Δευτέρα 19 Ιουλίου 2021

Ν. ΧΟΘΟΡΝ -ΤΟ ΑΣΥΓΧΩΡΗΤΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ

 

ΙΘΑΝ ΜΠΡΑΝΤ

Ένα κεφάλαιο από ένα αποτυχημένο μυθιστόρημα

[ETHAN BRAND: A Chapter from an Abortive Romance]


 

Ναθάνιελ Χόθορν - Βικιπαίδεια

Μετάφραση: Βασίλης Κ. Μηλίτσης

 

Ο Μπάρτραμ, ο ασβεστάς, ένας σκληροτράχηλος, σωματώδης άντρας, μαυρισμένος με κάπνα, καθόταν και παρακολουθούσε την ασβεστοκάμινό του το βράδυ, ενώ ο μικρός του γιος έπαιζε κτίζοντας σπιτάκια με τα σκορπισμένα κομμάτια από μάρμαρο όταν στην πλαγιά του λόφου κάτω τους άκουσαν ένα τρανταχτό γέλιο, όχι χαρούμενο, αλλά αργόσυρτο, σοβαρό θα το έλεγες, σαν ένα δυνατό φύσημα ανέμου που κάνει τα κλαδιά των δέντρων να σείονται μέσα στο δάσος.

«Πατέρα, τι είναι αυτό;» ρώτησε το αγοράκι, εγκαταλείποντας το παιχνίδι του και ζαρώνοντας ανάμεσα στα γόνατα του πατέρα του.

«Ω, κάποιος μεθυσμένος, υποθέτω», απάντησε ο ασβεστάς. «Κάποιος χαροκόπος από το καπηλειό του χωριού, ο οποίος δεν τόλμησε να γελάσει αρκετά δυνατά σε κλειστό χώρο για να μη σηκώσει τη στέγη του μαγαζιού. Και να τώρα να’ τος, πασχίζει να σκάσει τα χαρούμενα πνευμόνια του στους πρόποδες του Γκρέιλοκ».1

 «Μα, πατέρα», είπε το παιδί, όντας πιο ευαίσθητο από τον αργόστροφο, μεσόκοπο άξεστο ασβεστά, «αυτός δεν γελάει σαν κάποιος που είναι χαρούμενος. Το γέλιο του με τρομάζει!»

«Μην είσαι ανόητος, παιδί μου!» του φώναξε ο πατέρας του απότομα. «Πιστεύω πράγματι πως δε θα γίνεις ποτέ άντρας. Έχεις πάρει τα πιο πολλά από τη μητέρα σου. Έχω διαπιστώσει πως το θρόισμα ενός φύλλου σε τρομάζει. Άκου! Ο εύθυμος τύπος έρχεται τώρα. Θα δεις πως είναι εντελώς ακίνδυνος».

Ενώ ο Μπάρτραμ και ο μικρός του γιος συνέχιζαν έτσι την κουβέντα τους, κάθονταν και παρακολουθούσαν το ίδιο καμίνι που υπήρξε κάποτε το σημείο της μοναχικής και στοχαστικής ζωής του Ίθαν Μπραντ, πριν αυτός ξεκινήσει να βρει ποιο είναι το Ασυγχώρητο Αμάρτημα. Πολλά χρόνια, όπως έχουμε δει, έχουν τώρα περάσει από εκείνη τη δυσοίωνη νύχτα που η ΙΔΕΑ τού καρφώθηκε στο μυαλό για πρώτη φορά. Το καμίνι, όμως, πάνω στην πλαγιά του βουνού βρισκόταν άθικτο και σε τίποτε δεν είχε αλλάξει από τότε που πρόβαλε τις μαύρες σκέψεις του μέσα στην πυρακτωμένη λαύρα του κλιβάνου και τις έλιωσε, θα έλεγε κανείς, σε μια μοναδική σκέψη που στοίχειωσε τη ζωή του. Η ασβεστοκάμινος ήταν ένα χονδροειδές, στρογγυλό και πυργοειδές κατασκεύασμα, περίπου εφτά μέτρα ψηλό, γερά κτισμένο από ακανόνιστες πέτρες, και μ’ ένα λοφίσκο από μπάζα γύρω από το μεγαλύτερο μέρος της περιφέρειάς του: και τούτο να μπορεί κανείς να κουβαλάει με το καρότσι ολόκληρα φορτία από κομμάτια και συντρίμμια από μάρμαρο και να τα ρίχνει μέσα από την κορυφή του καμινιού. Στον πυθμένα του πύργου υπήρχε ένα άνοιγμα, σαν ένα στόμιο φούρνου αλλά αρκετά μεγάλο να επιτρέπει την είσοδο ανθρώπου σε σκυφτή στάση του σώματος. Το στόμιο αυτό έκλεινε με μια ογκώδη σιδερένια πόρτα. Με τον καπνό που έβγαινε από τις σχισμές και με τις γλώσσες της φλόγας που πετάγονταν από τις χαραμάδες αυτής της πόρτας, η οποία φαινόταν να μπαίνει μέσα στην πλαγιά, το όλο σκηνικό έμοιαζε σαν την ιδιωτική είσοδο σε περιοχές της κόλασης, που οι βοσκοί των Ποθητών Βουνών2 συνήθιζαν να δείχνουν στους προσκυνητές.

Υπάρχουν πολλά τέτοια καμίνια σ’ εκείνο το μέρος της χώρας για να καίνε το άσπρο μάρμαρο, το οποίο αποτελεί το κύριο συστατικό εκείνων των λόφων. Μερικά απ’ αυτά, κτισμένα πριν από χρόνια, και ήδη εγκαταλελειμμένα από καιρό, με αγριόχορτα να φυτρώνουν μέσα στο κυκλικό εσωτερικό τους – ανοιχτό στον ουρανό – και με το γρασίδι και τα αγριολούλουδα να ριζώνουν στις πέτρινες σχισμάδες, ήδη μοιάζουν αρχαία λείψανα, και προσμένουν ακόμη να καλυφθούν από λειχήνες στους αιώνες που θα έρθουν. Αλλά, πάλι, όπου ο ασβεστάς ακόμη τα τροφοδοτεί μέρα – νύχτα με φωτιά, παρέχει σημεία ενδιαφέροντος στον επισκέπτη των λόφων, ο οποίος κάθεται πάνω σ’ ένα κούτσουρο ή ένα μεγάλο κομμάτι μάρμαρο και το ρίχνει στην κουβεντούλα με τον μοναχικό ασβεστά. Είναι μια μοναχική δουλειά, και αν ο χαρακτήρας του ασβεστά κλείνει προς τον στοχασμό, τότε γίνεται μια έντονα βαθυστόχαστη ενασχόληση, όπως απέδειξε η περίπτωση του Ίθαν Μπραντ, ο οποίος συνέλαβε να εκπληρώσει έναν τέτοιο παράξενο σκοπό, σε μέρες περασμένες, ενώ η φωτιά αυτού εδώ του καμινιού έκαιγε.

Ο άντρας που τώρα παρακολουθούσε τη φωτιά ανήκε σε διαφορετική τάξη και δεν τον απασχολούσε καμιά άλλη σκέψη εκτός από τις λίγες εκείνες τις απαραίτητες στη δουλειά του. Κατά συχνά διαστήματα, άνοιγε με δύναμη τη βαριά σιδερένια πόρτα και αποστρέφοντας το πρόσωπό του από την πύρινη λάμψη του καμινιού, έριχνε πελώρια δρύινα κούτσουρα ή ανακάτευε την τεράστια πυρακτωμένη χόβολη με ένα μακρύ κοντάρι. Μέσα στο καμίνι μπορούσε κανείς να δει τις αγριεμένες φλόγες να στριφογυρίζουν και το καιγόμενο μάρμαρο σχεδόν να λιώνει με την ένταση της θερμότητας. Απέξω, όμως, τρεμόπαιζε η αντανάκλαση της φωτιάς πάνω στην οργιώδη βλάστηση του περιβάλλοντος δρυμού, και πρόβαλε σε πρώτο πλάνο μια λαμπερή και κοκκινωπή μικρή εικόνα της καλύβας, της πηγής πλάι στην πόρτα, της αθλητικής κορμοστασιάς του μαυρισμένου ασβεστά, και της μορφής του μισοτρομαγμένου παιδιού που κούρνιαζε στην προστατευτική σκιά του πατέρα του. Και όταν ξανά η σιδερένια πόρτα έκλεινε, ξαναζωντάνευε το τρυφερό φως του μισοφέγγαρου, το οποίο μάταια πάσχιζε να σκιαγραφήσει τις ακαθόριστες μορφές των γειτονικών βουνών. Και στο πάνω μέρος του ουρανού, έβλεπες μια φευγαλέα συνάθροιση από σύννεφα, ακόμη απαλά χρωματισμένα από το τριανταφυλλένιο ηλιοβασίλεμα, αν κι εκεί κάτω μακριά στην κοιλάδα το φως του ήλιου είχε εξαφανιστεί πολλές ώρες πριν.

