Πηγή: Από το βιβλίο Reach for Tomorrow
ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ
(Τίτλος πρωτοτύπου: A Walk in the Dark)
Απόδοση: Βασίλης Κ. Μηλίτσης
Ο Ρόμπερτ Άρμστρονγκ είχε μόλις διανύσει πάνω από δυο μίλια, απ’ όσο μπορούσε να υπολογίσει, όταν η μπαταρία του φακού του άδειασε. Στάθηκε ακίνητος για λίγο, μην μπορώντας να πιστέψει ότι θα του συνέβαινε μια τέτοια ατυχία. Κατόπιν, οργισμένος, πέταξε με ορμή μακριά το άχρηστο πλέον αντικείμενο. Έπεσε κάπου μέσα στο σκοτάδι, ταράζοντας τη σιωπή αυτού του μικρού κόσμου. Ένας μεταλλικός αντίλαλος αντήχησε από τους χαμηλούς λόφους και μετά όλα ησύχασαν.
Τούτη, σκέφτηκε ο Άρμστρονγκ, ήταν η τελική ατυχία. Τίποτε περισσότερο δεν μπορούσε να του συμβεί τώρα. Μπόρεσε ακόμη να γελάσει πικρόχολα για την τύχη του, και αποφάσισε να μην πιστέψει πια ότι η ασταθής θεά θα τον ευνοούσε ποτέ. Ποιος θα είχε πιστέψει πως ο μόνος ελκυστήρας στη Βάση 4 θα χαλούσε όταν μόλις ξεκινούσε για το Πορτ Σάντερσον; Έφερε στη μνήμη του την πυρετώδη δουλειά επισκευής, την ανακούφιση όταν πήρε μπρος με τη δεύτερη φορά, καθώς και την τελική πανωλεθρία όταν μάγκωσαν οι ερπύστριες.
Δεν ωφελούσε λοιπόν να θρηνήσει για την καθυστέρηση της αναχώρησής του: δεν μπορούσε να προβλέψει αυτά τα ατυχήματα, και είχε ακόμη τέσσερις ολόκληρες ώρες πριν την αναχώρηση του Κάνωπος. Έπρεπε να το προλάβει με κάθε κόστος, γιατί κανένα άλλο διαστημόπλοιο δε θα επισκεπτόταν αυτόν τον κόσμο για έναν άλλο μήνα.
Χώρια από τις επείγουσες δουλειές του, το να παραμείνει σ’ αυτόν τον απόμερο πλανήτη για τέσσερις ακόμη βδομάδες του ήταν αδιανόητο.
Του έμενε ένα μόνο πράγμα να κάνει. Για καλή του τύχη το Πορτ Σάντερσον απείχε λιγότερο από έξι μίλια από τη βάση – όχι και τόσο μεγάλη απόσταση, ακόμη και με τα πόδια. Έπρεπε ν’ αφήσει όλον τον εξοπλισμό του πίσω, αλλά θα ερχόταν με το επόμενο πλοίο. Ακόμη και χωρίς αυτόν θα τα κατάφερνε.
Ο δρόμος ήταν δύσκολος – απλά ισοπεδωμένος, αφού ένα από τα εκατό τόνων θραυστικά μηχανήματα τον άνοιξαν μέσα από τα βράχια – αλλά δεν υπήρχε φόβος να λοξοδρομήσει.
Ακόμη και τώρα, δεν διέτρεχε πραγματικό κίνδυνο, αν και ήταν δυνατόν να αργήσει και να μην προλάβει το πλοίο. Η πορεία του αναγκαστικά ήταν αργή, γιατί δεν τολμούσε να ρισκάρει και να χάσει το δρόμο του σ’ αυτή την περιοχή από φαράγγια και αινιγματικές σήραγγες που δεν είχαν ποτέ εξερευνηθεί. Το σκοτάδι, όπως ήταν αναμενόμενο, ήταν μαύρο – πίσσα. Εδώ στις παρυφές του Γαλαξία τα αστέρια ήταν τόσο λίγα και διασκορπισμένα που το φως τους ήταν αμελητέο. Ο παράξενος βαθυκόκκινος ήλιος αυτού του μοναχικού κόσμου θα αργούσε πολλές ώρες ν’ ανατείλει. Αν και πέντε μικροί δορυφόροι βρίσκονταν στον ουρανό, μόλις που μπορούσε κανείς να τους διακρίνει με γυμνό μάτι. Ούτε καν ένας τους έριχνε σκιά.
Ο Άρμστρονγκ δεν ήταν από τους ανθρώπους που κλαίνε για πολύ τη μοίρα τους. Άρχισε να βαδίζει αργά στο δρόμο νιώθοντας τη σύστασή του με τα πόδια του. Ήξερε ότι ήταν σχετικά ευθύς εκτός από το σημείο που έστριβε μέσα από το Πέρασμα Κάρβερ. Πόσο θα ήθελε να είχε ένα ραβδί ή κάτι, τέλος πάντων, για να ανιχνεύει το μέρος μπροστά του. Όμως, τώρα, θα έπρεπε να βασιστεί στην υφή του εδάφους για ασφαλή κατεύθυνση.
