Πέμπτη 14 Ιουλίου 2022

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΠΑΓΕΤΩΝΩΝ


 

Ο ΞΕΧΑΣΜΕΝΟΣ EΧΘΡΟΣ (THE FORGOTTEN ENEMY)



Arthur C. Clarke

Άρθουρ Κλαρκ

 

Μετάφραση: Βασίλης Κ. Μηλίτσης

Οι χοντρές γούνες έπεσαν μ’ έναν ελαφρό γδούπο στο πάτωμα καθώς ο καθηγητής Μίλγουορντ τινάχτηκε όρθιος πάνω στο στενό κρεβάτι του. Τη φορά αυτή ήταν βέβαιος: δεν ήταν όνειρο. Ο παγωμένος αέρας που έγδερνε τα πνευμόνια του συνέχιζε να δονείται από την βροντερή βουή που ακουγόταν απειλητικά μέσα στη νύχτα.

Μάζεψε τις γούνες του τυλίγοντάς τες γύρω από τους ώμους του και αφουγκράστηκε με μεγάλη προσοχή. Ξανά απόλυτη σιγή: από τα στενά παράθυρα των δυτικών τοίχων μακρές δέσμες του σεληνόφωτος παιχνίδιζαν με τις ατέλειωτες σειρές από βιβλία καθώς το φως του φεγγαριού έλουζε τη νεκρή πόλη από κάτω. Επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Ακόμη και τον παλιό καιρό η πόλη θα ήταν εντελώς βουβή σε μια νύχτα σαν κι αυτή. Τώρα όμως ήταν διπλά αθόρυβη.

Με κουρασμένη αποφασιστικότητα ο καθηγητής Μίλγουορντ σύρθηκε από το κρεβάτι του και έριξε λίγα κομμάτια κάρβουνο στο μαγκάλι που σιγόκαιγε. Ύστερα κατευθύνθηκε με αργά βήματα στο κοντινότερο παράθυρο, σταματώντας εδώ κι εκεί ν’ ακουμπήσει στοργικά το χέρι του πάνω στους τόμους βιβλίων που φύλαγε όλα αυτά τα χρόνια.

Κάλυψε με την παλάμη του τα μάτια στο λαμπερό φως του φεγγαριού και κοίταζε περιεργαζόμενος μέσα στη νύχτα. Ο ουρανός ήταν ανέφελος: η βροντή που άκουσε δεν ήταν κεραυνός, οτιδήποτε άλλο κι αν ήταν. Ερχόταν από τον βορρά και καθώς περίμενε, ακούστηκε ξανά.

Η απόσταση τον είχε μετριάσει: η απόσταση και ο όγκος των λόφων πέρα από το Λονδίνο. Δεν διέτρεξε ακράτητα σ’ όλο το πλάτος του ουρανού σαν κεραυνός αλλά φαινόταν να έρχεται από ένα συγκεκριμένο σημείο πέρα μακριά απ’ τον βορρά. Ακουγόταν σαν ένας φυσικός ήχος που είχε ακούσει και παλιά και για μια στιγμή τόλμησε να ελπίσει ξανά.

Ήταν βέβαιος πως μόνο ο άνθρωπος θα μπορούσε να κάνει τέτοιο θόρυβο. Ίσως το όνειρο που τον κράτησε εδώ κοντά σ’ αυτούς τους θησαυρούς του πολιτισμού για περισσότερα από είκοσι χρόνια σύντομα δεν θα ήταν πια όνειρο. Άνθρωποι επέστρεφαν στην Αγγλία ανοίγοντας δρόμο μέσα από τα χιόνια και τους πάγους ανατινάζοντάς τους με τα όπλα που τους χάρισε η επιστήμη πριν τον ερχομό της Σκόνης. Παράξενο όμως που έρχονταν από την ξηρά και μάλιστα από τον βορρά, αλλά έβαλε κατά μέρος όποιες σκέψεις που θα έσβηνε τη φλόγα της ελπίδας που μόλις είχε ανάψει.