Το αγοράκι σύρθηκε πιο κοντά στον πατέρα του, καθώς ακούστηκαν πατημασιές ν’ ανεβαίνουν την πλαγιά του λόφου και μια ανθρώπινη μορφή να παραμερίζει βίαια το σύμπλεγμα των θάμνων που φύτρωναν στις ρίζες των δέντρων.

«Ε! ποιος είναι εκεί;» φώναξε ο ασβεστάς, αφενός θυμωμένος από τη δειλία του γιου του, κι αφετέρου επηρεασμένος κι ο ίδιος κάπως απ’ αυτή. «Πλησίασε και φανερώσου σαν άντρας, ειδεμή θα σου πετάξω στο κεφάλι το κομμάτι μάρμαρο που κρατάω στο χέρι!»

«Βίαιη υποδοχή μου κάνεις», αποκρίθηκε μια μελαγχολική φωνή, καθώς πλησίαζε ο άγνωστος. «Κι όμως  δεν έχω καμιά απαίτηση ούτε για καμιά πιο ευγενική υποδοχή, ακόμη και στη δική μου εστία».

Για να δει καλύτερα, ο Μπάρτραμ άνοιξε απότομα τη σιδερένια πόρτα του καμινιού, απ’ όπου ξεχύθηκε αμέσως μια πύρινη λαίλαπα που το φως της έλαμψε εκτυφλωτικά κατευθείαν πάνω στο πρόσωπο και στη μορφή του ξένου. Σ’ ένα αδιάφορο μάτι δε φάνηκε τίποτε το αξιοπαρατήρητο στην όψη του: ο ξένος ήταν ένας άντρας, ψηλός και λιγνός, ντυμένος με χοντροκομμένα, χωριάτικα ρούχα, βαριά παπούτσια και κρατούσε ένα ραβδί οδοιπόρου. Καθώς προχώρησε μπροστά, προσήλωσε τα σπινθηροβόλα μάτια του σταθερά στη λαμπρότητα του κλιβάνου, λες και αντίκριζε ή περίμενε να αντικρίσει μέσα του κάποιο σημαντικό αντικείμενο.

 «Καλησπέρα, ξένε», είπε ο ασβεστάς. «Από πού έρχεσαι τόσο αργά μέσα στη μέρα;»

 «Έρχομαι από την αναζήτησή μου», απάντησε ο στρατοκόπος. «Διότι, επιτέλους, τελείωσε».

«Μεθυσμένος ή παλαβός!» μονολόγησε ο Μπάρτραμ μουρμουρίζοντας. «Κακό μπελά  θα βρω μ’ αυτόν τον τύπο. Όσο πιο γρήγορα τον ξεφορτωθώ, τόσο το καλύτερο».

Το αγοράκι, τρέμοντας, παρακάλεσε τον πατέρα του ψιθυριστά να κλείσει την πόρτα του κλιβάνου για να μην είναι τόσο φωτεινά: υπήρχε κάτι στην όψη του ανθρώπου που φοβόταν να κοιτάξει, κι όμως δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς. Και πράγματι, ακόμη και το αμβλυμμένο και ληθαργικό μυαλό του ασβεστά άρχισε να εντυπωσιάζεται από κάτι, που δεν μπορούσε να περιγράψει, πάνω σ’ εκείνο το λεπτό, ξερακιανό και στοχαστικό πρόσωπο με τα ψαρά μαλλιά να το πλαισιώνουν άτακτα, και εκείνα τα βαθουλωμένα μάτια, τα οποία έλαμπαν σαν φλόγες μέσα στην είσοδο ενός μυστηριώδους σπηλαίου. Αλλά όταν έκλεισε η πόρτα, ο ξένος στράφηκε προς τον ασβεστά και απευθύνθηκε με ήσυχο και φιλικό τρόπο που έκανε τον Μπάρτραμ να νιώσει σαν να ήταν τελικά ο ξένος ένας συνετός και κανονικός άνθρωπος.

«Η δουλειά σου όπου να’ ναι τελειώνει, βλέπω», είπε. «Το μάρμαρο ήδη καίγεται εδώ και τρεις μέρες. Σε λίγες ακόμη ώρες θα έχει γίνει ασβέστης».

«Μα, ποιος είσαι;» αναφώνησε ο ασβεστάς. «Δείχνεις να γνωρίζεις καλά τη δουλειά μου σαν κι εμένα».

«Και πολύ καλά κιόλας», είπε ο ξένος, «αφού έκανα την ίδια δουλειά εδώ και πολλά χρόνια, και μάλιστα σ’ αυτό ακριβώς το σημείο που βρισκόμαστε τώρα. Αλλά εσύ είσαι νεοφερμένος σε τούτα τα μέρη. Έτυχε ποτέ ν’ ακούσεις για κάποιον Ίθαν Μπραντ;»

«Μήπως τον άνθρωπο που πήγε ν’ αναζητήσει το Ασυγχώρητο Αμάρτημα;» ρώτησε ο Μπάρτραμ γελώντας.

 «Ο ίδιος», απάντησε ο ξένος. «Βρήκε αυτό που ζητούσε, κι έτσι γύρισε πίσω».

«Τι πράγμα; Εσύ είσαι ο Ίθαν Μπραντ ο ίδιος;» ξεφώνισε ο ασβεστάς κατάπληκτος. «Όπως λες, είμαι καινούργιος εδώ, και λένε πως πέρασαν δεκαοχτώ χρόνια από τότε που έφυγες από τους πρόποδες του Γκρέιλοκ. Αλλά τούτο μπορώ να σου πω ότι οι αγαθοί κάτοικοι μιλούν για τον Ίθαν Μπραντ, εκεί κάτω στο χωριό, και τι ήταν αυτό που τον έκανε να εγκαταλείψει το καμίνι του. Λοιπόν, έχεις ανακαλύψει το Ασυγχώρητο Αμάρτημα;»

«Κι όμως το βρήκα!» απάντησε ο ξένος ήρεμα.

«Κι αν η ερώτησή μου είναι αδιάκριτη», συνέχισε ο Μπάρτραμ, «που βρίσκεται αυτό;»

Ο Ίθαν Μπραντ έδειξε με το δάχτυλό του την καρδιά του.

«Εδώ!» απάντησε.

Και κατόπιν, με αγέλαστη όψη, αλλά σαν να αναγνώρισε τον πλήρη παραλογισμό του ν’ αναζητήσει σ’ όλον τον κόσμο αυτό που ήταν το πιο κοντινό στον ίδιο  απ’ όλα τα πράγματα, και αναζητώντας στην καρδιά όλων των άλλων, εκτός από τη δική του, αυτό που δεν κρυβόταν σε κανένα άλλο στήθος, ξέσπασε σ’ ένα γέλιο περιφρόνησης. Ήταν το ίδιο αργόσυρτο, βαρύθυμο γέλιο που είχε σχεδόν κατατρομάξει τον ασβεστά προαναγγέλλοντας την άφιξη του οδοιπόρου.

Η μοναχική βουνοπλαγιά έγινε πιο ζοφερή απ’ αυτό το γέλιο. Διότι το γέλιο, που είναι εκτός τόπου και χρόνου, ή σαν απόρροια μιας διαταραγμένης κατάστασης είναι η πλέον τρομακτική παραμόρφωση της ανθρώπινης φωνής. Το γέλιο ενός που κοιμάται, έστω κι αν προέρχεται από μικρό παιδί – το γέλιο ενός τρελού – το ανεξέλεγκτο, το ουρλιαχτό γέλιο ενός εκ γενετής ηλιθίου – είναι ήχοι που ενίοτε τρέμουμε στο άκουσμά τους και πάντοτε πρόθυμα θέλουμε να ξεχάσουμε. Οι ποιητές δεν έχουν φανταστεί καμιά φωνή δαιμόνων ή μοχθηρών ξωτικών τόσο τρομακτικά κατάλληλη όπως το γέλιο τους. Ακόμη και ο βραδύνους ασβεστάς ένιωσε τα νεύρα του να κλονίζονται, καθώς αυτός ο παράξενος άνθρωπος κοίταξε μέσα στην καρδιά του και ξέσπασε σε βροντερό γέλιο που ακούστηκε μέσα στη νύχτα και αντήχησε μ’ έναν ασαφή αντίλαλο ανάμεσα στους λόφους.

