις παλιές καλές μέρες.
Δεν τις ήθελα τις παλιές καλές μέρες. Οι παλιές μέρες ήταν γεμάτες απελπισία, πόνο και θάνατο. Αλλά και αγάπη. Στον αγύριστο οι παλιές καλές μέρες.
«Σόνια!»
Σήκωσα τα μάτια σε δυο γελαστά πρόσωπα και χαμογέλασα κι εγώ για να καλύψω τρία δευτερόλεπτα αγωνιώδους προσπάθειας να θυμηθώ. Μα ναι, το ζευγάρι του περιπτέρου.
«Καλώς ήρθες. Πότε γύρισες;»
«Σήμερα το πρωί». Η γυναίκα ήταν πάντα φλύαρη, και κανένα από τους δυο δεν πολυσυμπαθούσα. Είχαν επίσης παιδιά, αν δεν κάνω λάθος. «Τι κάνετε; Και τα παιδιά;»
Ο άντρας χαμογέλασε.
«Η Έρικα είναι δεκατεσσάρων, η Κλάρα δέκα και ο μικρός κλείνει τα πέντε. Σε λίγο θα βρεθούμε και με εγγόνια».
«Και συ, παντρεύτηκες;»
«Όχι».
Η ξερή απάντηση έκανε την Πάολα να μαζευτεί. Πάολα, λοιπόν, λέγανε τη γυναίκα του, δεν ήθελα να τη βάλω σε αμηχανία, αλλά η απάντηση έτσι μου βγήκε.
«Καλύτερα να πάμε να βρούμε τις θέσεις μας». Έπιασε τη γυναίκα του από τον αγκώνα και την κατηύθυνε προς την πλατεία. «Σε περιμένω αύριο, λοιπόν. Ξέρεις δεν υπήρξε κανείς πελάτης που μέσα σε τρία χρόνια να αγόρασε τόσα έντυπα όσα εσύ!»
Τους ακολούθησα με τα μάτια να απομακρύνονται, κι αυτός να της λέει κάτι στ’ αυτί. «Είναι παράξενη, καλή πελάτισσα, αλλά παράξενη».
Αυτή είναι η καθημερινότητα, είπα στον εαυτό μου, έντυπα και παιδιά και γάμος, να γυρνάς στο σπίτι στις εφτά, να πηγαίνεις στον οδοντογιατρό κάθε εξάμηνο, απόψε βγαίνουμε, αύριο είναι αργία, μεθαύριο αρχίζουν οι εκπτώσεις.
Αυτή είναι η καθημερινότητα, Σόνια.
Υπήρχε ένα πρόβλημα, όμως, που δεν το άντεχα. Όχι πια.
Έκλεισα τα μάτια κι έβαλα τα χέρια στις τσέπες μου.
Θα μπορούσα να πάω αμέσως στο στέκι του Φραντζ, συλλογίστηκα ξανά, μετά από τόσον καιρό, στη λησμονιά της θαλπωρής με καλό κρασί και απομόνωση, και έτσι θα μπορούσα να δοκιμάσω να τα βρω με το παρελθόν.
Άρχισα να βαδίζω ενάντια στον άνεμο που μου άνοιγε το επανωφόρι, λες και ήθελε να το πάρει και να το σηκώσει, και μαζί μ’ αυτό κι εμένα.
Φαινόταν μια καλή ιδέα.

Ο Φραντζ δε με ρώτησε τίποτε, ούτε καν με κοίταξε, μου έφερε το Τοκάι και ξαναγύρισε στο μπαρ. Η πόρτα που έσπρωξα για να μπω ήταν η ίδια, τα τραπέζια, οι πάγκοι, τα μπουκάλια ευθυγραμμισμένα σε μακρά ράφια, όλα ήταν όπως τα είχα αφήσει, ακόμη και οι γέροι που παίζανε πρέφα καθώς και ο μέθυσος που κοιμόταν στη γωνία, όλα όπως πριν τρία χρόνια.
«Ξέχασες πώς πίνουν;»
Ο Φραντζ κοίταζε αποδοκιμαστικά το ποτήρι που χωρίς να το αντιληφθώ το κατέβασα μονοκοπανιά.
«Συγνώμη».
«Θα σου φέρω ένα άλλο».
«Ναι, μα θέλω ένα Τραμίνερ».
«Γιατί;»
«Έτσι, δεν υπάρχει λόγος».
Γύρισε σχεδόν αμέσως και κάθισε απέναντί μου.
«Να πίνεις αγάλι-αγάλι» ψιθύρισε σαν να ήθελε να με υπνωτίσει και εγώ αφέθηκα στο άρωμα  μιας αργής και αρωματικής γουλιάς.
Πέρασε κάμποση ώρα χωρίς να ανταλλάξουμε κουβέντα.
«Μήπως πέρασες από τη Νόρα;»
«Σήμερα το πρωί γύρισα, δεν βρήκα χρόνο».
Το συναίσθημα της ενοχής μου γέμισε τα μάτια δάκρυα. «Θα περάσω αύριο».
«Μην κλαις, δεν ωφελεί».
Η πόρτα ξαφνικά βρόντηξε στον τοίχο και μ’ έκανε να αναπηδήσω. Κατόπιν κάρφωσα το βλέμμα μου στο ορθογώνιο άνοιγμα προς τη νύχτα, πιστεύοντας να δω, ελπίζοντας να δω.
«Δεν είναι αυτός» γρύλισε ο Φραντζ.
Σηκώθηκε και χάθηκε στο σκοτάδι της κάβας.
Ο μέθυσος ξύπνησε και πήγε ενοχλημένος να κλείσει την πόρτα που συνέχιζε να χτυπάει με θόρυβο πάνω στον άσπρο τοίχο.
«Το ξέρω» μουρμούρισα, σχηματίζοντας πάνω στο τραπέζι κύκλους με τον πάτο του ποτηριού. «Ποτέ δεν είναι αυτός».

