|
ΤΟ ΦΛΟΥΡΙ
Κωνσταντίνος Β. Καραστάθης
Από τη συλλογή "Το χαμόγελο του πελάγου", εκδόσεις ΑΤΡΑΠΟΣ
Τα τριάντα έξι ζευγάρια παιδικά μάτια ήταν στυλωμένα με πολύ ενδιαφέρον πάνω στην αφράτη βασιλόπιτα, που κομμάτιαζε με γοργές κινήσεις το μαχαίρι του κ. Αποστόλη, του ταμία του συλλόγου γονέων και κηδεμόνων. Ο πρόεδρος και τ' άλλα μέλη του διοικητικού συμβουλίου στέκονταν στον κενό χώρο της αίθουσας, ανάμεσα έδρα και θρανία, και διασκέδαζαν με την αδημονία των μικρών μαθητών. Αμέριμνος και χαμογελαστός παρακολουθούσε το κομμάτιασμα της πίττας κι ο διευθυντής του σχολείου, όταν ξαφνικά η Βέτα, η νεαρή δασκάλα της τάξης, σίμωσε κοντά του. Τα μάτια της πετούσαν αστραπές κι η φωνή της πρόδινε τη συγκρατημένη οργή της:
- Κάτι πολύ φτηνό κι απαράδεκτο επιχειρείται κάτω από τη μύτη μας τούτη την ώρα, κύριε διευθυντά, του είπε χαμηλόφωνα. Ο κ. Αποστόλης έχει επισημάνει το κομμάτι με το φλουρί κι ετοιμάζεται να το δώσει στον Κώκο, τον κανακάρη του, εκείνο το γιγαντόσωμο παιδί στο τελευταίο θρανίο της αριστερής πτέρυγας. Στα χείλια του διευθυντή πρόβαλε ερωτηματικό χαμόγελο κι η νεαρή δασκάλα βιάστηκε να προστέσει:
- Το μαχαίρι του, ξέρετε, χτύπησε πάνω στο φλουρί της πίτας! - Πώς όμως, καλή μου Βέτα, να είμαστε βέβαιοι για τις προθέσεις του, έχοντας υπόψη μας μονάχα κάποιες αόριστες υπόνοιες; - Βέβαια, δεν έχω χειροπιαστά τεκμήρια, παραδέχτηκε εκείνη. Είδα όμως κάτι στα μάτια του τη στιγμή, που το μαχαίρι άγγιξε το νόμισμα, και δε μου μένει η παραμικρή αμφιβολία για τις προθέσεις του.
Έκοψε απότομα το λόγο της και κούνησε το κεφάλι της μ' αποφασιστικότητα:
- Γι' αυτό...
- Γι' αυτό τι;
- Δεν πρέπει να του περάσει!...
Μυριάδες ζουζούνια τρύπωσαν ξαφνικά στ' αυτιά του διευθυντή. Αυτή η νεαρή αντάρτω, που εκεί στα είκοσι δυο της είχε ανακαλύψει πως ο κόσμος βάδιζε σαν τον κάβουρα κι είχε βαλθεί να τον κάμει να περπατάει σωστά, του είχε σκαρώσει ένα σωρό προβλήματα από την αρχή της σχολικής χρονιάς κι εκείνη τη στιγμή αναμφίβολα του πρόσθετε εν' άλλο ακόμα!...
- Μα, Βέτα...
- Μη συγχύζεστε, κύριε διευθυντά, τον καθησύχασε, σαν κατάλαβε την αναστάτωση του. Δεν πρόκειται να τινάξω στον αέρα τούτη τη «σεμνή τελετή»! (και πρόφερε έτσι τις δύο τελευταίες λέξεις, όπως θα λέγε «τούτο το φιάσκο» ή «τούτο το καραγκιοζιλίκι»!)
- Βέτα, ο άνθρωπος αυτός, από τη θέση του στο σύλλογο, έχει προσφέρει πολλές κι ανεκτίμητες υπηρεσίες στο σχολείο μας. Γι' αυτό ειν' ανάγκη να ελέγχουμε αυστηρά τη συμπεριφορά μας απέναντι του...