«Τζό», είπε στον μικρό γιο του, «τρέξε στην ταβέρνα του χωριού και πες στους πρόσχαρους θαμώνες εκεί ότι γύρισε ο Ίθαν Μπραντ και βρήκε το Ασυγχώρητο Αμάρτημα!»

Ο μικρός έτρεξε σαν σφαίρα να κάνει ό, τι του είπε ο πατέρας του, πράγμα στο οποίο ο Ίθαν Μπραντ δεν έφερε καμιά αντίρρηση. Κάθισε πάνω σ’ ένα κούτσουρο και προσήλωσε το βλέμμα του στην πόρτα του καμινιού. Όταν το παιδί δεν φαινόταν πια και τα γρήγορα βήματά του έπαψαν πρώτα ν’ ακούγονται πάνω στα πεσμένα φύλλα και κατόπιν στο πέτρινο μονοπάτι της πλαγιάς, ο ασβεστάς άρχισε να μετανιώνει που έδιωξε το παιδί. Αισθάνθηκε πως η παρουσία του μικρού αποτελούσε ένα εμπόδιο ανάμεσα σ’ αυτόν και στον επισκέπτη, και τώρα έπρεπε ν’ αντιμετωπίσει την εξομολόγηση ενός ανθρώπου που, κατά την παραδοχή του, είχε διαπράξει το ένα και μοναδικό έγκλημα για το οποίο δεν υπήρχε κανένα έλεος από τον Θεό. Αυτό το έγκλημα, με την απροσδιόριστη ζοφερότητά του, φαινόταν να τον επισκιάζει. Ο ασβεστάς ένιωθε τις δικές του αμαρτίες να βγαίνουν από την ψυχή του, και συντάρασσαν τη μνήμη του με ένα πλήθος υποχθόνιων μορφών που διεκδικούσαν τη συγγένειά τους με το Υπέρτατο Αμάρτημα, όποιο κι αν ήταν αυτό, το οποίο βρισκόταν μέσα στην εμβέλεια της διεφθαρμένης φύσης του ανθρώπου να το συλλάβει και να το συντηρήσει. Όλες αυτές οι αμαρτίες αποτελούσαν μια οικογένεια: κινούνταν πέρα δώθε μέσα στα στήθη των δύο αντρών και αντάλλασσαν χαιρετισμούς.

Κατόπιν ο Μπάρτραμ θυμήθηκε ιστορίες που είχαν γίνει θρύλος σχετικά με τον άνθρωπο αυτό, ο οποίος ήρθε σαν νυχτερινή σκιά και βολευόταν ήδη στο γνώριμό του μέρος μετά από τόσο μακρά απουσία που οι νεκροί, θαμμένοι για χρόνια, θα είχαν το δικαίωμα να βολευτούν σ’ οποιοδήποτε σημείο απ’ ό, τι αυτός. Έλεγαν πως ο Ίθαν Μπραντ μίλησε με τον Σατανά τον ίδιο στις μακάβριες φλόγες αυτού εδώ του καμινιού. Οι φήμες υπήρξαν μέχρι τούδε ένα θέμα για γέλια, αλλά τώρα φαίνονταν ανατριχιαστικές. Σύμφωνα με τις φήμες αυτές, πριν αναχωρήσει ο Ίθαν Μπράντ για την αναζήτησή του, συνήθιζε να καλεί έναν δαίμονα από τον πύρινο κλίβανο, πολλές νύχτες στη σειρά, για να συσκεφτεί μαζί του για το Ασυγχώρητο Αμάρτημα. Άνθρωπος και δαίμονας πάσχιζε ο καθένας χωριστά να σχηματίσει την εικόνα κάποιου τύπου ενοχής που δεν θα μπορούσε ποτέ ούτε να επανορθωθεί, ούτε να συγχωρηθεί. Και με την πρώτη αναλαμπή φωτός πάνω στις βουνοκορφές, ο δαίμονας σερνόταν και έμπαινε από τις χαραμάδες της σιδερένιας πόρτας στο πύρινο στοιχείο της φωτιάς, μέχρις ότου κληθεί εκ νέου για να συζητήσουν την τρομακτική πράξη του πώς να επεκταθεί η δυνατή ενοχή του ανθρώπου πέρα από τη σφαίρα του απείρου ελέους του Θεού.

Ενώ ο ασβεστάς κλωθογύριζε με φρίκη  αυτές τις σκέψεις στον νου του, ο Ίθαν Μπραντ σηκώθηκε και άνοιξε βίαια την πόρτα του καμινιού. Η κίνηση αυτή ήταν τόσο εναρμονισμένη με τις σκέψεις του Μπάρτραμ που σχεδόν περίμενε να δει τον Διάβολο να ξεπετάγεται πυρακτωμένος από τον μανιασμένο κλίβανο.

«Στάσου! Μη!» ξεφώνισε και μετά προσπάθησε τρεμουλιαστά να διασκεδάσει τους φόβους του για τους οποίους ντρεπόταν, αν και τον είχαν κατακυριεύσει. «Μην καλείς, για τον Θεό, τον δαίμονά σου τώρα!»

«Άνθρωπε!» απάντησε αυστηρά ο Ίθαν Μπραντ, «Τι χρεία έχω εγώ από τον διάβολο; Τον έχω αφήσει πίσω μου στο διάβα μου. Ο διάβολος ασχολείται με αμαρτωλούς κατά το ήμισυ σαν κι εσένα. Μη φοβάσαι καθόλου που ανοίγω την πόρτα. Την άνοιξα από συνήθεια και θα φροντίσω τη φωτιά, σαν ασβεστάς που ήμουν κάποτε.

Ανακίνησε την τεράστια καρβουνιά, την τροφοδότησε με περισσότερα ξύλα και έσκυψε προσηλώνοντας τα μάτια του μέσα στη βαθουλωτή φυλακή της φωτιάς, αδιαφορώντας την πύρινη λαίλαπα που κοκκίνισε το πρόσωπό του. Ο ασβεστάς καθόταν και τον έβλεπε, και σχεδόν υποπτευόταν ότι ο παράξενος επισκέπτης είχε κάποιο σκοπό λες και επρόκειτο να καλέσει έναν δαίμονα ή τουλάχιστον να ριχτεί ολόκληρος μέσα στις φλόγες κι έτσι να εξαφανιστεί από προσώπου γης. Ο Ίθαν Μπραντ, όμως, αποτραβήχτηκε κι έκλεισε την πόρτα του καμινιού.

«Έχω ψάξει», είπε, «μέσα σε πολλές ανθρώπινες καρδιές που ήταν εφτά φορές πιο καυτές με αμαρτωλά πάθη από αυτόν εδώ τον δικό σου πύρινο κλίβανο. Αλλά δεν βρήκα εκεί αυτό που ζητούσα. Όχι, δεν βρήκα εκεί το Ασυγχώρητο Αμάρτημα!»

«Μα, τέλος πάντων, ποιο είναι το Ασυγχώρητο Αμάρτημα;» ρώτησε ο ασβεστάς, αλλά μετά αποτραβήχτηκε από τον σύντροφό του, τρέμοντας μήπως απαντηθεί η ερώτησή του.

«Είναι ένα αμάρτημα που γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα στο δικό μου στήθος», απάντησε ο Ίθαν Μπραντ αγέρωχος με μια έπαρση που διακρίνει όλους τους λάτρεις αυτού του είδους. «Είναι ένα αμάρτημα που δεν ευδοκίμησε πουθενά αλλού! Είναι το αμάρτημα μιας διανόησης που υπερίσχυσε της έννοιας της αδελφότητας με τους ανθρώπους και της ευσέβειας προς τον Θεό, και θυσίασε τα πάντα για τις δικές του ισχυρές διεκδικήσεις! Το μόνο αμάρτημα που έχει ως ανταμοιβή την αιώνια αγωνία! Αν είχα την επιλογή να το ξανακάνω, θα αποζητούσα την ενοχή. Χωρίς δισταγμό δέχομαι την τιμωρία».

«Του έστριψε του ανθρώπου», μονολόγησε ο ασβεστάς μουρμουρίζοντας. «Μπορεί να είναι αμαρτωλός σαν όλους μας – πιθανόν τίποτε περισσότερο – αλλά παίρνω όπλο πως είναι και παλαβός».