22 Δεκεμβρίου

Τον εκδότη μου δεν τον νοιάζει και πολύ, φτάνει να γράφω.
Μπορώ να κρύβομαι στην έρημο ή να γυρίζω σπίτι, μπορώ να γίνομαι μοναχικός ναύτης ή να εκτίω ισόβια δεσμά, φτάνει να γράφω.
Δεν είναι μια παράλογη απαίτηση, το να γράφω είναι από τα λίγα πράγματα που ξέρω να κάνω καλά. Κι αν η ζωή μου ήταν έτσι όπως γράφω, όλα θα μου πήγαιναν καλά.
«Όχι» απάντησα πασχίζοντας να ισορροπήσω το μάτσο με τις κόκκινες γλαδιόλες χωρίς να μου πέσει το κινητό μου. «Κάναμε μια συμφωνία».
Προσπάθησε να με κάνει ν’ αλλάξω γνώμη μιλώντας μου για την αύξηση των πωλήσεων.
«Όχι. Δεν είχα πει τίποτε για δημόσιες παρουσιάσεις, τίποτε για εκθέσεις βιβλίων, τίποτε μα τίποτε».
Άκουσα το ρολόι της εκκλησίας να χτυπάει οχτώ και προσπάθησα να ξεχάσω τον πονοκέφαλο, ίσως αργότερα να περάσω από το φαρμακείο και να πάρω κάτι για να κοιμηθώ.
«Όχι. Κάνε ό,τι σε φωτίσει, αλλά εγώ δεν έρχομαι».
Έκλεισα την επικοινωνία και έριξα το τηλέφωνο στο βάθος της τσάντας. Χάιδεψα τα λουλούδια που κρατούσα στο μπράτσο μου, τόσο κόκκινα να πάλλονται στο μουντό πρωινό αεράκι, αλλά της Νόρας της άρεσαν τα βίαια χρώματα, στη Νόρα άρεσε όλο εκείνο που έφερνε αναστάτωση και εντυπωσίαζε στο βλέμμα της κι αυτό το μάτσο θα το λάτρευε. Λάτρευε σίγουρα πολύ λιγότερο το μνήμα της, μα δε θα μου επέτρεπαν ποτέ να χρησιμοποιήσω ένα μάρμαρο σε χρώμα φουξ.
Στο νεκροταφείο δεν ήταν κανείς αυτή την ώρα, έβαλα τις γλαδιόλες στο γυαλιστερό ανθοδοχείο και ακούμπησα στην ταφόπλακα.
«Δες» είπα «γύρισα». Δοκίμασα ν’ αφήσω πίσω όλες μου τις αναμνήσεις, αλλά αυτό δεν ωφελεί και γύρισα. Τι αστείο, στ’ αλήθεια!»
Χάιδεψα τη φωτογραφία με το δάκτυλό μου. Η Νόρα χαμογελούσε στη φωτογραφία σαν ένα χερουβίμ όσο ποτέ άλλοτε, ίσως ο θάνατος μας δίδει αυτή τη δυνατότητα. Είχα τις αμφιβολίες μου, αλλά θα μπορούσε να ήταν κάτι καλό.
Με μια ξαφνική και συνταρακτική αναλαμπή βρέθηκα στο βάθος ενός σοκακιού, με την αστυνομία να μ’ εξετάζει και την Νόρα σκοτωμένη καταγής.
«Λυπούμαι» προσπάθησα να απομονώσω την ξαφνική σκέψη σε μια σκοτεινή γωνιά του μυαλού μου και σηκώθηκα.
Πήρα βιαστικά το δρόμο για να φτάσω στην έξοδο και παρά λίγο να μη δω την ψηλή γυναίκα που με κοιτούσε εμβρόντητη, με τέτοια ένταση που αναγκάστηκα να την κοιτάξω κι εγώ.
«Μαρία» ψιθύρισα λίγο πριν με σφίξει σ’ έναν παροξυσμικό εναγκαλισμό.
Με κάποιο τρόπο κατάφερα να τραβηχτώ τόσο όσο αρκούσε να δω το πρόσωπό της.
«Τι τρέχει, Μαρία; Σε παρακαλώ, Μαρία».
Δε μιλούσε, μ’ έσφιγγε διαρκώς, ενώ χοντρά σιωπηλά δάκρυα έτρεχαν στο ωχρό και ισχνό πρόσωπό της, την έπιασα από το μπράτσο και την πήρα μαζί μου.
Δε μιλήσαμε μέχρις που βρεθήκαμε καθισμένες σ’ ένα μπαρ, εγώ να τα έχω χαμένα, γιατί δεν καταλάβαινα, κι αυτή να σπαράζει από έναν έκδηλο πόνο. Έσπρωξα προς το μέρος της την κούπα με τον καφέ.
«Συγνώμη» έσπρωξε προς τα πίσω μια τούφα από ατίθασα μαύρα μαλλιά, «λείπεις πολύ καιρό γι’ αυτό δεν μπορείς να ξέρεις» ένας ξερός σπασμός τράνταξε το στήθος της.
«Μα τι συνέβη;» ρώτησα.
«Ο Ντονάτο. Πέθανε εδώ κι ένα χρόνο».
«Αρρώστησε έτσι στα ξαφνικά κι δεν γινόταν τίποτε». Είχε σφίξει την κούπα στα δάχτυλά της κι έβλεπα το σκούρο υγρό που απειλούσε να χυθεί στο τραπεζάκι και στα γόνατά της.
«Μερικές φορές σκέφτομαι ότι αν είχα προσευχηθεί περισσότερο, αν ήμουν πιο γενναία, πιο δυνατή, θα ζούσε ακόμη. Να, δεν ήξερα πώς να τον κρατήσω στη ζωή».
«Μαρία, δε φταις εσύ».
«Εσύ θα τον είχες σώσει».
Την κοίταξα χωρίς να καταλαβαίνω.
«Μια φορά σε είχαμε δει, εγώ κι ο Ντονάτο, ήταν λίγο πριν φύγεις. Περπατούσες να πας σπίτι και φαινόσουνα καταβεβλημένη, αλλά το βλέμμα σου ήταν ακαταμάχητο, έτσι μου είχε πει ο Ντονάτο. Να τη που φεύγει να βρει την τύχη της. Το έχω σκεφτεί τόσες φορές. Εσύ θα τον έσωζες».
Η απελπισία παίζει παράξενα παιχνίδια, το ξέρω, είμαι η πρώτη που το έμαθα.
«Φεύγω», είπε φωναχτά και σηκώθηκε απότομα. «Πρέπει ν’ ανοίξω το σιδεράδικο».
«Το κράτησες;»
«Πρέπει να ζήσω».
Πράγματι.
Πρέπει κάποιος να ζήσει αν και δεν είναι γραμμένο πουθενά.
«Ξέρεις τι μου είπαν οι γιατροί;»
Κούνησα το κεφάλι.
«Είναι καλύτερα έτσι, κυρία, να λυτρωθεί αμέσως. Δεν είναι βλακώδες να το λες; Αυτός ήθελε να ζήσει κι εγώ τον ήθελα κοντά μου, ό,τι κι αν αυτό κόστιζε».
Βγήκα βιαστικά, σχεδόν φοβισμένη με αυτό που κατόπιν θα άκουγα.
«Έτσι έχουν τα πράγματα από τότε που πέθανε ο άντρας της» ψιθύρισε η ταμίας ενώ μου έδινε τα ρέστα. «Αγαπιόντουσαν πολύ».
Μόλις βγήκα έξω, τυλίχτηκα σφικτά με την εσάρπα. Είχε σηκωθεί ένας αέρας από ανατολικά που προμηνούσε χιονιά πριν το βράδυ. Ο Ντονάτο θα έλεγε ότι αυτό ήταν τύχη, θα μπορούσε να πάει κάπου να πιει και να περιμένει τις πρώτες νιφάδες.
Ο Ντονάτο.
Πόσες φορές έμπαινε σαν σίφουνας στο σπίτι μου για να με σύρει κάπου, σε κάποιο στέκι που άξιζε, σε κάποιο ταβερνάκι που έτρωγες θεσπέσια. Η ζωή είναι έξω, μικρούλα, ο Ντονάτο και τα πανηγύρια, οι νύχτες που έπαιζε κιθάρα, που γελούσε. Ο Ντονάτο και η Μαρία, μια τρελή αγάπη, μια τρελή ζήλια, γιατί ο Ντονάτο είχε τις δικές του γυναίκες, πολλές, πάρα πολλές, που τις βίωνε με τη χαρά ενός λαίμαργου μωρού, για να γυρίσει κατόπιν πάντα στη Μαρία, στη Μαρία που ούρλιαζε και απειλούσε αλλά πάντα τον δεχόταν ξανά. Πάντα.
Πήρα το δρόμο για να βγω μπροστά από το σιδεράδικο.
Η Μαρία, φορώντας ακόμη το τεράστιο πανωφόρι της, επιδιόρθωνε ένα βαρέλι γεμάτο σκούπες. Στην προθήκη του μαγαζιού ένας ανεμοδείχτης ζωγραφισμένος με έντονα χρώματα ερχόταν σε αντίθεση με τα δρεπάνια κι άλλα μυστηριώδη εργαλεία μέσα σε μια σκοτεινή ατμόσφαιρα. Το κοκοράκι του ανεμοδείχτη μου έριξε μια μοχθηρή ματιά κι εγώ ξαναπήρα το δρόμο ν’ ανέβω στο σπίτι μου.
Μπροστά από τη Βιβλιοθήκη άρχισε να χτυπά το κινητό μου. Θα το άφηνα ευχαρίστως να τσιρίζει, αρκεί να ήξερα ποιος μπορούσε να με παίρνει, αλλά ποιος άλλος από έναν επίμονο εκδότη, αλλά εγώ είμαι υπάκουη, γι’ αυτό ανασκάλεψα ανάμεσα στον κυκεώνα των πραγμάτων που κουβαλώ πάντα μαζί μου και το έβγαλα. «Εμπρός» απάντησα, κάπως απορροφημένη με τη μουσική που ακουγόταν από ένα παράθυρο.
Απάντησε μόνο η σιωπή.
Έμεινα ακίνητη στο πεζοδρόμιο, άφωνη και ξέπνοη. Με τα μάτια κλειστά και στο κεφάλι μου να τριβελίζει μια απίθανη ιδέα. Έκλεισα απαλά το κινητό, σχεδόν με το φόβο να μη σπάσω κάτι εύθραυστο, μια σαπουνόφουσκα ή μια ελπίδα, αλλά, φτάνοντας σπίτι, η μόνη επείγουσα σκέψη μου ήταν να καλέσω κάποιον για να βάψει τη σκουριασμένη καγκελόπορτα.
Ήταν εντελώς σκουριασμένη.

