|
THE HOUR OF LETDOWN E. B. White
When the man came in,
carrying the machine, most of us looked up from our drinks, because we had
never seen anything like it before. The man set the thing down on top of the
bar near the beerpulls. It took up an ungodly amount of room and you could
see the bartender didn't like it any too well, having this big, ugly-looking
gadget parked right there.
The man gave no sign of
being the center of attention. He laid a five-dollar bill down on the bar.
Then he drank one of the ryes and chased it with water. He picked up the
other rye, opened a small vent in the machine (it was like an oil cup) and
poured the whiskey in, and then poured the water in. "There's plenty of room
for everyone here," replied the man. "Two
rye-and-water," said the man. |
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΗΧΑΝΑΚΙ (Τίτλος του πρωτοτύπου: The Hour of
Letdown) [December
14, 1951] Έλγουιν Μπρουκς Χουάιτ* Αλέξανδρος
Κοτζιάς
(Εκδόθηκε
στη δίτομη ανθολογία του εκδοτικού οίκου Αυλός του 1960). Μόλις
μπήκε ο άνθρωπος κουβαλώντας το μηχανάκι, οι πιο πολλοί από μας ανασήκωσαν τα
μάτια από τα ποτήρια, γιατί τέτοιο πράγμα δεν τόχαμε ξαναδεί. Ο άνθρωπος
ακούμπησε το μηχανάκι πάνω στο μπαρ, πλάι στην κονσόλα της μπύρας. Έπιασε
όλον τον τόπο και τόβλεπες πως ο μπάρμαν δεν το πήρε από καλό μάτι, νάχει
μπροστά του τούτο το βαρύ και κακομούτσουνο μαραφέτι. -
Δυο
ουίσκι και νερό, είπε ο άνθρωπος. -
Ένα
διπλό; ρώτησε ο μπάρμαν. -
Όχι,
είπε ο άνθρωπος. Δυο ουίσκι και νερό, παρακαλώ. Κοίταξε
τον μπάρμαν κατάματα, όχι ακριβώς εχθρικά, ίσα-ίσα όχι και τόσο απόλυτα
φιλικά. Τόσα
χρόνια συναναστροφής με όλων των λογιών τύπους που μπαινοβγαίνουν στα
καπηλειά, είχαν χαρίσει στον μπάρμαν αρκετή ανοχή. Ωστόσο, δεν έδειξε και
τόση προθυμία με τούτο τον τύπο – ήταν σίγουρο πως δεν του άρεσε καθόλου το
μηχανάκι. Αυτό να λέγεται. Σήκωσε ένα τσιγάρο που σιγόκαιγε στο τεζάκι,
τράβηξε μια ρουφηξιά και το ξανάφησε στη θέση του. Έπειτα γέμισε δυο ποτήρια
με ουίσκι και δυο ποτήρια νερό και τάσπρωξε μπροστά στον άνθρωπο. Εμείς
παρακολουθούσαμε. Όποτε σ’ ένα μπαρ συμβαίνει κάτι και ελάχιστα ασυνήθιστο,
το μυρίζεσαι αμέσως και προσέχεις να το δεις. Ο
άνθρωπος όμως δεν έδειξε κανένα σημάδι πως αποτελούσε το κέντρο της γενικής
προσοχής. Ακούμπησε στο τεζάκι ένα χαρτονόμισμα των πέντε δολαρίων. Έπειτα
ήπιε το ένα ουίσκι αφού το αραίωσε με νερό. Σήκωσε το άλλο ποτήρι, ξεβίδωσε
ένα καπάκι στο μηχανάκι και έχυσε μέσα το ουίσκι. Κατόπιν έχυσε και το νερό. Ο
μπάρμαν τον έβλεπε σκυθρωπός. -
Δεν
γελάω, του είπε με σιγανή φωνή. Ο σύντροφός σου μου πιάνει όλο τον τόπο.