Εκατό μέτρα από κάτω, μια θάλασσα από διεσπαρμένες χιονισμένες στέγες λούζονταν μέσα στο τσουχτερό φεγγαρόφωτο. Χιλιόμετρα μακριά τα ψηλά φουγάρα του ηλεκτρικού σταθμού του Μπάτερσι λαμπύριζαν σαν ισχνά άσπρα φαντάσματα μέσα στον νυχτερινό ουρανό. Τώρα που ο τρούλος του καθεδρικού ναού του Αγίου Παύλου είχε καταρρεύσει κάτω από το βάρος του χιονιού, έμειναν μόνο τα φουγάρα που προκαλούσαν την υπεροχή του.

Ο καθηγητής Μίλγουορντ με αργά βήματα γύρισε πίσω περνώντας δίπλα από τα ράφια των βιβλίων, επεξεργαζόμενος το σχέδιο που είχε βάλει στο μυαλό του. Πριν από είκοσι χρόνια έβλεπε τα τελευταία ελικόπτερα να απογειώνονται νωχελικά από το Ρίτζεντς Πάρκ, με τους έλικες ν’ αλέθουν το χιόνι που έπεφτε ακατάπαυστα. Ακόμη και τότε, όταν η σιγή τον τύλιξε εντελώς, δεν μπορούσε να μην πιστέψει ότι ο Βορράς είχε εγκαταλειφθεί για πάντα. Κι όμως περίμενε μια ολόκληρη γενιά ανάμεσα στα βιβλία του στα οποία είχε αφιερώσει τη ζωή του.

Τις πρώτες εκείνες μέρες άκουγε μερικές φορές από το ραδιόφωνο, που αποτελούσε τη μοναδική επαφή με τον Νότο, πώς οι άνθρωποι πάσχιζαν να εποικίσουν τις εύκρατες τώρα χώρες του Ισημερινού. Δεν έμαθε την έκβαση της μάχης που διεξαγόταν με απελπισμένες δεξιότητες για εποικισμό στις εξαφανιζόμενες ζούγκλες και τις ερήμους που είχαν κιόλας δοκιμάσει το πρώτο άγγιγμα του χιονιού. Ίσως να είχαν αποτύχει. Το ραδιόφωνο έμεινε βουβό εδώ και μια δεκαπενταετία, μπορεί και παραπάνω. Όμως εάν οι άνθρωποι με τα μηχανήματά τους επέστρεφαν πράγματι από τον βορρά, και όχι από αλλού, θα μπορούσε και πάλι ν’ ακούσει τις φωνές τους καθώς θα μιλούσαν μεταξύ τους και με τις χώρες απ’ όπου κατάγονταν.

Ο καθηγητής Μίλγουορντ έφευγε από το πανεπιστημιακό συγκρότημα περίπου καμιά δεκαριά φορές τον χρόνο, και τότε από αδήριτη ανάγκη. Στα τελευταία είκοσι χρόνια είχε μαζέψει ό, τι χρειαζόταν από τα καταστήματα στην περιοχή Μπλούμσμπερι. Κατά την τελική έξοδο του πληθυσμού έμειναν πίσω τεράστιες ποσότητες αγαθών που δεν μπορούσαν να μεταφερθούν. Κατά πολλούς τρόπους, πράγματι, θα μπορούσε κανείς να πει πως ο καθηγητής περνούσε μια ζωή με πολυτέλεια. Κανείς καθηγητής της λογοτεχνίας δεν είχε ποτέ ντυθεί με τέτοια ρούχα όπως εκείνα που πήρε από τα γουναράδικα της οδού Οξφόρδης.

Ο ήλιος έλαμπε σ’ έναν ανέφελο ουρανό καθώς φορτώθηκε το σακίδιό του και ξεκλείδωσε τις βαριές πύλες. Ακόμη και πριν δέκα χρόνια αγέλες από πεινασμένα σκυλιά κυνηγούσαν σ’ αυτή την περιοχή, και παρότι είχε χρόνια να δει σκυλιά, έπαιρνε τις προφυλάξεις του και κουβαλούσε πάντα ένα ρεβόλβερ όταν έβγαινε έξω.

