After the liberation from the Nazis, Greece was
caught in the storm of internecine strife, instigated by the British and
American forces, which were apprehensive of communist infiltration in the
country. The left wing party, which had a big influence on the people, was relentlessly
persecuted, and in order to avoid sanctions, incarceration or execution, the people
first fled onto the mountains and later they found refuge in the countries of
the so-called Iron Curtain. The following story is about a simple old woman
attempting to return to her home village at all costs.
|
Ο ΕΠΑΝΑΠΑΤΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑ-ΛΑΜΠΡΙΝΗΣ Τάσος Βουρνάς
Βορράς
χιονιστής είχεν ενσκήψει εις την μικράν κώμην της Πολωνίας, όπου είχον από τινων
ετών εγκατασταθή Έλληνες πρόσφυγες εκ των ακρωρειών της Ελλάδος, φεύγοντες
την λαίλαπα του εμφυλίου πολέμου. Εκεί εις την φιλόξενον γην του Βορρά εύρον
αποκούμπι και ανάπαυσιν κατόπιν των ταλαιπωριών τόσων ετών εις τα βουνά και
εις τα ξένα. Τώρα, δόξα σοι ο Θεός, είχαν απαγγιάσει, κατά το δη λεγόμενον.
Και στέγην, και τροφήν, και εργασίαν, και περίθαλψιν εύρον και στοργήν από
τους ξένους ανθρώπους – ας είναι καλά. Αλλά το ορεινόν και τραχύ χωρίον των,
το σκαρφαλωμένον εις τας υπωρείας της Πίνδου, πού να το εύρουν εν μέσω της
ατέρμονος πολωνικής πεδιάδος; Μάλιστα όταν ήλθον το πρώτον εδώ και ερρίζωσαν
εις τον ξένον τόπον και έστησαν παραγώνι, είχον λάβει χώρα μερικά νόστιμα
επεισόδια. Ο Ερυθρός Σταυρός της φίλης χώρας, ήτις εφιλοξένει τους τραχείς
ορεσιβίους εξ Ελλάδος, έσπευσε να τους παραχωρήση ενδύματα εκ των λεγομένων
ευρωπαϊκών και ανάλογα εσώρουχα. Θρήνος και οδυρμός εγένετο καθ’ όλον το
χωρίον. Πώς ν’ αλλάξουν οι γέροντες τα ταμπάρα των και τα τσόχινα πανωβράκια
των και αι γραίαι τα κοντογούνια των, τα από πεντηκονταετίας, ως προικιόν
χορηγηθέντα υπό των μητέρων των, και ουδέποτε αλλαγέντων κατά την διάρκειαν
ολοκλήρου βίου; Είδαν κι’ έπαθαν οι ξένοι άνθρωποι να τους πείσουν ν’
αλλάξουν την αρχαϊκήν των φορεσιάν και «να μπουν στα στενά», ήγουν να βάλουν
τα ευρωπαϊκά και συγχρονισθούν οπωσούν με το ξένον περιβάλλον και τας
συνηθείας του τόπου. Βορράς,
λοιπόν, χιονιστής είχε φυσήξει εις τα αρκτώα εκείνα μέρη, λήγοντος του έτους
1961, ότε η γραία Λαμπρινή, χήρα ωσεί εβδομηκοντούτις, έχουσα κόρην έγγαμον
εις το χωρίον Σ* της Πίνδου και εγγόνια τα οποία δεν επρόφθασε να γνωρίση και
να ταρναρίση ως μάμμη εις τα γόνατά της, απεφάσισε να υπάγη εις την πατρίδα.
