|
ΚΛΑΣΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ Γιάννης
Παλαβός
Τυλιγμένο στο ημίφως που κιόλας, καθώς ο ήλιος έδυε, σκέπαζε τη λεωφόρο,
το γηροκομείο υψωνόταν πίσω από τα κυπαρίσσια που το έζωναν σαν λόγχες.
Παρότι σε λίγες ώρες άλλαζε ο χρόνος, η κίνηση ήταν πυκνή και η βοή έκανε το
γέρικο κτίριο στο κέντρο του κήπου να μοιάζει ακόμη πιο απόκοσμο. Κατεβαίνοντας από το λεωφορείο μπρος στην καγκελόφραχτη πύλη, η Νίκη, με
το βαλιτσάκι στο χέρι, άνοιξε το πορτόφυλλο. Μια φθαρμένη πινακίδα, γερμένη
έτσι που το βέλος σημάδευε τα γκρίζα σύννεφα, έγραφε: «ΠΡΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ».
Ανηφόρισε το δρομάκι με ταχύ βήμα· παρά τα εξήντα της χρόνια βάδιζε πάντα
γρήγορα, σαν να την κυνηγούσαν. Μια κίσσα έκρωξε από κάποιο κλαδί και στον
νου της ήρθε ο Γιάννης, που την περίμενε στο σπίτι. Δυο νύχτες λείπω,
σκέφτηκε, θα χάλασε τον κόσμο να με φωνάζει. Πέντε λεπτά αργότερα, κι αφού άφησε πίσω της τους μαιάνδρους του
μονοπατιού –παράξενο, σκέφτηκε, σαν ο αρχιτέκτονας να τους σχεδίασε απλώς για
να διασκεδάσει– έφτασε στην υποδοχή. Στο άκουσμα του ονόματός της, ένας
φαλακρός άνδρας πετάχτηκε από το βάθος, αναφωνώντας: «Μα επιτέλους!
Νύχτωσε!». Χωρίς να χάσει την ψυχραιμία της, η Νίκη απάντησε: «Μου κλείσατε
την αργή πτήση –τέσσερις ώρες απ’ τη Νέα Υόρκη στην Αθήνα–, κι έπειτα η
κίνηση από το αεροδρόμιο δεν περιγράφεται». Ο άνδρας, που τείνοντας το χέρι
τής συστήθηκε ως «Γενικός Προϊστάμενος», σήκωσε τους ώμους: «Δεν ξέρετε σε τι
περικοπές μάς υποχρέωσε το υπουργείο», είπε. «Λίγο ακόμη και θα πλήρωνα το
ταξίδι σας απ’ την τσέπη μου». Έβγαλε τα γυαλιά του και τα σκούπισε στο
μανίκι. «Και στη Νέα Υόρκη τι κάνατε;», ρώτησε. «Σε γηροκομείο κι εκεί;».
«Ήμουν στην Αστόρια, στα γενέθλια του γιου ενός εστιάτορα», απάντησε η Νίκη.
