Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2021

ΜΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΕΥΑ


 

UNA SERA NEL GIARDINO

Michele Curatolo

 

 

 

 

Una sera di fine maggio, nel giardino dell’Eden, passeggiando alla brezza che veniva dall’Est, Jahvè scorse Adamo seduto ai piedi dell’albero della conoscenza. Adamo era immobile, pensieroso, la testa china e la guancia appoggiata al palmo della mano. Jahvè lo chiamò a sé:

«Ehi, Adamo! Vieni un po’ qui, per favore!»
Adamo si alzò e corse a prostrarsi davanti a Jahvè, il viso affondato nella polvere.
«Amico mio, ti vedo un po’ triste. Ti senti solo, eh? Non ti bastano più il giardino, gli alberi, i frutti e tutti questi animali, non è vero?»
Adamo non rispose ma, da terra, scosse la testa.
Jahvè lo guardò sorridendo e poi, chinatosi verso di lui, gli sussurrò all’orecchio:
«Questa volta dunque la facciamo, l’operazioncina, eh?»
Adamo iniziò a tremare, si appiattì ancor di più nella polvere, e mugolò:
«No, per favore, l’operazione no!»
«Ma come? Per una sola costola che ti chiedo? Ma dài! Ti addormento due minuti, e poi vedrai che presto sarà tutto finito!»
«No, Signore, ti prego. L’operazione fa male!»
Jahvè cominciava a irritarsi. Scostatosi da Adamo, si alzò e disse:
«Senti, Adamo. Te l’ho già detto e te lo ripeto ancora una volta! Devo partire da qualcosa di tuo! Anzi, da qualcosa dentro di te. Credimi» continuò «la costola è l’ideale. Solo così potrò formarti la compagna perfetta. Si chiamerà donna: proprio perché carne della tua carne, l’armonia con lei sarà massima: nessun contrasto, concordanza di pensiero e di azione, comprensione somma e totale, passione duratura e sempre nuova a ogni amplesso. Stessi gusti, stessa lingua, condivisione di ricchezze e di gioie. E mai nessun dolore. Insomma, la felicità più completa per voi. E tu rinunci a tutto questo per un po’ di male passeggero?»
Adamo dapprincipio non rispose nulla. Poi disse con voce piagnucolosa:
«Ma io non voglio essere operato! Non ci sarebbe un altro modo per creare la donna? Un modo che non mi faccia soffrire?»
Jahvè tuonò:
«Che essere testardo e stupido ho creato! Che imprevidente, insensato, sciagurato ammasso di fango sei, Adamo! Ma non capisci a che cosa rinunci? Non riesci a vedere che cosa ti aspetta? Non so che cosa mi trattenga dall’incenerirti, dallo spezzarti all’istante!»
Gli occhi di Jahvè mandavano fiamme. A terra, Adamo tremava senza riuscire a fermarsi. Poi Jahvè, placatosi, riprese:
«Eppure ti voglio bene, e mai e poi mai potrei ucciderti… Un altro modo, dici? Lasciami pensare. Sì, un altro modo ci sarebbe. Invece di operarti, potrei soltanto farti un prelievo.»
«Un prelievo? Che cos’è un prelievo?»
«Adamo, sei impossibile! Ti dico che rinuncerò ad addormentarti e a toglierti la costola, ma non posso esimermi da prendere un po’ del tuo sangue. Qualcosa di comune fra te e lei ci deve pur essere, no?»
«E poi, Signore, che cosa farai del mio sangue?»
«Lo userò come base dell’impasto. Ma gli altri ingredienti non verranno da te, Adamo. Userò invece tutti quei materiali che mi sono rimasti dopo la creazione dell’universo. Materiali differenti l’uno dall’altro, ma molto adatti alla bisogna: sabbie del deserto, pietra dalle viscere dei pianeti, ghiacci siderali, frammenti di cometa che sono, sì, un po’ effimeri, ma tanto belli e perfetti per la luce degli occhi. Di diamanti me ne sono rimasti pochini, ma ci sono ancora le pietre dure che possono andare bene. E poi piume di pavone, e anche un pizzico di veleno di scorpione, che in piccole dosi è un toccasana per la pelle.»
Mentre Jahvè parlava, Adamo aveva alzato il volto dalla polvere, e si era messo a sedere. Da sotto in su, con espressione perplessa, guardava Javhè. Poi gli disse:
«Ma scusa, questi sono tutti materiali di scarto. Ma che pastrocchio ne verrà fuori? La donna avrà gli occhi belli e la pelle morbida, certo, ma sarà arida e dura, fredda e velenosa?»
«Non sono materiali di scarto, Adamo! È vero che sono gli ultimi che mi sono rimasti, ma sta’ pur sicuro che sono di primissimo ordine. Soltanto che, a parte il sangue, non provengono dal tuo corpo. Perciò è fatale che, oltre a quelle che le verranno da te, anche altre caratteristiche si imprimeranno in lei. Certo, la donna sarà bella. Sicuramente sarà più bella di te, e ti piacerà moltissimo. Ma quanto alla sua indole, Adamo, non posso e non voglio prometterti nulla. Proprio nulla.»
«Che cosa dici?»
Jahvè si era fatto triste:
«Anzi, la sai una cosa? A causa dei materiali con cui verrà formata, proprio perché sarà contemporaneamente simile a te e dissimile da te, non riuscirai mai a capire perfettamente chi ti starà accanto: ci saranno dei momenti, Adamo, in cui la vita con lei sarà dolcissima, altri in cui sarà amara e bruciante. Momenti in cui la desidererai più di ogni altra cosa al mondo, e altri in cui vorrai fuggirla come si fugge la rovina. Ci saranno persino dei giorni, e saranno la maggioranza, in cui bene e male, dolcezze e amarezze, desiderio e repulsione saranno tanto intrecciati da riuscirti inestricabili. E non saprai mai decidere. Anzi, se deciderai, sarà quasi sempre per il peggio.
«E la cosa ancor più strana sarà» concluse pensieroso Jahvè «che anche la donna che ti creerò come compagna, proverà verso di te medesime sofferenze che ora sto descrivendo a te, e che anche ai vostri figli, e ai figli dei vostri figli, maschi e femmine, saranno date in sorte.  Al posto della felicità che ti ho offerto, per tutti ci saranno dolore, confusione, lacrime, e solo qualche fuggevole pausa di serenità.»
«Oh, no! Ma io non potevo sapere…»
«Eppure il rimedio ci sarebbe, Adamo. Basterebbe che tu mi lasciassi prendere la tua costola.»
Ma Adamo gli rispose duramente:
«No, questo poi no! La mia costola mai!»
«Peggio per te, maledetto egoista, e per lei! Peggio per tutti voi. Per sempre.» disse Jahvè.