Παρ’ όλα αυτά, ένιωθε άβολα στην κατάσταση που βρισκόταν ολομόναχος με τον Ίθαν Μπραντ στην άγρια βουνοπλαγιά, και χάρηκε που άκουσε συγκεχυμένες ομιλίες και βήματα που φαίνονταν ν’ ανήκουν σε πολυάριθμη παρέα, να σκοντάφτουν πάνω σε πέτρες και να σέρνονται μέσα από τη βλάστηση. Σύντομα φάνηκε  το ολόκληρο νωχελικό ασκέρι που συνήθιζε να συχνάζει στην ταβέρνα του χωριού συμπεριλαμβάνοντας τρία με τέσσερα άτομα που μεθοκοπούσαν αραγμένα κοντά στο τζάκι του καπηλειού όσο διαρκούσε ο χειμώνας και κάπνιζαν τα τσιμπούκια τους κάτω από το σκέπαστρο της βεράντας τα καλοκαίρια, από τότε που έφυγε ο Ίθαν Μπραντ. Με θορυβώδη γέλια και φωνάζοντας όλοι μαζί και μιλώντας με απρέπεια φάνηκαν να ορμούν μέσα στο φεγγαρόφωτο και στις στενές λουρίδες του φωτός που έβγαινε από το καμίνι και φώτιζε τον ανοιχτό χώρο μπροστά του. Ο Μπάρτραμ άφησε την πόρτα μισάνοιχτη, πλημμυρίζοντας το σημείο με φως για να μπορέσει ολόκληρη η παρέα να δει αρκετά καλά τον Ίθαν Μπραντ, κι εκείνος αυτούς.

Εκεί, ανάμεσα στους άλλους παλιούς γνώριμους, υπήρχε ένας που κάποτε ήταν πασίγνωστος, τώρα σχεδόν αφανής, αλλά τον οποίο με βεβαιότητα συναντούσαμε παλιά σε κάθε χωριό που ευημερούσε σ’ όλη τη χώρα. Ήταν ο πράκτορας της ταχυδρομικής άμαξας. Το παρόν δείγμα του είδους αυτού ήταν τώρα ένας μαραμένος και καταβεβλημένος από τον καπνό άντρας, γεμάτος ρυτίδες με κόκκινη μύτη, ντυμένος με ένα κομψά ραμμένο, καφετί σακάκι με ουρές και μπρούτζινα κουμπιά. Αυτός ο άντρας για ένα αμνημόνευτα μεγάλο χρονικό διάστημα, διατηρούσε το γραφειάκι του σε μια γωνιά του καπηλειού και συνέχιζε να φουμάρει το φαινομενικά ίδιο πούρο που το είχε ανάψει πριν από είκοσι χρόνια. Είχε τη φήμη απαθούς χωρατατζή, αν και όχι τόσο από κάποιο έμφυτο χιούμορ αλλά από μια βέβαιη επιρροή αλκοόλ  και καπνού, πράγματα που είχαν διαποτίσει όλες του τις ιδέες και εκφράσεις, καθώς επίσης και του ίδιου του εαυτού του. Ένα άλλο πασίγνωστο αν και παράξενα αλλαγμένο πρόσωπο ήταν εκείνου του Δικηγόρου Τζάιλς, όπως συνέχιζαν ακόμη να τον αποκαλούν από ευγένεια. Ήταν ένας ηλικιωμένος κουρελής φορώντας μόνο ένα βρώμικο πουκάμισο και παντελόνι από λινάτσα. Τούτος ο άμοιρος υπήρξε κάποτε δικηγόρος, σε καλύτερες μέρες: ήταν ένας πανέξυπνος επαγγελματίας και σε μεγάλη ζήτηση από τους διαδίκους του χωριού. Αλλά το ρούμι, το τζιν, το μπράντι και τα δυνατά κοκτέιλ που ρουφούσε όλη την ώρα τον έφεραν σε διαφορετικές βαθμίδες διανοητικού κατήφορου και σε βαθμιαία σωματική κατάρρευση, τελικά, που, για να χρησιμοποιήσουμε τη δική έκφραση, ολίσθησε κι έπεσε μέσα στον κάδο σαπουνιού. Με άλλα λόγια, ο Τζάιλς τώρα κατέληξε, τρόπον τινά, να γίνει σαπωνοποιός. Κατέληξε, λοιπόν, να είναι ένα απολειφάδι ανθρώπου: ένα μέρος του ποδιού του το είχε κόψει με τσεκούρι ενώ ολόκληρο το ένα του χέρι ακρωτηριάστηκε από τη διαβολική αρπάγη μιας ατμομηχανής. Μολαταύτα, αν και έχασε ένα σωματικό του χέρι, του έμεινε, όμως, ένα πνευματικό μέλος. Διότι απλώνοντας το κολοβό του χέρι, ο Τζάιλς διαβεβαίωνε ότι αισθανόταν έναν αόρατο αντίχειρα με τα υπόλοιπα δάχτυλα με μια τέτοια αίσθηση όπως ένιωθε τα πραγματικά του δάχτυλα πριν τον ακρωτηριασμό. Δεν ήταν παρά ένας μισερός και αξιολύπητος φουκαράς, αλλά όχι τέτοιος που θα μπορούσαν οι άλλοι να τον ποδοπατήσουν. Ο κόσμος δεν είχε το δικαίωμα να τον περιφρονεί, είτε στην παρούσα ή στην προηγούμενη φάση της δυστυχίας του, διότι ακόμη διατηρούσε το θάρρος και το πνεύμα ενός ανθρώπου, δεν ζητούσε έλεος και με το ένα του χέρι – και μάλιστα το αριστερό – έδινε άγρια μάχη ενάντια των στερήσεων και των εχθρικών περιστάσεων.

Ανάμεσα στον όχλο υπήρχε και μια άλλη προσωπικότητα, η οποία, σε ορισμένα σημεία ομοιότητας με τον Δικηγόρο Τζάιλς, διέφερε περισσότερο απ’ αυτόν. Ήταν ο γιατρός του χεριού, ένας άντρας περίπου στα πενήντα. Σε μια προγενέστερη περίοδο της ζωής του τον είδαμε να επισκέπτεται επαγγελματικά και επί πληρωμή τον Ίθαν Μπραντ όταν ο τελευταίος θεωρήθηκε παράφρων. Ήταν τώρα ρημαγμένος και ζωώδης με μαβί πρόσωπο, κι όμως διατηρούσε ένα μισοευγενικό παρουσιαστικό, με κάτι το άγριο, ξεπεσμένο και απελπιστικό στην ομιλία του, και σε κάθε λεπτομέρεια χειρονομιών και συμπεριφοράς. Το μπράντι στοίχειωσε αυτόν τον άνθρωπο σαν ένα μοχθηρό πνεύμα καθιστώντας τον τόσο  στριμμένο και βάρβαρο σαν ανήμερο θηρίο, αλλά και τόσο αξιοθρήνητο σαν μια κολασμένη ψυχή. Όμως, έλεγαν ότι κατείχε τέτοια θαυμάσια επιδεξιότητα και τέτοια έμφυτα θεραπευτικά χαρίσματα που η κοινωνία τον συγκράτησε και δεν τον άφησε να ξεπέσει ανεπανόρθωτα. Κι έτσι, παραπαίοντας πάνω στο άλογό του και εκστομίζοντας απρεπείς εκφράσεις στο προσκεφάλι των αρρώστων, επισκεπτόταν κάθε κρεβάτι πόνου για μίλια ανάμεσα στις ορεινές πόλεις, και ενίοτε ανάστηνε έναν ετοιμοθάνατο, σαν από θαύμα, θα έλεγε κανείς, ή αρκετά συχνά, αναμφίβολα, έστελνε τον ασθενή στο τάφο του που ανοίχτηκε πολλά χρόνια πριν έρθει η ώρα του. Ο γιατρός είχε το αιώνιο τσιμπούκι στο στόμα του, το οποίο, θα έλεγε κανείς, αναφερόμενος στις συνήθεις του βωμολοχίες,  ήταν πάντα αναμμένο με τη φωτιά της Κόλασης.