Βάδιζε απελπιστικά αργά στην αρχή μέχρι να νιώσει σιγουριά για τον εαυτό του. Ποτέ πριν δεν γνώριζε πόσο δύσκολο είναι να περπατάς σ’ ευθεία γραμμή. Αν και τα ασθενικά άστρα τον καθοδηγούσαν κάπως, όμως ξανά και ξανά έπιανε τον εαυτό του να σκοντάφτει ανάμεσα στις παρθενικές πέτρες στις άκρες αυτού του πρόχειρα ανοιγμένου δρόμου. Προχωρούσε με μακρούς, ακούσιους ελιγμούς που τον έφερναν πότε στη μια και πότε στην άλλη άκρη του δρόμου. Και τότε τα δάχτυλα των ποδιών του σκόνταφταν πάνω στον γυμνό βράχο και επανερχόταν ψάχνοντας τον δρόμο του πάνω στο πατικωμένο οδόστρωμα πάλι.
Σύντομα του είχε γίνει ρουτίνα. Δεν ήταν καθόλου σε θέση να υπολογίσει πόσο γρήγορα πήγαινε. Απλά πάσχιζε να προχωράει προς τα μπρος και ήλπιζε για το καλύτερο. Του έμειναν ακόμη τέσσερα μίλια να καλύψει – τέσσερα μίλια και άλλες τόσες ώρες. Θα έπρεπε να είναι αρκετά εύκολο εκτός κι αν έχανε το δρόμο του, πράγμα που δεν τολμούσε να διανοηθεί.
Αφού έμαθε το τέχνασμα, μπορούσε να έχει την πολυτέλεια να στοχάζεται. Δεν μπορούσε να προφασιστεί ότι απολάμβανε την εμπειρία, αλλά είχε βρεθεί και σε πολύ χειρότερες συνθήκες πριν. Εφόσον παρέμενε στο δρόμο του, ήταν εντελώς ασφαλής. Ήλπιζε ότι καθώς τα μάτια του θα προσαρμόζονταν στο φως των αστεριών, θα μπορούσε να βλέπει πού πάει, αλλά προς το παρόν είχε πλήρη επίγνωση πως η όλη διαδρομή γινόταν στα τυφλά. Η διαπίστωση αυτή τον έκανε να νιώσει ζωηρά πόσο μακριά βρισκόταν από το κέντρο του Γαλαξία. Σε μια τόσο καθαρή νύχτα ο ουρανός σ’ οποιονδήποτε άλλον πλανήτη θα αστραποβολούσε από αστέρια. Εδώ σ’ αυτό το απομακρυσμένο σημείο του Σύμπαντος, ο ουρανός είχε ίσως καμιά εκατοσταριά αμυδρά σημαδάκια φωτός, ανώφελα όσο και τα πέντε γελοία φεγγάρια στα οποία κανένας δεν ενδιαφέρθηκε να προσεδαφιστεί.
Μια ανεπαίσθητη αλλαγή στον δρόμο διέκοψε τις σκέψεις του. Μήπως υπήρχε καμιά στροφή εκεί, ή είχε παρεκκλίνει προς τα δεξιά πάλι; Προχώρησε πολύ αργά κατά μήκος του ασαφούς και σχεδόν αόρατου ορίου. Ναι, δεν είχε κάνει λάθος: ο δρόμος έστριβε προς τ’ αριστερά. Προσπάθησε να θυμηθεί πώς φαινόταν στο φως της μέρας, αλλά τον είχε δει μόνο μια φορά πριν. Έδειχνε τούτο άραγε ότι πλησίαζε στο Πέρασμα; Το ήλπιζε, γιατί τότε θα είχε διανύσει τη μισή διαδρομή.
Πάσχισε να δει μέσα στη μαυρίλα, αλλά η ακανόνιστη γραμμή του ορίζοντα δεν του έλεγε τίποτε. Αμέσως, όμως, ανακάλυψε ότι ο δρόμος ξανάγινε ευθύς και έχασε το κέφι του. Η είσοδος στο Πέρασμα πρέπει να ήταν ακόμη πιο μπροστά: είχε ακόμη τέσσερα μίλια να καλύψει.
Τέσσερα μίλια – πόσο γελοία φαινόταν η απόσταση! Πόσον χρόνο θα χρειαζόταν το Κάνωπος να διανύσει τέσσερα μίλια; Αμφέβαλλε αν μπορούσε κάποιος να μετρήσει ένα τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Και πόσα τρισεκατομμύρια μίλια είχε ο Ρόμπερτ Άρμστρονγκ ταξιδέψει στη ζωή του; θα πρέπει να έφτασε σ’ ένα συγκλονιστικό σύνολο μέχρι τώρα, αφού κατά τα τελευταία είκοσι χρόνια μετά βίας παρέμεινε περισσότερο από έναν μήνα τη φορά σ’ έναν μόνο κόσμο. Πράγματι φέτος διέσχισε τον Γαλαξία δυο φορές, και τούτο ήταν ένα αξιοσημείωτο ταξίδι ακόμη και στις μέρες του κινητήρα κβαντικής διεμπλοκής.
Σκόνταψε πάνω σε μια αδέσποτη πέτρα, και το τράνταγμα στον επανέφερε στην πραγματικότητα. Δεν ωφελούσε, εδώ και τώρα, να αναλογίζεται πλοία που μπορούσαν να καταβροχθίζουν έτη φωτός. Εδώ αντιμετώπιζε τη Φύση, όχι με όπλα, αλλά με τη δική του δύναμη και επιδεξιότητα.