Ήκουσεν ότι διά να ταξιδεύση εχρειάζετο χαρτιά και σφραγίδας και υπογραφάς
και εισιτήρια εις τον σιδηρόδρομον. Και τον μεν ναύλον ηδύνατο να πληρώση η
γραία Λαμπρινή εκ της συντάξεως την οποίαν της παρείχον οι ξένοι άνθρωποι –
ας είναι καλά. Αλλά τα χαρτιά, τας σφραγίδας και τας υπογραφάς πού θα
τας εύρισκαν; Οι λύκοι που εκυβέρνων «εκεί κάτω» εις την πατρίδα δεν της
έδιδον την άδειαν. Και να ήτο μόνο αυτό; Το πατρογονικόν της σπίτι εις το
χωρίον, εκεί όπου εγεννήθη και ανεστήθη, όπου υπανδρεύθη και εσπαργάνωσε
τέκνα, το κατείχον ξένοι άνθρωποι. Δεν είχε στον ήλιο μοίρα η γραία Λαμπρινή.
Όλα τούτα της τα είχε γράψει καταλεπτώς η θυγάτηρ της, το Μαχώ, διά χειρός
του πατρός Ιωάσαφ, του ιερέως του χωρίου. Είχε –λέει– ψηφισθή νόμος και την
έσβησαν από το δημοτολόγιον και της εσήκωσαν την υπηκοότητα την ελληνικήν και
της εδήμευσαν τον οικίσκον της και το χωράφι της και τα παρέδωσαν σε κάτι
βερέμηδες, κακούς ανθρώπους, πρώην συνεργάτας των Γερμανών – φωτιά να τους
κάψη! Και η γραία Λαμπρινή, μόνη κι έρημη εις τα ξένα ενοστάλγει την πατρικήν
και συζυγικήν εστίαν, τον ταπεινόν οικίσκον της και το παραγώνι της, και τα
εγγόνια της, φωτογραφίας των οποίων αρτίως τας είχε αποστείλει η θυγάτηρ της
μέσα εις το πικραμένον της γράμμα. Τας είχε έκτοτε, ημέραν και νύκτα, εις τον
κόρφον της και επεδείκνυεν εις τας άλλας ομοχωρίους της γερόντισσας και τας
κατεφίλει δακρύουσα. Και από καιρού εις καιρόν παρεκάλει τους γραμματισμένους
να της διαβάσουν το φαρμακωμένον γράμμα της θυγατέρας της, ενώ κρουνοί
δακρύων έβρεχον τας ρικνάς παρειάς της κάθε φοράν που ήκουε τα ίδια, τα πικρά
λόγια: «Αγαπημένη μου μάνα, πρώτον ερωτώ διά την καλήν σας υγείαν. Αν ερωτάτε
και δι’ ημάς καλώς υγιαίνομεν. Μάθε, μητέρα, ότι ο ένας τοίχος του σπιτιού
μας εσάπισε και είναι έτοιμος να πέση. Προσέτι μίαν ημέραν επήρε φωτιά το
παραγώνι κι εκόλλησε το φαγοπύρι φωτιά κι εκάηκε το νταβάνι. Ανέβη ο άντρας μου
να το σβήση και έσπασαν όλα τα κεραμίδια. Κοντά σ’ αυτά με βρήκαν και άλλες
καταδρομές. Η γειτόνισσά μας που σου κρατεί στανικώς το σπίτι εμάλωσε μαζί
μου κι ύστερα πήγε εις την Αστυνομίαν και με κατεμήνυσε τάχα πως εγώ την είπα
πείσα και δείξα, ενώ εκείνη μούπε τα χειρότερα. Τώρα πρέπει να πάω και στο
δικαστήριο. Μού στείλανε τις προάλλες κλήση. Κι άλλες
δυστυχίες με σάστισαν, κατακαημένη μου μάνα. Η γίδα μας αρρώστησε και ψόφησε
με τη βαρυχειμωνιά· ήταν κι εγκαστρωμένη. Έχασα και τη γίδα, έχασα και τα κατσίκια
τα δυο, έχασα και το γάλα των παιδιών. Μόνο το νου μου δεν έχασα, καημένη μου
