Παρασκευή 3 Ιουλίου 2020

THE EAR - THE MODERN GREEK SHORT STORY


ΤΟ ΑΥΤΙ

Κατερίνα Παναγιωτοπούλου
Μπήκε στο λεωφορείο τελευταίος. «Περίμενε να μετρήσω αυτιά και να διαιρέσω διά δύο», είπε στον οδηγό. Μέτρησε, ξαναμέτρησε, έλειπε ένα αυτί. Αναστατώθηκε. Δεν ήξερε τι να υποθέσει. Δεν ήταν λογικό να λείπει. Μέτρησε πάλι. Τα ίδια.
«Πού ψάχνεις ένα αυτί όταν λείπει;» μονολόγησε και κοπάνησε με την παλάμη το κούτελό του. Ένιωθε σαν να γύρευε ψείρα σε παχνί με πίτουρα. Ήταν έτοιμος να μετρήσει και τέταρτη φορά όταν ακούστηκε ένας κρότος, σαν βαριά τουφεκιά, και το λεωφορείο άρχισε να πλανάρει, χαράζοντας οχτάρια στην κατηφόρα.
«Κρατηθείτε!» φώναξε, έχοντας ακόμα στον νου του το αυτί που έλειπε. Κρατήθηκε κι αυτός. Λεωφορείο κι επιβάτες μετεωρίστηκαν αγκαλιασμένοι διαγράφοντας ημικύκλιες τροχιές, ώσπου ένα γαλακτερό κενό ήρθε και στάθηκε δίπλα τους. Ούτε φυσαλίδες ούτε ιριδισμοί, σαν εκείνους που φέρνει το κενό της μνήμης. Μόνο μια αναιδής σιγή απλωνόταν πηχτή, προσπαθώντας να ισορροπήσει μέσα σ’ αυτό το γαλακτερό κενό, που τους κύκλωνε αργά και τους κατάπινε.
*
Έτριψε τα μάτια του δυνατά· ήταν ανάσκελα στον διάδρομο και γύρω του άχνιζαν σακίδια, τσάντες, ζακέτες, παπούτσια – «πού βρέθηκαν τόσα παπούτσια μονά;» αναρωτήθηκε. Σύρθηκε προς το πίσω μέρος του λεωφορείου και τον ακολούθησαν αρκετά μπουκάλια με νερό, πρησμένα, μισά, πλαγιαστά, ζαρωμένα, ό,τι θες μέσα στην άχνα. Ένα απ’ αυτά, άγνωστο πώς, στάθηκε όρθιο δίπλα στο αριστερό του μάτι. Για κάμποσα δευτερόλεπτα η ίριδα του ματιού ρούφαγε τις διαθλάσεις του νερού, ασυναίσθητα, σαν να διάλεγε απαντήσεις για τις αιτίες που έλειπαν. Το δεξί του μάτι δεν τις ξεχώριζε, ήταν ακόμα θολό. Δεν περίμενε να βρει το αυτί στο μπουκάλι όμως –θυμόταν καλά– στον πηγεμό είχε μετρήσει εκατό αυτιά.
Στα πρώτα ταξίδια του μέτραγε κεφάλια. Μέχρι που ένα φθινόπωρο στην Αίγυπτο, μέσα στη βιασύνη του, μέτρησε κι ένα καπέλο άδειο. Ήταν ακουμπισμένο στο τελευταίο κάθισμα πάνω σ’ έναν σάκο με ρούχα. Όταν κατάλαβε το λάθος, το λεωφορείο ήταν ήδη εκατόν πενήντα χιλιόμετρα μακριά. Αναγκάστηκαν να γυρίσουν πίσω στην Κοιλάδα των Φαραώ, για να παραλάβουν τον ιδιοκτήτη του καπέλου. Από κείνη την ώρα ορκίστηκε να μετράει αυτιά, ξεκινώντας από τα δικά του. Μέχρι τώρα, το διπλό μέτρημα δυσκόλευε τα λάθη. Όμως ετούτη τη φορά τα πράγματα πήγαιναν στραβά. Τ’ αυτιά δεν αβγάταιναν, η ώρα περνούσε, σε λίγο θα νύχτωνε και ο οδηγός διαμαρτυρόταν πως καθυστερούσαν για την επόμενη ξενάγηση.