Αυτοί οι τρεις αξιοσέβαστοι κύριοι προχώρησαν πρώτοι και χαιρέτισαν τον Ίθαν Μπραντ, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, προσκαλώντας τον με προθυμία να ‘μεταλάβει’ του περιεχομένου ενός συγκεκριμένου μαύρου μπουκαλιού, στο οποίο, τον διαβεβαίωναν, θα εύρισκε κάτι που άξιζε πολύ περισσότερα απ’ όσο το Ασυγχώρητο Αμάρτημα. Καμιά διάνοια που εντρύφησε σε έντονο και μοναχικό διαλογισμό, φτάνοντας σε μια υψηλή κατάσταση ανάτασης, δεν μπορεί ν’ αντέξει το είδος της επαφής με ταπεινούς και χυδαίους τρόπους σκέψης και συναισθήματος στους οποίους τώρα ο Ίθαν Μπραντ υποβαλλόταν. Τον έκανε να αμφιβάλλει – και περιέργως, θα λέγαμε, ήταν μια οδυνηρή αμφιβολία – εάν είχε πράγματι ανακαλύψει το Ασυγχώρητο Αμάρτημα, και μάλιστα μέσα στην ίδια την ψυχή του. Το όλο θέμα για το οποίο είχε αναλώσει τη ζωή του, και περισσότερο από τη ζωή του, φαινόταν τώρα σαν μια πλάνη.

«Αφήστε με ήσυχο», είπε πικρόχολα, «άξεστα κτήνη που έχετε ρημάξει την ψυχή σας με τα πύρινα ποτά σας! Σας έχω βαρεθεί. Εδώ και πολλά χρόνια πριν έχω ψηλαφήσει τις καρδιές σας χωρίς να βρω τίποτε για το σκοπό μου. Εξαφανιστείτε από μπροστά μου!»

«Γιατί, βρε παλιοτόμαρο;» φώναξε ο γιατρός άγρια, «έτσι ανταποδίδεις την καλοσύνη των πιο καλών σου φίλων; Άσε με, λοιπόν, να σου πω εγώ την αλήθεια. Κανένα Ασυγχώρητο Αμάρτημα δεν έχεις βρει απ’ ό, τι έχει βρει εκείνο εκεί το αγοράκι, ο Τζο. Δεν είσαι παρά ένας παλαβός – εξάλλου σου το είπα πριν από είκοσι χρόνια – ούτε καλύτερος, ούτε χειρότερος από έναν τρελό, και ο πιο κατάλληλος να σου κάνει παρέα είναι ο γέρο Χάμφρι, από εδώ!»

Έδειξε έναν ασπρομάλλη γεράκο με λιπόσαρκο πρόσωπο και τρεμάμενα μάτια, ντυμένο με φθαρμένα ρούχα. Για κάποια χρόνια αυτός ο γέρος περιπλανιόταν εδώ κι εκεί στους λόφους, ρωτώντας κάθε οδοιπόρο που εύρισκε μήπως είχε δει την κόρη του. Κατά τα φαινόμενα, το κορίτσι το είχε σκάσει μ’ έναν θίασο τσίρκου. Κάπου – κάπου έφταναν στο χωριό μαντάτα και όμορφες ιστορίες λέγονταν γι’ αυτήν και για τι λαμπρή εμφάνιση έκανε πάνω στη ράχη των αλόγων στην πίστα ή τι θαυμάσια ακροβατικά κατορθώματα εκτελούσε πάνω στο τεντωμένο σχοινί.

Ο ασπρομάλλης πατέρας πλησίασε τώρα τον Ίθαν Μπραντ και τον κοίταξε κατά πρόσωπο με ασταθές βλέμμα.

«Μου λένε πως είσαι κοσμογυρισμένος», είπε στρίβοντας τα χέρια του με ανυπομονησία. «Θα πρέπει να είδες την κόρη μου, γιατί αυτή έχει γίνει ξακουστή στον κόσμο και όλοι πηγαίνουν να την δουν. Μήπως έστειλε μαζί σου κανένα μήνυμα για τον γερό πατέρα της ή μήπως σου είπε πότε θα επιστρέψει;»

Η ματιά του Ίθαν Μπραντ ταράχτηκε βλέποντας τον γέρο. Εκείνη η κόρη, από την οποία με τόση αγωνία ο γεράκος πρόσμενε έναν χαιρετισμό, ήταν η Εσθήρ της ιστορίας μας, η ίδια εκείνη κοπέλα που ο Ίθαν Μπραντ με τόσο ψυχρό και αμείλικτο σκοπό είχε καταστήσει αντικείμενο ενός ψυχολογικού πειράματος, και ανάλωσε, ρούφηξε και ίσως εκμηδένισε την ψυχή της κατά τη διαδικασία.

«Ναι», μουρμούρισε αποστρέφοντας τη ματιά του από τον ασπρομάλλη περιπλανώμενο. «Δεν είναι αυταπάτη. Υπάρχει το Ασυγχώρητο Αμάρτημα!»

Ενώ συνέβαιναν όλα αυτά τα γεγονότα, χαρούμενα δρώμενα εκτυλίσσονταν στο χώρο που φωτιζόταν από το χαρωπό φως, πλάι στην πηγή και μπροστά στην πόρτα της καλύβας. Μια παρέα από νέους και νέες του χωριού είχαν φτάσει εσπευσμένα ανεβαίνοντας την πλαγιά, παρακινούμενοι από περιέργεια να δουν τον Ίθαν Μπραντ, τον ήρωα τόσων θρύλων, γνώριμων από την παιδική τους ηλικία. Όμως, μη βρίσκοντας το παρουσιαστικό του πολύ αξιόλογο – τίποτε το αξιοπαρατήρητο εκτός από έναν ηλιοκαμένο οδοιπόρο, ντυμένο με απλά ρούχα και με σκονισμένα παπούτσια, ο οποίος καθόταν και κοίταζε τη φωτιά σαν να φανταζόταν εικόνες ανάμεσα στα κάρβουνα – αυτά, λοιπόν, τα νεαρά αγόρια και κορίτσια γρήγορα κουράστηκαν από να τον παρατηρούν. Κι ως ήταν φυσικό, υπήρχαν κι άλλα πιο ενδιαφέροντα πράγματα να κάνουν. 

Ένας ηλικιωμένος Γερμανοεβραίος, κουβαλώντας ένα διόραμα3 στην πλάτη του, κατέβαινε το ορεινό μονοπάτι προς το χωριό ακριβώς όταν η παρέα έφευγε. Ο στρατοκόπος με την ελπίδα να βγάλει το κέρδος της ημέρας, τους συνόδεψε μέχρι το καμίνι του ασβεστά.

«Κόπιασε, γέρο-Ολλανδέ», είπε ένας νεαρός. «Για να δούμε τις εικόνες σου, αν παίρνεις όρκο ότι πράγματι αξίζουν να τις δούμε».

«Μετά χαράς, καπετάνιε», απάντησε ο Εβραίος – είτε από ευγένεια ή από επαγγελματισμό, αποκαλούσε όλους ‘καπετάνιους’ – «θα σας δείξω, πράγματι, μερικές υπέροχες εικόνες!»

Και λέγοντας αυτό, στερέωσε το κουτί του σε σωστή θέση, προσκάλεσε τους νέους και τις νέες να κοιτάξουν μέσα από τη διόπτρα της συσκευής και προχώρησε να τους δείχνει μια σειρά από τα τις πιο εξωφρενικές χαρακιές και μουντζούρες, σαν δείγματα καλής τέχνης, που είχε ποτέ το θράσος ένας πλανόδιος παρουσιαστής να δείξει σε μια παρέα θεατών. Προσέτι, οι εικόνες ήταν φθαρμένες, σχισμένες, γεμάτες χαρακιές και ζαρωματιές, βρώμικες από καπνό, και επιπλέον στην πιο αξιοθρήνητη κατάσταση. Μερικές υποτίθεται πως έδειχναν πόλεις, δημόσια κτίρια και ερειπωμένους πύργους της Ευρώπης. Άλλες πάλι παρουσίαζαν τις νίκες του Ναπολέοντα και τις ναυμαχίες του Νέλσον. Και εν μέσω αυτών έβλεπες ένα γιγάντιο, μαυρισμένο, τριχωτό χέρι – που θα μπορούσες κάλλιστα να το εκλάβεις ως την Χείρα του Πεπρωμένου, αν και, στην πραγματικότητα ήταν μόνο η χερούκλα του παρουσιαστή – δείχνοντας με τον δείκτη ποικίλες σκηνές των μαχών, ενώ παράλληλα ο κάτοχός του παρουσίαζε ιστορικές απεικονίσεις. Όταν, με περισσή ιλαρότητα προς την απεχθή ανεπάρκεια καλλιτεχνίας, τελείωσε η παρουσίαση, ο Γερμανός προσκάλεσε τον μικρό Τζο να βάλει το κεφάλι του μέσα στο κουτί. Ιδωμένο μέσα από τους μεγεθυντικούς φακούς το παχουλό, ρόδινο πρόσωπο του αγοριού πήρε την πιο παράξενη και ευφάνταστη όψη ενός τιτάνιου παιδιού, με τα χείλη σ’ ένα πλατύ μειδίαμα, και με τα μάτια καθώς και με τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά του, προκάλεσε μεγάλο κέφι μ’ αυτή την αστεία παραμόρφωση. Ξαφνικά, όμως, εκείνο το χαρωπό πρόσωπο χλόμιασε και η έκφρασή του  μετατράπηκε σε φρίκη, διότι αυτό το ευεπηρέαστο και υπερευαίσθητο παιδί αντιλήφθηκε αμέσως πως το μάτι του Ίθαν Μπραντ είχε καρφωθεί πάνω του μέσα από το γυαλί.