Και του φαινόταν παράξενα που χρειάστηκε τόση ώρα να διαπιστώσει την πραγματική αιτία της ανησυχίας του. Οι τελευταίες τέσσερις βδομάδες υπήρξαν γεμάτες και η φούρια της αναχώρησής του, σε συνδυασμό με την ενόχληση και την αγωνία του εξαιτίας των απανωτών βλαβών του ελκυστήρα, δεν του επέτρεπαν να σκεφτεί τίποτε άλλο. Επιπλέον, πάντοτε καυχιόταν για την ξεροκεφαλιά του και την έλλειψη φαντασίας. Είχε εντελώς ξεχάσει μέχρι τώρα τι συνέβη το πρώτο βράδυ στη βάση, όταν τα υπόλοιπα πληρώματα τον διασκέδασαν με τις συνηθισμένες μακροσκελείς ιστορίες, πλασμένες για χάρη των νεοφερμένων.
Εκείνη τη βραδιά ο ηλικιωμένος υπάλληλος της βάσης είχε διηγηθεί για τη νυκτερινή του διαδρομή από το Πορτ Σάντερσον μέχρι τη βάση και για κάτι που τον είχε ακολουθήσει μέσα από το Πέρασμα Κάρβερ σε ασφαλή απόσταση από το φως του φακού του. Ο Άρμστρονγκ, που είχε ακούσει τέτοιες ιστορίες σε δεκάδες κόσμους, δεν έδωσε σχεδόν καμιά σημασία τότε. Ο πλανήτης αυτός, τελικά, θεωρούνταν ακατοίκητος. Η λογική, όμως, δεν μπορούσε να διώξει το θέμα της διήγησης τόσο εύκολα. Για φαντάσου, στο κάτω – κάτω, να υπήρχε κάποια αλήθεια στη φανταστική ιστορία του γέρου υπαλλήλου…!
Δεν ήταν καθόλου ευχάριστη σκέψη, και ο Άρμστρονγκ δεν είχε καμιά όρεξη να την κλωθογυρίζει στο μυαλό του. Ήξερε, όμως, αν την έδιωχνε αμέσως, αυτή θα συνέχιζε να του τριβελίζει τον νου. Ο μόνος τρόπος να διώξει τους φανταστικούς φόβους ήταν να τους αντιμετωπίσει με τόλμη, πράγμα που θα το έκανε αμέσως τώρα.
Το ισχυρότερο επιχείρημά του ήταν η παντελής απουσία ζωής αυτού του κόσμου και η απόλυτη ερήμωση αν και η αντίκρουση σ’ αυτό θα μπορούσε να αναπαραγάγει πολλά αντι-επιχειρήματα, όπως ακριβώς είχε κάνει ο γέρος υπάλληλος. Ο άνθρωπος ζούσε σ’ αυτόν τον πλανήτη είκοσι χρόνια, και το μεγαλύτερο μέρος του παρέμενε ακόμη ανεξερεύνητο. Κανείς δεν μπορούσε ν’ αρνηθεί ότι η σήραγγες εκεί έξω στην έρημο παρουσίαζαν μάλλον ένα αίνιγμα, αλλά όλοι πίστευαν πως ήταν ηφαιστειακές δίοδοι. Αν και, ασφαλώς, η ζωή συχνά εμφανιζόταν αθόρυβα σε τέτοια μέρη. Θυμήθηκε ανατριχιάζοντας τους γιγαντιαίους πολύποδες που είχαν παγιδεύσει τους πρώτους εξερευνητές στον πλανήτη Βάργκον 3.
Όλα αυτά δεν κατέληγαν πουθενά. «Φαντάσου, έτσι σαν επιχείρημα, ότι δεχόμαστε την ύπαρξη ζωής εδώ. Τι θα έλεγες τότε;» σκέφτηκε.
Η μεγαλύτερη πλειονότητα ειδών ζωής στο σύμπαν εντελώς αδιάφορη προς τον άνθρωπο. Μερικά είδη, φυσικά, όπως τα αεριώδη όντα του Άλκοραν ή εκείνα τα περιπλανώμενα κυματοειδή πλέγματα στον Σανταλούν ούτε καν μπορούσαν να τον ανιχνεύσουν αλλά περνούσαν από μέσα του ή γύρω του σαν να μην υπήρχε καθόλου. Άλλα πάλι ήταν απλά φιλοπερίεργα και μερικά τόσο φιλικά που σ’ έφερναν σε αμηχανία. Λίγα ήταν εκείνα που δε σε πείραζαν εκτός κι αν τα προκαλούσες.
Μολαταύτα, ο γέρος υπάλληλος είχε σκιαγραφήσει μια απαίσια εικόνα. Πίσω στο ζεστό και άπλετα φωτισμένο καπνιστήριο, με τα ποτά να πηγαίνουν από χέρι σε χέρι, ήταν αρκετά εύκολο να αστειεύεσαι. Αλλά εδώ έξω μέσα στο σκοτάδι, μίλια μακριά από κάθε ανθρώπινη κατοικία, ήταν πολύ διαφορετικά.
Ένιωσε σχεδόν ανακούφιση όταν βγήκε ξανά από την πορεία του και έπρεπε να ψηλαφίσει με τα χέρια του να ξαναβρεί τον δρόμο. Του φαινόταν σαν μια πολύ τραχιά επιφάνεια, και ο δρόμος ήταν μετά βίας διακριτός από τα βράχια γύρω του. Σε λίγα λεπτά, όμως, ήταν με ασφάλεια στην πορεία του πάλι.