Το φως του ήλιου ήταν τόσο δυνατό που η αντανακλώμενη λάμψη πονούσε τα μάτια του. Κι όμως δεν έδινε σχεδόν καθόλου ζέστη. Αν και η ζώνη της κοσμικής σκόνης μέσα από την οποία περνούσε το ηλιακό σύστημα δεν επηρέαζε τη λαμπρότητα του ήλιου, αφαιρούσε τελείως τη θερμική δύναμη. Κανείς δεν γνώριζε εάν η γη θα έμπαινα ξανά στη θερμότητα σε δέκα ή χίλια χρόνια, γι’ αυτό ο πολιτισμός κατέφυγε νότια να βρει χώρες όπου η λέξη ‘καλοκαίρι’ δεν θα ήταν απλά μια κοροϊδία χωρίς νόημα.

Οι τελευταίες χιονοστιβάδες είχαν σκληρύνει και ο καθηγητής Μίλγουορντ δεν δυσκολευόταν και τόσο να κάνει τη διαδρομή μέχρι την οδό Τότεναμ Κορτ. Άλλοτε χρειαζόταν ώρες να πασχίζει χωμένος στα χιόνια και κάποιο έτος είχε παραμείνει κλεισμένος στο παρατηρητήριο για εννιά μήνες.

Φρόντιζε ν’ απομακρύνεται από τα σπίτια με τα επικίνδυνα φορτία χιονιού και με τους παγοκρυστάλλους που κρέμονταν σαν Δαμόκλειες σπάθες, και κατευθύνθηκε βόρεια μέχρι που βρήκε το κατάστημα που έψαχνε: η επιγραφή πάνω από τα θρυμματισμένα παράθυρα ήταν ακόμη ευανάγνωστη: ‘Τζένκινς & Υιοί. Ράδιοηλεκτρικά. Ειδικότης μας η Τηλεόραση.’

Μια ποσότητα χιονιού είχε στοιβαχτεί μέσα από ένα τμήμα της σκεπής που είχε καταρρεύσει, αλλά το δωματιάκι στο πάνω πάτωμα είχε παραμείνει άθικτο από την τελευταία του επίσκεψη πριν περίπου από δώδεκα χρόνια. Το ραδιόφωνο με την εμβέλεια σ’ όλες τις συχνότητες ήταν ακόμη πάνω στο τραπέζι και τα άδεια μεταλλικά κουτιά που ήταν άτακτα σκορπισμένα πάνω στο πάτωμα ήταν οι βουβοί μάρτυρες των μοναχικών ωρών που είχε περάσει εκεί πριν πεθάνει και η τελευταία ελπίδα. Αναρωτήθηκε αν θα έπρεπε να περάσει το ίδιο μαρτύριο ξανά.

Ο καθηγητής Μίλγουορντ καθάρισε το χιόνι από το αντίγραφο Το Εγχειρίδιο του 1965 για Ερασιτέχνες Ραδιοφωνίας, από το οποίο είχε μάθει όσα λίγα ήξερε για ραδιόφωνα. Τα δοκιμαστικά μέτρα και οι μπαταρίες βρίσκονταν ακόμη σε μισοξεχασμένα μέρη, και προς ανακούφισή του οι μπαταρίες ήταν ακόμη φορτισμένες. Έψαξε μέσα στα αποθέματα και κατόρθωσε να κατασκευάσει τον αναγκαίο εφοδιασμό ρεύματος,  και ήλεγξε τη συσκευή ραδιοφώνου όσο καλύτερα μπορούσε. Κατόπιν ήταν έτοιμος.