Σκούντηξε απαλά τον άνθρωπο που κοιμόταν στα τελευταία καθίσματα του λεωφορείου κι αμέσως το μετάνιωσε. Αυτός δεν κουνήθηκε, ήταν παραδομένος σ’ έναν ύπνο μακάριο στην ίδια θέση, ακριβώς, με το άδειο καπέλο της Αιγύπτου. Δεν ήθελε να τον τρομάξει· κάποιες φορές, μια απότομη κίνηση μπορεί να γίνει μοιραία. Ύστερα, τι να του έλεγε; Συγγνώμη, κύριε, ήθελα να μετρήσω και το άλλο αυτί σας; Έκανε να σηκωθεί, όμως το λεωφορείο έτριξε και, αλλάζοντας θέση ισορροπίας, έγειρε ελάχιστα μπροστά. Ξανακάθισε στο πάτωμα, όσο πιο αργά μπορούσε, και τότε είδε ζευγάρια αυτιά να ξεπροβάλλουν από το γαλακτώδες σύννεφο, υποδαυλίζοντας το παράδοξο· έρχονταν καταπάνω του, όπως οι φυσαλίδες ανεβαίνουν από τον βυθό στην επιφάνεια της θάλασσας.
Ήθελε να το βάλει στα πόδια, όμως σε κάθε προσπάθεια που έκανε για να σηκωθεί, το λεωφορείο έγερνε προς το μέρος του με έναν παρατεταμένα υπόκωφο ήχο, που ξεσήκωνε τ’ αυτιά και τα έστελνε να χορεύουν γύρω του σαν τις νυχτερίδες, όταν ρίχνεις πάνω τους έντονο φως. Δεν έβλεπε τον οδηγό. Υπέθετε πως θα περίμενε εκνευρισμένος, με τους αγκώνες στο τιμόνι και το κεφάλι στις χούφτες του· έβρισκε πάντα λόγους να παραπονιέται, τη μια για τα λερωμένα καθίσματα, την άλλη για τα σκουπίδια, τώρα για την καθυστέρηση. Πιάστηκε από το μπράτσο ενός καθίσματος και προσπάθησε, ξανά, να σηκωθεί. Αυτή τη φορά, το πάτωμα έγειρε, άηχα, μπροστά. «Δεν υπάρχει περίπτωση να τα καταφέρω», συλλογίστηκε.
Η μόνη ελπίδα που έμενε, ήταν να εκμεταλλευτεί τα χρονικά κενά ανάμεσα στις ταλαντώσεις του λεωφορείου. Έτσι, σε κάθε ζυγιασμένη θέση ίσιωνε το κορμί του και, ρίχνοντας όλο το βάρος στους σταυρωμένους αστραγάλους του, τους έσπρωχνε με όλη του τη δύναμη προς τα κάτω. Ο κορμός του άρχισε να σηκώνεται απαλά, κατακόρυφα, όπως του ακροβάτη πάνω στο τεντωμένο σχοινί. Με το βλέμμα καρφωμένο μπροστά, μην τυχόν και χάσει την ισορροπία του, δεν αντιλήφθηκε τον γαλακτερό καπνό, που πύκνωνε γύρω του. Έτσι, όταν ένιωσε το λεωφορείο να αιωρείται, στέλνοντας τη δόνηση στο σώμα του μαζί μ’ ένα δυνατό βουητό που τον ζάλιζε, αφέθηκε. Τ’ αυτιά συνέχιζαν να κάνουν κύκλους πάνω από το κεφάλι του.
*
Ευτυχώς, οι πυροσβέστες έφτασαν γρήγορα· τράβηξαν το λεωφορείο με γερανό κι έσωσαν πενήντα άτομα. Μόνο ένας άνθρωπος τραυματίστηκε σοβαρά. Τον βρήκαν αναίσθητο στον διάδρομο, μπροστά από τα τελευταία καθίσματα· έλειπε το πτερύγιο από το δεξί του αυτί. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, έντονες εμβοές περιφέρονταν στον λαβύρινθό του. Οι γιατροί στο νοσοκομείο γνωμάτευσαν πως θ’ αργούσαν να φύγουν, γιατί οφείλονταν στις κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, που δημιουργήθηκαν στο ατύχημα και προκάλεσαν δυσλειτουργία της κροταφογναθικής άρθρωσης. Το πτερύγιο του αυτιού δεν βρέθηκε.