μάνα…». * Το
απεφάσισε, λοιπόν, η γραία Λαμπρινή. Θα έφευγε μόνη διά τον τόπον της και ας
μην είχε χαρτιά και σφραγίδας από την βασιλικήν κυβέρνησιν. Ιδέαν περί
συνόρων και λοιπών εμποδίων, όσα οι άνθρωποι εφεύρον διά να χωρισθούν μεταξύ
των, δεν είχε. Θα τραβούσε προς νότον, αυτό το ήξευρεν. Έχουσα αριστερά της
την ανατολήν και δεξιά την δύσιν, θα εβάδιζε την ημέραν και θα εκόνευε την
νύκτα εις τα σπίτια των καλών Χριστιανών. Και κάποτε θα έφθανε. Και διά να
γλυτώση την πεζοπορίαν, αν έβλεπε σιδηρόδρομον κατευθυνόμενον προς νότον, θα
επλήρωνε τον ναύλον και θα επέβαινε, με το καλό ή με το άγριον. Αφ’
εσπέρας έλαβε την απόφασιν να εκκινήση τα χαράματα. Χωρίς να είπη τίποτε εις
τας άλλας γυναίκας τας ομοχωρίους της, απεσύρθη ενωρίς εις τον οικίσκον της,
εμάζευσε τον ρουχισμόν της και μερικά κανίσκια τα οποία είχε προμηθευθή διά
τα εγγονάκια της, τα έδεσεν όλα εις μπόγον, ενεδύθη και κατεκλίθη εις την
κλίνην της, όπως ήτο, διά να κλέψη ένα ύπνο, πριν εκκινήση διά το μεγάλον
ταξίδι. Επί
αρκετάς ώρας ελαγοκοιμήθη, έχουσα κατά νουν να ξυπνήση ολίγον προ της αυγής
και να ολισθήση λάθρα έξω του χωρίου. Και ότε ηκούσθη το πρώτο λάλημα του
πετεινού, η γραία Λαμπρινή ηγέρθη τάχιστα, ενίφθη κατά πρόσωπον, έκαμε τον
σταυρόν της και εξεπόρτισε. Η νυξ ήτο ακόμη βαθεία και το χιόνι εφώτιζεν
αμυδρώς τον δρόμον της με την ψυχράν ανταύγειάν του. Άμα
εξελθούσα εις τους ερημικούς κατ’ εκείνην την ώραν δρόμους του χωρίου,
εβάδισε ταχέως προς τον σταθμόν του σιδηροδρόμου. Θα επεβιβάζετο της πρώτης
αμαξοστοιχίας, η οποία θα διηθύνετο προς νότον, κατά το σχέδιόν της. Εις
τούτο εστάθη τυχερή. Εμπορικός συρμός με ανοικτά βαγόνια έμφορτα μεγάλων
ζώων, ήτο έτοιμος να εκκινήση. Και η θεία Λαμπρινή, ολισθήσασα κρυφίως, αφού
πρώτον έρριψε τον μπόγον της εις το βαγόνι, εσκαρφάλωσεν είτα και αυτή και
ετοποθετήθη αθορύβως μεταξύ οκτώ αγελάδων, αι οποίαι την υπεδέχθησαν με
φιλικούς μηκυθμούς και την εθέρμαινον με την αναπνοήν των. Το τραίνο εξεκίνησεν. Η γραία Λαμπρινή έκαμε άλλην μίαν φορά το σημείον του σταυρού και έλαβε κουράγιο. Ήδη το δυσκολότερον μέρος του ταξιδίου επραγματώνετο ευτυχώς. Ενόμιζεν ότι μετ’ ου πολύ θα έβλεπε την κορυφογραμμήν της Πίνδου, την τόσον οικείαν εις την μνήμην της, την χαμένην εις την αντάραν και το χιόνι. Και ότε εξημέρωσεν, η γραία επρόβαλε μετ’ άκρας επιφυλάξεως την κεφαλήν της από το παραπέτο του βαγονιού, προσπαθούσα να διακρίνη εις το αβέβαιον πρωϊνόν φως και ομίχλην, τα γνώριμα και αγαπημένα βουνά. Αλλοίμονον!