28 Δεκεμβρίου

Έβρεχε.
Ο άντρας περπατούσε βιαστικά κάτω από το φως των φαναριών. Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ, σε παρακαλώ, γύρνα μια φορά, μόνο μια φορά. Ένα ξεχαρβαλωμένο παντζούρι βροντούσε από τον αέρα και οι χτύποι του συνέχεια μου τριβελίζανε το μυαλό. Σκέφτηκα ότι ήταν τρομερό και κάποιος έπρεπε να το σταματήσει, αλλιώς θα πέθαινα στα σίγουρα.
Ξύπνησα τρέμοντας από το κρύο παρόλα τα σκεπάσματα και τον ήλιο που ωχρός έμπαινε στην κρεβατοκάμαρα. Έριξα μια ματιά στο ξυπνητήρι και διαπίστωσα ότι ήταν οχτώ και μισή. Από κάπου το παντζούρι που έβλεπα στο όνειρό μου συνέχισε να χτυπάει και χρειάστηκα λίγο χρόνο για να καταλάβω πως κάποιος χτυπούσε επίμονα την πόρτα μου.
Άρπαξα μια εσάρπα που είχα αφήσει σε μια πολυθρόνα, τυλίχτηκα, περισσότερο για το ρίγος από το κρύο παρά για την ευπρέπεια, και κατόπιν πήγα ν’ ανοίξω. Ο άντρας στο κατώφλι μού φαινόταν γνωστός. Μισόκλεισα τα μάτια και σκέφτηκα ότι χρειαζόμουνα καινούργια γυαλιά, και είδα ακαθόριστα άλλα δύο ένστολα άτομα και τον άντρα να μου κουνάει μπροστά στη μύτη μου κάτι που έμοιαζε με μια κάρτα.
«Σόνια Λάιμποβιτς; Αστυνομία».
Η φωνή μού θύμισε κάποιον.
«Αστυνόμε Λεόνε, δεν χάσατε την κακή σας συνήθεια να με ξυπνάτε από την αυγή».
«Μπορούμε να περάσουμε;»
«Γιατί;»
«Μπορούμε να περάσουμε;»
«Όχι, αν δε μου πείτε το γιατί».
Ο Έτορε Λεόνε πήρε ανάσα βγάζοντας τον αέρα μέσα από τα δόντια του που προεξείχαν, το έκανε σχεδόν πάντα όταν νευρίαζε, θυμόμουν ακόμη κι αυτό.
«Βρέθηκε νεκρή μια γυναίκα. Σκοτωμένη. Να μπούμε;»
«Υπάρχει και κουδούνι».
«Δεν το είδα».
«Μπείτε» έκανα στην άκρη. «Σαν στο σπίτι σας».
Τους άφησα μόνους και πήγα να ντυθώ.
Φόρεσα μια φούστα και ένα πουλόβερ, έβρεξα τα μαλλιά μου τα οποία, μετά από μια ανήσυχη νύχτα, στέκονταν όρθια σαν του σκαντζόχοιρου. Τα έκανα όλα με μια γρήγορη αποτελεσματικότητα ώστε να μην έχω χρόνο να σκεφτώ και απέφυγα επίτηδες να κοιταχτώ στον καθρέφτη. Φοβόμουν αυτό που θα έβλεπα.
Βρήκα και τους τρεις στο γραφείο.
«Πού;» ρώτησα και κάθισα στο τραπέζι του γραφείου.
Εκεί αισθανόμουν προστατευμένη.
«Τις ερωτήσεις τις κάνουμε εμείς» ξεφώνισε η αστυνομικίνα.
«Η κυρία είναι παλιά μου γνωστή και δεν είναι ύποπτη» ο αστυνομικός διέκοψε να κοιτάει έξω από το παράθυρο. «Στο Μπορνιάνο, στον κήπο του νηπιαγωγείου. Τη στραγγάλισαν αλλά δεν τη βίασαν. Σας λέει κάτι αυτό;»  
«Όχι».
«Θα έπρεπε».
Χάιδεψα με τα χέρια μου την επιφάνεια του τραπεζιού και σκέφτηκα πως χρειαζόταν ξεσκόνισμα. Άρα, χρειάζομαι κάποιον για την καγκελόπορτα και κάποιον για την καθαριότητα.
«Λοιπόν;»
«Είναι νεκρός, αστυνόμε. Το είπατε εδώ και τέσσερα χρόνια και φτάσατε σε πολύ ασφαλές συμπέρασμα».
Ο Λεόνε ήρθε και κάθισε απέναντί μου.
«Και σεις; Πόσο σίγουρη ήσασταν;»
«Εγώ; Αν η αστυνομία λέει κάτι το πιστεύω. Εγώ είμαι απλώς μία συγγραφέας».
Ξαναπήρε μια σφυριχτή ανάσα μέσα από τα δόντια του, ήμουν ικανή να τον εκνευρίζω.
«Πότε επιστρέψατε;»
«Πριν μια βδομάδα».
«Σκέφτεστε να μείνετε;»
«Δεν υπάρχουν άλλα μέρη όπου θα ήθελα να μείνω».
«Ωραία» σηκώθηκε και συνέχισε να με κοιτάζει. «Ήθελα μόνο να σας ενημερώσω και σας παρακαλώ, αν θα έχετε κάποια ιδέα, ξέρετε που θα με βρείτε».
«Ασφαλώς».
Τους ξεπροβόδησα, τον αστυνόμο, το παιδί που δε μίλησε καθόλου και την κοπέλα η οποία, ήταν φανερό, με αντιπαθούσε. Ο Έτορε Λεόνε σταμάτησε στα μέσα της σκάλας και γύρισε προς το μέρος μου.
«Μήπως θέλετε προστασία;»
«Όχι».
Χαμογέλασε στραβώνοντας τα χείλη του.
«Και την προηγούμενη φορά το ίδιο μου απαντήσατε».
«Προφανώς είχα δίκιο»
«Να προσέχετε».
«Πάντα»
Έκλεισα την πόρτα με μια ηρεμία που συνήθως δεν την είχα.

«Ποιος να περίμενε ένα τέτοιο πράγμα» είπε η Πάολα δίνοντάς μου τις εφημερίδες. «Πράγματα παράξενα, καημένη Γουάντα».
Δεν μπόρεσα να μείνω σπίτι. Μόλις οι αστυνομικοί έστριψαν στη γωνία, βγήκα βιαστικά για να μάθω κάτι, σκέφτηκα ότι όποιος έχει περίπτερο πάντα ξέρει τι γίνεται και τα γουρλωμένα, νοσηρά μάτια της Πάολα μού λέγανε πως είχα απόλυτο δίκιο.
«Την ήξερες;» έριξα μαζί με τα χρήματα και μια αδιάφορη ματιά.
«Τη Γουάντα; Και ποιος δεν την ήξερε; Εσύ όχι, μόλις επέστρεψες, αλλά αυτή έμενε εδώ δυο χρόνια και ήταν δημοφιλής. Θέλεις μια καραμέλα;» διάλεξα μια με ζελέ λεμόνι.
«Γουάντα Φάμπρις. Ήταν συμπαθής. Είχε ανοίξει ένα μαγαζί με είδη δώρων, εκείνο που είναι μεταξύ της βιβλιοθήκης και του καινούργιου βιβλιοπωλείου, με παρακολουθείς;» ένευσα καταφατικά.
«Οι δουλειές της πήγαιναν καλά, αν και, τι τα θες, μια γυναίκα μόνη, χωρισμένη, οι περισσότεροι πήγαιναν να δουν μήπως μπορούσαν να το συνδυάσουν και με κάτι άλλο».
Το χαχανητό της με ενόχλησε. Είχα ξεχάσει το ωραίο και το άσχημο του να ζει κανείς στην επαρχία.
«Ναι;»
«Θεέ μου, ποιος δε θα το ήξερε, μα μια γυναίκα δίχως άντρα…»
Σιώπησε, συνειδητοποιώντας ξαφνικά ότι κι εγώ ήμουν μια γυναίκα δίχως άντρα και ίσως, θα μπορούσα να προσβληθώ, και συνεπώς να υποστεί σημαντική ζημιά στις πωλήσεις.
«Άσχημη ιστορία» κατέληξε λέγοντας. «Και κατόπιν τι πήγε να κάνει σ’ εκείνο το μέρος κανείς δεν ξέρει».
Την αποχαιρέτησα και ξεκίνησα να φύγω με μια αγκαλιά περιοδικά και εφημερίδες, αναλογιζόμενη ότι για το ίδιο πράγμα αναρωτήθηκα κι εγώ, δηλαδή πώς βρέθηκε στον κήπο του νηπιαγωγείου. Εγώ το μέρος το ήξερα, δεν ήταν κατάλληλο για αισθηματικές συναντήσεις, και, για την ακρίβεια, δεν ήταν κατάλληλο για τίποτε, ήταν μόνο ένας ανοιχτός χώρος με αγριόχορτα κακοσυντηρημένος γύρω από ένα κτήριο του εβδομήντα που αφηνόταν να καταρρεύσει και από ένα παλιό σπιτάκι, παίγνιο των στοιχειών της φύσης, που έμπαζε ήλιο και βροχή αιώνες και αιώνες.
Μπροστά στη σκουριασμένη μου καγκελόπορτα σήκωσα τα μάτια μου, ένα τρίξιμο τράβηξε την προσοχή μου και τότε είδα τη γειτόνισσά μου που άπλωνε την μπουγάδα της, μια λουλουδάτη ρόμπα και ένα αποκρουστικό πορτοκαλί κουβερτόνι που σου ερχόταν σαν μπουνιά στο πρόσωπο μέσα στη μουντάδα του πρωινού.
«Κάνει κρύο, ε;»
«Πολύ».
«Τούτη η καγκελόπορτα είναι μια αηδία».
«Το ξέρω».
«Αν θέλεις, θα σου στείλω τον ανεψιό μου».
Έκανα μια χειρονομία που θα μπορούσε να την εκλάβει κανείς σαν χαιρετισμό ή συγκατάθεση ή άρνηση.
Το ωραίο και το άσχημο του να ζει κανείς στην επαρχία. Υπάρχει πάντα ένας ανεψιός, ξάδερφος, αδερφός, τέλος πάντων κάποιος που μπορεί να κάνει κάτι. Ποιος θα το έλεγε, πέντε χρόνια πριν, πως όλο τούτο θα μου άρεσε; Αυτό που θέλεις να κάνεις, αλλάζει.
Το σκέφτηκα παρατηρώντας ακόμη και τις δαντελωτές κουρτίνες του γραφείου μου: άλλοτε θα τις απεχθανόμουν, τώρα τις κοιτούσα υπερήφανη που τις κρέμασα τόσο καλά.
Έψαξα να βρω το κινητό μου που χτυπούσε, χωμένο μέσα σε βιβλία και σάρπες και δέσμες από χαρτιά, και η ένδειξη του καντράν δε μου έλεγε τίποτε.
«Εμπρός».
Άραγε φάρσα ή λάθος νούμερο, δεν ξέρω.
Διέκοψα, εφόσον από την άλλη μεριά δεν ήταν κανένας που να ήθελε να μιλήσει.
Προσπάθησα να ξεφύγω, να κρυφτώ πίσω από κοινότυπους στόχους, ψώνια, πρόγευμα, το διήγημα πού έπρεπε να αρχίσω, αλλά τη φορά αυτή δε βοηθούσε και βρέθηκα να ατενίζω το φύλλο που πάνω του είχα γράψει, έτσι χωρίς να σκεφτώ, ένα όνομα.
Γουάντα Φάμπρις.
Το έγραψα πάνω-πάνω, λες και χρειαζόμουν όλο το διάστημα από κάτω. Λες και ήταν μόνο το πρώτο όνομα μιας μακριάς λίστας.