Με δυσαρέσκεια διαπίστωσε πόσο γρήγορα οι σκέψεις του ξαναγύριζαν στο ίδιο ανησυχητικό θέμα. Σαφώς τον βασάνιζε περισσότερο απ’ όσο ήθελε να το παραδεχτεί.
Το μόνο που τον παρηγορούσε ήταν το γεγονός ότι ήταν εντελώς φανερό πως κανείς στη βάση δεν πήρε στα σοβαρά την ιστορία του γέρου. Οι ερωτήσεις του και τ’ αστεία το είχαν αποδείξει. Τότε, γελούσε κι αυτός δυνατά σαν τους άλλους. Τελικά, τι στοιχεία υπήρχαν; Μια αμυδρή μορφή μέσα στο σκοτάδι που μπορούσε εύκολα να ήταν ένας βράχος με παράξενο σχήμα. Και όσο για τον περίεργο κροταλισμό που τόσο είχε προβληματίσει τον γέρο – ο καθένας θα μπορούσε να φανταστεί παρόμοιους ήχους τη νύχτα εάν μάλιστα ήταν παρακουρασμένος. Εάν το πλάσμα ήταν εχθρικό, γιατί δεν τον είχε πλησιάσει περισσότερο; «Γιατί φοβόταν το φως του φακού μου», είχε απαντήσει ο γέρος. Βέβαια, κάτι τέτοιο ήταν αρκετά αληθοφανές: θα εξηγούσε τον λόγο γιατί δεν τα είχαν δει ποτέ στο φως της μέρας. Ένα τέτοιο ον θα ζούσε κάτω από τη γη, και θα έβγαινε μόνο τη νύχτα – να πάρει η οργή! Γιατί τώρα έπαιρνε στα σοβαρά τα παραληρήματα του γεροξεκούτη; Ο Άρμστρονγκ ξαναπήρε τον έλεγχο των σκέψεών του. Αν συνέχιζε με τέτοιες σκέψεις, μονολόγησε θυμωμένα, σύντομα θα έβλεπε και θα άκουγε ένα ολόκληρό θηριοτροφείο από τέρατα.
Υπήρχε, φυσικά, ένας παράγων που διέψευδε εντελώς τη γελοία ιστορία αμέσως. Ήταν πράγματι πολύ απλό: πώς δεν το είχε σκεφτεί πριν; Με τι θα τρεφόταν ένα τέτοιο πλάσμα για να ζήσει; Δεν υπήρχε καν ίχνος βλάστησης σ’ ολόκληρο τον πλανήτη. Γέλασε με τη σκέψη πως αυτός ο μπαμπούλας ακυρωνόταν τόσο εύκολα – και συγχρόνως ένιωσε ενοχλημένος με τον εαυτόν του που δεν ξέσπασε σε δυνατά γέλια. Εάν, λοιπόν, ήταν τόσο βέβαιος με τη συλλογιστική του, γιατί να μη σφυρίξει ή να τραγουδήσει ή να κάνει οτιδήποτε για να φτιάξει το κέφι του; έθεσε την ερώτηση δίκαια προς τον εαυτόν του σαν δοκιμασία του ανδρισμού του. Με κάποια ντροπή αναγκάστηκε να παραδεχτεί πως εξακολουθούσε να φοβάται – να φοβάται «μήπως ενδεχομένως να υπήρχε κάτι τελικά». Αλλά τουλάχιστον η ανάλυσή του τον είχε ωφελήσει κάπως.
Θα ήταν καλύτερα αν το είχε αφήσει εκεί και να παραμείνει εν μέρει πεπεισμένος από το επιχείρημά του. Αλλά στο πίσω μέρος του μυαλού του προσπαθούσε ακόμη να καταρρίψει την προσεκτική του επιχειρηματολογία. Και το κατάφερε πιο πολύ απ’ ό, τι έπρεπε, και όταν θυμήθηκε το φυτοπλάσματα του Μείζονος Ζαντίλ, το πλήγμα που δέχτηκε ήταν τόσο δυσάρεστο που τον κοκάλωσε στη θέση του.
Τώρα τα φυτοπλάσματα του Ζάντιλ δεν ήταν καθόλου τρομακτικά. Απεναντίας, ήταν εξαιρετικά ωραία όντα. Αλλά αυτό που τα έκανε να φαίνονται τώρα τόσο ανησυχητικά ήταν το ότι ήξερε πως μπορούσαν να ζήσουν επ’ αόριστον χωρίς καθόλου τροφή. Την ολική ενέργεια που χρειάζονταν να συντηρήσουν την παράξενη ζωή τους την αντλούσαν από την κοσμική ακτινοβολία – η οποία ήταν επίσης σχεδόν εξίσου έντονη εδώ όπως και παντού στο σύμπαν.