Λυπήθηκε που δεν μπορούσε ποτέ να στείλει στους κατασκευαστές τα διαπιστευτήρια που τους άξιζαν. Το αδύναμο σύριγμα από το μεγάφωνο έφερε πίσω μνήμες από τις ειδήσεις των εννιά του BBC και από τις συμφωνικές ορχήστρες – απ’ όλα τα πράγματα που τα είχε δεδομένα σ’ έναν κόσμο που έσβησε σαν όνειρο. Με μόλις συγκρατημένη υπομονή διέτρεξε όλους τους σταθμούς, αλλά παντού το μόνο που άκουγε ήταν τα πανταχού παρόντα ηχητικά παράσιτα. Απογοητεύθηκε, αλλά μέχρις εκεί: θυμήθηκε ότι η πραγματική δοκιμή θα ερχόταν τη νύχτα. Εν τω μεταξύ θα ερευνούσε τα διπλανά καταστήματα μήπως βρει κάτι που θα του ήταν χρήσιμο.

Ήταν σούρουπο όταν επέστρεψε στο δωματιάκι. Εκατό μίλια πάνω από το κεφάλι του το αραιό στρώμα της ιονόσφαιρας εκτεινόταν μακριά προς τ’ άστρα καθώς έδυε ο ήλιος. Το ίδιο γινόταν κάθε βράδυ εδώ και εκατομμύρια χρόνια, αλλά για τα τελευταία πενήντα χρόνια μόνο ο άνθρωπος τη χρησιμοποιούσε για δικούς του σκοπούς: για ν’ αντανακλά γύρω από τον πλανήτη τα μηνύματα μίσους ή ειρήνης, να αντηχεί τετριμμένα πράγματα ή να δονεί την ατμόσφαιρα με μουσική που κάποτε θεωρούσε αθάνατη.

Αργά και με άπειρη υπομονή, ο καθηγητής Μίλγουορντ άρχισε να διατρέχει τις συχνότητες των βραχέων που τριάντα χρόνια πριν έβριθαν από μια κακοφωνία και έντονα σήματα μορς. Και καθώς αφουγκραζόταν, η αμυδρή ελπίδα που τόλμησε να αναθερμάνει άρχισε να εξασθενεί μέσα του.

Η ίδια η πόλη δεν ήταν πια τόσο ήσυχη όσο οι κάποτε συνωστισμένοι ωκεανοί των αιθέρων. Μόνο το τρίξιμο των μακρινών καταιγίδων με αστραπές διατάραζαν την ανυπόφορη βουβαμάρα. Ο άνθρωπος είχε εγκαταλείψει την τελευταία του κατάκτηση.

Σύντομα μετά τα μεσάνυχτα οι μπαταρίες αποφορτίστηκαν και ο καθηγητής Μίλγουορντ δεν είχε το κουράγιο να ψάξει για άλλες. Κουλουριάστηκε στις γούνες του και έπεσε σ’ έναν ταραγμένο ύπνο. Η μόνη του παρηγοριά ήταν η σκέψη που εφόσον δεν μπορούσε να αποδείξει τη θεωρία του, τούτο δεν σήμαινε ότι θα μπορούσε και να τη διαψεύσει.

Το φως του ήλιου χωρίς να δίνει θερμότητα έλουζε τον έρημο άσπρο δρόμο όταν ο καθηγητής ξεκίνησε την πορεία του πίσω προς την κατοικία του. Ήταν ψόφιος από την κούραση, επειδή είχε κοιμηθεί λίγο και ο ύπνος του διακοπτόταν από επανερχόμενες φαντασιώσεις διάσωσης.

Η σιωπή ξαφνικά διακόπηκε από έναν μακρινό κεραυνό που ερχόταν κυλώντας πάνω από τις λευκές στέγες. Το βουητό – χωρίς αμφιβολία τώρα – ερχόταν πέρα από τους βορεινούς λόφους που κάποτε υπήρχαν εκεί γήπεδα του Λονδίνου. Η βουή προκάλεσε κατολισθήσεις χιονιού που έπεσαν με πάταγο από τα κτίρια και γέμισαν και τις δυο μεριές του φαρδιού δρόμου. Μετά πάλι νεκρική σιωπή.