Ο Γενικός φόρεσε τα γυαλιά του. «Δουλειά να υπάρχει», είπε. «Το καλύτερο
φάρμακο». Κοίταξε το ρολόι του: «Αλλά πάμε, αργήσαμε». Έστριψαν στον διάδρομο. Οι τοίχοι του ψηλοτάβανου κτιρίου, χτισμένου τον
προπερασμένο αιώνα, ήταν κηλιδωμένοι από την υγρασία. Το ξέθωρο πράσινο χρώμα
τους γεννούσε μια αίσθηση προχωρημένης σήψης. Αριστερά και δεξιά, πίσω από
κλειστές πόρτες, βρίσκονταν τα δωμάτια όπου οι τρόφιμοι ζούσαν ανά δύο,
«εκτός από τα άκρως αντικοινωνικά άτομα», εξήγησε ο Γενικός, «που μένουν μόνα
τους». Διέσχισαν την πτέρυγα ακολουθώντας μια δαιδαλώδη διαδρομή, που στη
Νίκη φάνηκε εξίσου παράλογη με τους μαιάνδρους του κήπου, κι έφτασαν σ’ ένα
σαλόνι. Πλάι σ’ ένα μαδημένο χριστουγεννιάτικο δέντρο ήταν αραδιασμένες καμιά
πενηνταριά πλαστικές καρέκλες. Είκοσι ηλικιωμένοι, φορώντας τα γιορτινά τους,
περίμεναν ακροβολισμένοι. «Μπορείτε να αλλάξετε εδώ», είπε ο Γενικός
δείχνοντας ένα δωματιάκι παραδίπλα. «Αυλαία σε δέκα λεπτά». Ανάμεσα σε σφουγγαρίστρες και απορρυπαντικά, η Νίκη άνοιξε το βαλιτσάκι
και, παραμερίζοντας τη στολή του Σπάιντερμαν, ξεδίπλωσε ένα τριμμένο μαύρο
φουστάνι. Έβαλε πούδρα, έβαψε τα χείλη της και, ενώ κοιταζόταν στο
καθρεφτάκι, δεν ήξερε αν έπρεπε να οικτίρει τον εαυτό της ή να βάλει τα
γέλια. Σε λίγο έστεκε μπρος στο ακροατήριο. Ο Γενικός την ανήγγειλε, το κοινό
χειροκρότησε και η Νίκη άρχισε το πρόγραμμα που είχαν συμφωνήσει από τον
Οκτώβριο: τραγούδια των Μπιτλς – «κλασική μουσική» είχε ζητήσει στο μέιλ του
ο Γενικός, «δεν την αγγίζει ο χρόνος». Η Νίκη τραγουδούσε μηχανικά, με το
βλέμμα στο ρολόι του τοίχου: περασμένες έξι· στις επτά θα τέλειωνε, θα
έπαιρνε ταξί και πριν από τις οκτώ θα ήταν στο σπίτι με τον Γιάννη, θα έβραζε
μια μακαρονάδα και έως τα μεσάνυχτα θα κοιμόταν. Έκλεισε το πρόγραμμα στις επτά
παρά δέκα, υπολογίζοντας ότι θα της παράγγελναν ένα δυο τραγούδια ακόμη. Δεν
της ζήτησαν τίποτα· με την υπόκλιση, οι καρέκλες άδειασαν. Ο Γενικός τής
έδωσε συγχαρητήρια, της υποσχέθηκε ότι η αμοιβή θα της πιστωθεί την πρώτη
εργάσιμη μέρα της νέας χρονιάς και τη συνόδευσε μέχρι το δωματιάκι για να
αλλάξει. «Αλλά προτού φύγετε», είπε όταν η Νίκη βγήκε, «επιτρέψτε μου να σας
ξεναγήσω. Θα βγούμε από την πίσω έξοδο». Πέρασαν το σαλόνι και διέγραψαν πάλι μια τεθλασμένη, ακατάληπτη πορεία
ανάμεσα σε σφαλιστές πόρτες, ώσπου, αφού βάδισαν ένα δεκάλεπτο μέσα σε
απόλυτη ησυχία που τη διέκοπταν τα σχόλια του Γενικού, κάτι τράβηξε την
προσοχή της: μια μισάνοιχτη πόρτα που πίσω της διακρίνονταν μορφές. Ο Γενικός
το αντιλήφθηκε· κοντοστάθηκε, πλησίασε και αντάλλαξε δυο λόγια με κάποιον.