Δεν πρόλαβε καλά – καλά να σκεφτεί κι ένα άλλο παράδειγμα όταν άλλα κατέκλυσαν το μυαλό του και θυμήθηκε τη μορφή ζωής στον Τράντορ β, τη μοναδική γνωστή που μπορούσε να χρησιμοποιήσει άμεσα την ατομική ενέργεια. Κι αυτή επίσης η μορφή ζούσε σ’ έναν εντελώς άγονο κόσμο, που έμοιαζε πολύ μ’ αυτόν εδώ…
Το μυαλό του Άρμστρονγκ χωριζόταν με ταχύ ρυθμό σε δυο διακριτά μέρη – το καθένα πασχίζοντας να πείσει το άλλο χωρίς κανένα από τα δύο να το καταφέρνει ολοκληρωτικά. Δεν κατάλαβε πόσο χαμηλά είχε πέσει το ηθικό του μέχρι που έπιασε τον εαυτόν του να κρατάει την ανάσα του μήπως και καλύψει κάποιον θόρυβο μέσα στο σκοτάδι που τον περιέβαλλε. Θυμωμένα καθάρισε το μυαλό του από τα σκουπίδια που μαζεύονταν εκεί και καταπιάστηκε ακόμη μια φορά με το άμεσο πρόβλημα.
Δεν είχε πια καμιά αμφιβολία πως ο δρόμος ανηφόριζε σταδιακά, και η σιλουέτα του ορίζοντα φαινόταν πολύ πιο ψηλά στον ουρανό. Ο δρόμος άρχιζε να στενεύει, και ξαφνικά αντιλήφθηκε τους μεγάλους βράχους απ’ τη μια και απ’ την άλλη πλευρά του. Σύντομα μόνο μια στενή λουρίδα ουρανού ήταν ακόμη ορατή, και το σκοτάδι έγινε, τρόπος του λέγειν, ακόμη πιο βαθύ.
Ένιωσε λίγο πιο ασφαλής με τα τοιχώματα των βράχων γύρω του, πράγμα που σήμαινε ότι ήταν προστατευμένος εκτός από μπροστά και πίσω του. Επίσης ο δρόμος είχε γίνει πιο οριζόντιος και με περισσότερη προσοχή του ήταν εύκολο να τον ακολουθήσει. Και το καλύτερο απ’ όλα ήταν ότι η διαδρομή ήταν περισσότερο από το μισό τελειωμένη.
Για μια στιγμή το ηθικό του άρχισε να αναπτερώνεται. Και τότε, με εξοργιστική διαστροφή, ο νους του ξαναγύρισε στους προηγούμενους ρυθμούς. Θυμήθηκε ότι ήταν από την μπροστινή μεριά του Περάσματος Κάρβερ που συνέβη η περιπέτεια του γέρου υπαλληλάκου – εάν πράγματι είχε ποτέ συμβεί.
Σε μισό μίλι έβγαινε στ’ ανοιχτά πάλι, έξω από την προστασία αυτών των βράχων που τον κάλυπταν. Η σκέψη φαινόταν διπλά τρομακτική τώρα και ήδη ένιωσε μια αίσθηση γυμνότητας. Θα μπορούσε να δεχθεί επίθεση από κάθε κατεύθυνση, πράγμα που τον καθιστούσε εντελώς αβοήθητο…
Μέχρι τώρα διατηρούσε ακόμη την αυτοκυριαρχία του. Με μεγάλη αποφασιστικότητα κρατούσε τον νου του μακριά από το μόνο στοιχείο που έδινε κάποια αλήθεια στη αφήγηση του γέρου – τη μοναδική ένδειξη που είχε σταματήσει το χαζολόγημα στη γεμάτη αίθουσα πίσω στη βάση και έκανε την παρέα να σιωπήσει ξαφνικά. Τώρα, καθώς η θέληση του Άρμστρονγκ αδυνάτισε, ξαναθυμήθηκε τα λόγια που προξένησαν μια στιγμιαία κρυάδα τρόμου ακόμη και μέσα στη θαλπωρή ατμόσφαιρα του κτιρίου της βάσης.
Ο υπαλληλάκος επέμενε σθεναρά σ’ ένα σημείο. Δεν είχε ακούσει κανέναν ήχο καταδίωξης από την αμυδρή μορφή – μάλλον ένιωθε παρά έβλεπε κάτι μέσα στην εμβέλεια του φακού του. Δεν είχε ακούσει κανένα σύρσιμο νυχιών ή οπλών πάνω στο βράχο ούτε θόρυβο από μετακινούμενες πέτρες. Ο γέρος είχε δηλώσει με τον δικό του σοβαρό τρόπο: «Λες και το πλάσμα που τον ακολουθούσε έβλεπε καθαρά μέσα στο σκοτάδι και είχε πολλά μικρά πόδια ή πέλματα με τα οποία κινούνταν γρήγορα και εύκολα πάνω από τα βράχια – σαν μια γιγάντια κάμπια ή σαν εκείνα τα όντα του Κράλκορ 2 που μοιάζουν με χαλιά».
Κι όμως, αν και δεν υπήρχε καθόλου θόρυβος καταδίωξης, ο γέρος έπιασε αρκετές φορές έναν μοναδικό ήχο. Ήταν τόσο ασυνήθιστος που το παράξενο ποιόν του τον έκανε διπλά απειλητικό. Ήταν ένα ασθενές αλλά φρικιαστικά επίμονο κροτάλισμα.
Ο γέρος έκανε μια πολύ ζωντανή περιγραφή – τόσο ζωντανή που τώρα ο Άρμστρονγκ την έβρισκε πολύ δυσάρεστη τώρα.