Γιατί δεν το ακουμπάς στο μπάγκο δίπλα στην πόρτα που έχει χώρο; -
Χωράμε
όλοι εδώ, είπε ο άνθρωπος. -
Δεν
μου κάνει γούστο, είπε ο μπάρμαν. Βάλε το καταραμένο ρημάδι σου πλάι στην
πόρτα. Κανείς δεν σ’ το αγγίζει. Ο
άνθρωπος χαμογέλασε. -
Έπρεπε
να το δεις το απόγεμα, είπε. ήταν σπουδαίο. Σήμερα ήταν η τρίτη μέρα του
τουρνουά. Φαντάσου τρεις μέρες αδιάκοπης πνευματικής εργασίας; Και με τους
άσσους του κόσμου! Στην αρχή του παιχνιδιού κέρδισε ένα αβαντάζ κι έπειτα δυο
ολόκληρες ώρες το εκμεταλλεύθηκε λαμπρά. Στο τέλος στρίμωξε στη γωνιά τον
βασιλιά του αντιπάλου. Σαρώνει ένα πύργο κι ένα τρελό, και τον ξεμπέρδεψε.
Ξέρεις πόσα κέρδισε στο σκάκι μέσα σε τρεις μέρες; -
Πόσα; -
Πέντε
χιλιάδες δολάρια, είπε ο άνθρωπος. Τώρα θέλει κομμάτι ξεκούραση, να πιει κι
ένα ποτηράκι. Ο
μπάρμαν σφούγγισε μηχανικά με την πετσέτα του το τεζάκι. -
Πήγαινέ
το αλλού, τα πιει εκεί! Είπε αλύγιστος. Μου φτάνουνε οι σκοτούρες μου. Ο
άνθρωπος κούνησε το κεφάλι του και χαμογέλασε. -
Όχι.
Μας αρέσει εδώ. Έδειξε
τ’ άδεια ποτήρια. -
Από
τα ίδια, παρακαλώ. Ο
μπάρμαν αργοσάλεψε το κεφάλι. Έδειχνε μισοζαλισμένος, αλλά είχε σκυλιάσει. -
Τράβα
το ρημάδι πιο κει, φώναξε. Δεν πουλάω ουίσκι σε αγδύρτες. -
Αγύρτες!
Είπε το μηχανάκι. Το σωστό είναι αγύρτες! Λίγο
πιο πέρα κάποιος πελάτης, που βρισκόταν κιόλας στο τρίτο διπλό, ήταν έτοιμος
ν’ ανακατευθεί στη συζήτηση, που την παρακολουθούσε απ’ την αρχή προσεχτικά.
Ήταν μεσόκοπος. Η γραβάτα του τραβηγμένη από το κολάρο, και το κολάρο
ξεκούμπωτο. Ό, τι είχε ρουφήξει το τρίτο ποτήρι και το σπίρτο τον έκανε
πρόθυμο να υποστηρίξει τους καταπιεσμένους και διψασμένους. -
Αφού
το μηχανάκι θέλει να πιει, γιατί δε του δίνεις; Είπε στον μπάρμαν. Παράτα τις
γκρίνιες. Ο
άνθρωπος με το μηχανάκι γύρισε στον καινούργιο του φίλο και τον χαιρέτησε
πρόσχαρα και ευγνώμονα, σηκώνοντας το χέρι ως το κούτελο. Η επόμενη κουβέντα
του προωριζόταν γι’ αυτόν, λες κι επίτηδες παραγνώριζε την ύπαρξη του
μπάρμαν. -
Καταλαβαίνεις,
τώρα, πώς είναι να κουραστείς διανοητικά. Πώς το τραβάς ένα ποτηράκι; -
Πώς
δεν καταλαβαίνω; Είπε ο φίλος. Το φυσικότερο πράγμα στο κόσμο. Σηκώθηκε
σαματάς στο μπαρ. Άλλοι ταχθήκανε με τον μπάρμαν, άλλοι πάλι με το μηχανάκι.
Κάποιος ψηλός, κατσούφης που στεκόταν δίπλα μου, μουρμούρισε: -
Άλλο
ένα ουίσκι, Μπιλ, και μπόλικο λεμόνι. -
Ξινό!