Ο τόνος της φωνής του διευθυντή πρόδινε κάποια διαμαρτυρία του, μια διάθεση για έμμεση, πλην ευγενική, ανάκληση της νεαρής δασκάλας στην τάξη, μα εκείνη δεν έλεγε να υποχωρήσει:
- Όσα ο κύριος αυτός κάνει κι όσα προσφέρει στο σχολείο, σε τούτο μονάχα κατατείνουν: στο να κερδίσει την εύνοια των δασκάλων για τον Κώκο του, το μοναχογιό του. και τίποτες άλλο!
Γούρλωσε τα μάτια του ο διευθυντής κι έσφιξε τα χείλη του:
- Υπερβολές, αγαπητή μου! Ας μην τα βλέπουμε όλα με καχύποπτο μάτι, γιατί έτσι δυνατό να παρερμηνέψουμε αγαθές προθέσεις κι ανιδιοτελείς υπηρεσίες, που τόσο ο κόσμος μας τις χρειάζεται, μα και γιατί δυνατό ν' αδικήσουμε καλοπροαίρετους ανθρώπους!... Και μεγαλύτερο κακό δεν υπάρχει άλλο από την άδικη κατηγόρια, τη συκοφαντία!...
- Στην περίπτωση του κ. Αποστόλη τίποτε απ' όσα υποθέτετε δε συμβαίνει. Ο ταμίας μας δείχνει μια αρρωστημένη έγνοια για τον Κώκο του. Τον περιβάλλει μ' ασφυκτική προστασία και του 'χει δημιουργήσει την εντύπωση πως είναι το κέντρο του κόσμου! Καταλαβαίνετε λοιπόν, ο κ. Αποστόλης χτίζει έναν Κώκο αντικοινωνικό, μονόχνοτο, λαίμαργο κι άρπαγα! Και σας το ξαναλέω: έχει αποφασίσει να του δώσει κατά τρόπο δόλιο το κομμάτι με το φλουρί!...
Ο διευθυντής συνοφρυώθηκε:
- Μας λείπουν οι αποδείξεις για τέτοιες πιθανολογούμενες προθέσεις... Αλλά κι αν ακόμη ήμαστε βέβαιοι γι' αυτές, τίποτε και πάλι δε θα μπορούσαμε να πράξουμε προκαταβολικά και για όσο παραμένουν ανεκτέλεστες. Βλέπεις, κανένα αδίκημα δε διώκεται πριν από τη διάπραξη του. Και τα δικαστήρια δικάζουνε μονάχα τα «έργω ή και λόγω ανομήματα» και ποτέ τα «εν διανοία»!...
- Μιλάμε για πρόληψη εγκλήματος, κύριε διευθυντά, κι όχι για καταστολή του, φουρκίστηκε εκείνη...
- Άκουσε με, καλή μου Βέτα: Πολλές φορές στη σταδιοδρομία σου θα 'ρθεις αντιμέτωπη με τις ανθρώπινες μικροαδυναμίες, μα δε χρειάζεται πάντοτε, ούτε άλλωστε και σε συμφέρει, να ξιφουλκείς συνεχώς! Ανοχή, κορίτσι μου! Ανοχή και κατανόηση στ' ανθρώπινα! Έτσι μονάχα θ' αποσοβείς τις συγκρούσεις, που θα καιροφυλακτούν, για να σου δηλητηριάζουν καθημερνά τη ζωή! Στο κάτω -κάτω της γραφής, κατανοώντας τέτοιες μικροαδυναμίες, που ενδημούν άλλωστε στην ψυχή όλων μας, αγαπάμε περισσότερο τον άνθρωπο. Και γελώντας μ' αυτές, κάνουμε πιο ευχάριστο αυτό το θρυλικό όνειρο της ζωής!...