Ο καθηγητής Μίλγουορντ στάθηκε ακίνητος ζυγίζοντας, μελετώντας και αναλύοντας την κατάσταση. Ο ήχος παραήταν μακρόσυρτος για να είναι μια κανονική έκρηξη – μήπως έβλεπε ξανά όνειρο; Δεν ήταν τίποτα λιγότερο από τη μακρινή βροντή μιας ατομικής βόμβας που άνοιγε δρόμο ανατινάζοντας τόνους από χιόνι και πάγους τη φορά. Οι ελπίδες του αναπτερώθηκαν και η απογοήτευση της προηγούμενης νύχτας άρχισε να εξανεμίζεται.

Εκείνη η στιγμιαία του στάση παρά λίγο να του στοιχίσει τη ζωή. Από μια πάροδο ξεπρόβαλε κάτι τεράστιο και άσπρο που έγινε ξαφνικά αντιληπτό στο οπτικό του πεδίο. Για μια στιγμή το μυαλό του δεν ήθελε να πιστέψει αυτό που πραγματικά είδε. Μετά συνήλθε από την παράλυσή του και ψαχούλεψε απελπιστικά στην τσέπη του να βρει το ρεβόλβερ. Βαδίζοντας απαλά προς το μέρος του πάνω στο χιόνι και ταλαντεύοντας το κεφάλι πέρα δώθε με μια υπνωτιστική, φιδίσια κίνηση ερχόταν κατά πάνω του μια τεράστια πολική αρκούδα.

Αφήνοντας να πέσουν τα πράγματά του άρχισε να τρέχει γλιστρώντας πάνω στο χιόνι προς το πλησιέστερο κτίριο. Για καλή του τύχη η είσοδος του μετρό ήταν μόνο δεκαπέντε μέτρα μακριά.

To χαλύβδινο κιγκλίδωμα της εισόδου ήταν κλειστό, αλλά ο καθηγητής θυμήθηκε ότι είχε παραβιάσει την κλειδαριά πριν από πολλά χρόνια. Ο πειρασμός να κοιτάξει πίσω του ήταν ακατανίκητος, διότι δεν άκουγε τίποτε για να εξακριβώσει πόσο κοντά ήταν ο διώκτης του. Για μια τρομακτική στιγμή το κιγκλίδωμα αντιστάθηκε στα μουδιασμένα χέρια του. Κατόπιν όμως υποχώρησε απρόθυμα και ο καθηγητής χώθηκε μέσα από το στενό άνοιγμα.

Από την παιδική του ηλικία του ήρθε μια ξαφνική παράλογη ανάμνηση για ένα αλμπίνο κουνάβι που είχε δει να συστρέφεται ακατάπαυστα εδώ κι εκεί μέσα στο συρμάτινο κλουβί του. Υπήρχε η ίδια φιδίσια χάρη στην τερατώδη γούνινη μορφή, σχεδόν διπλάσια σε ανάστημα από τον άνθρωπο, η οποία ανορθώθηκε έκπληκτη μπροστά από το κιγκλίδωμα. Το μέταλλο έκανε κοιλιά αλλά δεν ενέδωσε στην πίεση. Μετά η αρκούδα έπεσε στο έδαφος και γρυλίζοντας σιγανά απομακρύνθηκε με ελαφρά βήματα. Επιτέθηκε μια ή δυο φορές στο πεσμένο σακίδιο σκίζοντάς το και σκορπίζοντας μερικές κονσέρβες στο χιόνι και μετά εξαφανίστηκε ήσυχα όπως είχε έρθει.

Ο καθηγητής Μίλγουορντ έφτασε τρέμοντας στο πανεπιστήμιο τρεις ώρες αργότερα πηγαίνοντας άτακτα από καταφύγιο σε καταφύγιο. Μετά από όλα αυτά τα χρόνια δεν ήταν πια μόνος του στην πόλη. Αναρωτήθηκε αν ήταν κι άλλοι επισκέπτες, και εκείνη τη νύχτα πήρε την απάντηση. Λίγο πριν την αυγή άκουσε, αρκετά καθαρά, το ουρλιαχτό ενός λύκου κάπου από την κατεύθυνση του Χάιντ Παρκ.