«Τον τρομάζεις τον μικρό, καπετάνιε», είπε ο Γερμανοεβραίος, ανασηκώνοντας τις μελαμψές, αδρές γραμμές του προσώπου του από τη σκυφτή στάση του σώματός του. «Αλλά ξανακοίταξε, και, κατά τύχη, θα σου δείξω κάτι πολύ ωραίο, στον λόγο μου!»

Ο Ίθαν Μπραντ προσήλωσε το βλέμμα του μέσα στο κουτί και κατόπιν κάνοντας πίσω σαστισμένος, κοίταξε έντονα τον Γερμανό. Τι να είχε δει; Προφανώς τίποτε, γιατί ένας περίεργος νεαρός που είχε σχεδόν κοιτάξει ταυτόχρονα, δεν είδε τίποτε παρά ένα κενό μέρος από καμβά.

«Τώρα σε θυμήθηκα», μουρμούρισε ο Ίθαν Μπραντ στον παρουσιαστή.

«Α, καπετάνιε», ψιθύρισε ο Εβραίος της Νυρεμβέργης μ’ ένα σκοτεινό χαμόγελο.  «Βρίσκω να είναι πολύ βαρύ θέμα αυτό το Ασυγχώρητο Αμάρτημα μέσα στο διόραμά μου! Μα την πίστη μου, καπετάνιε, μου έχει κουράσει τους ώμους μου να το κουβαλάω όλη μέρα πάνω στο βουνό».

«Σιωπή», αποκρίθηκε ο Ίθαν Μπραντ αυστηρά, «ειδεμή, πήγαινε να πέσεις εκεί πέρα μέσα στον κλίβανο!»

Η παράσταση του Εβραίου δεν είχε καλά – καλά τελειώσει όταν ένα μεγάλο, γέρικο σκυλί – που έδειχνε αδέσποτο, καθώς κανείς από την ομήγυρη δεν το διεκδίκησε – έκρινε ταιριαστό να καταστεί το αντικείμενο δημόσιας προσοχής. Μέχρι τούδε ήταν ήσυχο και φιλικό και κοινωνικό, πηγαίνοντας από τον έναν στον άλλο, διαθέτοντας το τραχύ του κεφάλι στο χάδι ενός καλοσυνάτου χεριού που θα έκανε τον κόπο να το προσέξει. Τώρα, όμως, ξαφνικά, τούτο το σοβαρό και σεβάσμιο τετράποδο, από μόνο του και χωρίς να το προκαλέσει κανείς στο ελάχιστο, άρχισε να φέρνει γύρους κυνηγώντας την ουρά του, η οποία, προς επίταση του παραλογισμού της συμπεριφοράς του,  ήταν κατά πολύ κοντή από το κανονικό. Ποτέ άλλοτε δεν είδε κανείς τέτοιο ακάθεκτο ζήλο ενός σκυλιού να κυνηγά κάτι που δεν μπορούσε να φτάσει. Ποτέ δεν ακούστηκε τέτοιο τρομερό ξέσπασμα από γρυλίσματα, ουρλιαχτά, γαυγίσματα και τρίξιμο των δοντιών – λες και το ένα του άκρο του σώματος του ζώου βρισκόταν σε θανάσιμη και ασυγχώρητη εχθρότητα με το άλλο του άκρο. Όλο και γρηγορότερα, γύρω – γύρω έφερνε το αδέσποτο, και όλο πιο γρήγορα του ξέφυγε το απλησίαστο κοντό μήκος της ουράς του. Και όλο πιο άγρια γίνονταν τα γρυλίσματα λύσσας και κακίας μέχρι που, εντελώς εξαντλημένο, και όλο πιο μακριά από τον στόχο του, το ανόητο σκυλί σταμάτησε την παράστασή του τόσο απότομα όσο την άρχισε. Κι αμέσως μετά ηρέμησε κι έγινε πράο, ήσυχο, λογικό και σεβάσμιο ως προς τη συμπεριφορά του, όπως ακριβώς ήταν όταν έκανε την πρώτη του γνωριμία με την παρέα.

Όπως μπορούμε να υποθέσουμε, το θέαμα έγινε δεκτό με καθολικά γέλια, με παλαμάκια, και ενθαρρύνσεις για επανάληψη. Σ’ όλα αυτά ο σκυλίσιος καλλιτέχνης ανταποκρίθηκε κουνώντας όσο μπορούσε την ουρά του, αλλά φάνηκε εντελώς απρόθυμος να επαναλάβει την πολύ επιτυχημένη προσπάθειά του να διασκεδάσει τους θεατές.

Εντωμεταξύ, ο Ίθαν Μπραντ ξαναπήρε τη θέση του πάνω στο κούτσουρο, και παρακινημένος, θα έλεγε κανείς, από μια αντίληψη κάποιας ισχνής αναλογίας μεταξύ της δικής του περίπτωσης κι εκείνης του σκύλου που κυνηγούσε την ουρά του, ξέσπασε σ’ εκείνο το τρομακτικό του γέλιο, το οποίο, πιο πολύ από κάθε άλλο δείγμα εξέφραζε την εσωτερική του κατάσταση. Από τη στιγμή εκείνη και μετά η διασκέδαση της παρέας σταμάτησε: όλοι έμειναν εμβρόντητοι, τρέμοντας μήπως ο δυσοίωνος ήχος του γέλιου αντηχήσει στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και βροντήξει από βουνό σε βουνό, κι έτσι η τρομακτική βουή να παραταθεί στ’ αυτιά τους. Κατόπιν ψιθυρίζοντας μεταξύ τους πως ήταν ήδη περασμένη η ώρα – το φεγγάρι πήγαινε σχεδόν να βασιλέψει και η Αυγουστιάτικη νύχτα άρχισε να ψυχραίνει – έσπευσαν προς τα σπίτια τους αφήνοντας τον ασβεστά και τον μικρό Τζο να τα βγάλουν πέρα όπως κι όπως με τον ανεπιθύμητο επισκέπτη. Χώρια από αυτά τα τρία άτομα, το ανοιχτό μέρος της βουνοπλαγιάς έμοιαζε ερημικό, μέσα στην απέραντη σκοτεινιά του δάσους. Πέρα από εκείνο το ζοφερό όριο, η φωτιά λαμπύριζε πάνω στους επιβλητικούς κορμούς και στις σχεδόν μαύρες φυλλωσιές των κωνοφόρων, ανακατωμένων με την πιο ανοιχτόχρωμη πρασινάδα των δενδρυλλίων οξιάς, σφενδάμου  και λεύκας, ενώ εδώ κι εκεί κείτονταν τα γιγαντιαία κουφάρια των νεκρών δέντρων και σάπιζαν πάνω στο στρωμένο με φύλλα χώμα. Ο μικρός Τζο – ένα δειλό και ευφάνταστο παιδί – είχε την εντύπωση ότι το σιωπηλό δάσος κρατούσε την ανάσα του περιμένοντας να συμβεί κάτι φοβερό.

Ο Ίθαν Μπραντ έριξε κι άλλα ξύλα στη φωτιά κι έκλεισε την πόρτα του καμινιού. Κατόπιν, γυρίζοντας το κεφάλι του προς τον ασβεστά και τον γιο του, τους πρότεινε, ή μάλλον τους διέταξε, να πάνε να ξεκουραστούν.

«Εγώ απ’ την μεριά μου, δεν έχω ύπνο», είπε. «Έχω θέματα που πρέπει να συλλογιστώ. Θα φροντίζω τη φωτιά όπως έκανα τον παλιό καιρό».