«Έχετε ποτέ ακούσει ένα μεγάλο έντομο να κριτσανίζει τη λεία του;» ρώτησε. «Λοιπόν, ο θόρυβος έμοιαζε σαν κάτι τέτοιο. Φαντάζομαι πως ένας κάβουρας κάνει ακριβώς τον ίδιο θόρυβο με τις δαγκάνες του όταν τις χτυπάει μαζί. Ήταν ένας – πώς να τον περιγράψω; – κεράτινος ήχος».
Στο σημείο αυτό ο Άρμστρονγκ θυμήθηκε ότι είχε ξεσπάσει σε δυνατό γέλιο. (Παράξενο πώς του ήρθε στον νου του τώρα). Αλλά κανείς άλλος δεν είχε γελάσει, αν και το είχαν κάνει τόσο πρόθυμα νωρίτερα. Αντιλαμβανόμενος την αλλαγή του τόνου, σοβάρεψε αμέσως και παρακάλεσε τον γέρο να συνεχίσει την ιστορία του. Μακάρι να είχε καταπνίξει την περιέργειά του τότε!»
Η αφήγηση είχε γρήγορα τελειώσει. Την επόμενη μέρα μια ομάδα από τεχνικούς με αρκετό σκεπτικισμό είχε πάει στην ερημιά πέρα από το Πέρασμα Κάρβερ. Αλλά ο σκεπτικισμός τους δεν τους εμπόδισε να πάρουν όπλα μαζί τους. Δεν είχαν, όμως, λόγο να τα χρησιμοποιήσουν μια και δεν βρήκαν ίχνος ζωής. Συνάντησαν τα αναπόφευκτα πηγάδια και σήραγγες, τις γυαλιστερές τρύπες τα τοιχώματα των οποίων αντανακλούσαν ατέλειωτα το φως των φακών μέχρι αυτό να χαθεί στο βάθος τους. Εξάλλου, ο πλανήτης ήταν διάτρητος μ’ αυτές.
Αν και η ομάδα δεν βρήκε κανένα σημάδι ζωής, ανακάλυψε κάτι που δεν άρεσε σε κανέναν. Έξω στην άγονη και ανεξερεύνητη περιοχή πέρα από το Πέρασμα Κάρβερ συνάντησαν ακόμη μεγαλύτερες σήραγγες από τις υπόλοιπες. Κοντά στην είσοδο εκείνης της σήραγγας υπήρχε ένας ογκώδης βράχος, μισοθαμμένος στο έδαφος. Οι πλευρές εκείνου του βράχου είχαν τόσο λειανθεί λες και είχε χρησιμοποιηθεί σαν μια τεράστια ακονόπετρα.
Δεν ήταν λιγότεροι από πέντε αυτοί που είδαν αυτόν τον ανησυχητικό βράχο. Κανείς τους δεν μπορούσε να τον εξηγήσει σαν φυσικό σχηματισμό, αλλά κι έτσι αρνούνταν να πιστέψουν στην ιστορία του γέρου. Ο Άρμστρονγκ τους είχε ρωτήσει αν είχαν ποτέ διερευνήσει περαιτέρω το ζήτημα. Έπεσε μια αμήχανη σιωπή, και τότε ο χοντρός Άντρου Χαρντγκρέιβς είπε: «Διάβολε, ποιος θα βάδιζε έξω στο Πέρασμα έτσι για πλάκα;» και το θέμα έληξε εκεί.
Πράγματι δεν υπήρχε καμιά άλλη καταγραφή από το Πορτ Σάντερσον μέχρι τη βάση κατά τη διάρκεια της νύχτας, ούτε καν, εδώ που τα λέμε, και τη μέρα. Κατά τις ώρες του φωτός, κανείς ανθρώπινος οργανισμός δεν μπορούσε να ζήσει απροστάτευτος στ’ ανοιχτά κάτω από τις ακτίνες του τεράστιου, φλογερού ήλιου που φαινόταν να καλύπτει τον μισό ουρανό. Και κανείς δεν είχε περπατήσει έξι μίλια, φορώντας τη θωρακισμένη στολή ενάντια στην ακτινοβολία, αν δεν ήταν διαθέσιμος ο ελκυστήρας.
Ο Άρμστρονγκ αντιλήφθηκε ότι έβγαινε από το Πέρασμα. Κι απ’ τις δυο μεριές τα βράχια απομακρύνονταν και ο δρόμος δεν ήταν πια σταθερός και πατικωμένος όπως ήταν πίσω του. Έβγαινε ξανά στο ανοιχτό τοπίο και κάπου όχι πολύ μακριά μέσα στο σκοτάδι ήταν εκείνος ο αινιγματικός βράχος όπου μπορεί να χρησιμοποιούνταν για το ακόνισμα τερατωδών νυχιών ή δοντιών. Η σκέψη του δεν ήταν καθόλου ενθαρρυντική, αλλά δεν μπορούσε να τη βγάλει από το μυαλό του.