Προς το τέλος της εβδομάδας εξακρίβωσε πως τα ζώα του βορρά είχαν μετακινηθεί προς νότον. Μια φορά είδε έναν τάρανδο να τρέχει νότια καταδιωκόμενος από μια αγέλη σιωπηλών λύκων, και ενίοτε τη νύχτα ακούγονταν γρυλίσματα θανάσιμης πάλης. Του έκανε κατάπληξη το γεγονός που τόση πολλή ζωή έσφυζε στην άσπρη ερημιά μεταξύ του Λονδίνου και του Βόρειου Πόλου. Υπήρχε λοιπόν κάτι που όλη αυτή τη ζωή την ωθούσε προς νότον, και η γνώση αυτή του προκαλούσε μια ευχάριστη αναστάτωση. Δεν πίστευε ότι αυτά τα επιζώντα αγρίμια θα έφευγαν από οτιδήποτε άλλο εκτός από τον άνθρωπο.

Η ένταση της προσμονής άρχισε να επηρεάζει νοητικά τον καθηγητή Μίλγουορντ, και για ώρες καθόταν στο ψυχρό φως του ήλιου τυλιγμένος στις γούνες του και ονειροπολούσε τη διάσωσή του σκεπτόμενος τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωπο θα επέστρεφαν στην Αγγλία. Ίσως επιχείρησαν μια εξόρμηση ξεκινώντας από τη Βόρεια Αμερική πάνω από τους πάγους του Ατλαντικού. Και ίσως αυτή η επιχείρηση διαρκούσε χρόνια. Αλλά γιατί να έρχονταν τόσο ψηλά από το βορρά; Η αγαπημένη του θεωρία ήταν ότι ο πάγος του Ατλαντικού να μην ήταν αρκετά ασφαλής για μια βαριά κυκλοφορία προς τον νότο.

Ένα πράγμα, όμως, δεν μπορούσε να εξηγήσει ικανοποιητικά: δεν είδε καθόλου αναγνωριστικές πτήσεις. Του ήταν δύσκολο να πιστέψει πως οι άνθρωποι ξέχασαν τόσο γρήγορα να χειρίζονται πτητικές μηχανές.

Μερικές φορές περιφερόταν δίπλα από τις σειρές των βιβλίων ψιθυρίζοντας ενίοτε σ’ έναν τόμο που αγαπούσε πολύ. Υπήρχαν βιβλία εκεί που δεν τολμούσε ν’ ανοίξει για χρόνια, γιατί του θύμιζαν το παρελθόν με τόσο οδυνηρό τρόπο. Αλλά τώρα, καθώς οι μέρες μεγάλωναν και γίνονταν πιο φωτεινές, μερικές φορές κατέβαζε κάποιον τόμο με ποιήματα και ξαναδιάβαζε τα παλιά αγαπημένα του. Κατόπιν έβγαινε στα ψηλά παράθυρα και απήγγειλε τις μαγικές λέξεις μεγαλοφώνως πάνω από τις στέγες των σπιτιών σαν να επρόκειτο να λύσει τα μάγια που είχαν αιχμαλωτίσει τον κόσμο.

Άρχισε τώρα να ζεσταίνει κάπως ο καιρός, λες και τα φαντάσματα των χαμένων καλοκαιριών είχαν επιστρέψει να στοιχειώσουν τη χώρα. Για μέρες ολάκερες η θερμοκρασία ανέβαινε πάνω από το μηδέν C, ενώ σε πολλά μέρη φύτρωναν λουλούδια μέσα από το χιόνι. Ό, τι ήταν αυτό που πλησίαζε από τα βόρεια ερχόταν όλο και πιο κοντά, και αρκετές φορές μέσα στη μέρα ακουγόταν εκείνη η αινιγματική βροντή που δονούνταν πάνω από τις στέγες και έκανε το χιόνι να γλιστρά με πάταγο από χιλιάδες στέγες. Ακούγονταν επίσης ήχοι σαν να τριβόταν κάτι που ο καθηγητής Μίλγουορντ εύρισκε παράξενους, ακόμη και δυσοίωνους. Ενίοτε νόμιζε πως άκουγε τη σύγκρουση πολυάριθμων στρατιών και τότε του ερχόταν μια τρελή αλλά τρομακτική σκέψη που δεν μπορούσε να διώξει από το μυαλό του. Συχνά ξυπνούσε μέσα στη νύχτα και φανταζόταν πως άκουγε βουνά να γκρεμίζονται στη θάλασσα.