 

 

ΜΙΑ ΒΡΑΔΙΑ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ

 

Μικέλε Κουράτολο

 

Απόδοση: Βασίλης Κ. Μηλίτσης

 

Μια βραδιά στα τέλη Μαΐου, στον κήπο της Εδέμ, περπατώντας στο αεράκι που φυσούσε από την ανατολή, ο Ιεχωβά είδε τον Αδάμ να κάθεται στη ρίζα του δέντρου της Γνώσης του Καλού και του Κακού. Ο Αδάμ καθόταν ακίνητος, σκεφτικός, με το κεφάλι του σκυμμένο και το μάγουλο ακουμπισμένο στην παλάμη του χεριού του.

«Έι, Αδάμ! Έλα προς τα εδώ για λίγο, σε παρακαλώ!»

Ο Αδάμ σηκώθηκε κι έτρεξε να προσπέσει ενώπιον του Ιεχωβά με το πρόσωπό του χωμένο στη σκόνη.

«Φίλε μου, σε βλέπω κάπως λυπημένο. Νιώθεις μοναξιές, έτσι δεν είναι; Δεν σου είναι αρκετά ο κήπος, τα δέντρα, οι καρποί και όλα τούτα τα ζώα; Αλήθεια δεν είναι;»

Ο Αδάμ δεν απάντησε αλλά, από το χώμα, κούνησε το κεφάλι.

Ο Ιεχωβάς τον κοίταξε χαμογελώντας και κατόπιν σκύβοντας πάνω του, του ψιθύρισε στο αυτί:

«Τη φορά αυτή, λοιπόν, θα κάνουμε την επεμβασούλα, ε;»

Ο Αδάμ άρχισε να τρέμει, ξάπλωσε πιο πολύ μέσα στη σκόνη, και στέναξε:

«Όχι, για χάρη Σου, επέμβαση όχι!»

«Μα πώς κάνεις έτσι; Μόνο για ένα πλευρό που σου ζητώ; Έλα τώρα! Θα σε κοιμίσω δυο λεπτά, και μετά θα δεις πως όλα θα τελειώσουν!»

«Όχι, Κύριε, σε παρακαλώ. Η επέμβαση πονάει!»