- Ανοχή και κατανόηση στις μικροαδυναμίες ναι, στην ευτέλεια όμως και την καπατσοσύνη όχι! άστραψε και βρόντηξε σιγανά πάντα η Βέτα. Όχι στην αδικία άκακων κι ανυπεράσπιστων παιδιών! Επιτέλους μπροστά σε τέτοιες μικρότητες οφείλει να στερεύει η επιείκεια κι η καλοσύνη. Προχτές ο κ. Αποστόλης στην ομιλία του στους γονείς και κηδεμόνες επέμεινε να διδάξει στους δασκάλους την αμεροληψία και την αντικειμενικότητα απέναντι στους μαθητές τους, κι όταν τέλειωσε, ήρθε κοντά μου και με παρακαλούσε - τι λέω; - μ' εκλιπαρούσε γλοιωδώς να μεταθέσω τον Κώκο στο πρώτο θρανίο, παρά τις ασυνήθιστα μεγάλες για ένα μαθητή της δεύτερης τάξης διαστάσεις του, και να ξαποστείλω στο τελευταίο - άκουσον! άκουσον! - τούτο εδώ μπροστά το ψιχαλάκι, τούτη τη μινιατούρα μικρού παιδιού, που φυλάω στο πρώτο θρανίο! Γι' αυτό σας λέω, κύριε διευθυντά, δε θα τον αφήσω τον ταρτούφο να «φάει» το φλουρί!...
Αυτά είπε η νεαρή δασκάλα και γύρισε κοντά στον κ. Αποστόλη με πείσμα μύριων επαναστατών.
Ο καλόβολος διευθυντής την παρατηρούσε σαστισμένος κι αμήχανος. (Κάνω τούτη την αναγκαία παρένθεση, αναγνώστη, γιατί σου χρωστάω μιαν εξήγηση: Μη φανταστείς πώς το φλουρί είχε καμιά σχέση με τα πολύτιμα μέταλλα" όχι, βέβαια" καμιά. Ένα ασήμαντο κέρμα ήταν μονάχα, ένα φτωχό δηλαδή και πολύπαθο τάλιρο, που είχε περάσει δύο φορές τουλάχιστον από τα χέρια όλων των Ελλήνων, που είχε γνωρίσει όλα τα περίπτερα της επικράτειας κι όλα τα ψιλικατζίδικα κι όλα τα παγκάρια κι όλα τα τρόλεί κι όλους τους κουλουρτζήδες κι όλους τους κουμπαράδες κι όλα τα τενεκεδάκια των τυφλών, μα που εκείνη τη στιγμή, φασκιωμένο με το χρυσόχαρτο και καρφωμένο πάνω στο κάτασπρο κι αφράτο ψωμί - στο απόγειο της δόξας του! -έπαιζε το ρόλο της ζωής του! Και, αναμφίβολα, τον έπαιζε με θαυμαστή επιτυχία, αφού τόσο είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον των παιδιών και την ευθιξία της δασκάλας, μα κι αφού - κυρίως αυτό - αντιπροσώπευε για τον τυχερό του ένα ακριβό ηλεκτρονικό ρολόι!).
Το φλουρί, όπως εξελίχτηκαν τα πράγματα, κρατούσε τώρα πια δέσμιο και του διευθυντή το ενδιαφέρον, μα και την περιέργεια και την αγωνία του. Θα κρατούσε άραγε η Βέτα την ψυχραιμία της ως το τέλος;
Όλοι εκείνη την ώρα μέσα στην αίθουσα, μικροί και μεγάλοι, και για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, περίμεναν να ιδούν την τύχη του φλουριού, όλοι παρεκτός μονάχα του Κώκου! Αυτός λιγουρευότανε την πίττα και τίποτ' άλλο, όπως πρόδιναν τ' άφθονα υγρά στο στόμα του, που κάθε τόσο περνούσαν το φράγμα των χειλιών του και κατηφόριζαν κατά το δάπεδο αργά και με πολλή - πολλή ελαστικότητα!...