Σιγά – σιγά το καλοκαίρι άρχισε να φθίνει, και καθώς ο ήχος εκείνης της μακρινής μάχης ερχόταν σταθερά όλο και πιο κοντά, ο καθηγητής Μίλγουορντ έπεφτε θύμα όλο και πιο βίαιων εναλλασσόμενων ελπίδων και φόβων. Αν και έβλεπε όλο και περισσότερους λύκους και αρκούδες να τρέπονται φαινομενικά σε φυγή προς τα νότια, ο ίδιος δεν ήθελε να διακινδυνεύσει την ασφάλεια του οχυρού του. Κάθε πρωί ανέβαινε στο ψηλότερο παράθυρο του πύργου και εξερευνούσε τον βόρειο ορίζοντα με τα κιάλια. Αλλά το μόνο που έβλεπε ήταν η σταθερή υποχώρηση του χιονιού πάνω από το Χάμπστεντ καθώς η οπισθοφυλακή του πολεμούσε ενάντια στον δριμύ ήλιο.

Τα νυχτέρια του σταμάτησαν με τις τελευταίες μέρες του σύντομου καλοκαιριού. Οι κεραυνοί που τράνταζαν τις νύχτες ακούγονταν όλο και πλησιέστερα από πριν, αλλά δεν υπήρχε καμιά ένδειξη της πραγματικής απόστασης από την πόλη. Ο καθηγητής Μίλγουορντ δεν είχε κανένα κακό προαίσθημα καθώς ανέβηκε στο στενό παράθυρο και σήκωσε τα κιάλια του προς τον βόρειο ουρανό.

Σαν ένας παρατηρητής πάνω στα τείχη ενός απειλούμενου οχυρού που θα έβλεπε το πρώτο λαμπύρισμα του ήλιου πάνω στα δόρατα ενός επερχόμενου στρατού, έτσι και ο καθηγητής Μίλγουορντ αντιλήφθηκε αμέσως την αλήθεια. Ο αέρας ήταν καθαρός σαν κρύσταλλο και οι λόφοι φάνταζαν ξεκάθαροι και λαμπεροί ενάντια στο φόντο του βαθυγάλαζου ουρανού. Οι λόφοι είχαν σχεδόν όλοι απογυμνωθεί από τα χιόνια τους. Κάποτε θα χαιρόταν γι’ αυτό, αλλά τώρα τούτο δεν σήμαινε κάτι καλό.

Μέσα σε μια νύχτα, ο εχθρός που είχε ξεχάσει είχε υπερνικήσει τις άμυνες και προετοιμαζόταν για την τελική επίθεση. Και καθώς έβλεπε το θανάσιμο λαμποκόπημα κατά μήκος των κορυφών των καταδικασμένων λόφων, ο καθηγητής Μίλγουορντ κατάλαβε επιτέλους τι ήταν η βουή που άκουγε όλους αυτούς τους μήνες να πλησιάζει. Και δεν ήταν καθόλου παράξενο που ονειρευόταν να προχωρούν βουνά.

Από τον βορρά, την αρχαία πατρίδα τους, επέστρεφαν θριαμβευτικά στα μέρη που κάποτε κατείχαν οι παγετώνες.

Από το βιβλίο της εικόνας σελίδες 55-63 [Εκδόσεις CORGI]


 Του ίδιου:

 ARTHUR C. CLARKE - ΑΠΕΙΛΗ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