30 Δεκεμβρίου

Έτριψα τα μάτια μου και έσβησα τον υπολογιστή.
Η ώρα ήταν τρεις παρά τέταρτο περίπου, σκέφτηκα, δεν είχα φάει μεσημεριανό κι αυτή την ώρα τα κανονικά άτομα κοιμόντουσαν ή έκαναν έρωτα. Εγώ όμως είχα τελειώσει το διήγημα.
Μ’ ένα χασμουρητό άνοιξα το ψυγείο για να το βρω ως συνήθως άδειο, λίγο πολύ, με αέρα κοπανιστό. Δίσταζα στην επιλογή μεταξύ ζυμαρικών με σκόρδο, λάδι και πάπρικα ή ένα σάντουϊτς με σαλάμι, όταν χτύπησε το κουδούνι της πόρτας με διακριτικό τρόπο και η καρδιά μου αναπήδησε. Ανάγκασα τον εαυτό μου να ηρεμήσει ενώ διέσχιζα το διάδρομο, στο βάθος θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε. Όχι στις τρεις το πρωί, μου επισήμανε μια φωνή μέσα μου. Κοίταξα μέσα από το ματάκι, ανάπνευσα με ανακούφιση και άνοιξα.
«Περάστε, αστυνόμε, αν θέλετε, θα ετοιμάσω ένα σάντουϊτς και για σας και για τη συνάδελφό σας».
Ο Έτορε Λεόνε έμεινε στη θέση του.
«Ίσως είναι καλύτερα να ντυθείτε. Πρέπει να έρθετε μαζί μας».
«Γιατί;»
«Θέλω να σας δείξω κάτι».
Έξω είχε μια νύχτα κρύα μ’ έναν κατακάθαρο ουρανό, κεντημένο με αστέρια, κατά τη μεριά του όρους Κουάριν μαζευόταν ένας σωρός από βαριά σύννεφα. Θα χιονίσει πάλι, σκέφτηκα και ο νους μου πήγε στον Ντονάτο. Υποσχέθηκα να περάσω από τη Μαρία εκείνο το πρωί ή το μεσημέρι. Το αυτοκίνητο της αστυνομίας έπιανε όλο το δρόμο.
«Δεν είναι μακριά» με πρόλαβε ο αστυνόμος. «Μα με τέτοιο κρύο είναι καλύτερα να μην πάμε με τα πόδια».
«Πού;»
«Στη λεωφόρο Ρώμης, στο γυμνάσιο».
Συγκράτησα ένα ρίγος που μου ήρθε και ανέβηκα στο αμάξι, πείθοντας τον εαυτό μου ότι θα μπορούσε να είναι ο,τιδήποτε. Όχι, επανέλαβε η φωνή μέσα μου, ξέρεις καλά περί τίνος πρόκειται.
Μπροστά στο κτήριο του σχολείου ήταν μαζεμένος ένα σωρός κόσμος.
«Υπάρχουν οι δημοσιογράφοι, αστυνόμε, εγώ τι να κάνω;» ρώτησε η αστυνομικίνα, αποφεύγοντας παρά τρίχα να πατήσει έναν φωτογράφο.
«Περιτρίμματα, καταραμένα παράσιτα».
Μου ήρθε να χαμογελάσω κι ακόμη τα μάτια της κοπέλας στον καθρέπτη του αυτοκινήτου γελούσαν.
Δεν πρέπει να είναι τελικά και τόσο κακιά.
Τέλος κατεβήκαμε και μόνο τότε αντιλήφθηκα ότι η πόρτα του σχολείου ήταν ορθάνοιχτη.
«Μέσα είναι» είπε ο αστυνόμος και μπήκαμε και οι τρεις.
Ο διάδρομος ήταν φωτισμένος, αδύνατον να μην την δεις.
Ήταν λοιπόν ντυμένη με τα καλά της, σατέν και στρας, ακατάλληλο ντύσιμο για την περίσταση, την ατμόσφαιρα και το θάνατο.
«Τη γνωρίζεις;»
Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου.
«Όντινα Μικέλις Μπατιστούτα» συνέχισε ο Έτορε Λεόνε. «Δούλευε στο κοινοτικό λογιστήριο και ήταν η σύζυγος του Έτσιο Μπατιστούτα».
«Εκείνου με τα κρασιά;»
«Ναι, του παραγωγού κρασιών με κάποια τάση προς την πολιτική. Τον φέρνουν προς τα εδώ».
«Γιατί είναι ντυμένη έτσι;»
Ήταν μια ανόητη ερώτηση, ίσως θα έκανα καλύτερα να αναρωτηθώ ποιος τη στραγγάλισε και γιατί.
«Μέχρι πριν από δύο ή τρεις ώρες ήταν με τον άντρα της σ’ ένα δείπνο με μεγαλόσχημους. Κάποια ορισμένη στιγμή την πυροβόλησαν και κανείς δεν μπορεί να πει πότε. Ένας τύπος πέρασε από εδώ με το ποδήλατό του, είδε την πόρτα του σχολείου ορθάνοιχτη και κάλεσε το Εκατό, τίποτε περισσότερο».
Εκείνη η κοπέλα πράγματι ήξερε να κρατάει σημειώσεις.
Λίγο πιο εκεί άστραφτε ένα σκαρπίνι κεντημένο με διαμαντάκια που πρέπει να έκανε μια περιουσία. Για κοίτα τι μου ήρθε στο μυαλό, σκέφτηκα.
«Λοιπόν;» με κοίταξε επίμονα.
«Δεν ξέρω».
Ακούμπησα κουρασμένη στον τοίχο.
«Θα γυρίσω σπίτι».
«Αν ξέρατε κάτι, θα μου το λέγατε;»
«Μα φυσικά, το πρόβλημα είναι ότι δεν ξέρω τίποτε. Φεύγω».
Προσπάθησα να κρατήσω ένα γρήγορο βήμα για να ζεσταθώ και για να απομακρυνθώ από εκεί βιαστικά. Δεν είχα πια καμιά όρεξη να βλέπω το πτώμα, να δίνω εξηγήσεις σε ερωτήσεις, και πάνω απ’ όλα, δεν ήθελα πια να βλέπω εκείνη την αστυνομικίνα που δε με πίστευε και που είχε ένα σωρό λόγους να μην το κάνει.
Στο κάτω-κάτω, συμπέρανα διασχίζοντας το δρόμο, είναι γυναίκα.
Αν ήμουν ελαφρά πιωμένη.
Θα μπορούσα να βρω κάθε δικαιολογία που ήθελα για να ξεφύγω, για παράδειγμα το είδος της άτυχης μέρας που άρχισε με ένα πτώμα, τη Μαρία που είχα βρει στο μαγαζί, αναγκασμένη να κοιτάει στο κενό και που την είχα βγάλει βόλτα γιατί όλα είναι καλύτερα, εάν τα συγκρίνω με μια αργή αγωνία. Στο τέλος αισθανόμουν τόσο άσχημα που όταν μια ομάδα από παλιούς γνωστούς με προσκάλεσε να πάμε να πιούμε κάτι μαζί τους, σκέφτηκα, γιατί όχι; Και κατόπιν μέθυσα πέρα από τα επιτρεπτά όρια.
Ρούφηξα μέχρι ναυτίας το Προσέκο, κανείς δεν ξέρει πόσο. Θα ήταν καλύτερα να μείνω μόνη και να πάω στου Φραντς ο οποίος, εξάλλου, μετά από το τρίτο ποτήρι θα με είχε σταματήσει, ενώ εκεί κανείς δε με σταματούσε και το κρασί ήταν πολύ πιο κακής ποιότητας.
Κοίταξα τον αστραφτερό διάκοσμο  κρεμασμένο στους τοίχους και συνειδητοποίησα πως, την επόμενη μέρα, θα έχει φύγει ο παλιός ο χρόνος. Μου ήρθε να γελάσω. Εγώ ήμουν τελειωμένη εδώ και πολύ καιρό.
«Πάω σπίτι» είπα ξαφνικά και σηκώθηκα όρθια. «Ευχαριστώ για την ωραία βραδιά».
Ενώ περίμενα στο ταμείο, ένας από την παρέα με πλησίασε. «Θα σε συνοδεύσω εγώ».
«Μένω εδώ από πίσω».
«Ακριβώς».
Τον κοίταξα. Ήταν ένας πρόσχαρος άντρας και δεν ήταν κόπανος. Για μια στιγμή συλλογίστηκα θα μπορούσα ακόμη μια φορά να αποφασίσω να απαλλαχτώ από τα συναισθήματα και να πάρω λίγο αέρα.
«Αφήστε το καλύτερα» χαμογέλασα «είμαι ένας τύπος υπερβολικά περίπλοκος και δεν είναι ούτε καν μέρα».
«Αν ήταν μέρα, θα μου λέγατε ναι;»
«Όχι».
Μου χαμογέλασε κι αυτός και επέστρεψε στους άλλους.
Στο δρόμο ο αέρας ήταν παγερός και τσουχτερός, χασμουρήθηκα ενώ το ρολόι της Μητρόπολης φλέρταρε τη νύχτα με έντεκα χτύπους κι εγώ δε θυμόμουν καν πότε είχα κοιμηθεί την τελευταία φορά.
Γύρισα στην καλή μεριά του κρύου που έκανε τον πονοκέφαλό μου να περάσει. Αύριο θα πω στη γειτόνισσα να στείλει τον ανεψιό της, σκέφτηκα βαριαναστενάζοντας ενώ άνοιγα την άθλια καγκελόπορτα. Ανέβηκα τις σκάλες και χασμουρήθηκα εκ νέου, με απόλαυση τη φορά αυτή, εν όψει του ότι είχα την πολυτέλεια να κοιμηθώ ακόμη και δώδεκα ώρες τώρα, το διήγημα το είχα τελειώσει και αποστείλει και δεν υπήρχε τίποτε το επείγον, τουλάχιστον για την ώρα. Και έπειτα αύριο ήταν η τελευταία μέρα του χρόνου και ποιος δουλεύει την τελευταία μέρα του χρόνου;
Μπήκα στο σπίτι κι έκλεισα την πόρτα. Και κράτησα ξαφνικά την ανάσα μου.
«Άλεξ;»
Ήμουν πάντα σίγουρη ότι αυτό θα συνέβαινε, ότι δε θα ωφελούσε να ανάψω το φως, ότι δεν ήταν ανάγκη τον δω για να καταλάβω πως με περίμενε.
«Άλεξ».
Ένα χέρι ακούμπησε στην πλάτη μου, το χέρι που με κρατούσε, με χάιδευε, με εγκατέλειπε και με ξανάβρισκε, το χέρι που είχε σκοτώσει τη Νόρα και κατόπιν ποιος ξέρει, και πάνω από όλα ποιος, αλλά δε μ’ ενδιέφερε, δε μ’ ένοιαζε πια, ο Θεός να με συγχωρέσει.
Τον έσφιξα σε μια ατέλειωτη αγκαλιά, ενώ τα μάτια μου γέμιζαν δάκρυα ανακούφισης.