Σαφώς ανήσυχος τώρα, ο Άρμστρονγκ κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να μείνει ψύχραιμος. Θα προσπαθούσε να λογικευτεί πάλι. Θα σκεφτόταν για δουλειές, για τη δουλειά που έκανε στη βάση – οτιδήποτε άλλο από αυτό το καταραμένο μέρος. Για λίγο το κατάφερε αρκετά καλά. Αλλά αμέσως μετά, με εξοργιστική επιμονή, κάθε νήμα σκέψης επέστρεφε στο ίδιο σημείο. Δεν μπορούσε να βγάλει από τον νου του την εικόνα εκείνου του ανεξήγητου βράχου με τις ανατριχιαστικές δυνατότητες. Ξανά και ξανά συλλάμβανε τον εαυτόν του ν’ αναρωτιέται πόσο μακριά ήταν, εάν άραγε τον είχε περάσει, και εάν βρισκόταν δεξιά ή αριστερά του.
Το έδαφος έγινε εντελώς επίπεδο πάλι, και ο δρόμος οδηγούσε σαν βέλος προς τα μπρος. Υπήρχε λοιπόν μια αχτίδα παρηγοριάς: το Πορτ Σάντερσον δεν απείχε παρά δυο μίλια. Ο Άρμστρονγκ δεν είχε ιδέα πόσην ώρα περπατούσε. Δυστυχώς το ρολόι του δεν ήταν φωτισμένο για να μπορέσει να μαντέψει πόσος χρόνος πέρασε. Με την εύνοια της τύχης, το Κάνωπος δεν επρόκειτο ν’ απογειωθεί για τουλάχιστον άλλες δυο ώρες. Αλλά δεν μπορούσε να είναι βέβαιος, και τώρα ένας άλλος φόβος άρχισε να φωλιάζει στο μυαλό του – ο τρόμος μήπως δει έναν τεράστιο αστερισμό από φώτα να σηκώνεται γρήγορα στον ουρανό εμπρός του, και να διαπιστώσει ότι όλη αυτή η αγωνία του ήταν μάταιη.
Δεν έχανε τον δρόμο του τόσο άσχημα τώρα, και φαινόταν να είναι σε θέση να μαντεύει την άκρη του δρόμου πριν σκοντάψει πάνω της. Αναπτέρωνε το ηθικό του με τη σκέψη πως θα ήταν πιθανόν να περπατούσε το ίδιο γρήγορα σαν να είχε φως. Αν όλα πήγαιναν καλά, μπορεί να πλησίαζε στο Πορτ Σάντερσον σε τριάντα λεπτά – ένα γελοίο μικρό χρονικό διάστημα. Πόσο θα γέλαγε με τους φόβους του την ώρα που θα έμπαινε με την άνεσή του στην ήδη κρατημένη καμπίνα στο Κάνωπος και θα ένιωθε ένα περίεργο ρίγος καθώς ο κινητήρας κβαντικής διεμπλοκής θα εκσφενδόνιζε το τεράστιο πλοίο πολύ έξω από αυτό το ηλιακό σύστημα, πίσω στα νέφη από αστρικά σμήνη κοντά στο κέντρο του Γαλαξία – πίσω προς την ίδια τη Γη, την οποία είχε να επισκεφτεί εδώ και πολλά χρόνια. Μια μέρα, έλεγε στον εαυτόν του, πρέπει πράγματι να επισκεφτεί τη Γη πάλι. Όλη του τη ζωή έδινε αυτή την υπόσχεση, αλλά πάντα υπήρχε η ίδια δικαιολογία – έλλειψη χρόνου. «Δεν είναι παράξενο», σκέφτηκε, «που ένας τόσο μικροσκοπικός πλανήτης έπαιξε έναν τέτοιο τεράστιο ρόλο στην ανάπτυξη του Σύμπαντος, ώστε να φτάσει ακόμη στο σημείο να είναι κυρίαρχος σε κόσμους με όντα πολύ σοφότερα και ευφυέστερα από τους ανθρώπους!»
Οι σκέψεις του Άρμστρονγκ δεν περιείχαν σπέρματα φόβου τώρα και ένιωσε πιο ήρεμος. Η γνώση ότι πλησίαζε το Πορτ Σάντερσον ήταν απείρως καθησυχαστική και σκοπίμως έστρεφε τον νου του σε γνώριμα και ασήμαντα θέματα. Το Πέρασμα Κάρβερ ήταν κιόλας πολύ πίσω, και γι’ αυτό δεν σκόπευε άλλο πια να επαναφέρει το θέμα στη μνήμη του. Κάποια μέρα, αν ποτέ επέστρεφε σ’ αυτόν τον πλανήτη, θα επισκεπτόταν το Πέρασμα στο φως της μέρας και θα γελούσες με τους φόβους του. Σε είκοσι λεπτά από τώρα, οι φόβοι του θα πήγαιναν να κάνουν παρέα με τους εφιάλτες των παιδικών του χρόνων.
Ένιωσε σχεδόν συγκλονισμένος, αν και πολύ πιο ευχάριστα από ποτέ, όταν είδε τα φώτα του Πορτ Σάντερσον να εμφανίζονται στον ορίζοντα. Η καμπυλότητα αυτού του μικρού κόσμου ήταν πολύ παραπλανητική: δεν φαινόταν σωστό για έναν πλανήτη με βαρύτητα σχεδόν σαν της Γης να έχει έναν ορίζοντα τόσο κοντινό. Κάποια μέρα θα ανακάλυπταν τι υπήρχε στο κέντρο αυτού του κόσμου για να του δίνει μια τόσο μεγάλη πυκνότητα. Ίσως οι πολυάριθμες σήραγγες θα βοηθούσαν – εδώ οι σκέψη του πήρε μια ατυχή στροφή πάλι, αλλά η εγγύτητα του στόχου του τον είχε απαλλάξει από κάθε τρόμο τώρα. Πράγματι, η σκέψη πως θα μπορούσε να βρίσκεται σε αληθινό κίνδυνο φαινόταν να προσδίδει στην περιπέτειά του κάποια διαστροφική απόλαυση και να εξάπτει το ενδιαφέρον του. Τίποτε κακό δεν μπορούσε πια να του συμβεί έχοντας ακόμη μόνο δέκα λεπτά να διανύσει και με τα φώτα του διαστημικού λιμένα ήδη μπροστά στα μάτια του.
