|
ΤΟ
ΠΟΤΑΜΙ Η
διαταγή ήτανε ξεκάθαρη: Απαγορεύεται το μπάνιο στο ποτάμι, ακόμα και να πλησιάζει
κανένας σε απόσταση λιγότερο από διακόσια μέτρα. Δε χώραγε λοιπόν καμιά
παρανόηση. Όποιος την παρέβαινε τη διαταγή, θα πέρναγε στρατοδικείο. Τους τη διάβασε τις
προάλλες ο ίδιος ο ταγματάρχης. Διέταξε γενική συγκέντρωση, όλο το τάγμα, και
τους διάβασε. Διαταγή της Μεραρχίας! Δεν ήτανε παίξε γέλασε. Είχανε κάπου τρεις βδομάδες
που είχαν αράξει δώθε από το ποτάμι. Κείθε από το ποτάμι ήταν ο εχθρός, οι
Άλλοι όπως τους λέγανε πολλοί. Τρεις βδομάδες απραξία.
Σίγουρα δε θα βάσταγε πολύ τούτη η κατάσταση, για την ώρα όμως επικρατούσε
ησυχία. Και στις δυο όχθες του
ποταμού, σε μεγάλο βάθος, ήτανε δάσος. Πυκνό δάσος. Μες στο δάσος είχανε
στρατοπεδεύσει και οι μεν και οι δε. Οι πληροφορίες τους ήτανε
πως οι Άλλοι είχανε δυο τάγματα εκεί. Ωστόσο, δεν επιχειρούσαν επίθεση, ποιος
ξέρει τι λογαριάζανε να κάνουν. Στο μεταξύ, τα φυλάκια, και από τις δυο
μεριές, ήταν εδώ κι εκεί κρυμμένα στο δάσος, έτοιμα για παν ενδεχόμενο. Τρεις βδομάδες! Πώς είχανε
περάσει τρεις βδομάδες! Δε θυμόντουσαν σ’ αυτόν τον πόλεμο, που είχε αρχίσει
εδώ και δυόμισι χρόνια περίπου, άλλο τέτοιο διάλειμμα σαν και τούτο. Όταν φτάσανε στο ποτάμι,
έκανε ακόμα κρύο. Εδώ και μερικές μέρες, ο καιρός είχε στρώσει. Άνοιξη πια! Ο πρώτος που γλίστρησε κατά
το ποτάμι ήτανε λοχίας. Γλίστρησε ένα πρωινό και βούτηξε. Λίγο αργότερα,
σύρθηκε ως τους δικούς του, με δυο σφαίρες στο πλευρό. Δεν έζησε πολλές ώρες. Την άλλη μέρα, δυο φαντάροι
τραβήξανε για κει. Δεν τους ξαναείδε πια κανένας. Ακούσανε μονάχα
πολυβολισμούς, και ύστερα σιωπή. Τότε βγήκε η διαταγή της
Μεραρχίας. Ήτανε ωστόσο μεγάλος
πειρασμός το ποτάμι. Τ’ ακούγανε που κυλούσε τα νερά του και το λαχταρούσανε.
Αυτά τα δυόμισι χρόνια, τους είχε φάει η βρώμα. Είχανε ξεσυνηθίσει ένα σωρό
χαρές. Και να, τώρα, που είχε βρεθεί στο δρόμο τους αυτό το ποτάμι. Αλλά η
διαταγή της Μεραρχίας… — Στο διάολο η διαταγή της
Μεραρχίας! είπε μέσ’ από τα δόντια του κείνη τη νύχτα. Γύριζε και ξαναγύριζε και
ησυχία δεν είχε. Το ποτάμι ακουγότανε πέρα και δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Θα πήγαινε την άλλη μέρα,
θα πήγαινε οπωσδήποτε. Στο διάολο η διαταγή της Μεραρχίας! Οι άλλοι φαντάροι
κοιμόντουσαν. Τέλος τον πήρε κι αυτόν ο ύπνος. Είδε ένα όνειρο, έναν εφιάλτη.