31 Δεκεμβρίου

Το πρώτο πράγμα που ένιωσα ήταν το κρύο.
Μετά από τα τελευταία τέσσερα χρόνια της ζωής σου να τρέμεις από το κρύο, το να ξυπνάς το πρωί στα ζεστά σου κάνει εντύπωση. Προσπάθησα να βρω μια θέση πιο άνετη και αφουγκράστηκα την αναπνοή του. Δεν κοιμόταν. Χωρίς ν’ ανοίξω τα μάτια, έχωσα το πρόσωπό μου στο λαιμό του.
«Με κοιτάς, δεν είναι δίκαιο».
«Είσαι όμορφη».
«Σίγουρα με ορθωμένα τα μαλλιά στο κεφάλι είμαι καλονή».
«Είσαι το πιο ωραίο πράγμα στη ζωή μου».
Αναρρίγησα, σχεδόν ασφυκτιούσα από φόβο ότι κάτι κατά βάθος είναι σκοτεινό όπου αναδεύονταν η ευχαρίστηση, η ευτυχία, ο πόνος και ίσως κάτι άλλο ακόμη.
«Γύρισα σε σένα».
Ήταν η απάντηση στην ερώτηση που δεν είχα ακόμη τολμήσει να του κάνω.
«Δεν είναι κατάλληλη στιγμή». Κάθισα πασχίζοντας να απομακρυνθώ απ’ αυτόν όσο το δυνατό λιγότερο.
«Το ήξερα».
«Ο Έτόρε Λεόνε ασχολείται με τις έρευνες και ήρθε εδώ ήδη δυο φορές. Άρχισα να παίζω με τα κρόσσια της σάρπας που είχα ρίξει πάνω μου. «Σε ψάχνει. Είναι σίγουρος πως βρίσκεσαι εδώ».
Πέρασε το χέρι του γύρω από τη μέση μου και με τράβηξε εκ νέου κοντά του.
«Δεν ήμουν εγώ».
Το αμείλικτο άγχος που έσφιγγε το στομάχι χαλάρωσε ξαφνικά και εγώ καταλάγιασα στο πλευρό του.
«Το ξέρω».
«Πώς γίνεται να είσαι τόσο σίγουρη ότι σου λέω την αλήθεια;»
«Αν τις είχες σκοτώσει εσύ, για μένα δε θα άλλαζε τίποτε και το ξέρεις. Γιατί λοιπόν να μου πεις ψέματα;»
Με φίλησε και τον φίλησα κι εγώ, και αναρωτήθηκα πώς τα κατάφερνα να ζω χωρίς αυτόν, κατόπιν ξεχάστηκα στις σκέψεις μου και πιστεύω ότι κι ο ίδιος βυθίστηκε στις δικές του. Αργότερα στην κουζίνα, δεδομένου ότι το ψυγείο μου συνέχιζε να περιέχει αέρα κοπανιστό, έριξα στο νερό εκείνα τα ζυμαρικά που ήταν αφημένα εδώ και δυο μέρες. Ο ήλιος έπεφτε στο τραπέζι σχηματίζοντας χρυσές κηλίδες και προανάγγελλε πως έξω έκανε μια υπέροχη μέρα. Άνοιξα ορθάνοιχτα το παράθυρο και ο κρύος αέρας μου γαργάλησε τη μύτη. Έμεινα απορροφημένη να κοιτάζω έναν άντρα με μια γυναίκα, γηραλέους, που σκούπιζαν τα σκαλιά της Μητρόπολης και φρόντιζαν τα λιγοστά φυτά που αντιστέκονταν στο χειμώνα. Θυμήθηκα ότι ήταν η τελευταία μέρα του χρόνου και πως τα μεσάνυχτα θα γινόταν η μεγάλη θεία λειτουργία.
«Αν δεν είμαι εγώ, τότε ποιος;»
Γύρισα απότομα, τρομαγμένη, ουδέποτε αντιλαμβανόμουν πότε με πλησίαζε, ήταν συνήθως υπερβολικά σιγανός και εξάλλου του άρεσε να περπατάει ξυπόλητος. Είχε φορέσει τζιν και μια άσπρη αθλητική φανέλα και με κοιτούσε.
«Τότε ποιος;» επανέλαβε.
Έκλεισα το παράθυρο και πήγα να ελέγξω αν έβραζε το νερό.
«Ποιος ξέρει» είπα «Φαίνεται πως δεν υπάρχουν στοιχεία».
«Φαίνεται;»
«Ο Λεόνε δεν μου είπε τίποτε κι εγώ δεν ζήτησα να μάθω. Δε μου ερχόταν».
«Κάποτε ήσουν περίεργη».
Έριξα στην κατσαρόλα το σπαγγέτι και ρύθμισα τη φωτιά.
«Ήμουν τρομαγμένη μέχρι θανάτου με την ιδέα πως μπορούσε να είσαι εσύ και συγχρόνως σχεδόν το ευχόμουν γιατί αυτό σήμαινε ότι ήσουν εδώ κάπου, κοντά μου». Συνειδητοποίησα πως έτρεμαν τα χέρια μου. «Απέφυγα να σκεφτώ γι’ αυτό, προσπάθησα να μείνω απέξω για να μη νιώθω πια ένοχη γι’ αυτό που κιόλας αισθάνομαι».
Στεκόταν πίσω μου κι εγώ ακούμπησα στο στήθος του συνεχίζοντας να ανακατεύω τα μακαρόνια.
«Πώς είσαι; Στ’ αλήθεια».
Πάντα ανησυχούσε για μένα, δεν είναι παράξενο;
Όλη μου τη ζωή έψαχνα να βρω φροντίδα και γλυκύτητα και να τη βρίσκω σ’ έναν δολοφόνο.
Στράφηκα προς το μέρος του γιατί ήθελα να δω τα μάτια του, εκείνα τα ανοιχτά καστανά, συνηθισμένα αλλά και μοιραία, τα οποία υπήρξαν το πρώτο πράγμα που είχα παρατηρήσει σ’ αυτόν πριν από πολύ καιρό.
«Με σένα είμαι πάντα καλά» χαμογέλασα σφιγμένα. «Το ξέρεις ότι μ’ έχουν καταραστεί. Θα ήταν καλύτερα να με σκότωνες όταν σου το είχα ζητήσει».
«Ποτέ» και μου χάρισε ένα βλέμμα που μ’ έκανε να πετάξω από τη χαρά μου.
«Πρέπει να βρεθεί ο δολοφόνος ή οι δολοφόνοι» είπε λίγο αργότερα, γεμίζοντας ένα ποτήρι κρασί. «Ειδάλλως ο Λεόνε δε θα σ’ αφήσει σε ησυχία μέχρι να με πιάσει. Ποιες είναι οι δυο γυναίκες;»
Σηκώθηκα από το τραπέζι και πήγα να πάρω το φύλλο χαρτί όπου κάτω από το όνομα Γουάντα Φάμπρις είχα προσθέσει εκείνο του δεύτερου θύματος.
«Έχεις κάνει κατάλογο;» ο Άλεξ φάνηκε δύσπιστος.
«Ναι, δεν ξέρω γιατί» σήκωσα αδιάφορα τους ώμους. «μου φάνηκε σημαντικό».
«Έχεις το νοσηρό μυαλό του συγγραφέα» χαμογέλασε και με χάιδεψε.
Ή ίσως είμαι παλαβή, σχολίασα από μέσα μου, αλλά αυτή ήταν μια σκέψη που σπάνια εκδηλώνω.
Ξαφνιάστηκα όταν με ρώτησε ο Άλεξ ποια ήταν η Γουάντα Φάμπρις.
«Είχε ένα μαγαζί στην οδό Ματεότι, χωρισμένη, μου είπαν, και σοβαρή, ή ήξερε να κρατάει κρυμμένες τις σχέσεις της».