Είπε ανόρεχτα το μηχανάκι. Δεν αγοράζουν λεμόνι σε τούτες τις τρύπες. -
Ε,
φτάνει! Βρόντηξε ο μπάρμαν το χέρι του στο τεζάκι. Θα τραβήξεις πιο πέρα το
ρημάδι ή θα του κοπανίσω μια να γίνει χίλια κομμάτια; Δεν έχω κέφι σου λέω.
Έχω στο κεφάλι μου όλη τη δουλειά και δε θέλω κουβέντες από μηχανικούς εγκεφάλους ή όπως διάβολο
αλλιώτικα λέγεται. Ο
άνθρωπος αγνόησε το τελεσίγραφο. Γύρισε στο φίλο του, που το ποτήρι του ήταν
τώρα άδειο. -
Δεν
είναι μόνο που ξεπατώθηκε παίζοντας σκάκι τρεις μέρες, είπε καλόγνωμα. Ξέρεις
και για τι άλλο θέλει να πιεί; -
Όχι,
είπε ο φίλος. Για τι; -
Έκλεψε!
Είπε ο άνθρωπος. Πάνω
σ’ αυτό το μηχανάκι χαχάνισε πονηρά. Ένας λεβιές σάλεψε ανάλαφρα, κι ένα φως
αναβόσβησε στο καντράν. Ο φίλος κατσούφιασε. Έμοιαζε σαν νάχε θιγεί η
αξιοπρέπειά του, σαν να μην είχαν εκτιμήσει καλά τη νοημοσύνη του. -
Κανείς
δεν μπορεί να κλέψει στο σκάκι, είπε. Αδύνατον. Στο σκάκι είναι όλα ανοιχτά.
Η φύση του παιχνιδιού είναι τέτοια, ώστε αποκλείεται η απάτη. -
Έτσι
νόμιζα κι εγώ, είπε ο άνθρωπος. Αλλά υπάρχει ένας τρόπος. -
Ε,
λοιπόν, δεν μου κάνει εντύπωση, είπε ο μπάρμαν. Απ’ την πρώτη ματιά πούριξα
σ’ αυτό το ρημάδι, κατάλαβα τι λήσταρχος είναι! -
Δυο
ουίσκι με νερό, είπε ο άνθρωπος. -
Δεν
σου δίνω άλλο ουίσκι, είπε ο μπάρμαν. Έριξε
μια ματιά στον μηχανικό εγκέφαλο. -
Και
πού ξέρω γω αν δεν μέθυσε κιόλας; -
Απλούστατο.
Ρώτα τα το κάτι, είπε ο άνθρωπος. Οι
πελάτες ανάδεψαν και κοιτούσαν τον καθρέφτη. Ψοφούσαμε από περιέργεια.
Καρτερούσαμε. Ήταν η σειρά του μπάρμαν να «παίξει». -
Να
ρωτήσω τι; Σαν τι; Είπε ο μπάρμαν. -
Δεν
έχει σημασία. Διάλεξε δυο πολυψήφιους αριθμούς και πες του να τους
πολλαπλασιάσει. Δεν πολλαπλασιάζεις πολυψήφιους αριθμούς σαν είσαι
μεθυσμένος. Έτσι; Το
μηχανάκι ανασάλεψε σαν να ετοιμαζόταν. -
Δέκα
χιλιάδες οκτακόσια εξήντα δύο επί ενενήντα εννέα, είπε με κακία ο μπάρμαν. Θάλεγε
κανείς ότι διάλεξε τα δυο εννιάρια για να το κάνει πιο δύσκολο. Το μηχανάκι
δονήθηκε. Άναψε μια λάμπα κι ένας λεβιές τινάχτηκε απότομα. -
Ένα
εκατομμύριο εβδομήντα πέντε χιλιάδες τριακόσια τριάντα οχτώ, είπε το
μηχανάκι. Πνοή
δεν ακουγόταν σ’ όλο το μπαρ. Κοιτάζαμε κακόκεφα στον καθρέφτη. Άλλοι
εξέταζαν τα μούτρα τους, άλλοι λοξοκοιτούσαν τον άνθρωπο και το μηχανάκι. Τέλος,
κάποιος νεαρός με κλίση στα μαθηματικά, έπιασε χαρτί και μολύβι και
αποτραβήχτηκε. -
Σωστά,