Η πατρίδα ήτο ακόμη αρκετά μακράν. Προ των ομμάτων της γραίας Λαμπρινής
ηπλούτο ο ατελείωτος κάμπος, όσον που φθάνει το μάτι, σαβανωμένος με το
χιόνι. Εταξίδευσεν ολόκληρον την ημέραν προς νότον και περί την βραδυνήν
αμφιλύκην της εφάνη ότι διέκρινε μακράν τας σκιάς υψηλών βουνών. Η καρδιά της
ελαχτάρησε. Να ήτο άραγε η Πίνδος, το προσφιλές βουνόν, όπου υπό την σκιάν
του εγεννήθη, εμεγάλωσεν, υπανδρεύθη και εσπαργάνωσε τέκνα; Όχι μόνον
δεν ήτο η Γη της Επαγγελίας της, αλλά και περί το εσπέρας, ότε ο ήλιος έδυεν
εις την παρυφήν του κάμπου, εβεβαιώθη ότι ο συρμός εστράφη προς την δύσιν.
Εμάζευσεν εν βία τον μπόγον της και, όταν ο σιδηρόδρομος εστάθη δι’ ολίγα
λεπτά, επήδησεν αθορύβως εις το έδαφος, αποφασισμένη να συνεχίση πεζή το
ταξίδι της. * Άγνωστος
τόπος το μέρος όπου ευρέθη. Εις την ακοήν της έφθαναν λόγια άγνωστα,
διαφορετικά από την γλώσσαν του τόπου εις τον οποίον έζη μέχρι προ τινος. Η
καρδία της εμούδιασε. Πού να υπάγη νύκτα ώραν, ξένη και άγνωστος, μόνη και
έρημος γραία, αδύνατον μέρος; Όλον το θάρρος της την εγκατέλειψε και
καθήσασα εις μίαν γωνίαν του σταθμού, ομού μετ’ άλλων επιβατών, ήρχισε να
κλαίη με μαύρα δάκρυα. Πονετικοί άνθρωποι αυτοί οι ξένοι. Την περιεκύκλωσαν
με ενδιαφέρον και την ηρώτων εις την άγνωστον γλώσσαν των διά την αφορμήν των
δακρύων της. Τι να τους είπη; Πώς να συνεννοηθή; Πώς να τους ζωγραφίση τον
πόνον της; Και έκλαιε με σιωπηλούς λυγμούς, ενώ γύρω της οι ξένοι άνθρωποι
την παρετήρουν με ανείπωτον συμπάθειαν. Ήλθε, τέλος, και ένας άνθρωπος της
εξουσίας. Με θερμόν χαμόγελον την επλησίασε, της ωμίλησε. Είδε και απόειδε
ότι δεν είναι δυνατόν να συνεννοηθεί. Αντήλλαξε μερικές λέξεις με τους
πολίτας και λαβών ηρέμα την γραίαν εκ του βραχίονος, την ωδήγησε εις το
γραφείον του σταθμού. Εκ της
ανταλλαγής των ολίγων λέξεων μετά της γραίας, ερωτωμένης εις την ξένην
γλώσσαν και αποκρινομένης εις την γλώσσαν της στερεοτύπως «θέλω να πάω στο
χωριό μ’», εξήχθη το συμπέρασμα από την ομήγυριν ότι επρόκειτο περί
Ελληνίδος. Ο αστυνομικός ωμίλησεν εις το τηλέφωνον δι’ ολίγων και μετ’ ου
πολύ κατέφθασαν ασθμαίνοντες δύο Έλληνες εκ των πολιτικών προσφύγων, των
διαμενόντων εις την πολίχνην εκείνην της Τσεχοσλοβακίας. Διότι η γραία είχε
διέλθει τα πολωνοτσεχικά σύνορα και ευρέθη, άνευ διαβατηρίου, εις την
Τσεχίαν. Οι δύο
Έλληνες έσκυψαν έκπληκτοι πλησίον της γραίας: –Από πού
είσαι, μάνα μου; Ακούσασα
την πάτριον φωνήν έπαυσε πλέον αυτομάτως να κλαίη και ανέβλεψεν μετ’ ελπίδων
προς τους νεοελθόντας. –Και πού
καθόσουν; Έκαμαν οι
άνθρωποι τον σταυρόν των, ενώ οι ξένοι συγκινηθέντες παρηκολούθουν εν
μεταφράσει την συνομιλίαν. –Και πώς
ήρθες εδώ; Εγέλασαν
γύρω οι άνθρωποι. Έλαβον την γραίαν μετά στοργής και την ωδήγησαν εις τους
ελληνικούς καταυλισμούς, ενώ ταυτοχρόνως ετηλεγράφουν εις Πολωνίαν προς
ησυχίαν των εκεί συμπατριωτών των. Βεβαίως,
το ταξίδι της γραίας Λαμπρινής προς το χωρίον της δεν επραγματώθη. Και
στενάζουσα, αναμένει μετά των άλλων την ευλογημένην ώραν της επιστροφής της
εις το πάτριον έδαφος. Αχ, δεν θάχουν, Θεέ μου, τελειωμόν οι πίκρες και τα
βάσανα του κόσμου; (Η Αυγή,
25.12.1964) |
AUNT LAMBRINI’S REPATRIATION To go back to the start of the story, a gelid, snow-fraught wind had blown upon those boreal parts at the end of 1961, when old Lambrini, a 70 year-old widow, having a married daughter and grandchildren in the village S in the Pindus mountains and not being blessed as a grandmother to pamper her grandkids on her knees, decided to visit her homeland. She heard that in order to travel she needed papers, seals and signatures as well as rail tickets. She could easily afford her fare paying for it from her pension rendered to her by the authorities of that alien land – may God keep them. But how could she obtain the papers, the seals and the signatures? The wolves that ruled ‘down there’ in her native land would not give her permission. And what was worse, her