Γύρισε στη Νίκη: «Θέλετε να δείτε;», ρώτησε και της ένευσε να έρθει. «Είστε
καλλιτέχνις, άρα εξοικειωμένη μ’ αυτά. Πεθαίνει ένας τρόφιμος». Η Νίκη μπήκε πίσω του. Ένας άνδρας, με μάσκα οξυγόνου και σωληνάκια να
εξέχουν απ’ το στόμα και τα χέρια του, βαριανάσαινε στο κρεβάτι. Μυριάδες
ζάρες αυλάκωναν την όψη του. «Μια απ’ τις δυσκολότερες περιπτώσεις μας», είπε
ο Γενικός. «Ενενήντα δύο ετών, αλλά μυαλό κοφτερό. Κατέπεσε πριν από δύο
εβδομάδες». Ίσιωσε με τον δείκτη τα γυαλιά του. «Δεν φαντάζεστε στριφνάδα.
Γι’ αυτό τον είχαμε μόνο του. Ξέρετε τι μου ‘πε τη μέρα που ήρθε, πριν από
δεκαπέντε χρόνια; “Μη σκας που δεν έχεις μαλλιά – άμα σου βρουν κάναν όγκο
και κάνεις χημειοθεραπεία, δεν θα το καταλάβει κανένας”. Μια άλλη φορά
πλησίασε μια στρουμπουλή νοσοκόμα κι άρχισε να κάνει κύκλους γύρω της,
λέγοντας ότι το βάρος της τον έθεσε σε τροχιά». Χαμογέλασε. «Δυστυχής», είπε
και του χάιδεψε το χέρι. Η Νίκη κοίταξε τον ηλικιωμένο, ύστερα μια οθόνη στερεωμένη πάνω απ’ το
κρεβάτι. «Αυτό τι είναι;», ρώτησε. «Α», έκανε ο Γενικός, «το επιθανατοσκόπιο.
Το αγοράσαμε πέρυσι. Γνωρίζετε περί τίνος πρόκειται;». «Όχι», είπε η Νίκη.
«Αυτό που έλεγαν παλιά, ότι όταν πεθαίνεις περνάει όλη η ζωή σου μπροστά απ’
τα μάτια σου», είπε ο Γενικός, «είναι αλήθεια. Για την ακρίβεια, περνούν οι
στιγμές που σε σημάδεψαν». Τότε η Νίκη είδε δύο άνδρες πλάι στο παράθυρο – ο
ένας νεαρός κι ο άλλος γύρω στα εξήντα πέντε. «Οι κύριοι», είπε ο Γενικός,
«είναι συνάδελφοι από τη Διεύθυνση Ψυχικής Υγείας. Το επιθανατοσκόπιο είναι
πλέον βασικό εργαλείο τους». Ο μεγαλύτερος χαιρέτησε τη Νίκη. Ο νεαρός, με τη
μύτη ελαφρώς ανασηκωμένη, δεν μίλησε. Αίφνης, το πρόσωπο του ηλικιωμένου συσπάστηκε και η ανάσα του έγινε
ταχύτερη και βαριά, σαν ροχαλητό. Με μια γαλαζωπή λάμψη, η οθόνη άναψε και
πάνω της διαγράφτηκαν σκιές, συγκεχυμένες μορφές. Οι δύο άνδρες έβγαλαν από
τα σακάκια τους σημειωματάριο και μολύβι και πλησίασαν. Ο ηλικιωμένος
ανασάλευε, τίναζε το κεφάλι. Λίγο λίγο οι εικόνες στην οθόνη άρχισαν να
ξεκαθαρίζουν – ασπρόμαυρες. Ο Γενικός έσκυψε στη Νίκη: «Θέλαμε το έγχρωμο
μοντέλο», είπε, «αλλά ας όψονται οι περικοπές…». Η Νίκη συγκεντρώθηκε στην οθόνη. Η πρώτη εικόνα ήταν ένα παιδί να
κρυφακούει έξω από μια πόρτα, τρομαγμένο, έναν άνδρα και μια γυναίκα να
κάνουν έρωτα. Έπειτα οι εικόνες άρχισαν να διαδέχονται η μια την άλλη όλο και
πιο γρήγορα: ο άνδρας και η γυναίκα να μαλώνουν· ο άνδρας να μαζεύει τα ρούχα
του και να φεύγει· το παιδί να παίζει μπάσκετ απόγευμα σε άδειο γήπεδο· το
παιδί, έφηβος πια, να μιλάει σ’ ένα κορίτσι κι εκείνο να αποστρέφει το
βλέμμα· ένα φιλί χαράματα στη μέση του δρόμου· ένας καβγάς κι η κοπέλα να
κλαίει· βουτιές στη θάλασσα καλοκαίρι, γύρω κόσμος κι εκείνος μόνος· η οθόνη
του υπολογιστή σ’ ένα γραφείο· η κέρινη όψη μιας ηλικιωμένης στο φέρετρο·
πάλι το γραφείο και πάλι η θάλασσα, μόνος· κι ύστερα ένα ποτηράκι κονιάκ σ’
ένα καφενείο και η υγρασία στους τοίχους του γηροκομείου. Η Νίκη κοιτούσε μια
την οθόνη και μια τον νεαρό που σημείωνε μειδιώντας. Στράφηκε στον Γενικό.