Στην αρχή, το είδε όπως ήτανε: ποτάμι. Ήτανε μπροστά του αυτό το ποτάμι και
τον περίμενε. Κι αυτός, γυμνός στην όχθη, δεν έπεφτε μέσα. Σα να τον βάσταγε
ένα αόρατο χέρι (…) Ξύπνησε βαλαντωμένος· δεν
είχε ακόμα φέξει… Φτάνοντας στην όχθη,
στάθηκε και το κοίταζε. Το ποτάμι! Ώστε υπήρχε λοιπόν αυτό το ποτάμι; Ώρες
ώρες, συλλογιζότανε μήπως δεν υπήρχε στ’ αλήθεια. Μήπως ήτανε μια φαντασία
τους, μια ομαδική ψευδαίσθηση. Είχε βρει μια ευκαιρία και
τράβηξε κατά το ποτάμι. Το πρωινό ήτανε θαύμα! Αν ήτανε τυχερός και δεν τον
παίρνανε μυρουδιά… Να πρόφταινε μονάχα να βουτήξει στο ποτάμι, να μπει στα
νερά του, τα παρακάτω δεν τον νοιάζανε. Σ’ ένα δέντρο, στην όχθη,
άφησε τα ρούχα του, και όρθιο πάνω στον κορμό, το τουφέκι του. Έριξε δυο
τελευταίες ματιές, μια πίσω του, μην ήτανε κανένας από τους δικούς του, και
μια στην αντίπερα όχθη, μην ήτανε κανένας από τους Άλλους. Και μπήκε στο
νερό. Από τη στιγμή που το σώμα
του, ολόγυμνο, μπήκε στο νερό, τούτο το σώμα που δυόμισι χρόνια βασανιζότανε,
που δυο τραύματα το είχανε ως τώρα σημαδέψει, από τη στιγμή αυτή ένιωσε άλλος
άνθρωπος. Σα να πέρασε ένα χέρι μ’ ένα σφουγγάρι μέσα του και να τα ‘σβησε
αυτά τα δυόμισι χρόνια. Κολυμπούσε πότε μπρούμυτα,
πότε ανάσκελα. Αφηνότανε να τον πηγαίνει το ρεύμα. Έκανε και μακροβούτια… Ήταν ένα παιδί τώρα αυτός ο
φαντάρος, που δεν ήταν παρά εικοσιτριώ χρονώ κι όμως τα δυόμισι τελευταία
χρόνια είχαν αφήσει βαθιά ίχνη μέσα του. Δεξιά κι αριστερά, και στις
δυο όχθες, φτερουγίζανε πουλιά, τον χαιρετούσανε περνώντας πότε πότε από πάνω
του. Μπροστά του, πήγαινε τώρα
ένα κλαδί που το έσερνε το ρεύμα. Βάλθηκε να το φτάσει μ’ ένα μονάχα
μακροβούτι. Και το κατάφερε. Βγήκε από το νερό ακριβώς δίπλα στο κλαδί.
Ένιωσε μια χαρά! Αλλά την ίδια στιγμή είδε ένα κεφάλι μπροστά του, κάπου
τριάντα μέτρα μακριά. Σταμάτησε και προσπάθησε να
δει καλύτερα. Και κείνος που κολυμπούσε
εκεί τον είχε δει, είχε σταματήσει κι αυτός. Κοιτάζονταν. Ξανάγινε αμέσως αυτός που
ήτανε και πρωτύτερα: ένας φαντάρος που είχε κιόλας δυόμισι χρόνια πόλεμο, που
είχε έναν πολεμικό σταυρό, που είχε αφήσει το τουφέκι του στο δέντρο. Δεν μπορούσε να καταλάβει
αν αυτός αντίκρυ του ήτανε από τους δικούς του ή από τους Άλλους. Πώς να το
καταλάβει; Ένα κεφάλι έβλεπε μονάχα. Μπορούσε να ‘ναι ένας από τους δικούς
του. Μπορούσε να ‘ναι ένας από τους Άλλους. Για μερικά λεπτά, και οι
δυο τους στέκονταν ακίνητοι στα νερά. Τη σιωπή διέκοψε ένα φτάρνισμα. Ήταν
αυτός που φταρνίστηκε, και κατά τη συνήθειά του βλαστήμησε δυνατά. Τότε
εκείνος αντίκρυ του άρχισε να κολυμπάει γρήγορα προς την αντίπερα όχθη. Κι
αυτός όμως δεν έχασε καιρό. Κολύμπησε προς την όχθη του μ’ όλη του τη δύναμη.