«Και να καλέσεις τον διάβολο από τον κλίβανο για συντροφιά, υποθέτω», μουρμούρισε ο Μπάρτραμ, ο οποίος εξοικειωνόταν με το προαναφερθέν μαύρο μπουκάλι. «Φρόντισε τη φωτιά, αν το θέλεις, και κάλεσε όσο περισσότερους διαβόλους επιθυμείς! Όσο για μένα, θα νιώσω καλύτερα να πάρω έναν υπνάκο. Πάμε Τζο!»

Καθώς το αγόρι ακολούθησε τον πατέρα του στην καλύβα, έριξε πίσω του μια ματιά προς τον στρατοκόπο, και δάκρυα ανέβλυσαν στα μάτια του, διότι με την τρυφερή του καρδιά διαισθάνθηκε την παγερή και τρομακτική μοναξιά με την οποία ο άνθρωπος αυτός περιέβαλε το τον εαυτόν του.

Όταν οι δυο τους έφυγαν, ο Ίθαν Μπραντ κάθισε και άκουγε το τριζοβόλημα των ξύλων που καίγονταν και κοίταζε τις φλογίτσες που ξεπετιούνταν από τις χαραμάδες της πόρτας του καμινιού. Αυτές οι ασήμαντες μικρολεπτομέρειες, όμως, τόσο οικείες κάποτε, πολύ λίγο του τραβούσαν την προσοχή, ενώ βαθιά μέσα στον νου του κλωθογύριζε την προοδευτική αλλά θαυμαστή αλλαγή που σμιλεύτηκε πάνω του από την αναζήτηση αυτού στο οποίο είχε αφιερωθεί. Αναπολούσε πώς έπεφτε η νυχτερινή δροσιά πάνω του – πώς του ψιθύριζε το σκοτεινό δάσος – πώς λαμπύριζαν πάνω του τα αστέρια – σ’ έναν απλοϊκό και στοργικό άνθρωπο που φρόντιζε τη φωτιά του κατά τα χρόνια που πέρασαν και όλο στοχαζόταν καθώς αυτή έκαιγε. Θυμήθηκε με τι τρυφερότητα, με τι αγάπη και στοργή για τους ανθρώπους, και με τι οίκτο για την ανθρώπινη ενοχή και πόνο, είχε αρχίσει να στοχάζεται εκείνες τις ιδέες οι οποίες αργότερα εξελίχθηκαν η έμπνευση της ζωής του. Με τι σεβασμό είχε κοιτάξει τότε μέσα στην καρδιά του ανθρώπου, θεωρώντας τον αρχικά ναό του Θεού, κι όμως, βεβηλωμένο, και να θεωρείται ακόμη καθαγιασμένος από έναν αδελφό. Με τι μεγάλο φόβο ευχόταν να μην πετύχει η αναζήτησή του, και με πόση θέρμη είχε προσευχηθεί να μην του αποκαλυφθεί το Ασυγχώρητο Αμάρτημα. Και μετά ακολούθησε η μεγάλη διανοητική εξέλιξη η οποία στην πορεία διατάραξε την ισορροπία μεταξύ του νου και της καρδιάς. Η Ιδέα που στοίχειωσε τη ζωή του λειτούργησε σαν μέσο εκπαίδευσης. Προχώρησε και καλλιέργησε τις δυνάμεις του στο ανώτερο σημείο που μπορούσαν να αντέξουν. Τον ανύψωσαν από το επίπεδο ενός αγράμματου χειρώνακτα στη θέση μιας αστροφώτιστης υπεροχής, απ’ όπου οι φιλόσοφοι του κόσμου, εξοπλισμένοι με πανεπιστημιακές γνώσεις, μάταια θα πάσχιζαν να τον ακολουθήσουν. Αυτά σχετικά με τη διανόηση! Αλλά πού χάθηκε η καρδιά; Αυτή όντως συστάλθηκε, μαράθηκε, σκλήρυνε και πήρε τον δρόμο της απώλειας! Έπαψε να μετέχει στον συμπαντικό παλμό. Ο Ίθαν Μπραντ έχασε τον κρίκο της μαγνητικής αλυσίδας της ανθρωπότητας. Δεν ήταν πια ο συνάνθρωπος αδελφός που ν’ ανοίγει τις κάμαρες ή τις φυλακές της κοινής μας φύσης με το κλειδί της ιερής στοργής που του έδινε το δικαίωμα να μοιράζεται όλα τα μυστικά της. Είχε τώρα καταλήξει σ’ έναν ψυχρό παρατηρητή, που έβλεπε την ανθρωπότητα σαν το αντικείμενο πειραματισμού και, τελικά, να μετατρέπει άντρα ή γυναίκα σε μαριονέτες, τραβώντας τα νήματα που τις οδηγούσε σε τέτοιο βαθμό εγκληματικότητας που απαιτούσε η μελέτη του.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο Ίθαν Μπραντ έγινε δαίμονας. Και άρχισε να είναι δαίμονας από τη στιγμή που η ηθική του φύση είχε πάψει να συμβαδίζει με τη βελτίωση της διανόησής του. Και τώρα, σαν στόχο την ύψιστη προσπάθειά του και την αναπόφευκτη εξέλιξη – όπως το φωτεινό και πανέμορφο λουλούδι και ο πλούσιος εύγευστος καρπός του μόχθου της ζωής του – είχε δημιουργήσει το Ασυγχώρητο Αμάρτημα!

«Τι άλλο υπάρχει ν’ αναζητήσω; Τι άλλο να πετύχω;» μονολόγησε ο Ίθαν Μπραντ. «Το έργο που περατώθηκε, και μάλιστα πολύ καλά!»

Πετάχτηκε από το κούτσουρο που καθόταν με γρήγορο βήμα του και ανεβαίνοντας τον χωμάτινο λοφίσκο που είχε σχηματιστεί γύρω από την πέτρινη περιφέρεια της ασβεστοκαμίνου, έφτασε την κορυφή του οικοδομήματος. Το εύρος του ανοίγματος της κορυφής, από τη μια άκρη στην άλλη, ήταν περίπου τρία μέτρα, παρουσιάζοντας μια θέα της τεράστιας μάζας των σπασμένων μαρμάρων που είχαν στοιβαχθεί μέσα στο καμίνι. Όλα αυτά τα αμέτρητα κομμάτια και συντρίμματα από μάρμαρο ήταν πυρακτωμένα κόκκινα και καίγονταν ζωηρά, εκτοξεύοντας μεγάλους πίδακες βαθυγάλανης φλόγας, που τρεμόπαιζε προς τα πάνω σ’ έναν τρελό χορό, σαν σ’ έναν μαγικό κύκλο, και μετά έπεφτε για να ξανασηκωθεί με μια συνεχή και πληθωρική δραστηριότητα. Καθώς ο μοναχικός άντρας έσκυβε πάνω απ’ αυτό το τρομακτικό σώμα φωτιάς, η πύρινη λαίλαπα τον χτυπούσε με την καυτερή της ανάσα που θα μπορούσε να τον τσουρουφλίσει και να τον ξεράνει στη στιγμή.

Ο Ίθαν Μπραντ στάθηκε ολόρθος σηκώνοντας τα χέρια του ψηλά. Οι μπλε φλόγες αντικατοπτρίζονταν πάνω στο πρόσωπό του και μετέδιδαν το άγριο και φρικώδες φως τους, το μόνο που ταίριαζε στην έκφραση του προσώπου του. Η έκφραση αυτή ήταν εκείνη ενός δαίμονα έτοιμου να ριχτεί μέσα σ’ αυτό το χάος των ατέλειωτων βασανιστηρίων.

«Ω Μητέρα Γη» ξεφώνισε, «που δεν είσαι πια η Μάνα μου, και που στην αγκάλη σου αυτός ο σκελετός μου ποτέ δε θα λειώσει! Ω ανθρωπότητα, που έχω απορρίψει την αδελφότητά σου και έχω τσαλαπατήσει την μεγάλη σου καρδιά με τα πόδια μου! Ω άστρα του ουρανού, που από πάντα φέγγατε πάνω μου, για να με οδηγείτε προς τα μπρος και προς τα πάνω! – σας αποχαιρετώ για πάντα. Έλα, θανάσιμο στοιχείο της Φωτιάς – από εδώ και στο εξής γνώριμέ μου φίλε!»