Ο Ιεχωβά άρχισε να θυμώνει. Παρατώντας τον Αδάμ, σηκώθηκε και είπε:

«Άκου, Αδάμ. Σου το έχω ήδη πει και θα στο επαναλάβω ακόμη μια φορά! Πρέπει να ξεκινήσω από κάτι δικό σου! Πράγματι, από κάτι μέσα σου. Πίστεψέ με!» συνέχισε, «το πλευρό σου είναι ιδανικό. Μόνο έτσι θα μπορέσω να σου φτιάξω μια τέλεια σύντροφο. Θα λέγεται ‘γυναίκα’: ακριβώς γιατί θα είναι σάρκα από τη σάρκα σου. Η αρμονία μαζί της θα είναι η μέγιστη. Δεν θα υπάρχει καμιά αντίθεση, αλλά θα έχετε συμφωνία σκέψης και έργου, πλήρη κατανόηση συνολικά, διαρκές πάθος που θα ανανεώνεται με κάθε αγκαλιά. Ίδια γούστα, ίδια γλώσσα, και ίδια συμμετοχή στα πλούτη και στις χαρές. Και ποτέ δε θα δυστυχήσετε. Εν ολίγοις, η πιο ολοκληρωμένη ευτυχία για σας. Και εσύ τα απαρνιέσαι όλα αυτά γιατί θα υποφέρεις για λίγο, πράγμα που γρήγορα θα περάσει;»

Ο Αδάμ κατ’ αρχάς δεν έδωσε καμιά απάντηση. Κατόπιν κλαψουρίζοντας είπε:

«Μα εγώ δε θέλω να εγχειριστώ! Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να δημιουργήσεις τη γυναίκα; Ένας τρόπος που να μη με κάνει να πονέσω;»

Ο Ιεχωβά βρόντησε:

«Τι ξεροκέφαλο και ανόητο πλάσμα έχω δημιουργήσει!

«Τι ασυλλόγιστος, τρελός, και αξιοθρήνητος σωρός λάσπης είσαι, Αδάμ! Μα δεν καταλαβαίνεις τι πράγμα απαρνιέσαι; Δεν μπορείς να δεις τι πράγμα σε περιμένει; Δεν ξέρω τι με εμποδίζει να σε κάνω χίλια κομμάτια και να σε κάψω τη στιγμή αυτή!»

Τα μάτια του Ιεχωβά πετούσαν φλόγες. Κάτω στο έδαφος ο Αδάμ έτρεμε χωρίς να μπορεί να σταματήσει. Κατόπιν ο Ιεχωβά, γαληνεύοντας, συνέχισε: «Όμως, σ’ αγαπώ και ουδέποτε θα μπορούσα να σε σκοτώσω … να βρω έναν άλλο τρόπο είπες; Για να σκεφτώ. Μάλιστα, θα μπορούσε να βρεθεί ένας άλλος τρόπος. Αντί να σ’ εγχειρήσω, θα μπορούσα να σου κάνω μια αιμοληψία».

«Αιμοληψία; Τι πράγμα είναι η αιμοληψία;»

«Αδάμ, είσαι ανυπόφορος! Σου λέω ότι δε θα σε κοιμίσω για να σου πάρω το πλευρό σου, αλλά δεν μπορώ να κάνω κι αλλιώς από το να σου πάρω λίγο αίμα. Κάτι κοινό πρέπει να υπάρχει ανάμεσα σε σένα και σ’ αυτήν, ή όχι;»

«Και μετά, Κύριε, τι θα κάνεις με το αίμα μου;»

«Θα το χρησιμοποιήσω σαν βάση για το υλικό. Όμως τα υπόλοιπα συστατικά δεν θα προέλθουν από σένα, Αδάμ. Απεναντίας θα χρησιμοποιήσω όλα αυτά τα υλικά που μου απέμειναν μετά τη δημιουργία του σύμπαντος. Υλικά που διαφέρουν το ένα από το άλλο, αλλά είναι άκρως κατάλληλα για τις ανάγκες μου: άμμος από την έρημο, πέτρες από τα έγκατα των πλανητών, αστρικοί πάγοι, θραύσματα από κομήτη που, όντως, είναι κάπως βραχύβια, αλλά τόσο ωραία και τέλεια, χάρμα οφθαλμών. Από διαμάντια μου έμειναν μόνο λίγα, αλλά υπάρχουν ακόμη λίθοι ανθεκτικοί που μπορούν να ταιριάξουν καλά. Και μετά πούπουλα παγωνιού, κι ακόμη μια μικρή ποσότητα από δηλητήριο σκορπιού, που σε μικρές δόσεις είναι πανάκεια για το δέρμα».