Η δασκάλα έπιασε κάποια στιγμή τ' άκακο βλέμμα του παιδιού και συλλογιζόταν μυστικά:
- Κώκο, δε θέλω, αγόρι μου, την αδικία σου, μα μάθε κι εσύ από τώρα να απεχθάνεσαι τις σκανδαλώδικες εύνοιες, γιατί αύριο αυτές οι ίδιες θα σε κάνουν ν' ασφυκτιάς. Συγχώρεσε με, που φαίνομαι ν' αντιδικώ με το συμφέρον σου, όμως στην πραγματικότητα για το καλό σου γνοιάζουμαι!... Ο κ. Αποστόλης αποτέλειωσε το κομμάτιασμα κι ετοιμαζόταν ν' αρχίσει το μοίρασμα της πίττας, όταν η Βέτα αποφάσισε να χαλάσει τα - υποτιθέμενα ή όχι - σχέδια του με τη δράση: έπιασε με τα δύο της χέρια το χαρτί, που πάνω του βρίσκονταν τα κομμάτια της βασιλόπιτας, και δίνοντας του ένα δυνατό τίναγμα, έφερε τα μισά πάνω στ' άλλα μισά, έτσι που θα ήταν πολύ δύσκολο πια για τον επίβουλο τεμαχιστή να διατηρήσει την οπτική επαφή με το πολύτιμο κομμάτι!...
- Για να μην πέσουν κάτω! του είπε μασημένα. Σαν από ένστικτο εκείνος κίνησε και τα δύο του χέρια να φυλάξει τα κομμάτια, και δύσκολα έκρυψε τη δυσφορία του από την ενέργεια της.
Η δασκάλα πήγε ύστερα και στάθηκε γελαστή πλάι στο διευθυντή. Όμως η ικανοποίηση της δε βάσταξε ούτε δύο στιγμές. Γιατί καθώς είδε, ότι η ηρεμία και το χαμόγελο ξαναγύρισαν στο πρόσωπο του κ. Αποστόλη, οι ψύλλοι ξανατρύπωσαν στ' αυτιά της:
- Φαίνεται πως δεν έκανα τίποτα! ψιθύρισε μ' απόγνωση. Θα το «φάει» το φλουρί!
Φυσούσε και ξεφυσούσε. Άκουγε από πάνω και τα παιδιά, που ευχαριστούσαν πρόσχαρα τον κ. Αποστόλη, και βουρλιζόταν περισσότερο: - Αφήστε τις ευχαριστίες, κακόμοιρα, έλεγε μέσα από τα δόντια της, γιατί αυτός ο ασπάλακας θέλει να φάει το δίκιο σας, - τι λέω; - σας το 'φαγε κιόλας! Πόσες πίττες θα σας μοιράσει η ζωή, άκακα ξεπεταρούδια μου, και θα 'χει η αφιλότιμη προδομένο το κομμάτι με το φλουρί!... Αν ανοίγατε καλύτερα τα ματάκια σας, τυφλοκούταβά μου, και βλέπατε για μια στιγμή τι γίνεται στην πλάτη σας, θα φτύνατε ή θα δαγκώνατε το μαγαρισμένο χέρι!... Αυτά έλεγε, και καθώς μια σκέψη γι' άλλα, πρόσθετα, αντίμετρα πέρασε από το μυαλό της, άστραψαν και πάλι τα μάτια της. Όρμησε ξανά στη δράση: Άρχισε κι αυτή να μοιράζει βιαστικά κομμάτια της πίττας στα παιδιά, για να χαλάσει το σχέδιο του κ. Αποστόλη. Μοίραζε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, έτσι που προλάβαινε να δίνει ένα εκείνος και τέσσερα ελόγου της! Προτιμούσε τα ξεμοναχιασμένα, τ' ακρινά, κοντολογίς τα «ύποπτα» κομμάτια!
Τα παιδιά, άδολα κι ανύποπτα στις σκέψεις και τα έργα των μεγάλων, άρπαζαν το μερίδιο τους και το κουβαλούσαν γρήγορα - γρήγορα στο θρανίο τους, όπως το γεράκι τη λεία του στη φωλιά του. Εκεί στην αναζήτηση του φλουριού η πίττα διαλυόταν γρήγορα στα «εξ ων συνετέθη», μαζί και το σύντομο όνειρο τους για το ηλεκτρονικό ρολόι. Κι αποζητούσαν ευθύς παρηγοριά στη νοστιμιά του αφράτου ψωμιού.