Λίγα λεπτά αργότερα τα συναισθήματά του άλλαξαν απότομα όταν συνάντησε μια ξαφνική στροφή του δρόμου. Είχε ξεχάσει το χάσμα που προκαλούσε αυτή την παράκαμψη, η οποία πρόσθετε ένα επιπλέον μίλι στην πορεία του. «Ε, και τι μ’ αυτό;» σκέφτηκε με πείσμα. Ένα επιπλέον μίλι δεν άλλαζε τίποτε τώρα – δεν ήταν παρά άλλα δέκα λεπτά το ανώτερο.
Κι ένιωσε μεγάλη απογοήτευση όταν τα φώτα των εγκαταστάσεων χάθηκαν. Ο Άρμστρονγκ είχε ξεχάσει τον λόφο που έκανε τον δρόμο να παρεκκλίνει. Ίσως ήταν μόνο ένα χαμηλό ύψωμα, μόλις και μετά βίας αξιοπρόσεκτο στο φως της μέρας. Όμως, η απουσία των φώτων του λιμένα του αφαίρεσε το κυριότερο φυλακτό του και τον κατέστησε πάλι έρμαιο των φόβων του.
Άρχισε να σκέφτεται, ενάντια στη λογική, πόσο τρομερό θα ήταν αν κάτι του συνέβαινε τώρα, τόσο κοντά στο τέρμα της διαδρομής. Πάσχισε ν’ απομακρύνει τους φόβους του εντωμεταξύ ελπίζοντας απεγνωσμένα να εμφανιστούν σύντομα τα φώτα των εγκαταστάσεων. Αλλά καθώς τα λεπτά περνούσαν απελπιστικά αργά, διαπίστωσε ότι το ύψωμα πρέπει να ήταν μακρύτερο απ’ όσο φανταζόταν. Προσπάθησε να δώσει θάρρος στον εαυτόν του με τη σκέψη ότι οι εγκαταστάσεις θα ήταν όλο και πιο κοντά όταν τα είδε ξανά, αλλά κατά κάποιο τρόπο η λογική φαινόταν να τον εγκαταλείπει τώρα. Διότι αμέσως έπιασε τον εαυτόν του να κάνει κάτι που δεν είχε σκεφτεί, ακόμη κι έξω από το Πέρασμα Κάρβερ, στ’ ανοιχτά.
Σταμάτησε, γύρισε πίσω του αργά, και κρατώντας την ανάσα του αφουγκράστηκε μέχρι τα πνευμόνια του παραλίγο να εκραγούν.
Επικρατούσε μια αφύσικη σιγή αν και βρισκόταν τόσο κοντά στον λιμένα. Ήταν βέβαιο πως δεν υπήρχε κανένας ήχος πίσω του. Φυσικά και δε θα υπήρχε, μονολόγησε θυμωμένος. Ήταν, όμως, απείρως ανακουφισμένος. Η σκέψη πάνω σ’ εκείνο το ανεπαίσθητο κροτάλισμα τον στοίχειωνε εδώ και μια ώρα.
Τόσο φιλικός και οικείος ήταν ο θόρυβος που επιτέλους έφτασε στ’ αυτιά του ώστε η αποκλιμάκωση του φόβου του σχεδόν τον έκανε να ξεσπάσει σε δυνατά γέλια. Μέσα στη σιγαλιά από μια πηγή σαφώς όχι μακρύτερα από ένα μίλι ερχόταν ο ήχος ενός ελκυστήρα, ίσως από ένα μηχάνημα που φόρτωνε το Κάνωπος το ίδιο. Σε θέμα δευτερολέπτων, σκέφτηκε ο Άρμστρονγκ, θα είχε παρακάμψει το ύψωμα με το Πορτ Σάντερς να βρίσκεται καμιά εκατοσταριά μέτρα μπροστά του. Η διαδρομή του είχε σχεδόν πάρει τέλος. Σε λίγο αυτό το μοχθηρό μέρος δεν θα ήταν παρά ένας εφιάλτης που γρήγορα θα ξεθώριαζε.
Φαινόταν απαίσια άδικο: το μόνο που χρειαζόταν τώρα ήταν τόσο λίγος χρόνος και ένα τόσο μικρό κλάσμα ανθρώπινης ζωής. Αλλά οι θεοί πάντα ήταν άδικοι στον άνθρωπο και τώρα χαίρονταν με το μικρό τους αστείο: γιατί τώρα δεν θα μπορούσε να λαθέψει το σύρσιμο τερατωδών νυχιών μέσα στο σκοτάδι κατευθείαν μπροστά του.
Διάβασε το αγγλικό κείμενο:
A Walk in the Dark - Baen Books