Εκείνος χαμογέλασε. «Είναι νέος…», είπε. Έπειτα η ανάσα του ηλικιωμένου
σχεδόν σίγησε και η οθόνη έσβησε. Οι δύο άνδρες κατέβασαν τα μολύβια και
γύρισαν προς τον Γενικό, ώσπου ο ηλικιωμένος, αφήνοντας μια στριγκή κραυγή,
ξεψύχησε. «Καλό παράδεισο», είπε ο Γενικός, και τότε η Νίκη πρόσεξε ότι τόση ώρα το
χέρι του κρατούσε το χέρι του ηλικιωμένου. Ο Γενικός αποχαιρέτησε τους δύο
άνδρες και βγήκε να ξεπροβοδίσει τη Νίκη. Η έξοδος δεν απείχε πολύ. Ο δρόμος
εδώ ήταν ήσυχος. Η αλλαγή του χρόνου πλησίαζε. «Πώς σας φάνηκε;», ρώτησε ο
Γενικός. «Έχω τραγουδήσει και καλύτερα», απάντησε η Νίκη. «Εννοώ το επιθανατοσκόπιο»,
είπε. Η Νίκη σήκωσε τους ώμους. «Θεώρησα», είπε ο Γενικός, «ότι ως
καλλιτέχνιδα θα σας ενδιέφερε η εμπειρία. Ξέρετε, είμαι κι εγώ, ας πούμε,
καλλιτέχνης. Έχω εκδώσει μια ποιητική συλλογή με δικά μου έξοδα». Η Νίκη
κατένευσε κι έψαξε για ταξί. «Σας ευχαριστώ», του είπε. «Καλή χρονιά»,
ευχήθηκε εκείνος, «με υγεία σε σας και στους δικούς σας. Σας περιμένουν στο
σπίτι;», ρώτησε. «Ο παπαγάλος μου», είπε η Νίκη. «Θα με φωνάζει σαν τρελός
εδώ και δυο μέρες». Και πρόσθεσε: «Εσείς;». «Εδώ», είπε ο Γενικός. «Εγώ, άλλο
από δουλειά δεν έχω στο μυαλό μου». Την αποχαιρέτησε με μια ελαφρά κλίση του
κεφαλιού και, σφυρίζοντας το «Ob-La-Di, Ob-La-Da», μπήκε στο κτίριο. Με το βαλιτσάκι στο χέρι, η Νίκη έμεινε να ψάχνει ταξί στον άδειο δρόμο. Του ιδίου: ·
AN EASTER STORY BY
YANNIS PALAVOS · ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ - ΙΣΡΑΗΛ |
CLASSICAL MUSIC By Palavos
Yannis
Rendered by Vassilis
C. Militsis Enveloped in the incipient twilight, which obscured the avenue, as the sun was setting, the retirement home rose behind the spear-like cypresses that surrounded it. Despite the change of the year in a few hours, the traffic was heavy and the bustle imparted the old building in the center of the garden an eerie appearance. Alighting from the bus in front of the grated gate, Niki, suitcase in hand, opened the wicket. A time worn sign tilted skyward said: TO THE ADMINISTRATION. She walked up the path with rapid pace; despite her sixty years, she always walked fast as if she were being chased. A magpie crowed form among a branch and it occurred to her that Yannis had been expecting her at home. I’ve been away for two nights, she mused; he must have raised hell calling for me. Five minutes later, leaving behind her the winding path – odd, he thought, as though the architect that had planned it were in a jocular mood – she arrived at the reception. On hearing her name, a bald headed man popped out from the end of the room exclaiming: “At last you came, it’s nighttime!” “But you’ve reserved a late flight,” Niki replied without losing her composure, “four hours from New York to Athens; in addition, the traffic from the airport is unbelievably heavy.” The man extending his hand and introducing himself as the head of the establishment shrugged his shoulders: “You can’t imagine the spending cuts imposed by the ministry; I’ve come close to paying your trip out of my own pocket.” He took off his glasses and wiped them on his sleeve. “What did you do in New York?” he asked. “At another nursing home for the aged?” “I was in Astoria playing at the birthday of a restauranter’s son,” replied Niki. The manager put his glasses back on and said: “If there’s work, all is fine; work is the best medicine.” He looked at his watch. “Let’s get going, we’re late.” They turned into the corridor. The walls of the high ceilinged edifice, built two centuries ago, were stained by the dampness. Their pale green color imparted a look of advanced decay. On both