Τέλειωσε η μοιρασιά κι όλοι μέσα στη σχολική αίθουσα είχανε στημένη την ακοή τους για ν' ακούσουν το χαρούμενο ξεφωνητό του τυχερού. Ο κ. Αποστόλης γελούσε ευτυχισμένος, μα η Βέτα έδινε την εντύπωση καμινιού, που κρυφοκαίει και καπνίζει! Αυτή δεν περίμενε ν' ακούσει άλλη φωνή, παρά μονάχα του Κώκου! Ήταν ολότελα σίγουρη πως ο κ. Αποστόλης είχε δράσει ταχυδακτυλουργικά. Τη βεβαιότητα της είχε σφραγίσει εκείνη η παράξενη λάμψη στα μάτια του, που σίγουρα ανάβρυζε από κάποια εσωτερική του αγαλλίαση. Πλάνταζε η νεαρή δασκάλα! Μετακινιόταν νευρικά μέσα στην αίθουσα. Σίμωνε στο παράθυρο, έριχνε μια ματιά στο δρόμο και ξαναγύριζε πάλι κοντά στην έδρα της νευρική κι ανήσυχη.
- Ψυχραιμία, Βέτα! της ψιθύρισε ο διευθυντής. Στο κάτω - κάτω της γραφής το φλουρί δεν είναι το βίος μας όλο!.
Όταν λίγες στιγμές αργότερα έγινε γνωστό πως το νόμισμα είχε πέσει στο Δημητράκη, το πιο άκακο κι άβουλο παιδί της τάξης, η νεαρή δασκάλα είδε τον κόσμο να γυρίζει ανάποδα. Απόγινε κάτασπρη σαν το πανί!
Ο διευθυντής, βλέποντας τη δύσκολη θέση της, παραδέχτηκε με πολλή - πολλή κατανόηση, πως εκείνη είχε βάλει τορπίλη στο σχέδιο του ταμία. Κι ενώ αναζητούσε τα κατάλληλα λόγια, για να της φανερώσει όλη του την εκτίμηση και να της απαλύνει το αίσθημα της ντροπής, που - όπως λογάριαζε - θα πλημμύριζε την ψυχή της, κάποια ζωηρή αναταραχή στα τελευταία θρανία της αριστερής πτέρυγας τράβηξαν την προσοχή του: - Τι έγινε! Τι έγινε κει κάτω; ρώτησε.
Το και το του αποκρίθηκε ένας μπόμπιρας, πνιγμένος στα γέλια:
- Το κομμάτι με το φλουρί είχε πέσει στον Κώκο, μα εκείνος, επειδή το είδε μικρό, το 'δωσε με το ζόρι στο Δημητράκη κι άρπαξε το δικό του, που ήταν μεγαλύτερο!...
|
THE ‘GOLD’ COIN
K.V. Karastathis (See posts of May 27 and August 7, 2020)
Rendered by Vassilis C. Militsis
From the anthology The Smile of the Open Sea [To Chamogelo tou Pelagou], ATRAPOS Publisher’s
The thirty six pairs of children’s eyes were covetously staring at the crisp New Year’s Day cake, which was being sliced in rapid movements by the knife of Mr. Apostolis, treasurer of Parents and Teachers Association. The chairman and the other members of the board were standing in the empty space of the classroom between the teacher’s chair and the desks, and were amused by the solicitude of the little school children. The school headmaster, carefree and smiling, was watching the slicing of the cake when suddenly Veta, a young teacher of the class, approached him. Her eyes flashed and her voice betrayed her contained wrath.
“Something very cheap and unacceptable is being attempted under our noses right now, sir,” she said sotto voce. “Mr. Apostolis has already marked the slice with the gold coin and is preparing to give it to Koko, his pet son, that hulk of a child, sitting in the last desk on the left of the aisle.”
The headmaster smiled wonderingly and the young teacher added hurriedly.
“You know, sir, the knife struck right on the coin in the cake!” “My dear Veta, how can we be certain of his intentions on only some vague suspicions?”
“Of course, I have no tangible proof,” she admitted. “However, I saw something flashing in his eyes the moment his knife had struck the coin and I have no doubt at all of his intentions.”
She stopped abruptly and shook her head with determination.
“That’s why…”
“That’s why what?”
“He mustn’t have his own way!”
The headmaster had suddenly felt fleas put in his ears. That young rebel of a teacher, who in her early twenties had discovered that the world was going askew and was determined to set it right, had caused him a lot of problems since the start of the school year and undoubtedly at that moment was adding still another one!