«Και η άλλη;»
«Όντινα Μπατιστούτα, παντρεμένη με την επιχείρηση οινοποιίας Μπατιστούτα. Ο άντρας της έχει βλέψεις στην πολιτική και ήταν πάντα στη γύρα με ανθρώπους που μετράνε. Αυτό που συνέβη δε θα τον ωφελήσει».
«Τι κοινό είχαν μεταξύ τους;»
«Τι κοινό; Τίποτε, εκτός του ότι γνωριζόντουσαν, είχαν μια καλημέρα, καληνύχτα κι αυτό αρκούσε. Ετοιμάζω τον καφέ» γέμισα την καφετιέρα και την έβαλα στο μάτι. «Γιατί θα έπρεπε να έχουν κάτι κοινό;»
«Γιατί δεν τις σκότωσα εγώ».
«Μπορεί κάποιος σαν κι εσένα».
«Δεν υπάρχουν πολλοί σαν κι εμένα».
Πρέπει να τον αγαπώ πολύ, είπα στον εαυτό μου, για να μη φοβάμαι εκείνο το χαμόγελό του το αυτάρεσκο, ή πρέπει να είμαι πιο κακή απ’ αυτόν, ή και τα δύο.
«Θέλεις ένα μπισκότο;»
«Με τι;»
«Με σοκολάτα».
Μασούλησε για ένα λεπτό σκεφτικός στερεώνοντας το βλέμμα του στα δυο αξιολύπητα ονόματα που είχα σημειώσει με τα ορνιθοσκαλίσματά μου.
«Αρκεί να βρουν το λόγο που συνδέει τις δυο ανθρωποκτονίες» συμπέρανε.
«Θα βγεις σήμερα το απόγευμα;»
«Ναι» αποκρίθηκα, «αύριο είναι αργία και πρέπει να κάνω τα ψώνια, λαμπρή περίσταση να κάνω ερωτήσεις, έτσι;» του έκλεισα το μάτι. «Αλλά είσαι σίγουρος πως πρέπει να υπάρχει λόγος; Από πότε υπάρχει εδώ λόγος για τα πάντα;»
«Από πάντα, αρκεί να τον βρεις. Αγάπη, μίσος, λεφτά, πάθος, ένα καινούργιο παιχνιδάκι, μια παλιά εμμονή, υπάρχει πάντα ένας λόγος, ενίοτε είναι μόνο δύσκολο να τον βρεις».
Με αγκάλιασε και με δάγκωσε παιχνιδιάρικα το αυτί.
«Άντε να κάνεις ερωτήσεις, εσύ συγγραφέα μου, εγώ θα μείνω εδώ να διαβάσω τα βιβλία σου».
Στο δρόμο προσέχοντας να μη γλιστρήσω στα σημεία του πάγου, μου ήρθε στο νου ότι ήμασταν ένα πολύ αφύσικο ζευγάρι ντετέκτιβ: ένα τέρας και μια καταραμένη ψυχή.
Οι τσάντες με τα ψώνια άρχισαν να μου βαραίνουν κι ούτε είχα μαζέψει σημαντικές πληροφορίες, παρά μόνο κρύο κοπανιστό.
Για τη Γουάντα Φάμπρις ξέρανε μόνο κοινοτυπίες: καλή έμπορος, καλή κυρία, καθόλου άντρες, καθόλου χρέη, μια ζωή ήσυχη, πιθανόν το διαζύγιο την είχε στιγματίσει. Όσο για τη Μπατιστούτα δε μου είπανε περισσότερα από το να κριτικάρουν τον άντρα της για το τι ίσως πίστευαν και τίποτε άλλο από το ότι ήταν ένας αμπελουργός όπως τόσοι άλλοι, ίσως πιο πλούσιος, ένα αναθεματισμένο κάθαρμα! Καλή χρονιά, δεσποινίς, καλή χρονιά…
Μετά από τον οπωροπώλη έκρινα ότι είχα κουραστεί αρκετά, μου απέμεινε λίγη αντοχή να περάσω από το περίπτερο και κατόπιν να πεταχτώ από τη Μαρία για να δω τη κάνει.
«Καλή χρονιά!» ξεφώνισε με τη στριγκή φωνή της η Πάολα πριν ακόμη καλά-καλά με δει. «Όλα εντάξει; Πάρε μια καραμέλα».
Ακούμπησα τις τσάντες και ξετύλιξα μια καραμέλα φράουλα. Το καλό που είχε η Πάολα ήταν ότι έκανε ερωτήσεις χωρίς να περιμένει απαντήσεις, όλα από μόνη της.
«Σε είδα με τη Μαρία».
«Κάποτε εγώ, αυτή και ο Ντονάτο ήμασταν φίλοι». Εκείνη η καραμέλα ήταν ό,τι έπρεπε, κοντολογίς αγόρασα κάμποσες πριν γυρίσω σπίτι.
«Το να πεθάνει κανείς έτσι, τι τραγωδία» ψιθύρισε η Πάολα. «Τόσο νέος και κεφάτος και αυτή τόσο ερωτευμένη».
«Κι εκείνος επίσης».
Η Πάολα με κοίταξε, κατόπιν βάλθηκε να τακτοποιεί μια στοίβα από περιοδικά μόδας.
«Αυτός; Θεέ μου, με το δικό του τρόπο, ίσως ναι. Αλλά τη Μαρία την κεράτωνε, κι η καημενούλα είχε φτάσει στο σημείο να μην τον μπορεί πια».
«Ο Ντονάτο πάντα γύριζε σ’ αυτή».
«Και πιστεύεις ότι σε μια γυναίκα αρκεί αυτό;»
«Όχι, φαντάζομαι πως όχι» πήρα μια καραμέλα ακόμη. «Μου βάζεις τριακόσια γραμμάρια απ΄ αυτές;»
«Δε θέλω να πω ότι όλο το φταίξιμο είναι του Ντονάτο, έτσι ήταν αυτός, του άρεσε να κάνει αστεία, να δημιουργεί φιλίες, να γυρίζει, οι γυναίκες ξετρελαίνονταν μαζί του».
Ενώ την κοίταζα να βγάζει με τις χούφτες τις λαμπερές καραμέλες, βρέθηκα νοερά να χορεύω με το Ντονάτο  σε κάποια περίεργη γιορτή. Μόνον εκείνος τις ήξερε όλες και η Πάολα είχε δίκιο που έλεγε ότι οι γυναίκες ήταν ξετρελαμένες μαζί του, θυμόμουν ότι έκαναν ουρά για έναν και μοναδικό χορό.
“Ο άντρας είναι κυνηγός, που πα να πει ο άντρας είναι μπήχτης, γι’ αυτό ήταν δύσκολο για το Ντονάτο να πει όχι και εξάλλου του φαίνονταν όλες κατάλληλες: ψηλές, κοντές, αδύνατες, χοντρές. Δες αυτές, είναι γεμιστές».
«Καλές».
«Λέγανε τόσα για τις γυναίκες του Ντονάτο, οι νεκροί δεδικαίονται, δε θέλω να τον κακολογήσω, αλλά φαίνεται πως ακόμη και η Μπατιστούτα δε θα είχε πολλούς ενδοιασμούς».
Μου έβαλε στο χέρι μια χαρτοσακούλα με καραμέλες.
«Η Μπατιστούτα; Η Όντινα Μπατιστούτα;»
Η Πάολα έμπηξε τα γέλια.
«Και γιατί όχι, η αρχόντισσα κι ο γύφτος. Λοιπόν, θέλεις διακόσια γραμμάρια γεμιστές;».