Βγήκε πρώτος. Έτρεξε στο δέντρο που είχε αφήσει το τουφέκι του, το άρπαξε. Ο
Άλλος, ό,τι έβγαινε από το νερό. Έτρεχε τώρα κι εκείνος να πάρει το τουφέκι
του. Σήκωσε το τουφέκι του
αυτός, σημάδεψε. Του ήτανε πάρα πολύ εύκολο να του φυτέψει μια σφαίρα στο
κεφάλι. Ο Άλλος ήτανε σπουδαίος στόχος έτσι καθώς έτρεχε ολόγυμνος, κάπου
είκοσι μέτρα μονάχα μακριά. Όχι, δεν τράβηξε τη
σκανδάλη. Ο Άλλος ήταν εκεί, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο. Κι αυτός ήταν
εδώ, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο. Δεν μπορούσε να τραβήξει.
Ήτανε και οι δυο γυμνοί. Δυο άνθρωποι γυμνοί. Γυμνοί από ρούχα. Γυμνοί από
ονόματα. Γυμνοί από εθνικότητα. Γυμνοί από τον χακί εαυτό τους. Δεν μπορούσε να τραβήξει.
Το ποτάμι δεν τους χώριζε τώρα, αντίθετα τους ένωνε. Δεν μπορούσε να τραβήξει. Ο
Άλλος είχε γίνει ένας άλλος άνθρωπος τώρα, χωρίς άλφα κεφαλαίο, τίποτα
λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Χαμήλωσε το τουφέκι του.
Χαμήλωσε το κεφάλι του. Και δεν είδε τίποτα ως το τέλος, πρόφτασε να δει
μονάχα κάτι πουλιά που φτερουγίσανε τρομαγμένα σαν έπεσε από την αντικρινή
όχθη η τουφεκιά, κι αυτός, γονάτισε πρώτα, ύστερα έπεσε με το πρόσωπο στο
χώμα. |
Rendered by Vassilis C.
Militsis The order was crystal clear: “The approach
to the river less than seven hundred feet is forbidden, let alone swimming in
it. It brooks no misunderstanding. Disobeying the order means court martial.” The major himself read it to them. He had summoned the entire battalion for the order to be read. The order had been issued by the division! It was a no laughing matter. They had been billeted on this side of the river. On the opposite bank there was the enemy – the Others, as they were commonly called. Three weeks of inaction. The status quo would certainly not last for long but for the time being all was quiet. On both sides of the river there was a dense forest extending to a long distance. And it was in this forest that both armies had camped. Information had it that the Others had two battalions there. However, they attempted no offensive; no one knew what they intended to do. Meanwhile, the guard posts on both sides were interspersed randomly, hidden in the forest, ready just in case. Three weeks!