“But Veta…”
“Don’t worry, sir,” she reassured him as if she realized his agitation. “I’m not going to ruin this solemn feast;” (she stressed these two words as though she meant this farce or this mummery)
“Veta, dear, this man, from his post in the association, has rendered many and invaluable services to our school; for this reason, we ought to be wary how we behave to him.”
The tone of the headmaster’s voice betrayed some kind of protest, an attitude to call that young teacher back to order as gently as he could, but she would not yield.
“All what this gentleman has done for this school aims to this: to winning the favor of the teachers as far as Koko, the apple of his eye, is concerned; nothing else.
With bugging eyes the headmaster remained tight-lipped.
“You’re exaggerating, my dear! We shouldn’t be suspicious, because we’re liable to misconstrue pure intentions and unselfish services, which our society is in such need, and also because we might wrong well-meaning people! And besides, there’s no worse thing than unjust accusation and slander!”
“In Mr. Apostolis’ case, nothing is true of what you claim. Our treasurer is only morbidly concerned with his Koko. He’s over protective to suffocation and has impressed on him that he’s the center of the world! You understand, therefore, that Mr. Apostolis is creating a sociopathic, greedy and grabbing Koko! And in this case, I’m telling you again: he’s determined to hand the coin over to him in a devious way!”
The headmaster frowned.
“We have no proof at all of such conjectures. But even if we’re certain of them, we still can’t do anything in advance as long as his deed has not been carried out yet. You see, no offense is prosecuted before its perpetration. Courts of law try only in word and deed offenses and never in thought!”
“In our case, sir, we talk about the prevention of a misdeed and not of its repression,” she steamed up.
“Veta dear, listen to me; in your career you’ll very often meet with human foibles, but you needn’t continually pounce on them; besides, it’s not to your own good! Forbearance, my girl! Forbearance for and understanding human weakness! Only in this way will you overcome conflicts that may poison your daily life! After all, showing understanding for such weaknesses that reside in our souls, we get to love our fellow humans more; and laughing at these weaknesses, we make the magic dream of life more pleasant.”
“I am for forbearance and understanding, yes, but not for vileness and guile!” Veta flashed and thundered, but discreetly. “Not for the injustice against innocent and defenseless children! In the long run leniency and goodness ought to run dry before such pettiness. Two days ago Mr. Apostolis, in his speech at the PTA meeting insisted on ‘teaching’ the teachers impartiality and objectivity to their pupils, and when he ended his speech, he approached me and asked me – nay he pleaded in a creepy way – to remove his Koko to the desk of the first row, despite his bulky stature of a second form boy and – hear, hear! – to send to the last row this miniature of a boy I look after right here in the front row! That’s why I’m telling you, sir, I’m not letting this hypocrite pinch the coin!”
Having said this, the teacher went back by Mr. Apostolis as obstinate as a thousand rebels.
The good-natured headmaster watched her perplexed and uneasy. (Let me say in passing, dear reader: don’t imaging that this coin was related with valuable metals. It was only an insignificant and pathetic five-drachma coin that often circulated among all Greeks; it had been familiar with all kiosks and haberdasheries of the country, with all church candle counters, with all means of transport, with all street peddlers, with all piggy-banks and the blind’s coin tins. However, at that moment, wrapped up in tinfoil and concealed in the crispy cake – at the peak of its glory – was playing the part of its life! And so much so as it had excited the interest of the children and the sensitivity of the young teacher; but above all, the lucky fellow who would get it would win an electronic watch with it!)
In the process of things, the coin had already captivated the headmaster’s interest as well as his curiosity and suspense. Would Veta retain her composure to the end?
Everyone in the room, kids and grown-ups alike, each for his own reason, were expecting to see the luck of the coin, save Koko, who was lusting only for the slice of cake, as his slobbering was running from time to time down his mouth in rills and dripping slowly onto the floor with remarkable agility!
The teacher at some moment observed the innocent look of the child and thought to herself:
“Koko, my boy, I don’t want to wrong you, but it’s time you learned to detest scandalous favors, because in the future these favors will make you feel asphyxiated. Forgive me if I seem to go against your weal, but in fact I do care for your own good!”