sides, behind closed doors, were the rooms where the inmates lived in twos, ‘except for the highly antisocial individuals, which stayed alone’ explained the manager. They crossed the wing following a labyrinthine passage, which it appeared to Niki equally senseless as the meanders of the garden, and came to a sitting room. Beside a frayed Christmas tree there were about fifty or so plastic chairs arrayed. Twenty elderly people, dressed in their Sunday clothes, sat waiting in rows. “You can change in here,” said the manager showing her to an adjacent room. “Curtain up in ten minutes.” Amidst mops and detergents, Niki opened her small suitcase and, setting aside the Spiderman costume, unfolded a threadbare, black dress. She put on some face powder, lipstick and, while she was looking at herself in her small mirror, she wondered whether she should feel sorry or laugh. Shortly she stood before the audience. The manager announced her and the audience applauded. Niki began the show they had agreed on since previous October: the Beatles – the manager had asked for “classical music, as it is untouched by time.” Niki was singing mechanically, her look fixed on the clock on the wall. Past six; she would finish at seven, take a taxi and before eight she would be home with Yannis. She would make spaghetti and sleep till midnight. The show was over at ten to seven. She had expected an encore of a couple of songs but she was not asked for more. With her curtsy, the audience cleared out. The manager congratulated her, promised her pay would be settled on the first working day of the new year and led her to the small room to change. “But before you leave,” he said when Niki had come out, “allow me to show you around. We’ll leave by the rear exit.” They went through the sitting room describing again a zig-zag, senseless course among closed doors until, after a ten minute walk in utter stillness, interrupted only by the manager’s comments, something drew her attention: through a door that stood ajar some figures could be seen. The manager noticed it; he paused, approached the door and exchanged a couple of words with someone. Then he turned to Niki: “Would you like to take a look?” he asked beckoning her to get in. “As you’re an artist, you must be familiar with such things. An inmate is dying.” Niki entered behind him. A man, a mask of oxygen on his face, and hands and mouth intubated, was lying in bed panting. Myriads of wrinkles furrowed his face. “One of our hardest cases,” commented the manager. “Ninety-two years old but with a sharp mind. He collapsed two weeks ago.” He straightened his spectacles with his index. “You can’t imagine what a grumpy old geezer he’s been. Do you know what he had told me on the day he came fifteen years ago? ‘Don’t sweat you have no hair; if they happen to find a tumor in your brain and you need to go through a chemotherapy, nobody will know.’ Another time he approached a plump nurse and began to move in circles around her claiming that her weight had set him in orbit.” The manager smiled: “Poor man,” he said stroking the old man’s hand. Niki looked at
the old man and then at a monitor fixed above the bed. “What is this?” she
asked. “Ah,” said the manager; “it’s the near-death
detector. We bought it last year. Do you know its use?” “No,” replied
Niki. “It’s about the popular notion that when one dies all his life passes
before one’s eyes.” said the manager. “It’s true. In fact, a dying man
experiences the moments that have left a mark on him.” Then Niki noticed two
men by the window – one was young and the other in his mid-sixties. “The