Η Μαρία βρισκόταν ακόμη στο μαγαζί, μαύρη κι άραχλη, πίσω από τον πάγκο, κάπνιζε ένα τσιγάρο και το τασάκι έδειχνε ότι αυτό ήταν μόνο το τελευταίο μιας μακράς σειράς ενός απογεύματος.
«Κάποτε δεν κάπνιζες».
«Τώρα καπνίζω».
Ακούμπησα κάτω για πολλοστή φορά τα ψώνια μου.
«Ο κόσμος δεν καταλαβαίνει» είπε συνθλίβοντας το αποτσίγαρο μέσα στο τασάκι.
«Ο κόσμος δεν καταλαβαίνει σχεδόν ποτέ».
«Μου λέγανε, α βρε Μαρία, τι δουλειά έχεις εσύ με κάποιον που τρέχει πίσω από το πρώτο τυχόν φουστάνι που περνάει, έλα στα συγκαλά σου, άφησέ τον να πάει στη ευχή. Τώρα, τουλάχιστον μια φορά τη μέρα, βρίσκεται κάποιος βλάκας που με ρωτάει αν έχω μπουχτίσει ή όχι με το να κλαίω για κάποιον που μου τα φορούσε. Αλλά βρες έναν άντρα, Μαρία, έναν που να σ’ αγαπάει». Έβγαλε ένα άλλο τσιγάρο από ένα τσαλακωμένο πακέτο και το έχωσε στο στόμα χωρίς να το ανάψει. «Δεν καταλαβαίνουν ότι ο Ντονάτο μ’ αγαπούσε, μ’ αγαπούσε πολύ, κι εγώ τον αγαπούσα και συνεχίζω να τον αγαπώ, Χριστέ μου! Τόσο δύσκολο είναι να το καταλάβει κανείς;»
«Όχι» ψέλλισα, «δεν είναι δύσκολο».
«Μ’ όλες πήγαινε, δεν είμαι στραβή».
«Μ’ εμένα όχι».
«Το ξέρω».
Ξανασήκωσα τις τσάντες μου.
«Τι θα κάνεις μ’ όλα αυτά τα πράγματα;» με ρώτησε.
«Αύριο είναι αργία και όλα είναι κλειστά».
«Ναι, βέβαια, αύριο είναι αργία» έβγαλε τον αναπτήρα από την τσέπη της ζακέτας. «Καλή χρονιά, Σόνια».

1 Ιανουαρίου

«Το πρόσωπό σου είναι μπλε».
«Και το δικό σου κόκκινο με κίτρινα στίγματα».
Τα πυροτεχνήματα φώτιζαν το τοπίο και το σκοτεινό σπίτι, ενώ ήμουν με τον Άλεξ καθισμένη κατάχαμα, ακουμπώντας την πλάτη μου στο παλιό ντιβάνι, με τη δεύτερη μποτίλια Καμπερνέ σχεδόν τελειωμένη.
«Τώρα είναι πράσινο και ποτέ δεν έχω φιλήσει γυναίκα με πράσινο πρόσωπο».
«Δοκίμασε».
Πάνε χρόνια που είχα να αισθανθώ τόσο ωραία, ίσως ολόκληρη τη ζωή μου είχα να αισθανθώ τόσο καλά».
«Όχι και σπουδαία νέα, λοιπόν» είπε καθώς τεντώθηκε βάζοντας το κεφάλι του πάνω στα γόνατά μου.
«Γιατί δεν έγινες γέρος και άσχημος;» το ρώτησα, περνώντας το χέρι μου μέσα από τα μαύρα του μαλλιά. «Όχι, τίποτε το ενδιαφέρον, εκτός από τη βεβαιότητα, αν δεν την έχεις ήδη διαπιστώσει, ότι ο Ντονάτο ήταν ένας μπήχτης”.
«Και τι σχέση έχει αυτό με τους φόνους;»
«Τίποτε, αλλά υπάρχουν σχεδόν περισσότερα πράγματα να πει κανείς γι’ αυτόν το φουκαρά παρά για τις δυο σκοτωμένες. Πάω να φέρω κι άλλο κρασί».
Πήγα στην κουζίνα και πήρα ένα καινούργιο μπουκάλι, κάθισα εκ νέου πλάι του και γέμισα τα ποτήρια.
«Τι σόι ήταν αυτός ο Ντονάτο;»
«Χαρούμενος, συμπαθητικός. Είχε κάτι που τραβούσε τους πάντες, όχι μόνο τις γυναίκες, του άρεσε η παρέα και πάντα σκεφτόμουν ότι ήταν ερωτευμένος με τη Μαρία γιατί αυτή ήταν το ακριβώς αντίθετό του, τόσο ήσυχη και σιωπηλή. Όμως η Μαρία δεν του έφτανε. Από περιπέτειες μετά το γάμο τους είχε πολλές».
«Ακόμη και μ’ εσένα;»
«Όχι, ήμασταν καλοί φίλοι, μέχρις εκεί» χαμογέλασα και τον χτύπησα ελαφρά στη μύτη. «Κάνεις το ζηλιάρη;»
«Δε θα το παραδεχτώ ούτε με βασανιστήρια».
Κατέβασα μια γουλιά κρασί, ήταν καλό όπως όλα τα γαλλικά κρασιά.
«Η Όντινα Μπατιστούτα είχε μια ιστοριούλα με το Ντονάτο, όπως λέει και το τραγούδι. Αν ήμουν ξυλουργός κι εσύ ήσουν μια κυρία, θα ήθελες το μωρό μου, θα μ’ αγαπούσες ακόμα; Ή ήταν ένας επιπλοποιός, δε θυμάμαι».
«Ας  παραδεχτούμε» ο Άλεξ με κοίταξε επίμονα στα μάτια, «ας παραδεχτούμε ότι…»
«Τι πράγμα;»
«Ας παραδεχτούμε ότι η Γουάντα…»
«Η Γουάντα;»
«Ας παραδεχτούμε ότι η Γουάντα είχε μια περιπέτεια με τον Ντονάτο».
Ανακάθισα στα γόνατα κάνοντάς τον να χτυπήσει το κεφάλι του στο πάτωμα.
«Ο κρίκος, το κοινό σημείο. Όμως κανείς δεν ήξερε τίποτε».
«Ίσως ήταν καλή να τα κρατάει μέσα της».
«Γι’ αυτό ο λόγος θα ήταν…»
«Η ζήλια. Το τέρας με τα πράσινα μάτια».
«Ποιος;»
«Μια γυναίκα, μια γυναίκα ταπεινωμένη, πληγωμένη, ίσως κάποια που αυτός δεν ήθελε».
Ξανακάθισα και τον αγκάλιασα.
«Πρέπει να ήταν γεροδεμένη» χασμουρήθηκα. Άρχισα να νυστάζω.
«Για να στραγγαλίσεις κάποιον δε χρειάζεται να είσαι ποιος ξέρει τι, έτσι;»
Ένιωσα το χέρι του να μου χαϊδεύει απαλά το λαιμό.
«Αρκεί να ξέρεις τα σωστά σημεία» ψιθύρισε, «ή να είσαι πολύ, μα πολύ θυμωμένη».
Σηκώθηκα όρθια μαζί του.
«Άντε, μικρή μου, πάμε για ύπνο».

Ξύπνησα ξαφνικά, σαν να με κάλεσε μια φωνή ή μια ανάμνηση. Το ξυπνητήρι κανονικά χτύπαγε στις πέντε.
Ο Άλεξ κοιμόταν ανασαίνοντας ρυθμικά, τον φίλησα απαλά στα χείλη και σηκώθηκα.
Τυλίχτηκα με μια από τις εσάρπες μου και πήγα και κάθισα στο γραφείο, γιατί εκεί αισθανόμουν καλά, προστατευμένη και μπορούσα να σκεφτώ. Σήκωσα το κινητό μου και σχημάτισα ένα νούμερο. Ο συνδρομητής δεν ήταν διαθέσιμος.
Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου ότι ήταν μια παράλογη ιδέα.
Μετά από ένα μισάωρο ξαναπροσπάθησα.
Ο συνδρομητής δεν ήταν διαθέσιμος.
Έξω στο δρόμο κάποια πνιχτά γέλια σήμαιναν ότι κάποιοι γύριζαν σπίτι μετά από τους εορτασμούς της πρωτοχρονιάς. Ξαναπήρα το νούμερο, τίποτε.
Ο Άλεξ εμφανίστηκε στην πόρτα τρίβοντας τα μάτια του. Θεέ μου, τι ωραίος που ήταν.
«Τι κάνεις;»
«Έχω μια ιδέα. Ανόητη».
Ξαναπήρα το νούμερο του μη διαθέσιμου συνδρομητή μου.
«Δεν μπορεί να είναι ανόητη και συγχρόνως δική σου».
«Θα ήθελα να είναι ανόητη για να μη χρειαστεί να βγω» πάτησα το κουμπί της επανάληψης.
«Έρχομαι μαζί σου».
«Όχι, είναι επικίνδυνο» απάντησα παίρνοντας μια βαθιά ανάσα. «Γεια, καλή χρονιά, Ρίτα, είμαι η Σόνια. Συγνώμη για το ακατάλληλο της ώρας, αλλά πρέπει να σε ρωτήσω κάτι».