ancestral home, where she was born, grew up, got married, gave birth to children and bound them in diapers, was inhabited by strangers. Poor Lambrini had nowhere to lay her head down. Her daughter, Macho, had had the village priest, Father Joasaph, write all this in detail. They had passed a law which crossed her out from the village register, deprived her of the Greek citizenship, confiscated her cottage and farmland, giving them over to some weaklings, wicked people, and former Nazi quislings – may hellfire consume them! And old Lambrini, desolate in foreign lands, missed her paternal and conjugal hearth, her humble cottage with its cozy nook by the fireside, her grandchildren, whose photos her daughter had duly included in her bitter missive. The old woman had been keeping them ever since in her bosom, night and day; she showed them to the other co-villagers and with tearful eyes would tenderly kiss them. From time to time she begged the literate ones to read her daughter’s painful letter, while fountains of tears were rolling down her wrinkled cheeks each time she heard the same, bitter words: “Dearest Mother, first of all, I’d like to know how you are; as for us, we are all well. I want you to know that one of our house walls has decayed and is about to collapse. In addition to this, one day the hearth caught fire, which spread up to the chimney and burned the ceiling. My husband climbed up onto the roof to put the fire out and broke all the tiles. And to top it off, more misfortunes visited me: the woman next door, who has snatched by force our cottage, fell out with me on the grounds of speaking ill against her, while she was the one that had treated me worse. She sued me at the police station and I have also to face a court trial; I have been sent a subpoena the other day. And more adversities have struck me, my poor mother. Our pregnant goat fell sick and died because of the hard winter. Besides the goat, I have also lost our two other goats, and so my kids were deprived of their milk. Thank God, I haven’t lost my mind, either…” * Therefore, old
Lambrini made up her mind: she was determined go back to her home village
alone, although she had no papers with seals and signatures issued by the
government of the Kingdom of Greece. She had no inkling of boundaries,
invented to keep peoples apart. She would keep going due south – she was
aware of it. Having the East to her left and West to her right, she would hike
during the day and stay overnight at homes of good Christians. And some time
in the near future, she would reach her destination. And to save up her
strength for further trekking, when she saw a train heading south, she would
pay the fare and board on it, one way or the other. In short, one evening she resolved to set out with the first light on the following day. Without saying a word to anyone of the other women, she retired to her home early to pack her clothes and a number of hampers with gifts for her grandchildren; she bound them all in a bundle, and went to bed in her clothes, so that she could get a wink of sleep before setting out for her long journey. She dozed for some hours, bearing in mind to wake up shortly before dawn and sneak out of the village. At the first crow of the cockerel, old Lambrini rose quickly, washed her sleep away from her face, crossed herself and stealthily opened the door. The night was still deep but the snow guided her with its cold, faint glimmer. On walking out in the bleak streets of the village, she quickened her steps towards the railway station. According to plan, she intended to board the first train due south. And she was lucky. A freight train with opened cars loaded with cattle was about to start off. Aunt Lambrini threw her bundle onto a car, climbed furtively onto it and noiselessly slipped among eight cows, which accepted