gentlemen,” explained the manager, “are colleagues from the Department of
Mental Health. The near death detector
has already been their instrument.” The elder one greeted Niki. The younger
remained silent, his nose turned up a little. The face of the bedridden old man convulsed and his breathing grew faster and heavier, like a rattling snore. The screen above the bed lit up with a bluish glow and some shadowy, fuzzy figures appeared on it. The two men fished out of their coat pockets a pad and pencil and got closer. The old man stirred and was jerking his head. The black and white pictures on the screen began gradually to clear. The manager turned to Niki confidentially: “We’d like a model in color, but blame it on the cuts…” Niki concentrated on the screen. The first picture showed a frightened child eavesdropping at a door behind which a man and woman were making love. Then the pictures were going by in succession at a fast rate: man and woman quarrel; man picks up his personal effects and leave; kid plays basketball on an empty ground in the afternoon; kid grows into teenager; teenager talks to a girl, who averts her eyes; young man kisses girl in the middle of the street at daybreak; diving in the sea in summer; people all around, but young man is alone; computer screen in an office; wax face of an elderly woman in a coffin; again office and sea, but the man is alone again; and then a glass of brandy at a café, and finally the dampness on the nursing home walls. Niki was alternating her glance from the screen to the young man, who was jotting down with a grin. She turned to the manager, who smiled. “He’s young,” he said. Afterwards, the breathing of the old man almost ceased and the screen went out. The two men put down their pencils and turned to the manager until the old man died letting out a shrill cry. “May he rest in peace,” said the manager and at that point Niki noticed the he had been holding the old man’s hand all the while. The manager took his leave of the two men to see Niki off. The exit was not a long way off. The street was deserted. The change of the year was close at hand. “How did you like it?” the manager asked. “I’ve sung better,” Niki replied. “I mean the near death detector,” the manager explained. Niki shrugged her shoulders. “I thought,” he went on, “that you would be interested in such an experience as an artist. You know, I’m an artist, too, as it were. I’ve published a collection of poems on my own expense.” Niki nodded and looked for a taxi. “Thank you,” she said. “Happy New Year,” he wished her, “health to you and your family. Are they expecting you?” he asked. “My parrot,” replied Niki. “He must have been calling for me like mad for two days now.” And she added: “What about you?” “Always here,” said the manager. “I have nothing on my mind save my work.” He nodded her goodbye and whistling ob-la-di, ob-la-da, he entered the building. Suitcase in hand, Niki stood there looking for a taxi in the deserted street. |
Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2024
ΜΟΝΟΙ ΣΤΗΝ ΑΛΛΑΓΗ TOY ΧΡΟΝΟΥ - LONELINESS AT THE CHANGE OF THE YEAR
-
Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΠΟΥ ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΑ ΠΑΛΙΑ Τάσος Καλούτσας «Τι κάνει σήμερα η γιαγιά;» ρώτησα την Ιβάνκα, βγαίνοντας στο μπαλκονά...
-
EXORCISM By Vassilis C. Militsis Father Parthenios, abbot of the monastery of Our Beatific Holy Lady, was a 75-year-old man, of...
-
Ο ΔΟΚΗΣΙΣΟΦΟΣ του Ανδρέα Λασκαράτου (1811-1901) Ο δοκησίσοφος έλαβε από τη φύση του το χάρισμα του ...