Ενώ ο Ιεχωβά μιλούσε, ο Αδάμ είχε σηκώσει το πρόσωπό του από τη σκόνη και ετοιμαζόταν να καθίσει. Με μια προβληματισμένη έκφραση κοίταζε τον Ιεχωβά από πάνω μέχρι κάτω. Κατόπιν του είπε:

«Με το συμπάθιο, αλλά όλα αυτά τα υλικά είναι για πέταμα. Μα τι θα βγει από αυτόν τον κυκεώνα; Η γυναίκα θα έχει ωραία μάτια και απαλό δέρμα, βέβαια, αλλά πώς θα είναι; Στέρφα και τραχιά ή ψυχρή και δηλητηριώδης;»

«Δεν υπάρχουν υλικά για πέταμα, Αδάμ! Είναι αλήθεια πως μου έμειναν τα τελευταία, αλλά να είσαι βέβαιος ότι είναι άριστης ποιότητας. Μόνο που, εκτός από το αίμα, δεν προέρχονται από το σώμα σου. Γι’ αυτό είναι μοιραίο, πέρα από εκείνα που θα προέρχονται από σένα, και άλλα χαρακτηριστικά θα αποτυπωθούν σ’ αυτήν. Αναμφίβολα, η γυναίκα θα είναι ωραία. Οπωσδήποτε θα είναι πιο ωραία από σένα, και θα σ’ αρέσει πάρα πολύ. Όσο αφορά στην ιδιοσυγκρασία της, δεν μπορώ και δε θέλω να σου υποσχεθώ τίποτε. Απολύτως τίποτε».

«Τι είναι αυτά που μου λες;»

Ο Ιεχωβά έδειξε λυπημένος:

«Πράγματι, ξέρεις κάτι; Εξαιτίας των υλικών με τα οποία θα σχηματιστεί, ακριβώς επειδή θα είναι συγχρόνως όμοια μ’ εσένα αλλά και διαφορετική από σένα, ποτέ δεν θα κατορθώσεις να καταλάβεις εντελώς το πλάσμα που θα είναι δίπλα σου: θα υπάρξουν στιγμές, Αδάμ, όταν η ζωή μαζί της δεν θα είναι και τόσο γλυκιά, και άλλες όταν θα είναι γεμάτες πίκρες και οδύνες. Στιγμές όταν θα την ποθείς περισσότερο από κάθε τι άλλο στον κόσμο, και άλλες όταν θα θέλεις να τρέξεις μακριά της, σαν να θέλεις ν’ αποφύγεις μια καταστροφή. Θα υπάρξουν μέχρι και μέρες, κι αυτές θα είναι οι πιο πολλές, κατά τις οποίες το καλό και το κακό, οι χαρές και οι πίκρες, ο πόθος και η αποστροφή θα είναι τόσο μπερδεμένα που θα σου είναι αδύνατο να τα ξεδιαλύνεις. Και ποτέ δε θα ξέρεις πώς ν’ αποφασίσεις. Και στ’ αλήθεια, αν αποφασίζεις, θα είναι πάντα προς το χειρότερο. «Και το πιο περίεργο θα είναι», κατέληξε σκεπτικός ο Ιεχωβά, «ότι ακόμη και η γυναίκα που θα δημιουργήσω για σένα ως σύντροφο θα βιώσει τα ίδια βάσανα απέναντί σου που σας περιγράφω τώρα, καθώς και απέναντι στα παιδιά σας και στα εγγόνια σας, άνδρες και γυναίκες, και τούτο θα είναι οριστικό. Στη θέση της ευτυχίας που σου προσέφερα, θα υπάρξει πόνος, σύγχυση, δάκρυα και μόνο μερικές παροδικές παύσεις ηρεμίας για όλους».

«Ωχ όχι! Δεν μπορούσα να καταλάβω...»

«Και όμως η εναλλακτική θα ήταν εδώ, Αδάμ. Θα αρκούσε να μ’ άφηνες να σου πάρω το πλευρό ».

Ο Αδάμ όμως του απάντησε με πείσμα:

«Όχι, τότε όχι! Το πλευρό μου ποτέ!»

«Κρίμα σου, διαβολεμένε εγωιστή, και κρίμα σ’ εκείνη! Και πιο κρίμα σ’ όλους σας. Για πάντα», είπε ο Ιεχωβά.