είπε έπειτα από κάμποσα λεπτά. Δεν μπορείς να πεις πως είναι μεθυσμένο. Όλοι
κοιτούσαμε τώρα τον μπάρμαν. Απρόθυμος, γέμισε δυο ποτήρια με ουίσκι και δυο
με νερό. Ο άνθρωπος ήπιε το δικό του. Έπειτα έδωσε και στο μηχανάκι. Το φως
στο μηχανάκι σιγόσβησε. Ένας από τους λεβιέδες του κρέμασε σαν ψόφιος. Κάμποσο
μέσα στο μπαρ έμοιαζε όπως σε καράβι που έπεσε σε νηνεμία. Όλοι μας πασχίζαμε
να χωνέψουμε την κατάσταση, με τη βοήθεια του σπίρτου. Μερικά ποτήρια
ξαναγέμισαν. Οι πιο πολλοί μας ζητούσαμε βοήθεια απ’ τον καθρέφτη – την
τελευταία καταφυγή μας. Ο
φίλος με το ξεκούμπωτο κολάρο καθάρισε τη θέση του. Στέριωσε στα πόδια του και στάθηκε ανάμεσα στον
άνθρωπο και το μηχανάκι. Πέρασε το ένα χέρι γύρω από τον άνθρωπο και τ’ άλλο
γύρω στο μηχανάκι. -
Άντε
να φύγουμε από δω. Πάμε κάπου αλλού. -
Εντάξει,
είπε ο άνθρωπος. Ό, τι ήθελα να σ’ το πω. Έχω το αυτοκίνητό μου απ’ έξω. Πλήρωσε
τα ποτά αφήνοντας ένα μικρό φιλοδώρημα. Ήσυχα – ήσυχα, αλλά κάπως αβέβαια,
έβαλε το μηχανάκι παραμάσχαλα και με το φίλο του ξεκίνησαν και βγήκαν στον
δρόμο. Ο
μπάρμαν τους παρακολούθησε ώσπου χάθηκαν κι έπειτα γύρισε στη δουλειά του. -
Έχει
το αυτοκίνητό του απ’ έξω, είπε με σαρκασμό. Πώς σας φαίνεται τούτο; Κάποιος
πελάτης κοντά στην πόρτα παράτησε το ποτήρι, πήγε ως το παράθυρο, σήκωσε το
κουρτινάκι και κοίταξε όξω. Κοίταξε μια στιγμή κι έπειτα γύρισε στη θέση του. -
Πολύ
πιο σπουδαίο αμάξι απ’ ό, τι φαντάζεσαι, είπε στον μπάρμαν. Ολόκληρη
‘Κάντιλακ’! Και ποιος απ’ τους τρεις θαρρείς πως σωφάρει; * Πληροφορίες γέννησης: 11 Ιουλίου
1899, Μάουντ Βέρνον, Νέα Υόρκη, ΗΠΑ Απεβίωσε: 1 Οκτωβρίου 1985, E. B.
White House, Brooklin Σύζυγος: Κάθριν
Σαρτζάντ Έιντζελ Γουάιτ (νύμφ. 1929–1977) Βραβεία: Μετάλλιο Ουάιλντερ, Audie Award for
Middle Grade, ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ Παιδιά: Τζόελ Γουάιτ |
Δευτέρα 22 Μαΐου 2023
THE MACHINE IN OUR LIVES - Η ΜΗΧΑΝΗ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ
-
Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΠΟΥ ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΑ ΠΑΛΙΑ Τάσος Καλούτσας «Τι κάνει σήμερα η γιαγιά;» ρώτησα την Ιβάνκα, βγαίνοντας στο μπαλκονά...
-
EXORCISM By Vassilis C. Militsis Father Parthenios, abbot of the monastery of Our Beatific Holy Lady, was a 75-year-old man, of...
-
Ο ΔΟΚΗΣΙΣΟΦΟΣ του Ανδρέα Λασκαράτου (1811-1901) Ο δοκησίσοφος έλαβε από τη φύση του το χάρισμα του ...