her with friendly bellows and warmed her with their breaths. The train started off. Old Lambrini crossed herself once again and took heart. The hardest part of her journey was fortunately being realized. She had the impression that she would shortly see the Pindus mountain ridge – so familiar in her memory – snow capped and enveloped in fog. When day broke, old Lambrini peeped out of the parapet with extreme caution trying to make out in the uncertain morning light and through the fog the familiar and cherished mountains. But alas! Home was still far enough. All old Lambrini could discern was the unending, snow-enshrouded, plains extended as far as the eye could see. She had been traveling southwards all day until around the evening twilight she thought she could distinguish the long shapes of high mountains. Her heart missed a beat. Could they possibly be Pindus, her precious mountain, where she was born, reared, married and nursed children? Sadly, she did not find herself in the Promise Land, and, to her dismay, when the sun was setting at the end of the plains, the train veered westwards. She hurriedly gathered her bundle and when the train came to a standstill for a few minutes, she silently jumped off onto the ground, determined to continue her journey on foot. * She found herself in a
wholly unfamiliar place. She could hear words in a language different from
that spoken where she lived a short while ago. Her heart went numb. Where
could she go in the night – being a stranger and unbeknown – a desolate old
woman? Despair overwhelmed her. With a heavy heart, she sat in a corner of
the station, together with other passengers, and began to weep, shedding
bitter tears. Those strangers were compassionate. They drew near her with
interest and kept asking her, in the language she could not understand, why
she was crying. What could she tell them? How could she communicate? How
could she describe her pain? And while she was crying, those strangers around
were looking at her with ineffable compassion. Finally, a man of authority
appeared. He approached with a warm smile and spoke to her. When he realized
that it was impossible to deal with her, he exchanged a few words with the
civilians at hand and taking the old woman gently by the arm, ushered her
into the station’s office. To the officer’s questions
in the language she did not know, the old woman was constantly replying in
her own language: “I want to go to my village.” Finally, it was decided by
those present that the woman in question was Greek. The officer spoke on the
phone with someone, and shortly afterwards two Greek political refugees staying
in that small town of Czechoslovakia arrived out of breath. Obviously, the
old woman had crossed the border and found herself in Czechia without a
passport. The two Greeks bent over the
old woman nonplussed: -
Where are you from, Mother? -
From Pindus… Upon hearing her mother
tongue, she stopped crying and regarded the newcomers hopefully. -
And where do you live? -
Over there, in Poland. The two men crossed
themselves in astonishment, while the people around them, touched, were
listening to the translated conversation. -
And how have you arrived
here? -
On the train, son! -
And how are you going to
travel down to Greece? -
Walking. I’m still holding
out all right. All those present laughed
condescendingly. They received the old woman with affection and escorted her
to the Greek refugee camp, while in the meanwhile they wired to Poland in
order to reassure her compatriots. Of course, old Lambrini’s
journey to her native village was never carried through. And sighing, she is
looking forward, along with the other fellow countrymen, to the blessed moment of
return to their homeland. Oh, God; the pain and
suffering of people will never end! Published by The Avgi newspaper on 25/12/1964 |