Εκείνη τη νύχτα το ήχος ενός βροντερού γέλιου κύλησε βαριά μέσα στο ύπνο του ασβεστά και του μικρού του γιου. Ακαθόριστα σχήματα φρίκης και αγωνίας στοίχειωσαν τα όνειρά τους και η παρουσία τους ήταν ακόμη ορατή στο χοντροκαμωμένο καλύβι, όταν άνοιξαν τα μάτια τους στο φως της μέρας.

«Σήκω, αγόρι μου!» φώναξε ο ασβεστάς κοιτώντας επίμονα γύρω του. «Δόξα τω Θεώ, η νύχτα επιτέλους πέρασε. Και για να μην ξαναπεράσουμε μια τέτοια νύχτα, θα φροντίζω εγώ πια το καμίνι, εντελώς ξύπνιος, όλον τον χρόνο. Τούτος ο Ίθαν Μπραντ με τις ανοησίες του για το δήθεν Ασυγχώρητο Αμάρτημα, μου έκανε μεγάλη χάρη που έμεινε στη θέση μου!»

Βγήκε από την καλύβα, ακολουθούμενος από τον μικρό Τζο, που του κρατούσε σφιχτά το χέρι. Ο πρωινός ήλιος χρύσιζε ήδη με το πρώτο του φως τις βουνοκορφές, και παρ’ ό, τι οι κοιλάδες ήταν ακόμη στη σκιά, έστελναν το χαρωπό τους χαμόγελο στην επαγγελία της λαμπρής μέρας που ερχόταν γρήγορα. Το χωριουδάκι, απομονωμένο ανάμεσα στους λόφους που υψώνονταν απαλά τριγύρω του, έμοιαζε σαν να ξεκουραζόταν γαλήνια στην παλάμη της Θείας Πρόνοιας. Μπορούσε κανείς να διακρίνει καθαρά κάθε κατοικία. Οι μυτερές κορυφές των μικρών καμπαναριών των δύο εκκλησιών έδειχναν τον ουρανό και αιχμαλώτιζαν το λαμπύρισμα από τον χρυσαφένιο ουρανό πάνω στους επίχρυσους ανεμοδείκτες σε σχήμα πετεινού. Το καπηλειό είχε ήδη ανοίξει και η μορφή του ξερακιανού και ρυτιδιασμένου από τον καπνό πράκτορα, με το πούρο στο στόμα, ήταν ορατή κάτω από το σκέπαστρο της βεράντας. Το γέρικο Γκρέιλοκ ήταν στεφανωμένο μ’ ένα χρυσαφένιο φως πάνω στο κεφάλι του. Σκόρπια εδώ κι εκεί πάνω από τις πλαγιές των γύρω βουνών υπήρχαν τούφες από άσπρη ομίχλη, σε αφάνταστες μορφές. Μερικές έφταναν μέχρι κάτω στην κοιλάδα, άλλες υψώνονταν μέχρι τις κορυφές κι άλλες πάλι, της ίδιας κατηγορίας ομίχλης ή νέφους, ταλαντεύονταν στη χρυσή λάμψη της ανώτερης ατμόσφαιρας. Αν μπορούσες να πηδήσεις από το ένα σύννεφο στο άλλο, όσων αιωρούνταν πάνω από τους λόφους, κι από εκεί στα πιο ψηλά αδέρφια τους που αρμένιζαν στον ουρανό, θα ήταν σαν ν’ ανέβαινε ένας θνητός στις ουράνιες σφαίρες. Γη και ουρανός είχαν γίνει ένα αναπόσπαστο σύνολο που φάνταζε ονειροπόλημα σαν το κοιτούσες. 

Και προς ενίσχυση αυτής της μαγείας του οικείου και του απέριττου, που η Φύση τα μετατρέπει σ’ ένα τέτοιο σκηνικό, η ταχυδρομική άμαξα κατέβαινε με θόρυβο από τον ορεινό δρόμο  ενώ ο οδηγός της ηχούσε το κέρας του και ο αντίλαλος αντανακλούσε τις νότες και τις συνύφαινε σε μια πλούσια, ποικιλόφωνη και περίτεχνη αρμονία, την οποία ο αρχικός εκτελεστής λίγο μπορούσε να ισχυριστεί για δική του. Οι μεγάλοι λόφοι εκτελούσαν μια ομαδική συναυλία, ο καθένας συνεισφέροντας ένα κομμάτι μουσικής γλυκύτητας.

Το προσωπάκι του μικρού Τζο έλαμψε αμέσως.

«Καλέ μου πατέρα», ξεφώνισε χοροπηδώντας μπρος πίσω, «εκείνος ο παράξενος άντρας έφυγε και γι’ αυτό ο ουρανός και τα βουνά δείχνουν να χαίρονται!»

«Ναι», είπε ο ασβεστάς γρυλίζοντας και ξεστομίζοντας μια βρισιά. «Αλλά άφησε τη φωτιά να χαμηλώσει και εξαιτίας του πεντακόσια μόδια ασβέστη πάνε στράφι. Αν πιάσω στα χέρια μου αυτόν τον αγύρτη εδώ τριγύρω, θα τον ρίξω μέσα στον κλίβανο!»

Κρατώντας το μακρύ του κοντάρι στο χέρι του, ανέβηκε στην κορυφή του καμινιού. Μετά από μικρή παύση, φώναξε τον γιο του.

«Ανέβα πάνω, Τζο!» είπε.

Ο μικρός Τζο ανέβηκε τρέχοντας τον σωρό με τα μπάζα και στάθηκε δίπλα στον πατέρα του. Το μάρμαρο είχε όλο καεί στην εντέλεια και μετατράπηκε σε κάτασπρο σαν χιόνι ασβέστη. Όμως πάνω στη επιφάνειά του, στο κέντρο του κύκλου – κάτασπρος σαν το χιόνι επίσης – κειτόταν ένας ανθρώπινος σκελετός που είχε εντελώς γίνει κι αυτός ασβέστης. Η στάση του σκελετού βρισκόταν σε θέση μακράς ξεκούρασης μετά από σκληρή εργασία. Και περιέργως, ανάμεσα στα πλευρά του θώρακος υπήρχε το σχήμα μιας ανθρώπινης καρδιάς.


 «Η καρδιά του ανθρώπου αυτού έγινε μάρμαρο;» ξεφώνισε ο Μπάρτραμ με κάποιον προβληματισμό για το φαινόμενο. «Τέλος πάντων, κάηκε κι έγινε ασβέστης αρίστης ποιότητας, και αν υπολογίσω όλα τα κόκαλα μαζί, το καμίνι μου είναι κατά μισό μόδι πλουσιότερο χάρη σ’ αυτόν».

Λέγοντας αυτά, ο άξεστος ασβεστάς σήκωσε το κοντάρι και το άφησε να πέσει πάνω στον σκελετό, σ’ ό, τι έμεινε από τον Ίθαν Μπραντ που θρυμματίστηκε εντελώς.

1.        1.Το όρος Greylock είναι ένα βουνό 3,489 ποδιών που βρίσκεται στη βορειοδυτική γωνία της Μασαχουσέτης και είναι το υψηλότερο σημείο στην πολιτεία

 


2.        2.TA ΠΟΘΗΤΑ ΒΟΥΝΑ, γεμάτα πρόβατα, προσφέρουν μια θέα της ουράνιας πολιτείας και αναφέρονται στο έργο Η ΠΡΟΟΔΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗ ΑΠΟ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ, ΣΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΕΡΘΕΙ [The Pilgrim's Progress from This World, to That Which Is to Come ] είναι μια χριστιανική αλληγορία του 1678 που γράφτηκε από τον John Bunyan. Θεωρείται ως ένα από τα πιο σημαντικά έργα θρησκευτικής, θεολογικής φαντασίας στην αγγλική λογοτεχνία.

 

3.       3. Διόραμα: κινητή συσκευή προβολής εικόνων σε στερεοσκοπική μορφή.

 

Διαβάστε το διήγημα στο πρωτότυπο στον σύνδεσμο:

Ethan Brand by Nathaniel Hawthorne - The Literature Network

Βλέπε αναρτήσεις για τον ίδιο συγγραφέα:

ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΠΕΠΛΟ ΤΟΥ ΚΛΗΡΙΚΟΥ - NATHANIEL HAWTHORNE

THE GREAT STONE FACE - N. HAWTHORNE [ΝΑΘΑΝΙΕΛ ΧΟΘΟΡΝ]

ΤΟ ΠΕΙΡΑΜΑ ΤΟΥ ΔΡ. ΧΑΊΝΤΕΓΚΕΡ