It was a wonder that three entire weeks had sped by! No such a long truce has
been remembered for about two and a half years since the start of the war. When they had got to the river, it was still cold. But for some days lately, the weather had improved. Spring set in at last! The first to steal down to the river was a sergeant. He glided down one morning and took a dive. Sometime later, he crawled back to the camp with two bullets in his ribs. It did not take him long to die. On the next
day, two privates headed to the river. They were never seen again. Only a
couple of shots had been heard, and then silence. It was at this point when the order had been issued by the division. The river,
however, was a great temptation. They could hear its waters running on and
they craved for a dive. During those two and a half years they stunk
horribly. They had missed a host of small pleasures. And now this river was a
blessing before them. But what about the order of the division? -
To hell with
the division order, he said through
clenched teeth at that night. He tossed and turned in his straw mattress without being able to find peace. The river could be heard from afar and did not let him rest. No
matter what, he resolved to go the next day. To hell with the division order. His comrades were sleeping. Finally, he fell into slumber himself. He had had a dream, or rather a nightmare. At first he saw it as it was: a mere river. It was waiting for him. He was standing on the bank, stark naked, but could not dive; as if an unseen hand stopped him (…) He woke up deeply disturbed. It was still dark… He had got the chance to head to the river. It was a wonderful morning! If he was lucky and none got wind of him… if he could only make it and take a dive into the water; he did not give a dime for the consequences. He hung his clothes in a tree on the bank and propped his rifle upright against the trunk. He took a couple of final glances, one behind in case someone of his fellows saw him and another at the opposite bank as a precaution of being seen by the Others. Then he got into the water. From
the moment his stark naked body, which had been tormented and marked by two
wounds for two and a half years, got into the water, he felt another man. He
felt as though an invisible hand had wiped through him with a sponge and
deleted those two and a half years. Now he was swimming face down, now doing backstroke. He let the stream sweep him along. He was also flying underwater holding his breath. Now
this soldier, who was no older than twenty-three years old, was transformed
into a child. But the last two and a half years had left deep imprints inside
him. Left and right, on both banks, birds fluttered from time to time from above greeting him. Some distance ahead, a tree branch was floating dragged by the current. He attempted to reach it in a long underwater plunge and finally made it. He surfaced right beside it. He felt elated! But at the same time he caught sight of a head some ninety feet distant up front. He
stopped and tried to see better. And the latter one, who was swimming there, had also stopped. They kept looking at each other. The former man changed to what was before: a soldier who had already fought for two and a half years, who had been awarded a War Cross and who had stood his rifle against a tree. He could not discover whether the one facing him was one of his own or of the Others. How could he find out? He could only make out a head. The man might be one of his own or perhaps one of the Others. For some minutes, both were facing each other dead still in the water. The silence was interrupted by a sneezing. It was the one on this side that sneezed; he cursed aloud, as was his habit. Then the one fronting him started swimming away swiftly to the opposite bank. He lost no time either. He swam to his bank with all his strength. He stepped out first. He rushed to the tree where he had left his rifle and grabbed it. The Other was just wading out of the water. He was also hurrying to get his rifle, too. He raised his rifle and pointed at the Other. It was too easy for him to plant a bullet into his head. The Other was a great target, only some sixty feet away, as he was running stark naked. But no; he did not pull the trigger. The Other was there, completely naked as he had been brought into the world. He, too, was naked as he was born . He felt himself unable to pull the trigger. They were both naked. Two naked human beings. Stripped of clothes, names and nationalities. Free from their Khaki selves. No way for him
to pull the trigger. The river did not put them apart now; on the contrary,
it brought them together. He could not pull the trigger. The Other had changed into another human being – not the Other – no less, no more. He dropped his rifle. He lowered his head. He saw nothing until the end; what he could only see was some frightened birds flutter over him as the shot was heard from the opposite bank, and he, dropping first on his knees, collapsed upon the ground, face down. by the same:
|
Πέμπτη 4 Ιουλίου 2024
ΤΟ ΜΟΙΡΑΙΟ ΠΟΤΑΜΙ - THE FATEFUL RIVER
-
Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΠΟΥ ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΑ ΠΑΛΙΑ Τάσος Καλούτσας «Τι κάνει σήμερα η γιαγιά;» ρώτησα την Ιβάνκα, βγαίνοντας στο μπαλκονά...
-
EXORCISM By Vassilis C. Militsis Father Parthenios, abbot of the monastery of Our Beatific Holy Lady, was a 75-year-old man, of...
-
Ο ΔΟΚΗΣΙΣΟΦΟΣ του Ανδρέα Λασκαράτου (1811-1901) Ο δοκησίσοφος έλαβε από τη φύση του το χάρισμα του ...