Το πρωινό της πρωτοχρονιάς κάνει κρύο, πάντα και παντού. Ακόμη και στην Αυστραλία, πιστεύω, όπου οι εποχές είναι αντίστροφες, ακόμη και σε κείνα τα νησιά της θάλασσας του νότου όπου, ενίοτε, θα ήθελα να δραπετεύσω, αλλά δεν μπορείς να δραπετεύσεις από τον ίδιο τον εαυτό σου και να γιατί νιώθω απαυδισμένη.
Περπατούσα γρήγορα και ήλπιζα. Δεν ξέρω σε τι, ακόμη και τώρα δεν ξέρω σε τι ήλπιζα. Δεν είναι σημαντικό, όχι πια.
Έφτασα μπροστά στην πόρτα ενός σπιτιού και γαντζώθηκα πάνω στο κουδούνι. Δε θα μου ανοίξει, σκέφτηκα, εγώ δε θα άνοιγα, πιστεύω. Όμως εσύ είσαι μια χαμένη ψυχή, σχεδόν κανείς δεν είναι σαν και σένα, Σόνια. Χουχούλισα τα δάχτυλά μου, είχα ξεχάσει τα γάντια μου και ξανάρχισα να χτυπώ το κουδούνι. Ένα ελαφρό κλικ και η πόρτα άνοιξε. Εκείνη ήταν εκεί, με το επανωφόρι της που της έπεφτε μεγάλο και το πρόσωπό της παραμορφωμένο από τον πόνο.
«Άντε, πάμε μια βολτούλα» είπε.
Κάνει κρύο το πρωινό της πρωτοχρονιάς, μέσα στην άδεια πλατεία ακόμη και το άγαλμα του Μαξιμιλιανού φαινόταν να τουρτουρίζει.
«Σ’ ένα ορισμένο σημείο συνειδητοποίησα πως ο χρόνος μας είχε λήξει. Ήμουν σίγουρη ότι είχα ακόμη καιρό να του δώσω να καταλάβει ότι μόνον εγώ τον αγαπούσα, ότι εγώ ήμουν η γυναίκα του, αλλά παρόλα αυτά όλα είχαν τελειώσει, δεν τον όριζα πια, καταλαβαίνεις τι θέλω να πω;»
Έγνευσα, φυσικά και το ήξερα.
Ο Ντονάτο πέθανε από τη μια μέρα στην άλλη, δεν κατόρθωσε να μου πει τίποτε, μόνο μου έσφιγγε το δυνατά χέρι, αλλά αυτό δε μου αρκούσε. Εγώ ήθελα να μου πει ότι είχε καταλάβει, δεν το έκανε, ίσως το σκεφτόταν, αλλά πώς μπορώ να είμαι σίγουρη; Γι’ αυτό σκέφτηκα πως κάποιος έπρεπε να πληρώσει».
«Για τι πράγμα;»
«Για το χρόνο, για το χρόνο που χάθηκε».
Καθίσαμε στα σκαλιά του εστιατορίου. Τα απομεινάρια της εορταστικής νύχτας παρασύρονταν απαλά από ένα αεράκι κι εγώ σκέφτηκα ότι το νησί στις θάλασσες του νότου δεν ήταν και τόσο κακή ιδέα.
«Το χρόνο που σπαταλήθηκε, το χρόνο που μου έκλεψαν. Όλες…» η φωνή της έγινε σκληρή και ξερή. «Η Γουάντα, η Όντινα, εκείνη που έχει το μαγαζάκι, η Πάολα με το περίπτερο, η Τζίνα ντι Μπράτσανο και όλες οι άλλες. Θυμάσαι πριν από τέσσερα χρόνια κάποιον που στραγγάλιζε τις γυναίκες;»
«Ναι».
«Δεν μπορούσαν ποτέ να τον βρουν και έλεγαν ότι είχε πεθάνει κι εγώ, σκέφτηκα, θα μπορούσα να κάνω το ίδιο και κατόπιν να ρίξω την ευθύνη πάνω του».
«Φάνηκες γενναία».
«Το ίδιο κι εσύ». Έβγαλε από μια τσέπη το συνηθισμένο τσαλακωμένο πακέτο τσιγάρα και έναν αναπτήρα. «Και τώρα;»
«Και τώρα θα καλέσω την αστυνομία».
«Φαντάζομαι πως αυτό είναι το σωστό».
Έβαλα το χέρι μου γύρω από τους ώμους της και σχημάτισα τον αριθμό στο κινητό μου.
«Εμπρός, ο αστυνόμος; Είμαι η Σόνια Λάιμποβιτς» την έσφιξα περισσότερο. «Ναι, καλή χρονιά. Έχω πράγματα να σου πω, μπορείς να στείλεις ένα αυτοκίνητο; Θα σου πω αμέσως πού βρίσκομαι».

5 Ιανουαρίου

Από την άλλη μεριά της γραμμής κάποιος είχε γράψει ΟΛΟΙ ΟΙ ΕΛΕΓΚΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΜΠΑΣΤΑΡΔΟΙ. Δεν ήταν η τελευταία φορά που έπαιρνα το τρένο, αλλά σε κάποιον θα είχαν πρόσφατα επιβάλει πρόστιμο.
Ήρθε το χιόνι, μα λίγο, και σε αντιστάθμισμα έκανε ακόμη περισσότερο κρύο. Ο Άλεξ έφυγε, με κανάκεψε για ένα διήμερο και κατόπιν την κοπάνισε.
«Θα γυρίσω» ορκίστηκε, το ξέρω πως είναι αλήθεια.
«Φεύγετε;»
Γύρισα και αντίκρισα  τον αστυνόμο Λεόνε, αυτός πιστεύει ότι ήρθε σιγανά κι εγώ προσποιούμαι ότι δεν τον είδα.
«Ένα σύντομο ταξίδι. Πάω στους δικούς μου στην Τεργέστη».
«Θα επιστρέψετε όμως».
«Δεν υπάρχουν άλλα μέρη όπου θα ήθελα να μείνω».
Βάζει τα χέρια του στην τσέπη και χτυπάει τα πόδια του στο έδαφος, φαντάζομαι πως έχουν παγώσει.
«Με τρώει η περιέργεια» λέει τελικά. «Πώς το καταλάβατε;»
Η ιδέα μου ήρθε όταν μου είπαν ότι ο Ντονάτο τα είχε με την Όντινα, πιθανόν όχι αμέσως, όμως εκείνη η φράση η αρχόντισσα κι ο γύφτος, μου έμεινε στο μυαλό. Επίσης τα δυο σχολεία. Κατόπιν θυμήθηκα ότι Ντονάτο ασχολιόταν με υδραυλικές δουλειές στα σχολείο γύρω εδώ, τηλεφώνησα μια φίλη μου που είχε διδάξει στο Μπορνιάνο και μου το επιβεβαίωσε».
«Και λοιπόν;»
«Λοιπόν σκέφτηκα ότι μπορούσε να είχε κάνει αντικλείδια για να τα χρησιμοποιήσει όταν είχε ανάγκη από ένα μέρος, πώς να το πω, για στενές συναντήσεις. Και κείνα τα κλειδιά θα μπορούσε να τα είχε βρει και η Μαρία».
«Πράγματι, είναι εκείνο που είπατε η ίδια ότι δηλαδή τις είχε παρασύρει εκεί εκβιαστικά. Και οι δυο είχαν κάτι να χάσουν».
«Πράγματι. Την υπόληψή της η μια και τον άντρα της η άλλη».
Το μεγάφωνο ανακοινώνει την αναχώρηση του τρένου.
«Δεν μπορώ να καταλάβω» ξεφυσάει με οργή.
«Να καταλάβετε τι, αστυνόμε;»
«Την αιτία, όλο αυτό δεν έχει νόημα».
«Είστε ερωτευμένος;» τον ρωτάω σχεδόν διασκεδάζοντας μαζί του και τον βλέπω να κοκκινίζει.
«Όχι».
«Όταν θα είστε, θα το καταλάβετε».
Ανεβαίνω στο τρένο και του χαμογελώ, ενώ αυτός συνεχίζει να χτυπάει με τα πόδια του το έδαφος ενοχλημένος.
«Αμάν αυτό το κρύο, μπορεί να είναι χειμώνας, αλλά δεν λόγος αυτός να κάνει τέτοια παγωνιά».
«Ακόμη κι ο χειμώνας θα έχει τους δικούς του λόγους, δεν νομίζετε; Να είστε καλά, εις το επανιδείν».
«Να προσέχετε».
«Πάντα».
Το τρένο αναχωρεί κι εγώ κλείνω τα μάτια.
Ορκίζομαι να τα ξανανοίξω μόνο μπροστά στη θάλασσα.

©Elena Vesnaver - 2008
©Edizioni A.Car.srl. - 2009