 Δημοσιεύτηκε 24 Ιουνίου 2018 στο περιοδικό
 

Η Κατερίνα Παναγιωτοπούλου γεννήθηκε το 1956 στην Αμφίκλεια Φθιώτιδας. Σπούδασε Σκηνογραφία – Ενδυματολογία. Εργάστηκε στην Εθνική Τράπεζα. Είναι τελειόφοιτη του μεταπτυχιακού τμήματος Δημιουργικής Γραφής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, στην κατεύθυνση της συγγραφής. Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά. Το πρώτο της βιβλίο, Η Μακρυγιαλού και άλλες ιστορίες, εκδόθηκε τον Μάρτιο του 2017, από τις Εκδόσεις Εντευκτηρίου.

THE EAR

By Katerina Panayotopoulou
Rendered by Vassilis C. Militsis

He was the last to board the coach. “Just wait until I count ears and divide them by two,” he said to the driver. He counted twice, but one ear was missing. He grew flustered. He did not know what to think. It was unreasonable for an ear to miss. He counted for a third time. The same result.

“Where should you look for a missing ear?” he murmured to himself slapping his forehead with the flat of his hand. He felt as though he were looking for a needle in a haystack. He was about to count for a fourth time when he heard a peal like that of a gunshot and the bus started to veer downhill in a zigzag course.
 
“Hold on!” he shouted, the missing ear still on his mind. He also tried to stay on his feet. Both the bus and the passengers teetered, pressed one upon the other, and wheeled in a semicircle until a milky vacuum stood before them. There were neither bubbles nor iridescence like those caused by a memory gap. Only an insolent silence spread thick trying to settle within this milky gap, which slowly enveloped and swallowed them.

*
 He rubbed his eyes hard; he was lying on his back in the aisle and around him there were steaming knapsacks, bags, jackets, shoes – “how come there were so many odd shoes?” he wondered. He crept to the back of the coach followed by number of bottles of water, some boated, some half full, some tilted and others crumpled – all sorts of things in a vapor. One of them stood inexplicably upright beside his right eye. For several seconds the iris of his eye unwittingly absorbed the refraction of the water as if it was seeking the missing causes. His right eye could not discern them because it was still bleary. He did not expect to find the missing ear in the bottle; however, he could perfectly remember, on his way he had counted a hundred ears.

In his first tours he used to count heads until an autumn trip in Egypt he had hastily counted an empty hat. It was placed upon a sack of clothes in one of the back seats. When he realized his mistake, the coach had already moved one hundred and fifty kilometers away. They had to return to the Valley of the Kings to retrieve the owner of the hat. From that moment on, he vowed to count ears, including his own. Up till now, the double count averted mistakes. This time, however, things went astray. The ears increased, the time passed, night would soon fall and the driver would complain that they would be delayed for the next guided tour.

He gave a slight jog to the man who was sleeping on the back seats of the bus and he soon regretted it. The man did not move – he had sunk in a blissful slumber in exactly the same place as the Egypt hat. He was loath to startle him; an abrupt shake could sometimes be fatal. Besides, what could he tell him? “Pardon, sir, all I wanted to do is to count your ear?” He tried to stand up, but the bus creaked, it wavered and tilted a bit forward. He tried to sit down again as slowly as he could, and then he descried pairs of ears looming in the milky cloud, causing the following odd thing: the ears were coming upon him like bubbles welling from the bottom of the sea up to the surface.
 
He felt like running away, but at every effort he made, the bus tilted towards him in a prolonged rumbling sound that roused the ears and sent them dancing around him like bats when they are shined in intense light. He could not see the driver. He supposed that he would be waiting angrily, his elbows on the steering wheel and his head in his hands; he would always think up reasons to grumble: now about the soiled seats, now about the litter or the delay. He grabbed the arm of a seat and endeavored to stand up again. This time the floor tilted silently forward. “No way to make it,” he mused.

His only hope left was to take advantage of the time intervals between the oscillations of the bus. Thus, in every balanced position of the vehicle, he straightened his body and, throwing his entire weight on his crossed ankles, he pushed them down with all his might. His body began to rise gently and vertically like the body of an acrobat on a tightrope. With his glance fixed steadily in front of him for fear of losing his balance, he did not perceive the milky smoke that thickened around him. Thus, when he sensed the bus teeter and vibrate with a loud buzz through his body, he gave up. The ears however went on gyrating above his head.

*
Fortunately the firefighters arrived soon. They hauled the coach with a crane rescuing fifty persons. Only one was seriously injured. They found him unconscious in the aisle in front of the back seats; the auricle of his right ear was missing. For a long interval of time he suffered from intense tinnitus in the labyrinth of his internal ear. At the hospital the doctors diagnosed that it would take long to die out as it was due to the traumatic brain injury suffered at the time of the accident which caused malfunction of the temporomandibular ligament. The auricle was never found.

  Published on June 24, 2018

Katerina Panayotopoulou was born in 1956 at Amphikleia, in Phtiotis, Greece. She studied stage and costume designing. She worked for the National Bank. She is also a post graduate of the Department of Creative Writing of the University of West Macedonia, qualified as a writer. Her short stories have been published in literary journals. Her first book, Makrygialou and Other Stories, was published in March, 2017 by Entefktirion Publishers.