In the meantime Mr. Apostolis finished slicing the cake when Veta decided to spoil his alleged plans by taking action: she got hold of the paper on which the cake slices lay and giving it a forceful jolt she brought the half of them upon the other half; thus it would be no more easy for the sneaky slicer to retain visual contact with the valuable piece!
“I thought they were going to fall down,” she apologized lamely. The treasurer instinctively moved to rescue the pieces and he hardly tried to conceal his annoyance because of the teacher’s deed.
The teacher, smiling, resumed her position beside the headmaster. However, her satisfaction was very short-lived; for, as she observed, the calmness and smile returned on Mr. Apostolis’ countenance. Therefore, she grew suspicious again.
“It seems I’ve flopped!” she whispered despondently. “He’s going to pinch the coin!”
She sighed and rolled her eyes. And added to it, she heard the kids thanking Mr. Apostolis cheerfully – which made her more wrathful. “Poor creatures,” she was murmuring between her teeth, “you shouldn’t actually be so thankful only if you knew that this vulture intends to take advantage of you – what am I saying? He’s already swindled you! My innocent birds, I wonder how many times in life you will be handed out the disloyal coin! If you opened your little eyes a little wider, my blind puppies, and realized for a short moment what’s going on under your very noses, you’d spit or bite his unclean hand!”
Thus she was brooding, and as another thought crossed her mind for added measures, her eyes flashed again. She rushed again to action: she commenced handing out hurriedly the cake slices to the kids herself in order to thwart Mr. Apostolis’ plan. She was giving out the pieces as fast as she could and thus the odds were four to one in her favor!
The children, guileless and unsuspecting of what the grown-ups think and do, grabbed their portions and carried them to their desks in a hurry, as a hawk carries its prey to its nest. There, in search of the coin the cake was rapidly breaking up into its initial components, along with the dream of the electronic watch. And then their only solace was relishing the crisp cake.
The distribution of the cake was over and everyone in the classroom was looking forward to hearing the joyful cry of the lucky one. Mr. Apostolis was laughing merrily, while Veta resembled a kiln smoldering in smoke. She didn’t expect to hear no one’s merry voice save that of Koko’s. She was dead certain that Mr. Apostolis had acted with a sleight of hand. That certainty was driven home on her by the odd gleam in his eyes, which emanated some certain internal elation. The young teacher was choking in indignation. She was moving to and fro in the room. She went near the window, took a look out in the street and came back to her desk nervous and uneasy.
“Take a grip of yourself, Veta!” whispered the headmaster. After all, the coin isn’t the whole world!”
When some moments later it was known that the coin had fallen to Dimitrakis, the most innocent and passive child in the class, the young teacher felt the world turn upside down. She turned as white as a sheet.
Seeing her predicament, the headmaster admitted, with profound understanding, that it was she who had at least attempted to undermine the treasurer’s scheme. And while he was searching for the right words to express his appreciation in order to mellow the feeling of shame which – as he believed – would overwhelm her soul, some animated stir at the end of the left aisle drew his attention.
“What is it? What’s going on down there?” he asked. And then a little mite, choking with laughter, explained:
“The lucky slice had fallen to Koko, but as he’d seen it was a small one, he pushed it by force to Dimitrakis and grabbed Dimitrakis’ one, because it was bigger!”
New Year’s Day Cake (Vasilopita) is a traditional Greek cake or bread served at midnight on New Year’s Eve to celebrate the life of Saint Basil. A ‘gold’ coin is put in it and the slice containing it is considered the lucky one often representing a valuable gift.
|
Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2020
MODERN GREEK WRITERS
-
Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΠΟΥ ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΑ ΠΑΛΙΑ Τάσος Καλούτσας «Τι κάνει σήμερα η γιαγιά;» ρώτησα την Ιβάνκα, βγαίνοντας στο μπαλκονά...
-
EXORCISM By Vassilis C. Militsis Father Parthenios, abbot of the monastery of Our Beatific Holy Lady, was a 75-year-old man, of...
-
Ο ΔΟΚΗΣΙΣΟΦΟΣ του Ανδρέα Λασκαράτου (1811-1901) Ο δοκησίσοφος έλαβε από τη φύση του το χάρισμα του ...

